
Το στερητικό «νη»
Πώς
πενθούμε; Τον τελευταίο χρόνο πέθαναν δυο αγαπημένοι μου άνθρωποι.
Πέρσι το καλοκαίρι η γιαγιά μου, Ειρήνη Γαρρή, και φέτος την άνοιξη ο
φίλος και συνάδελφος Ορφέας Πρωτοψάλτης. Αυτοί οι δυο θάνατοι έχουν
μπλεχτεί μέσα μου, συγκροτώντας ένα ιδιότροπο πένθος, ετεροβαρές,
επίμονο, για την ώρα αμεταβόλιστο. Πώς φτάνουμε σε ένα ανεκτό επίπεδο
πόνου, σε μια λειτουργική θλίψη, κάνοντας πράξη το οχληρό μα τετριμμένο:
«η ζωή συνεχίζεται» ή ακόμα χειρότερα, το σκληρό: «οι ζωντανοί με τους
ζωντανούς κι οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους»;
Βλέπω
στον ύπνο μου τον Μιχάλη Πιλαβά, έναν καλό φιλόλογο που είχαμε στο
λύκειο, παίρνει την κιμωλία, πηγαίνει στον πίνακα και ετυμολογεί τα
«Νηπενθή» του Καρυωτάκη. Το «νη» σημαίνει άρνηση, στερητικό μόριο που
αναιρεί ό,τι το ακολουθεί. Ψάχνω το «νη».Αλλά ο θάνατος δεν ξεγίνεται. Εμείς που μείναμε έχουμε να αναμετρηθούμε με το οριστικό, το αμετάκλητο, το αδιόρθωτο. Πώς;
Οι τρόποι κάθε ανθρώπου, όσο ανοιχτός και να ’ναι, είναι εξ ορισμού πεπερασμένοι. Έτσι και οι δικοί μου. Τους δοκιμάζω όλους. Με τη σειρά που τους εμπιστεύομαι. Το αλκοόλ, τα βιβλία, οι φωτογραφίες και οι λέξεις.
Το αλκοόλ. Αλήθεια είναι ότι του έδωσα και κατάλαβε τον τελευταίο χρόνο. Στην κηδεία της γιαγιάς δεν πήγα. Προτίμησα να μεθύσω μόνος στην πράσινη τέντα στον Λυκαβηττό. Για τα παιδιά τέτοιες εικόνες είναι σκληρές. Υποδύθηκα το παιδί. Δεν είχα καμία όρεξη να δω πεθαμένη τη γιαγιά μου. Στην κηδεία του Ορφέα πήγα. Γιατί θα ήμασταν όλοι. Και δεν θα τον βλέπαμε. Μέθυσα εκείνη τη Δευτέρα μέχρι εκεί που δεν πάει. Ήπια και για μένα και για κείνον και μέχρι να μπορώ να πιστέψω ότι 31 χρονών άνθρωπος, που παίζαμε μαζί παιχνίδια, δεν γίνεται να πέθανε τελείως. Αυτό ρωτούσα τους άλλους. «Πέθανε τελείως;». Οι άλλοι, πιο νηφάλιοι, έγνεφαν συγκαταβατικά «ναι» ή έκλαιγαν και αγκαλιαζόμασταν. Παρότι ακράδαντα πιστεύω τη φράση του Τσώρτσιλ σύμφωνα με την οποία: «Έχω πάρει από το αλκοόλ πολύ περισσότερα απ’ ό,τι αυτό από εμένα», στην περίπτωση του πένθους το αλκοόλ έχει προσωρινή επενέργεια και συνεπώς πρόσκαιρη χρησιμότητα.
Τα
βιβλία. Εδώ τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα. Πάλι μπλέκονται. Τα
ετερόκλιτα βιβλία που μου χάρισε όσο ζούσε η γιαγιά: Καβάφης,
αλληλογραφία Σαρτρ με Μποβουάρ, η αυτοβιογραφία του Λόρενς Ολίβιε,
Βασιλικός, Μαγκάκης, δεν καταλαβαίνω τίποτα, τίποτα δεν συνδέεται,
τίποτα δεν προμήνυε, τίποτα δεν εξηγεί. Τα βιβλία που εξέδιδε από το
Βιβλιοπέλαγος ο πατέρας του Ορφέα: ο Δαρβέρης, με τη συναρπαστική
ιστορία της νύχτας, αυτοκτόνησε, ο Άσιμος με κείνο το δυσεύρετο που κι
αυτός αυτοκτόνησε, οι Ισπανοί αναρχικοί που κι αυτοί με τον τρόπο τους
αυτοτινάχθηκαν, τα πράγματα εδώ ήταν μελαγχολικά πριν το κακό. Μετά
είναι τα βιβλία που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο μιλούν για τον θάνατο:
ο Ιβάν Ιλίτς του Τολστόι, ο επικήδειος του Ντεριντά για τον Λεβινάς, το
βιβλίο στη μνήμη του Ορφέα με μαζεμένους τους επικηδείους, το
βιβλιαράκι του Γιώργου Πιταούλη για τη σχέση πραγματικού και
φαντασιακού, ο πρόλογος του Αντώνη Λιάκου στην «Εποχή των προσδοκιών»
της Μυρσίνης Ζορμπά. Τίποτα δεν βγάζει νόημα. Όλα όμορφα και συγκινητικά
να τα διαβάζεις πριν έρθει ο θάνατος, πριν το δικό σου πένθος. Όλα
πεπερασμένα και στεγνά, όταν τα διαβάζεις αναζητώντας απαντήσεις και
παρηγοριά. Τόσες εκατοντάδες χιλιάδες λέξεις, που όσο κι αν
προσεγγίζουν, κάτι πυρηνικό μένει ανείπωτο, άφατο, ανεκλάλητο.
Οι φωτογραφίες. Κοιτάζω τις φωτογραφίες μας. Οι φωτογραφίες είναι ύπουλες, αποτελούν την ιδεώδη καύσιμη ύλη για πλασματικές, αλλοιωμένες μνήμες. Για κάποιο λόγο στη Δύση στις φωτογραφίες όλοι γελάνε. Ευτυχώς ο Ορφέας είχε τη σοβαρότητα να αποφεύγει αυτή την αναγκαστική γελοιότητα. Η ακινησία των φωτογραφιών με θλίβει περισσότερο. Αντίθετα από τον γνωστό ευφημισμό περί απαθανάτισης της στιγμής, νομίζω πως το μόνο που κάνουν οι φωτογραφίες στη στιγμή είναι να την απονευρώνουν.
Οι λέξεις. Εδώ υπάρχει περισσότερη εμπιστοσύνη. Οι λέξεις άρεσαν και στον Ορφέα και στη γιαγιά, τις παίδευαν και τις πρόσεχαν. Σκέφτομαι μαζί τρεις λέξεις. Αναγκάστηκα να τις σκέφτομαι μαζί. Κηδεία, μνημόσυνο, παραμυθία. Παραμυθία, μνημόσυνο, κηδεία. Οι δύο αυτονόητες, όταν κανείς πεθαίνει. Για την τρίτη, τη λέξη από πι, η Ειρήνη Γαρρή και ο Ορφέας Πρωτοψάλτης υπήρξαν οι δύο πειστικότεροι αφηγητές παραμυθιών της ζωής μου, η γιαγιά της παιδικής, ο Ορφέας της ενήλικης. Η κηδεία βγαίνει από το ρήμα κήδομαι που θα πει φροντίζω. Το μνημόσυνο βγαίνει από το ρήμα μνημονεύω που θα πει θυμάμαι. Η παραμυθία σημαίνει παρηγοριά. Φροντίζω να θυμάμαι ή θυμάμαι να φροντίζω; Σε κάθε περίπτωση, κάποια παρηγοριά.
Στο τέλος τι μένει; Τι μένει από εκείνους που φύγαν, ενώ υπήρξαν, και τόσα πολλά το μαρτυρούν; Δεν είμαι σίγουρος για τίποτα παρά μόνο για ένα. Δεσμευόμαστε πολύ περισσότερο από τους νεκρούς μας παρά από τους ζωντανούς. Λογοδοτούμε στους νεκρούς μας κι αυτός ίσως είναι ο μόνος τρόπος που δουλεύει.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου