
Οι Καναδοί μποϊκοτάρουν την Αμερική του Τραμπ: «Αν είναι από τις ΗΠΑ, απλώς δεν το αγοράζω»
Οι Καναδοί πηγαίνουν το «παπούτσι από τον τόπο σου κι ας είν’ και μπαλομένο» σε άλλο επίπεδο.
Για τον Ουίλιαμ ΜακΝτόναλντ, έναν 38χρονο μηχανικό από το Θάντερ Μπέι του Οντάριο, «το καναδικό είναι πάντα η πρώτη επιλογή», ακόμη κι αν αυτό σημαίνει ότι οι εβδομαδιαίοι λογαριασμοί του είναι υψηλότεροι.
«Μόλις ο Τραμπ άρχισε να επιβάλλει εκείνους τους δασμούς τον Φεβρουάριο [του περασμένου έτους], ξεκίνησα να μποϊκοτάρω τα αμερικανικά προϊόντα», δήλωσε. «Το να αποφεύγω τα αμερικανικά προϊόντα έχει ανεβάσει το κόστος ζωής μου, αλλά εξακολουθώ να το κάνω με χαρά.
Χρησιμοποιούσα αμερικανική μπύρα, αλλά τώρα πίνω καναδική, κι αυτό μου κοστίζει επιπλέον 1.000 δολάρια Καναδά τον χρόνο. Παρόμοια, τα τρόφιμα κοστίζουν περίπου 50 δολάρια Καναδά παραπάνω την εβδομάδα, αλλά δουλεύεις εκείνη την επιπλέον ώρα για να το πληρώσεις».
Ο ΜακΝτόναλντ παρομοίασε τη συμπεριφορά του Ντόναλντ Τραμπ απέναντι στον Καναδά με «έναν νταή της αυλής του σχολείου που ουρλιάζει και χτυπάει τα πόδια του κάτω, όταν δεν εισπράττει την υποτακτική αντίδραση που περιμένει».
Αυτή την εβδομάδα, οι ΗΠΑ επέβαλαν δασμούς 50% σε καναδικά προϊόντα αξίας 20 δισ. δολαρίων ΗΠΑ, με τον πρωθυπουργό της χώρας, Μαρκ Κάρνεϊ, να ορκίζεται να τους ανταποδώσει «δολάριο προς δολάριο» μετά την κατάρρευση των εμπορικών συνομιλιών μεταξύ των δύο χωρών το περασμένο Σαββατοκύριακο. Ο Ντόναλντ Τραμπ προέβη σε αντίποινα την Πέμπτη, διατάσσοντας την ομοσπονδιακή κυβέρνηση να μετονομάσει τη λίμνη Οντάριο σε «Λίμνη Αμερική».
Τέτοιες ενέργειες έριξαν λάδι στη φωτιά σε ένα ευρύ μποϊκοτάζ των αμερικανικών προϊόντων και υπηρεσιών από Καναδούς, το οποίο ξεκίνησε στις αρχές του περασμένου έτους ως απάντηση στον εμπορικό πόλεμο του προέδρου και τις απειλές για προσάρτηση του βόρειου γείτονά του.
Περισσότεροι από 3.500 άνθρωποι από όλο τον Καναδά μοιράστηκαν με τον Guardian, μέσω διαδικτυακού καλέσματος, τις αλλαγές που έκαναν στη ζωή τους ως απάντηση στην πολιτική και οικονομική στάση της κυβέρνησης των ΗΠΑ. Πολλοί εξέφρασαν βαθιά οργή και θλίψη, παραμένοντας ωστόσο αποφασισμένοι ότι αυτός είναι πλέον ένας νέος τρόπος ζωής.
Η αγορά αποκλειστικά καναδικών τροφίμων –συμπεριλαμβανομένων των φρέσκων προϊόντων– και το μποϊκοτάζ στα ταξίδια νότια των συνόρων κυριάρχησαν στις απαντήσεις. Οι συμμετέχοντες έχουν σταματήσει να πληρώνουν για αμερικανική τεχνολογία, υπηρεσίες streaming από Netflix, Amazon Prime, Apple TV και Disney+, βενζίνη, οχήματα όπως Tesla, καθώς και ουίσκι όπως το Jack Daniel’s. Επίσης, αποφεύγουν μέσα κοινωνικής δικτύωσης όπως τα X, Facebook και Instagram.
Τον Ιούλιο, δημοσκόπηση της Angus Reid διαπίστωσε ότι το 40% των καταναλωτών ήλεγχε ενεργά την προέλευση των προϊόντων, με την πλειονότητα εξ αυτών να αποφεύγει τα αμερικανικά προϊόντα όπου ήταν δυνατόν.
Τα ακρωνύμια ABUS (Anything but US / Οτιδήποτε εκτός από ΗΠΑ) ή ABUSA (Anywhere but USA / Οπουδήποτε εκτός από ΗΠΑ) και το σύνθημα «Elbows Up!» (Αγκώνες ψηλά!) –ένας όρος του χόκεϊ για την προβολή σθεναρής άμυνας– άρχισαν να εμφανίζονται στον Καναδά από πέρυσι.
«Νομίζω ότι πρέπει να ζεις στον Καναδά για να καταλάβεις πόσο βαθιά είναι η εχθρότητα προς τις ΗΠΑ… ακόμη και σε όλο το πολιτικό φάσμα», δήλωσε η Ντενίζ από το Γουίνιπεγκ του Μανιτόμπα.
Canadians are increasingly turning to domestic products and avoiding American goods as the escalating trade conflict with the United States fuels economic nationalism across Canada.https://t.co/kjGdxKXrcm pic.twitter.com/iVB7iP7tSp
— Khaama Press (KP) (@khaama) August 29, 2026
«Το “Elbows up” είναι μια πραγματικότητα. Δεν πετάμε με αμερικανικές αεροπορικές εταιρείες, μένουμε σε ξενοδοχεία τοπικής ιδιοκτησίας, δεν κάνουμε ούτε καν ανταπόκριση σε αμερικανικό αεροδρόμιο… μεταφέραμε επενδύσεις σε καναδικές εταιρείες και αποφεύγουμε ενεργά τα αμερικανικά προϊόντα, τα φρούτα και τα τρόφιμα. Μπορεί να είναι αρκετά άβολο να κάνεις την έρευνα και να διαβάζεις πινακίδες και ετικέτες, και συχνά πιο ακριβό, αλλά το BDS [μποϊκοτάζ, αποεπένδυση, κυρώσεις] είναι το μόνο εργαλείο που έχουν οι απλοί άνθρωποι για να υπερασπιστούν τις αξίες τους».
Η Ελίζαμπεθ Λόρεντζ, 68 ετών, συνταξιούχος εκπαιδευτικός που ζει στο Ναναΐμο της Βρετανικής Κολομβίας, δήλωσε ότι προτιμά να αλλάξει μια συνταγή παρά να χρησιμοποιήσει υλικά που λείπουν.
«Διαβάζω τις ετικέτες στα συσκευασμένα τρόφιμα και, αν παρασκευάζονται στις ΗΠΑ, δεν τα αγοράζω», είπε. «Τα ζυμαρικά Annie’s είναι ένα παράδειγμα προϊόντος που δεν αγοράζω πλέον.
Τα σούπερ μάρκετ προσφέρουν όλο και περισσότερα προϊόντα από το Μεξικό, το Περού, τη Γουατεμάλα, τη Χιλή και τη Νότια Αφρική. Αν και αυτό σημαίνει ότι η μεταφορά αυτών των προϊόντων επιβαρύνει το περιβάλλον περισσότερο από ό,τι αν αγόραζα αμερικανικά, η οργή μου για την απληστία και τη διαφθορά της Αμερικής υπερισχύει (ζητώ συγγνώμη για το λογοπαίγνιο) των περιβαλλοντικών μου ανησυχιών».
Η ίδια έχει φυτέψει γλυκοπατάτες στον κήπο της «καθώς διατίθενται μόνο γλυκοπατάτες αμερικανικής καλλιέργειας», ανέφερε.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
«Fuck USA!»: Οι Καναδοί δεν είναι ευχαριστημένοι με τον Τραμπ για την εντατικοποίηση του δασμολογικού πολέμου
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου