- Και τί δεν έγινε την εβδομάδα που πέρασε. Μεγαλύτερης ή μικρότερης αξίας ειδησεογραφικά γεγονότα, γεννήματα της πολιτικής, αντιπολιτικής και μεταπολιτικής μας πραγματικότητας, έλαβαν χώρα και – σαφώς – λειτουργούν, εκτός από «τροχιοδεικτικά» και αποκαλυπτικά για αρκετούς και αρκετές.
Και καταλαβαίνουν όλοι πια πολιτικά, με τΙέχουμε να κάνουμε.
Πολλοί και πολλές μετά τις εκλογές του 2023 επιχείρησαν, άλλοι πιο διακριτικά, άλλοι απροκάλυπτα, να εργαλειοποιήσουν και να εκμεταλλευτούν πολιτικά την υπερσυσσώρευση της απολύτως δικαιολογημένης λαϊκής οργής. Μιας οργής που εναγωνίως αναζητούσε και συνεχίζει να αναζητά, πολιτική διέξοδο από το επταετές αδιέξοδο (για την κοινωνία και τα πιο ευάλωτα στρώματά της) που προκάλεσαν οι πολιτικές επιλογές της κυβέρνησης Μητσοτάκη.
Συγχρόνως, η τελευταία με την σειρά της, εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο την διαλυτική κατάσταση που επικρατούσε στο πολιτικό σκηνικό, τροφοδότησε-συντήρησε την κρίση επιχειρώντας να εμφανιστεί η ίδια ως η μοναδική «συνετή πολιτική δύναμη», αλλά και ως «μονόδρομος» στην επιλογή που πρόκειται να κάνουν οι πολίτες στην κάλπη.
Μόνο που δίπλα σε αυτή την στρατηγική προσέγγισης των εξελίξεων, τα κρούσματα αλαζονείας δεν έλειψαν ούτε στο δικό της στρατόπεδο. Και δεν ήταν βέβαια τα πρώτα. Απλώς παραμένουν ενδεικτικά του τρόπου με τον οποίο η Νέα Δημοκρατία και η κυβέρνηση Μητσοτάκη, αντιλαμβάνονται την χώρα.
Ο Άδωνις Γεωργιάδης, «το παιδί με τα γυαλιά, έδωσε παραγγελιά». Και μας είπε on camera, παραδέχθηκε σε πανελλήνια τηλεοπτική μετάδοση, πως είναι κανονικό να μοιράζονται χρήματα σε δημοσιογράφους που κόπηκαν από την διαφημιστική πίτα για να στηριχθούν τα μέσα ενημέρωσης στα οποία εργάζονται. Και για το λόγο αυτό, πήρε τηλέφωνο για να το διευθετήσει. Για να εξυπηρετήσει μία δημοσιογράφο που, «είναι φίλη μου». Όσο για τα χάι τεκ, «τζεημσμποντικά» γυαλιά των 600 ευρώ με την ενσωματωμένη κάμερα, που λάνσαρε κατά το πρόσφατο ταξίδι του στην Λήμνο, τί να πρωτοσχολιάσει κανείς; Τα περί παραβίασης προσωπικών δεδομένων, παράνομης καταγραφής κλπ, προφανώς είναι πασατέμπος για την κυβέρνηση των υποκλοπών – αλλά και για τον παρακολουθούμενο Γεωργιάδη. Από όλα, αξίζει ωστόσο να κρατήσει κανείς την ματαιοδοξία του ανδρός. Καθώς – εκτός των άλλων – όση οικονομική άνεση κι αν έχει κάποιος, το να πληρώσει 600 ευρώ για ένα ζευγάρι γυαλιά, από μόνο του λέει πολλά…
Η Ζωή Κωνσταντοπούλου, για ακόμη μια φορά χθες, φρόντισε να σηκώσει πολιτικό κουρνιαχτό με τον γνωστό «υπερντεσιμπελικό» τρόπο που συνηθίζει να το κάνει όταν θέλει να τραβήξει την προσοχή. Στόχος της αυτή τη φορά μια δημοσιογράφος που κατέληξε τελικά στο Α.Τ. Συντάγματος για… ταυτοποίηση των στοιχείων της, επειδή όταν «τράκαρε» την πρόεδρο της Πλεύσης Ελευθερίας στο Κοινοβούλιο, δεν είχε μαζί της ταυτότητα. Είχαν όμως προηγούμενα, καθώς η δημοσιογράφος, πρώην εργαζόμενη στο κόμμα Κωνσταντοπούλου καταγγέλει πως διεκδικεί τα δεδουλευμένα της κι ως εκ τούτου το έδαφος ήταν γόνιμο για να αντιδράσει η τελευταία.
Η Μαρία Καρυστιανού την ίδια ώρα, ούσα εκτεθειμένη έπειτα από την ανάρτηση που έκανε στα σόσιαλ μίντια ο συνάδελφος Θανάσης Αυγερινός ανακοινώνοντας την αποχώρησή του από την θέση του εκπροσώπου Τύπου της «Ελπίδας για τη Δημοκρατία», αφήνοντας αιχμές για διαδρομιστές και συμβουλάτορες εντός του κινήματος, πρέπει να δώσει εξηγήσεις. Κι όχι τόσο σε εκείνους (τους ολοένα και λιγότερους) που δηλώνουν πως θα την ψηφίσουν, αλλά σε όσους διαδήλωναν με την ψυχή τους την υποστήριξή τους στο πρόσωπό της και στον αγώνα της ως «Μητέρα των Τεμπών». Άνθρωποι που όμως στην πορεία αντιλήφθηκαν πως ο δικός τους αγώνας για την δικαίωση των θυμάτων των Τεμπών είχε εντελώς διαφορετική, εκ διαμέτρου αντίθετη, πολιτική αφετηρία από την δική της – και της κυρίας Γρατσία.
Τέλος και ο Στέφανος Κασσελάκης από την δική του πλευρά, που εσχάτως ανακοίνωσε την «λύση της συνεργασίας» με την ανεξάρτητη βουλεύτρια Μυρτώ Κοροβέση σαν να την απέλυσε από την εταιρία του, κινείται με άνεση πια στον φυσικό πολιτικό του χώρο. Κάπου μεταξύ φιλελεύθερου προοδευτικού κέντρου και του τένις κλαμπ στο οποίο εσχάτως συναντήθηκε για έναν αγώνα αντισφαίρισης με τον Άδωνι – με τον οποίο παρεμπιπτόντως έχουν παρόμοια γούστα και στην επιλογή οπτικών ειδών. Σαφώς όμως και δεν είναι μεμπτός ένας αγώνας τένις. Εντούτοις, παραμένει ορατό το αποτύπωμα που αφήνει στην πολιτική – μακριά πλέον από τα στενά παπούτσια της Αριστεράς. Πολιτικός ετεροπροσδιορισμός με το κιλό, διαρκής αναζήτηση εσωτερικών εχθρών ενώ τα «αποθέματα» εντός κόμματος τελειώνουν, χιαστί αντισυστημισμός, συναισθηματικός λαϊκισμός και όπου βγει.
Συνδετικός κρίκος όλων των παραπάνω; Ο πόλεμος κατά του… συστήματος – αλλά μην τους ρωτάτε «ποιου συστήματος;» γιατί κανείς τους δεν είναι σε θέση να το περιγράψει, ούτε θέλει να το κάνει, ενώ ταυτόχρονα διεκδικεί (ή κατέχει ήδη) θέση εντός του. Ο Άδωνις άλλωστε έτσι ξεκίνησε, με αυτή τη ρητορική την καριέρα του από την… Μεγάλη του ΛΑ.Ο.Σ Σχολή. Η Κωνσταντοπούλου το ανθίστηκε στην πορεία, ο Κασσελάκης δεν είχε κι άλλο δρόμο καθώς αυτός ήταν και ο μοναδικός τρόπος για να πολιτευτεί, ενώ η Καρυστιανού απλώς επέλεξε να αναγνώσει με τον πιο λανθασμένο τρόπο το τεράστιο σε όγκο Κίνημα των Τεμπών και των δίκαιων αιτημάτων του. Κι αντί να το μετατρέψει σε υποδοχέα κι άλλων αιτημάτων και να βοηθήσει κι αυτή από την πλευρά της στην πολιτική τους έκφραση, προτίμησε να μιλάει με γερόντισσες για τις αμβλώσεις.
Κατά τον Νίτσε, η μνησικακία, που εκτός των άλλων υποδηλώνει και μια συμπεριφορά αδυναμίας, επηρεάζει κυρίως «εκείνα τα όντα που τους απαγορεύεται η αληθινή αντίδραση, η δράση, και που μόνο μια φανταστική εκδίκηση μπορεί να τα αποζημιώσει». Ελλείψει πραγματικού ορίζοντα «χειραφέτησης» λοιπόν, ελλείψει πολιτικού οράματος κι ελπίδας κατά τα προηγούμενα χρόνια κι εν μέσω των μηδενιστών αντιπολιτικών αφηγημάτων που κυριάρχησαν στον δημόσιο λόγο, πολύς κόσμος, κόσμος της Αριστεράς κυρίως, κόσμος των αγώνων και των κινημάτων, κόσμος με καλές προθέσεις και με αγαθές επιδιώξεις για το κοινό καλό, έπεσε θύμα εκμετάλλευσης της ίδια τους της δικαιολογημένης οργής. Από πλανόδιους πολιτικούς πωλητές κενών αφηγημάτων που από τη μια ως πολέμαρχοι υπόσχονταν εκδίκηση στην κάλπη και από την άλλη ως δικαστές των πάντων έταζαν την «τιμωρία» όλων όσοι (οι ίδιοι) έκριναν πως διέπραξαν «εσχάτη προδοσία».
Μόνο που ο χρόνος περνά. Οι «πωλητές» ξεμένουν από «εμπόρευμα». Και το κοινό τους αρχίζει σιγά-σιγά να αποχωρεί από την κακοπαιγμένη παράσταση
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου