Φωτιά να κάψει τον δάσκαλο που μας μαθαίνει ελληνικά!
ΝΙΚΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΚΟΣ*
Οι λέξεις έχουν τη δική τους σημασία
sarantakos.wordpress.com
Βρήκα στο διαδίκτυο ένα άρθρο για ένα ρουμάνικο λαϊκό τραγούδι, καταγραμμένο γύρω στο 1850, όπου ένας μαθητής αναθεματίζει τον Έλληνα δάσκαλο που θέλει να τους μάθει αλαμπουρνέζικα -δηλαδή ελληνικά, και μάλλον αρχαία- ενώ εκείνος θέλει να πάει να κυνηγήσει ορτύκια.
Αυτό μού θύμισε ένα σύντομο διήγημα του Τσέχοφ για έναν Ρώσο μαθητή του κλασικού γυμνασίου που αντιμετωπίζει με τρόμο τις εξετάσεις στα αρχαία ελληνικά. Οπότε σήμερα, που είναι Κυριακή, έστω και διακεκαυμένη, και έχουμε λογοτεχνική ύλη, θα δούμε το διήγημα και το τραγούδι.
Να ξεκινήσω από το τραγούδι. Το ακούτε εδώ στο Γιουτούμπ
Τα λόγια (με κάποιες διαφορές από αυτά της εκτέλεσης)
Tipto, tipto, tipto, tipto,
Tipto, tipto, tipto, tis.
Arză-l focul, dascăl,
Cum mă necăjește,
Umblă să mă-nvețe
Grecul păsărește.
Ah! Ce foc pe mine!
Of! Ce supărare!
Să strig toată ziua
Tot în gura mare.
Ah! Ce bucurie
Simt în piept deodată,
Când văd pe câmpie
Că mi se arată:
Căprioare mâncătoare,
Prepelițe zburătoare,
Păsărele cântătoare,
Ce mă chem la vânătoare.
Η μετάφραση από το Τσατ ΓΠΤ:
Τύπτω(=χτυπώ, δέρνω), τύπτεις, τύπτω, τύπτεις,
τύπτω, τύπτεις, τύπτω, τύπτεις…
Να τον κάψει η φωτιά τον δάσκαλο,
πώς με βασανίζει!
Πάει να μου διδάξει
ο Γραικός αλαμπουρνέζικα
Αχ, τι βάσανο για μένα!
Ωχ, τι στενοχώρια!
Να φωνάζω όλη τη μέρα
με όλη μου τη δύναμη.
Αχ, τι χαρά
νιώθω ξαφνικά στο στήθος,
όταν βλέπω στον κάμπο
να παρουσιάζονται μπροστά μου:
ζαρκάδια που βόσκουν,
ορτύκια που πετούν,
πουλάκια που κελαηδούν
και με καλούν στο κυνήγι.
Το «τύπτω-τύπτεις-τύπτει», που ανάγκαζε ο δάσκαλος να επαναλαμβάνουν οι μαθητές, δίνει το ρεφρέν.
Τη λέξη păsărește στον τελευταίο στίχο της πρώτης στροφής, το Τσατ την απέδωσε «πουλίστικα» -και πράγματι κατά λέξη αυτό σημαίνει, γλώσσα των πουλιών. Αλλά το λεξικό λέει ότι χρησιμοποιείται με τη σημασία της ακατανόητης γλώσσας πχ για κάποιον που μιλάει αργκό ή τζάργκον. Οπότε, αλαμπουρνέζικα.
Το τραγούδι το χαρακτήρισα λαϊκό, αλλά, αν πιστέψω το Τσατ ΓΠΤ, έχει ενδιαφέρουσα ιστορία. Προέρχεται από το θεατρικό «Nunta țărănească» («Χωριάτικος γάμος») του Βασίλε Αλεξαντρί, που παίχτηκε στο Ιάσιο στις 3 Φεβρουαρίου 1848.
Στο θεατρικό έργο, ο νεαρός Αλέκου παραπονιέται ότι ο πατέρας του τού έχει φορτώσει έναν Έλληνα δάσκαλο, τον Κυρ Γαϊτάνη Λογιότατο, «για να τον κάνει άνθρωπο». Ο Αλέκου λέει ότι ο δάσκαλος τον αναγκάζει όλη μέρα να απαγγέλλει «tipto, tiptis, tipti / pipto, piptis…» και καταλήγει «να τον κάψει η φωτιά τον δάσκαλο, που πάει να μου μάθει ο Γραικός αλαμπουρνέζικα». Ο ίδιος ο Αλεξαντρί (1821-1890), που είχε μητέρα Ελληνίδα και πολλές σχέσεις με Έλληνες, γράφει ότι όταν ήταν μικρός στα ελληνικά σχολεία της Μολδαβίας δίδασκαν το «τύπτω-τύπτεις» με τη βέργα και τη φάλαγγα.
Γενικά, η πρώτη γενιά της ελίτ των Ρουμάνων εθνικιστών αναγκαστικά ακολούθησε πολιτική αντίθετη με τον εξελληνισμό, παρόλο που οι ίδιοι είχαν συνήθως γερή ελληνική μόρφωση.
Ο Άντον Τσέχοφ, πάλι, γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Ταϊγάνι, Ταγκανρόγκ, πόλη όπου υπήρχε έντονο ελληνικό στοιχείο με σημαντική εμπορική δραστηριότητα -ο Βαρβάκης, ας πούμε. Σπούδασε σε κλασικό λύκειο και έμεινε στην ίδια τάξη μια χρονιά εξαιτίας των αρχαίων ελληνικών.
Οπότε, είναι ομοιοπαθής με τον μικρό Βάνια του διηγήματος,
Μετάφραση και πάλι από το Τσατ, χτενισμένη από εμένα. Το πρωτότυπο είναι εδώ, μαζί και αγγλική μετάφραση, αν κάποιος θέλει να ελέγξει κάτι. (Πάντως, η αγγλική μετάφραση έχει τουλάχιστον ένα λάθος).
Ο μαθητής του κλασικού
Καθώς ετοιμαζόταν να πάει στις εξετάσεις των ελληνικών, ο Βάνια Οττέπελεφ φίλησε μία μία όλες τις εικόνες των αγίων. Ένιωθε ένα σφίξιμο στο στομάχι, κάτω από την καρδιά του φυσούσε παγωνιά, η καρδιά του χτυπούσε δυνατά και σταματούσε από τον φόβο του αγνώστου. Τι τον περίμενε σήμερα; Τριάρι ή δυάρι;
Έξι φορές πήγε στη μητέρα του να πάρει την ευχή της και, φεύγοντας, παρακάλεσε τη θεία του να προσευχηθεί γι’ αυτόν.
Πηγαίνοντας στο γυμνάσιο, έδωσε δύο καπίκια σ’ έναν ζητιάνο, λογαριάζοντας πως αυτά τα δύο καπίκια θα εξαγόραζαν την αμάθειά του και πως, πρώτα ο Θεός, δεν θα του τύχαιναν αριθμητικά με κάτι «τεσσαράκοντα» και «οκτωκαίδεκα».
Γύρισε από το γυμνάσιο αργά, περασμένες τέσσερις. Μπήκε και ξάπλωσε αθόρυβα. Το αδύνατο πρόσωπό του ήταν χλωμό. Γύρω από τα κοκκινισμένα μάτια του διαγράφονταν μαύροι κύκλοι.
— Λοιπόν; Τι έγινε; Πόσο πήρες; ρώτησε η μητέρα του πλησιάζοντας στο κρεβάτι.
Ο Βάνια ανοιγόκλεισε τα μάτια, στράβωσε το στόμα του στο πλάι και ξέσπασε σε κλάματα. Η μητέρα του χλώμιασε, άνοιξε το στόμα και χτύπησε τα χέρια της. Το παντελονάκι που μπάλωνε της έπεσε από τα χέρια.
— Γιατί κλαις; Δεν πέρασες δηλαδή; τον ρώτησε.
— Κό… κόπηκα… Πήρα δυάρι…
— Το ήξερα! Κάτι μου το ’λεγε η καρδιά μου! άρχισε η μητέρα. Αχ, Θεέ μου! Και πώς δεν πέρασες; Γιατί; Σε ποιο μάθημα;
— Στα ελληνικά… Εγώ, μαμά… Με ρώτησαν ποιος είναι ο μέλλοντας του «φέρω», κι εγώ… εγώ αντί να πω «οἴσομαι» είπα «ὄψομαι». Ύστερα… ύστερα… δεν βάζουμε περισπωμένη όταν η τελευταία συλλαβή είναι μακρά, κι εγώ… εγώ τα έχασα… ξέχασα πως εδώ το άλφα είναι μακρό… και πήγα και έβαλα περισπωμένη. Ύστερα ο Αρταξέρξοφ μού είπε ν’ απαριθμήσω τα εγκλιτικά μόρια… Τα απαριθμούσα κι έμπλεξα κατά λάθος μέσα κι έναν αντωνυμικό τύπο… Έκανα λάθος…
Και μου έβαλε δυάρι… Δυστυχισμένος άνθρωπος είμαι… Όλη νύχτα διάβαζα… Όλη αυτή την εβδομάδα σηκωνόμουν στις τέσσερις…[.......................]
|
|
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου