Δευτέρα, Αυγούστου 01, 2022

"Το ξύπνημα" (Διήγημα) : ένα έξοχο δείγμα Λογοτεχνίας Επιστημονικής Φαντασίας

 

ΤΟ ΞΥΠΝΗΜΑ (THE AWAKENING)

 

The Awakening (short story) - Wikipedia

Arthur C. Clarke 1965.jpg

 

Άρθουρ Κλαρκ (1917-2008)

Απόδοση: Βασίλης Κ. Μηλίτσης

[Διαβάστε το διήγημα όπως πρωτοδημοσιεύτηκε :

TheAwakeningByArthurC.Clarke.pdf - SFFaudio]

Ο Μάρλαν είχε βαρεθεί με την έσχατη ανία που μόνο η Ουτοπία μπορούσε να προκαλέσει. Στεκόταν μπροστά στο μεγάλο παράθυρο και κοίταζε τα σκόρπια σύννεφα να παρασύρονται από τη θύελλα που περνούσε μανιασμένη στους πρόποδες της πόλης. Μερικές φορές μέσα από μια ρωγμή στo λευκό παραπέτασμα που ανέμιζε έβλεπε μια σύντομη εικόνα από λίμνες και δάση καθώς και την ελικοειδή κορδέλα του ποταμού που έρρεε μέσα από την άδεια χώρα που τώρα τόσο σπάνια έμπαινε στον κόπο να επισκεφτεί. Σε απόσταση είκοσι μιλίων δυτικά μέσα στα χρώματα της ίριδας του ηλιακού φωτός, οι ανώτερες κορυφές του τεχνητού βουνού που ήταν η πόλη Εννιά φάνταζαν να επιπλέουν πάνω από τα σύννεφα – ένα ονειρικό νησί να παραδέρνει στις κρύες ερημιές της στρατόσφαιρας. Ο Μάρλαν αναρωτήθηκε πόσοι από τους κατοίκους της κοίταζαν  με απάθεια προς το μέρος του, ίδια μ’ αυτόν απογοητευμένοι από τη ζωή.

Υπήρχε, φυσικά, ένας δρόμος διαφυγής, και πολλοί τον διάλεξαν. Αλλά αυτός ήταν τόσο προφανής και ο Μάρλαν πάνω απ’ όλα απέφευγε τα προφανή. Εξάλλου, ενώ υπήρχε ακόμη ευκαιρία η ζωή να του επιφυλάσσει ακόμη κάποιες καινούργιες εμπειρίες, αυτός δεν εννοούσε να διαβεί την πόρτα που οδηγούσε στη λήθη.

Μέσα από την αχλή που απλωνόταν από κάτω του, ξεπήδησε κάτι φωτεινό σαν φλόγα από τα σύννεφα που όλο μίκραινε καθώς απομακρυνόταν στα μεσούρανα προς το βαθύ γαλάζιο. Με θολά μάτια ο Μάρλαν παρατηρούσε το διαστημόπλοιο που ανυψωνόταν: κάποτε – πριν από πολύν καιρό! – ένα τέτοιο θέαμα θα τον έκανε να αγαλλιάσει. Κάποτε κι αυτός είχε πάει σε τέτοια ταξίδια, ακολουθώντας την πορεία που χάραξε ο Άνθρωπος για τις μεγαλύτερες περιπέτειες. Αλλά τώρα στους δώδεκα πλανήτες και στους πενήντα φυσικούς τους δορυφόρους δεν υπήρχε τίποτε που δεν μπορούσε να βρει κανείς στη Γη. Ίσως μόνο αν μπορούσε η ανθρωπότητα να φτάσει στα αστέρια, θα μπορούσε να ξεφύγει από το αδιέξοδο που είχε παγιδευτεί. Θα είχαν ακόμη μείνει άπειροι ορίζοντες εξερεύνησης και ανακάλυψης. Αλλά το πνεύμα της ανθρωπότητας είχε δειλιάσει μπροστά στη φοβερή απεραντοσύνη του διαστρικού διαστήματος. Ο Άνθρωπος κατέκτησε τους πλανήτες ενώ ήταν ακόμη στη νεότητά του, αλλά τα αστέρια παρέμειναν για πάντα απλησίαστα.

Κι όμως – ο Μάρλαν ανατρίχιασε στη σκέψη και ατένισε τα συστρεφόμενα ίχνη ατμού που σημάδευαν την πορεία του διαστημόπλοιου που απομακρυνόταν – εάν το Διάστημα τον είχε νικήσει, υπήρχε ακόμη και μια άλλη κατάκτηση που μπορούσε να επιχειρήσει. Για ώρα έμεινε ασάλευτος βυθισμένος στις σκέψεις του, ενώ  πολύ μακριά από κάτω, το ακανόνιστο σύνορο της καταιγίδας αποκάλυπτε με αργό ρυθμό τους προμαχώνες και τα αντερείσματα της πόλης, και ακόμη παρακάτω, τους ξεχασμένους αγρούς και τα δάση που ήταν κάποτε η μόνη κατοικία του Ανθρώπου.

Η ιδέα εύρισκε πρόσφορο έδαφος στην επιστημονική επινοητικότητα του Σάντρακ. Του έδινε τροφή στα ενδιαφέροντα τεχνικά προβλήματα που τον απασχολούσαν για ένα με δυο χρόνια. Τούτο θα παρείχε στον Μάρλαν άφθονο χρόνο να τακτοποιήσει τις υποθέσεις του ή, στην ανάγκη, ν’ αλλάξει γνώμη.

Ακόμη κι αν ο Μάρλαν δίσταζε έστω και την τελευταία στιγμή, παραήταν υπερήφανος να το δείξει καθώς θα αποχαιρετούσε τους φίλους του. Οι τελευταίοι παρακολουθούσαν τα σχέδιά του με νοσηρή περιέργεια, πεπεισμένοι πως ο Μάρλαν υπόκυπτε σε κάποιο ασυνήθιστα περίπλοκο είδος ευθανασίας. Καθώς η πόρτα του μικρού διαστημόπλοιου έκλεινε πίσω από τον Μάρλαν, αυτοί έφευγαν με αργά βήματα για να συνεχίσουν τη ρουτίνα της άσκοπης ζωής τους. Η Ροουήνα έκλαψε, αλλά όχι για πολύ.

Ενώ ο Μάρλαν έκανε τις τελικές προετοιμασίες, το πλοίο ανυψώθηκε στην αυτόματη πορεία του επιταχυνόμενο μέχρι που η Γη έγινε σαν ένας ασημένιος μηνίσκος. Μετά  σμίκρυνε σ’ ένα αμυδρό άστρο, χαμένο στην λαμπρότερη αίγλη του ήλιου. Βγαίνοντας από την εκλειπτική των πλανητών εκσφενδονιζόταν σταθερά προς τα αστέρια μέχρι που και ο ήλιος δεν φάνταζε παρά σαν ένα φωτεινό σημαδάκι. Κατόπιν ο Μάρλαν ήλεγξε την ταχύτητά του προς τα εμπρός, εκτρέποντας το πλοίο σε μια τροχιά πολύ πιο πέρα από τα υπόλοιπα παιδιά του ήλιου. Τίποτε δε θα το διατάραζε σ’ αυτή την τροχιά ποτέ. Θα περιφερόταν γύρω από τον ήλιο αιώνια εκτός κι αν από κάποια ακατανόητη τύχη το αιχμαλώτιζε κάποιος περιπλανώμενος κομήτης.


 

Για τελευταία φορά ο Μάρλαν ήλεγξε τα όργανα που εγκατέστησε ο Σάντρακ. Κατόπιν πήγε στο ενδότερο δωμάτιο και σφράγισε τη βαριά μεταλλική πόρτα. Όταν θα την άνοιγε πάλι, θα ήταν για να μάθει το μυστικό της ανθρώπινης μοίρας.

Το μυαλό του είχε αδειάσει από κάθε συγκίνηση καθώς ξάπλωσε στον καναπέ με τα χοντρά βάτα και περίμενε τις μηχανές να κάνουν το καθήκον τους. Δεν πρόλαβε ν’ ακούσει το πρώτο ψιθύρισμα του αερίου μέσα από τους αγωγούς. Η συναίσθησή του υποχώρησε σαν μια άμπωτη.

Γρήγορα ο αέρας βγήκε συρίζοντας από το μικρό δωμάτιο, και το απόθεμα θερμότητας στράγγισε προς τα έξω στο απόλυτο κρύο του διαστήματος. Αλλοίωση και σήψη δεν θα έμπαιναν ποτέ εκεί μέσα. Ο Μάρλαν κείτονταν μέσα σ’ έναν τάφο που θα ξεπερνούσε σε διάρκεια από κάθε άλλον που έκτισε ο άνθρωπος πάνω στη Γη την ίδια. Κι όμως ήταν κάτι περισσότερο από συνήθη τάφο, διότι οι μηχανές περίμεναν υπομονετικά και κάθε εκατό χρόνια άνοιγε και έκλεινε ένα κύκλωμα, πράγμα που συνεχιζόταν διαμέσου των αιώνων.

Κι έτσι ο Μάρλαν κοιμόταν σ’ ένα κρύο λυκόφως πέρα από την τροχιά του Πλούτωνα. Δεν καταλάβαινε τίποτε για την ακμή και παρακμή της ζωής πάνω στη Γη και τους αδελφικούς της πλανήτες ενώ οι αιώνες μάκραιναν σε χιλιετίες και οι χιλιετίες σε άπειρα χρονικά διαστήματα. Πάνω στον κόσμο όπου κάποτε υπήρχε η κατοικία του Μάρλαν, τα βουνά διαβρώθηκαν και παρασύρθηκαν στη θάλασσα. Οι παγετώνες  κάλυψαν τα περισσότερα μέρη του πλανήτη όπως είχαν κάνει τόσες φορές πριν αποσυρθούν ξανά στους πόλους. Από τους βυθούς των ωκεανών ξεπήδησαν, πέτρωμα με πέτρωμα από την ιλύ που είχε επικαθίσει, τα βουνά του μέλλοντος που ανυψώθηκαν στο φως της μέρας, και σε σύντομο χρονικό διάστημα ακολούθησαν κι αυτά με τη σειρά τους τις ξεχασμένες Άλπεις και Ιμαλάια στους τάφους τους.

Ο ήλιος, τηρουμένων των αναλογιών, δεν είχε αλλάξει πολύ όταν οι υπομονετικές μηχανές στο πλοίο του Μάρλαν ξύπνησαν από τον μακροχρόνιο ύπνο τους. Ο αέρας μπήκε πίσω στο δωμάτιο συρίζοντας, η θερμοκρασία ανήλθε σταδιακά από το όριο του απόλυτου μηδενός στο επίπεδο που θα μπορούσε να στηρίξει εκ νέου ζωή. Απαλά οι χειριστικές μηχανές ξεκίνησαν μια σειρά από λεπτεπίλεπτες ενέργειες που θα επανέφεραν στη ζωή τον κύριό τους.

Κι όμως, αυτός δεν μπορούσε ούτε να σαλέψει. Κατά τη μακραίωνη διάρκεια του ταξιδιού του από τότε που ο Μάρλαν είχε πέσει στη χειμερία νάρκη του, κάτι πήγε στραβά με τα κυκλώματα που έπρεπε να τον αφυπνίσουν. Το θαύμα όμως ήταν που το μεγαλύτερο μέρος του μηχανισμού είχε λειτουργήσει σωστά. Ο Μάρλαν εξακολουθούσε να ξεγελά τον θάνατο, αν και οι μηχανικοί υπηρέτες του αδυνατούσαν να τον βγάλουν από τη νάρκη του.

Και τώρα το υπέροχο πλοίο θυμήθηκε τις εντολές που του είχαν δώσει πριν από αιώνες. Για λίγο, καθώς οι πολυάριθμοι μηχανισμοί αργά – αργά ενεργοποιούνταν, αυτό παράδερνε αδρανές με το αδύναμο ηλιόφως να αντανακλάται στα τοιχώματά του. Κατόπιν όλο και πιο γρήγορα άρχισε να επανακτά την τροχιά πάνω στην οποία είχε ταξιδέψει όταν ο κόσμος ήταν ακόμη στη νιότη του. Δεν ήλεγξε την ταχύτητά του παρά μόνο όταν μπήκε για μια φορά ακόμη ανάμεσα στους εσωτερικούς πλανήτες, με τα μεταλλικά τοιχώματα να ζεσταίνονται στο φως του αρχαίου ακούραστου ήλιου. Και στο σημείο αυτό ξεκίνησε την έρευνά του, στην εύκρατη ζώνη όπου κάποτε περιφερόταν η Γη. Κι εδώ σύντομα βρήκε έναν πλανήτη που δεν αναγνώριζε.

Ο πλανήτης είχε το σωστό μέγεθος, αλλά όλα τα υπόλοιπα ήταν λάθος. Πού ήταν οι θάλασσες που κάποτε ήταν το μεγαλείο της Γης; Δεν είχε μείνει ούτε ο άδειος βυθός τους. Η σκόνη που είχε αφανίσει τις ηπείρους είχε επίσης αποφράξει και τις θάλασσες πριν από πολλούς αιώνες. Και προπαντός πού ήταν η Σελήνη; Κάπου στο ξεχασμένο παρελθόν πλησίασε σταδιακά και επικίνδυνα τη Γη, όπου συνάντησε την καταδίκη της, διότι τώρα ο πλανήτης ήταν ζωσμένος, όπως κάποτε ο Κρόνος, με μια τεράστια λεπτή άλω σκόνης που τον περιέβαλλε.

Για λίγο οι έλεγχοι του ρομπότ ερεύνησαν στις ηλεκτρονικές του μνήμες καθώς το πλοίο εκτιμούσε την κατάσταση. Κατόπιν πήρε την απόφασή του [αν μια μηχανή θα μπορούσε να σηκώσει τους ώμους από αδιαφορία, έτσι θα έκανε]. Διάλεξε στην τύχη ένα μέρος να προσγειωθεί πέφτοντας απαλά μέσα από την αραιωμένη ατμόσφαιρα σε μια πεδιάδα διαβρωμένου ψαμμίτη. Έφερε τον Μάρλαν πίσω στην πατρίδα του. Δεν υπήρχε τίποτε άλλο να κάνει. Εάν υπήρχε ακόμη ζωή στη Γη, αργά ή γρήγορα, θα τον έβρισκαν.

Και εδώ, πράγματι, εκείνοι που ήταν τώρα οι κυρίαρχοι της Γης πάραυτα πλησίασαν το πλοίο του Μάρλαν. Οι μνήμες των μελών τους πήγαιναν πολύ πίσω στο παρελθόν, και το θαμπό μεταλλικό ωοειδές πράγμα που κείτονταν πάνω στον ψαμμίτη δεν ήταν εντελώς άγνωστο σ’ αυτά. Συσκέφθηκαν αναμεταξύ τους με τόση έξαψη όσο το επέτρεπε η φύση τους και χρησιμοποιώντας τα δικά τους παράξενα εργαλεία άρχισαν να παραβιάζουν τα ανθεκτικά τοιχώματα μέχρι που έφτασαν στον θαλαμίσκο όπου κοιμόταν ο Μάρλαν.

Με τον δικό τους τρόπο ήταν πολύ σοφοί, διότι μπορούσαν να καταλάβουν τον σκοπό των μηχανών του Μάρλαν και μπορούσαν να εντοπίσουν πού αυτές απέτυχαν στο καθήκον τους. Μετά από λίγο οι επιστήμονές έκαναν τις απαραίτητες επισκευές, αν και λίγο έλπιζαν να πετύχουν. Το καλύτερο που προσδοκούσαν ήταν να αφυπνίσουν τον νου του Μάρλαν, έστω και για σύντομο χρονικό διάστημα, και να τον φέρουν πίσω στα όρια της αυτοεπίγνωσης πριν ο Χρόνος πάρει την από αιώνων καθυστερούμενη εκδίκησή του.

Το φως επέστρεψε αργά στον εγκέφαλο του Μάρλαν με τη βραδύτητα ενός χειμωνιάτικου ξημερώματος. Για πολύν καιρό βρισκόταν στα σύνορα της συναίσθησης, γνωρίζοντας ότι υπήρχε αλλά μην ξέροντας ποιος ήταν και από πού ήρθε. Μετά επανήλθαν σπαράγματα μνήμης, τα οποία ταίριαζαν το ένα με το άλλο σ’ έναν περίπλοκο γρίφο προσωπικότητας. Και επιτέλους ο Μάρλαν διαπίστωσε ποιος ήταν – ο Μάρλαν. Παρόλη την αδυναμία του, η γνώση της επιτυχίας τον έκανε να νιώσει μια βαθιά και φλογερή ικανοποίηση. Η περιέργεια που τον οδήγησε διαμέσου των αιώνων όταν οι συνάνθρωποί του είχαν επιλέξει τον μακάριο ύπνο της ευθανασίας σύντομα θα τον αντάμειβε: θα μάθαινε τι σόι άνθρωποι είχαν κληρονομήσει τη Γη.

Επανήλθε η δύναμή του. Άνοιξε τα μάτια του. Το φως ήταν απαλό, και δεν τον εκτύφλωνε, αλλά για μια στιγμή όλα ήταν συγκεχυμένα και θολά. Μετά ξεχώρισε τις μορφές που διαγράφονταν σκυμμένες πάνω του, και δοκίμασε μια ονειρώδη έκπληξη, διότι θυμήθηκε πως έπρεπε να είναι μόνος του επανερχόμενος στη ζωή, με μόνο τις μηχανές να τον φροντίζουν.

Και τώρα η σκηνή ξεκαθάρισε και δείχνοντας ούτε εχθρότητα ούτε φιλικότητα, ούτε συγκίνηση ούτε αδιαφορία, τον παρατηρούσαν τα απύθμενα μάτια των Θεατών. Οι λιγνές και αποκρουστικά αρθρωτές μορφές στέκονταν τριγύρω του σ’ έναν στενό κύκλο, ατενίζοντάς τον από το απέναντι άκρο μιας αβύσσου που ούτε το μυαλό του ούτε το δικό τους μπορούσαν να γεφυρώσουν ποτέ.

Άλλοι άνθρωποι θα ένιωθαν φρίκη, αλλά το μόνο που έκανε ο Μάρλαν ήταν να χαμογελάσει, κάπως θλιβερά, καθώς έκλεινε τα μάτια του για πάντα. Το ερευνητικό του πνεύμα είχε εκπληρώσει τον σκοπό του: δεν είχε πια αλλά αινίγματα να ζητήσει από τον Χρόνο. Διότι την τελευταία στιγμή της ζωής του, είδε τα όντα που τον περιτριγύριζαν και αντιλήφθηκε ότι ο αρχαίος πόλεμος μεταξύ των Ανθρώπων και των Εντόμων είχε προ πολλού λήξει και ο Άνθρωπος δε βγήκε νικητής.

 

Του ίδιου:

ARTHUR C. CLARKE - ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΜΑΣ ΘΑ ΕΡΘΕΙ ΑΘΟΡΥΒΑ

ARTHUR C. CLARKE - HAS THE UNIVERSE A PURPOSE? ΥΠΑ.

LIFE IN INFERNO - ΤΡΑΓΙΚΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΓΙΓΑΝΤΕΣ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ - AR...

ARTHUR C. CLARKE - THE MASTER OF SCI-FI

ΟΙ ΣΤΟΙΧΕΙΩΜΕΝΟΙ

 ΑΡΘΟΥΡ ΚΛΑΡΚ ΠΕΡΙ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ, ΧΗΜΕΙΑΣ & ΥΠΕΡΔΙΑΣΤ...

Δεν υπάρχουν σχόλια: