Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 24, 2015

Ο εφιαλτικός κόσμος του μέλλοντος (1)

Η ιστορία ενός υπερήρωα ανάμεσα σε πολλούς υπερήρωες."Ο σωστός άνθρωπος στη λάθος θέση μπορεί να κάνει τη διαφορά στον κόσμο."
Nine tomorrows.jpg

************
Ισαάκ Ασίμοφ


Επάγγελμα

 νουβέλα
Απόδοση από τα Αγγλικά: Βασίλης Κ. Μηλίτσης

Πρωτοεμφανίστηκε το 1957, στο τεύχος του Ιουλίου του περιοδικού Astounding Science Fiction και αποτέλεσε την πρώτο διήγημα της συλλογής Nine Tomorrows, που εκδόθηκε το 1959.


Ο Τζορτζ Πλάτεν δεν μπορούσε να κρύψει τη λαχτάρα στη φωνή του. Με το ζόρι συγκρατιόταν. Είπε, «αύριο είναι 1 Μαΐου, οι Ολυμπιακοί!»
Γύρισε μπρούμυτα και κοίταξε πάνω από το κάγκελο του κρεβατιού τον συγκάτοικό του. Δεν το ένιωθε κι αυτός; Δεν του έκανε καθόλου εντύπωση;
Το πρόσωπο του Τζορτζ ήταν λεπτό και είχε αδυνατίσει πιο πολύ στον ένα περίπου χρόνο που βρισκόταν στο ίδρυμα, κατ’ ευφημισμό Οίκο. Ήταν μικρόσωμος αλλά το βλέμμα των γαλάζιων ματιών του ήταν τόσο έντονο όσο ήταν πάντοτε, και ακριβώς τώρα υπήρχε μια παγιδευμένη έκφραση στον τρόπο που τα δάχτυλά του είχαν κουλουριαστεί σφιχτά στο κάλυμμα του κρεβατιού.
Ο συγκάτοικος του Τζορτζ σήκωσε για λίγο τα μάτια του από το βιβλίο που διάβαζε και με την ευκαιρία ρύθμισε τη δέσμη του φωτιστικού του κοντά στο κάθισμά του. Τον έλεγαν Χάλι Ομάνι και η καταγωγή του ήταν από τη Νιγηρία. Το σκούρο του, καφετί δέρμα και τα ογκώδη χαρακτηριστικά έδιναν μια εντύπωση ηρεμίας, και η αναφορά των Ολυμπιακών δεν τον συγκίνησε.
«Το ξέρω, Τζορτζ.»
Ο Τζορτζ όφειλε πολλά στην υπομονή και καλοσύνη του Χάλι όταν του ήταν αναγκαίος, αλλά ακόμη στην υπομονή και την καλοσύνη ο Χάλι καμιά φορά το παράκανε. Ήταν τώρα η στιγμή να κάθεται σαν ξόανο καμωμένο από κάποιο σκούρο, μαύρο ξύλο; 
Ο Τζορτζ αναρωτήθηκε αν κι ο ίδιος θα γινόταν έτσι μετά από δέκα χρόνια και απόρριψε βίαια μια τέτοια εξέλιξη. Όχι!
Είπε προκλητικά, «Ξεχνάς τι σημαίνει Μάιος;»
Ο άλλος απάντησε, «Θυμάμαι πολύ καλά τι σημαίνει. Δε σημαίνει τίποτε! Εσύ είσαι εκείνος που το έχει ξεχάσει. Ο Μάιος δε σημαίνει τίποτε για σένα, Τζορτζ Πλάτεν, και», πρόσθεσε με απαλή φωνή. «Ούτε για μένα, τον Χάλι Ομάνι, σημαίνει κάτι».
Ο Τζορτζ συνέχισε, «Τα διαστημόπλοια έρχονται για νεοσύλλεκτους. Μέχρι τον Ιούνιο, χιλιάδες θα φεύγουν φορτωμένα με εκατομμύρια άνδρες και γυναίκες και κατευθυνόμενα σε κάθε κατοικημένο πλανήτη, και όλα αυτά δεν σημαίνουν τίποτε για σένα;»
«Λιγότερο κι από το τίποτε. Τέλος πάντων, τι θέλεις να κάνω γι’ αυτό;» ο Ομάνι έτρεξε με το δάχτυλό του μια δύσκολη παράγραφο στο βιβλίο που διάβαζε ενώ τα χείλη του κουνιόνταν σιωπηλά. Ο Τζορτζ τον κοίταζε. Να πάρει! Σκέφτηκε, τουλάχιστο, φώναξε, ούρλιαξε. Ρίξε μου μια κλοτσιά, κάνε κάτι!
Αυτό που ήθελε ήταν να μην είναι μόνος του στο θυμό του, να μην είναι ο μόνος στην πικρία του, να μην είναι ο μόνος που να πεθαίνει με αργό θάνατο.
Ένιωθε καλύτερα εκείνες τις πρώτες βδομάδες όταν το Σύμπαν ένα μικρό κέλυφος αμυδρού φωτός πριν κάνει την εμφάνισή του ο Ομάνι και τον ξαναφέρει σε μια ζωή ανάξια να τη ζει.
Ο Ομάνι! Ήταν γέρος! Ήταν τουλάχιστον τριαντάρης. Ο Τζορτζ σκέφτηκε: θα γίνω κι εγώ σαν κι αυτόν στα τριάντα μου; Θα γίνω κι εγώ έτσι σε δώδεκα χρόνια; Και επειδή φοβότανε ότι έτσι θα γινόταν, έμπηξε μια άγρια φωνή στον Ομάνι. «Δε σταματάς, λέω εγώ, να διαβάζεις αυτό το χαζοβιβλίο;»
Ο Ομάνι γύρισε μια σελίδα και διάβασε μερικές λέξεις. Κατόπιν σήκωσε το κεφάλι του με τα κατάσγουρα μαλλιά και είπε, «Τι;»
«Και τι καλό σου κάνει να διαβάζεις το βιβλίο;» έκανε μερικά βήματα προς τα μπρος και ρουθούνισε κοροϊδευτικά. «Κι άλλα ηλεκτρονικά» και με την παλάμη του το έριξε κάτω από τα χέρια του Ομάνι. Ο Ομάνι σηκώθηκε αργά και μάζεψε το βιβλίο. Έσιαξε μια σελίδα που τσαλακώθηκε και χωρίς φανερή μνησικακία είπε: «Πες πως ικανοποιώ την περιέργειά μου. Λίγο μαθαίνω σήμερα, λίγο περισσότερο αύριο, κι αυτό είναι μια νίκη, κατά κάποιον τρόπο».
«Νίκη. Τι σόι νίκη; Αυτό σου γεμίζει τη ζωή; Να φτάσεις να μάθεις μόνο ένα τέταρτο απ’ όσα ξέρει ένας Πιστοποιημένος Ηλεκτρονικός μέχρι να φτάσεις στα εξήντα πέντε σου;»
«Ίσως μέχρι να φτάσω στα τριάντα πέντε μου.»
«Και τότε ποιος θα σε θέλει; Ποιος θα σου δώσει δουλειά; Πού θα πας;»
«Κανείς. Κανείς. Πουθενά. Θα μείνω εδώ και θα διαβάσω κι άλλα βιβλία».
«Κι αυτό σε ικανοποιεί; Πες μου! Με το ζόρι με πήγες στην τάξη. Μ’ έβαλες να διαβάζω και να αποστηθίζω. Για το τι; Δεν υπάρχει τίποτε που να με ικανοποιεί».
«Και τι καλό σου κάνει να στερείς τον εαυτό σου τη χαρά της ικανοποίησης;»
«Το καλό που θα μου κάνει να αφήσω όλη αυτή την κωμωδία. Να κάνω ότι σχεδίασα στην αρχή πριν με πάρεις με το καλό και με κολακείες και με αποτρέψεις. Θα τους αναγκάσω να – να –»
Ο Ομάνι ακούμπησε κάτω το βιβλίο του. Άφησε τον Τζορτζ να ξεθυμάνει και είπε: «Να τους αναγκάσεις σε τι, Τζορτζ;»
Να διορθώσουν μια κακοδικία. Μια πλεκτάνη. Θα αναγκάσω τον Αντονέλι να παραδεχτεί ότι –»
Ο Ομάνι κούνησε το κεφάλι του. «Όλοι που έρχονται εδώ επιμένουν πως έγινε λάθος. Πίστεψα πως έχεις ξεπεράσει αυτό το στάδιο».
«Μην το λες στάδιο,» ξέσπασε ο Τζορτζ. «Στην περίπτωσή μου είναι αλήθεια. Σου έχω πει –»
«Μου έχεις πει, αλλά κατά βάθος ξέρεις ότι κανείς δεν έκανε κανένα λάθος στην περίπτωσή σου».
«Γιατί μήπως κανείς δε θέλει να το παραδεχτεί; Νομίζεις ότι κάποιος απ’ αυτούς θα παραδεχόταν πως έκανε λάθος αν δεν αναγκαζόταν; - Ε, εγώ θα τους αναγκάσω».
Ήταν ο Μάιος που στενοχωρούσε τόσο τον Τζορτζ: ήταν ο μήνας των Ολυμπιακών. Ένιωθε να ξυπνά ο παλιός του ζήλος και δεν ήθελε να τον αγνοήσει, γιατί αλλιώς κινδύνευε να τον ξεχάσει.
«Ήταν να γίνω προγραμματιστής Η/Υ και μπορώ ακόμη να τα καταφέρω. Σήμερα θα ήμουν ένας, άσχετα τι ισχυρίζονται το τι λέει η ανάλυση», είπε και κοπάνισε το στρώμα με τις γροθιές του. «Έχουν κάνει λάθος. Πρέπει να έχουν».
«Οι αναλυτές ποτέ δεν κάνουν λάθος».
«Εγώ επιμένω ότι κάνουν. Αμφισβητείς την ευφυΐα μου;»
«Η ευφυΐα δεν έχει καμιά σχέση. Δεν το έχεις καταλάβει; Δεν το έχεις χωνέψει ακόμη;»
Ο Τζορτζ γύρισε ανάσκελα και βάλθηκε να κοιτάζει μελαγχολικά το ταβάνι.
«Εσύ τι ήθελες να γίνεις, Χάλι;»
«Δεν είχα κατασταλαγμένα σχέδια. Υποθέτω υδροβιολόγος ή υδρογεωκαλλιεργητής  θα μου ταίριαζε καλύτερα».
«Πίστευες ότι θα γινόσουν;»
«Δεν ήμουν σίγουρος».
Ο Τζορτζ ποτέ πριν δεν είχε ρωτήσει τον Ομάνι για τα προσωπικά του. Του φαινόταν πολύ περίεργο, σχεδόν αφύσικο, να έχουν κι άλλοι άνθρωποι φιλοδοξίες που  τελείωναν εδώ. Υδροκαλλιεργητής!
«Πίστευες πως θα κατέληγες εδώ;» ρώτησε.
«Όχι, αλλά, παρόλα αυτά, εδώ είμαι».
«Και είσαι ευχαριστημένος; Στ’ αλήθεια ευχαριστημένος; Ευτυχισμένος; Σ’ αρέσει εδώ, δε θα ήθελες να είσαι πουθενά αλλού;».
Αργά ο Ομάνι σηκώθηκε όρθιος και άρχισε προσεχτικά να ξεστρώνει το κρεβάτι του. «Τζορτζ», είπε, «είσαι δύσκολη περίπτωση. Ταλανίζεις άδικα τον εαυτό σου γιατί δεν εννοείς να δεις την αλήθεια για τον εαυτό σου. Τζορτζ, βρίσκεσαι εδώ, σ’ αυτό που κατ’ ευφημισμό λένε Οίκο, και ποτέ δε σ’ άκουσα να το λες και συ με το πραγματικό του όνομα. Πες το, Τζορτζ, πες το και μετά πέσε να κοιμηθείς και να το ξεπεράσεις».
Ο Τζορτζ του έτριξε τα δόντια και είπε με πνιγμένη φωνή: «Όχι!»
«Τότε εγώ θα κοιμηθώ», είπε τονίζοντας προσεχτικά τις συλλαβές μία- μία.
Ο Τζορτζ αισθάνθηκε μεγάλη ντροπή ακούγοντάς τον. Γύρισε το κεφάλι του από την άλλη.
***
Για το περισσότερο διάστημα των πρώτων δεκαοχτώ χρόνων της ζωής του, ο Τζορτζ Πλάτεν είχε ένα σταθερό σκοπό: να γίνει Πιστοποιημένος Προγραμματιστής Η/Υ. Υπήρχαν κι εκείνοι της ηλικίας του που μιλούσαν με σοβαρότητα για Κοσμοναυτική, Ψυκτική Τεχνολογία, ακόμη και Διακυβέρνηση. Ο Τζορτζ όμως παρέμεινε σταθερός. Υποστήριζε τις σχετικές αξίες με την ίδια σθεναρότητα όπως κι εκείνοι, και γιατί όχι; Η Ημέρα της Παιδείας φάνταζε μπροστά τους και ήταν το μεγαλειώδες γεγονός της ύπαρξής τους. Ερχόταν σταθερά, κανονισμένη και σίγουρη όπως το ημερολόγιο – η πρώτη μέρα του Νοεμβρίου αμέσως μετά από τα δεκαοχτώ γενέθλια κάποιου. Ύστερα από εκείνη τη μέρα, υπήρχαν άλλα θέματα στις καθημερινές τους συζητήσεις. Συζητούσαν μεταξύ τους κάποια λεπτομέρεια του επαγγέλματός τους, τις αρετές των συζύγων και των παιδιών τους, την τύχη της ομάδας τους του πόλο, ή τις εμπειρίες τους στους Ολυμπιακούς. Πριν όμως από την Ημέρα της Παιδείας υπήρχε ένα και μοναδικό θέμα που κρατούσε αδιάλειπτα και ακούραστα το ενδιαφέρον του καθενός: η Ημέρα της Παιδείας.
«Εσύ τι θα δηλώσεις; Λες να τα καταφέρεις; Διάβολε, αυτό δε σε συμφέρει. Για κοίταξε τους καταλόγους, έχουν κόψει την ποσόστωση. Όμως η Λογιστική – ή η Υπερμηχανική – ή οι Επικοινωνίες – ή Βαρυτική, ιδιαίτερα η Βαρυτική τον καιρό αυτό. Ο καθένας μιλούσε για τη Βαρυτική λίγα χρόνια πριν από την Ημέρας της  Παιδείας του Τζορτζ λόγω της εξέλιξης της βαρυτικής μηχανής ισχύος.
Κάθε τυχόν κόσμος εντός της εμβέλειας δέκα ετών φωτός από ένα άστρο νάνο θα έδινε τα πάντα για να αποκτήσει κάθε ειδικότητας Πιστοποιημένο Μηχανικό Βαρυτικής. Μια τέτοια σκέψη ποτέ δεν απασχόλησε τον Τζορτζ Πλάτεν και βέβαια αυτός ο κόσμος θα έδινε τα πάντα με κάθε κόστος. Αλλά ο Τζορτζ είχε επίσης ακούσει τι είχε συμβεί πριν με μια πρόσφατα αναπτυγμένη τεχνική. Μια εκλογίκευση και απλοποίηση οδήγησαν σε καταποντισμό. Καινούρια μοντέλα κάθε χρόνο, καινούριοι τύποι βαρυτικών μηχανών, καινούριες αρχές. Και τότε όλα τα προσόντα αυτά θα θεωρούνταν απηρχαιωμένα και οι κάτοχοί τους  θα είχαν παραγκωνιστεί από κατοπινά μοντέλα και κατοπινές εκπαιδεύσεις. Η αρχική ομάδα θα έπρεπε να συμβιβαστεί με ανειδίκευτη εργασία ή να αποσταλεί σε κάποιον οπισθοδρομικό πλανήτη που δεν είχε εξελιχθεί ακόμη.
Από την άλλη μεριά οι προγραμματιστές Η/Υ είχαν σταθερή ζήτηση, χρόνο με χρόνο, αιώνα με αιώνα. Η ζήτηση βέβαια δεν έφθανε ποτέ σε υπερβολικές αιχμές, δεν υπήρξε ποτέ μια κραυγαλέα αγορά προγραμματιστών. Η ζήτηση όμως ανέβαινε σταθερά καθώς καινούριοι κόσμοι δημιουργούνταν ενώ οι παλιοί γίνονταν όλο και πιο πολύπλοκοι.
Με τον Στάμπι Τρεβέλιαν έκαναν ομηρικούς καβγάδες επιχειρηματολογώντας, και τα επιχειρήματά τους, αν και συνεχή και πικρόχολα, δεν έπειθαν ούτε τον έναν ούτε τον άλλο.
Αλλά ο Τρεβέλιαν είχε έναν πατέρα που ήταν Πιστοποιημένος Μεταλλουργός και είχε μάλιστα  υπηρετήσει σ’ έναν από τους εξωτερικούς κόσμους. Κι ο παππούς του υπήρξε Πιστοποιημένος Μεταλλουργός. Κι ο ίδιος είχε σκοπό να γίνει Πιστοποιημένος  Μεταλλουργός και να συνεχίσει την οικογενειακή παράδοση, γι’ αυτό όποιο άλλο επάγγελμα ήταν κάθε άλλο παρά αξιοπρεπές.
«Πάντα θα υπάρχουν μέταλλα», έλεγε, «και πάντα θα υπάρχουν επιτεύγματα στη μείξη κραμάτων σύμφωνα με τις προδιαγραφές και με την παρακολούθηση της ανέγερσης οικοδομών. Τώρα τι κάνει ένας Προγραμματιστής; Κάθεται μπροστά από μια οθόνη όλη μέρα και τροφοδοτεί με δεδομένα μια ηλίθια μηχανή, χιλιόμετρα μακριά».
Ακόμη και στα δεκάξι του, ο Τζορτζ είχε μάθει να είναι ρεαλιστής. Απλά είπε, « θα υπάρχουν ένα εκατομμύρια Μεταλλουργοί μαζί με σένα». «Επειδή είναι ένα καλό επάγγελμα. Το καλύτερο. «Αλλά θα είστε κορεσμένοι, Στάμπι. Θα βρίσκεσαι στο τέλος της σειράς για να απασχοληθείς κάπου. Κάθε κόσμος μπορεί να εμφυτεύσει γνώσεις μεταλλουργού σε δικά του άτομα, και η αγορά για προχωρημένα πρότυπα που εμφυτεύονται στη Γη είναι τόσο μεγάλη. Ως επί το πλείστον είναι οι μικροί που χρειάζονται μεταλλουργούς. Και ξέρεις τι ποσοστό από Πιστοποιημένους Μεταλλουργούς εγκρίνονται για κόσμους με βαθμολογία Α. Το έψαξα. Είναι μόλις 13, 3 τοις εκατό. Μ’ άλλα λόγια, έχεις εφτά στις οχτώ πιθανότητες να κολλήσεις σ’ έναν κόσμο που μετά δυσκολίας θα βρίσκεις τρεχούμενο νερό. Άσε που μπορεί να μη φύγεις ποτέ από τη Γη. 2,3 τοις εκατό μένουν εδώ». Ο Τρεβέλιαν απάντησε με επιθετικότητα. «Δεν είναι ντροπή να μένει κανείς στη Γη. Και η Γη χρειάζεται τεχνικούς, και μάλιστα καλούς». Ο παππούς του ήταν μεταλλουργός που δεν είχε φύγει από τη Γη, και ο Τρεβέλιαν έβαλε το δάχτυλό του στο πάνω χείλος χαϊδεύοντας ένα έως τώρα ανύπαρκτο μουστάκι.
Ο Τζόρτζ γνώριζε για τον παππού του Τρεβάλιαν και, λαμβάνοντας υπόψη και τη δικούς του Γήινους προγόνους, δεν είχε καμιά διάθεση για χλευασμό. Είπε διπλωματικά, «Καμιά ντροπή από πνευματικής απόψεως. Και βέβαια όχι. Αλλά είναι ωραίο να πας σ’ έναν κόσμο με βαθμολογία Α, δεν είναι; Τώρα για κοίτα τους προγραμματιστές. Μόνο οι κόσμοι της τάξης Α έχουν το είδος των υπολογιστών που χρειάζονται πρώτης τάξεως προγραμματιστές, γι’ αυτό οι προγραμματιστές είναι περιζήτητοι στην αγορά. Και τα προγράμματα είναι πολύπλοκα, γι’ αυτό δεν παίρνουν όποιον κι όποιον. Χρειάζονται περισσότερους προγραμματιστές απ’ ό, τι μπορεί να δώσει ο πληθυσμός τους. Είναι θέμα στατιστικής. Υπάρχει ένας πρώτης τάξεως προγραμματιστής στο εκατομμύριο. Ένας κόσμος χρειάζεται είκοσι και ο πληθυσμός του είναι δέκα εκατομμύρια, άρα πρέπει να ζητήσουν από τη Γη πέντε στους δεκαπέντε προγραμματιστές, σωστά; Και ξέρεις πόσοι Πιστοποιημένοι Προγραμματιστές πήγαν σε Α τάξης πλανήτες πέρυσι; Να σου πω εγώ. Κάθε τελευταίος. Αν είσαι προγραμματιστής, πάει τελείωσε, σε πήραν. Μάλιστα, κύριε».
Ο Τρεβέλιαν κατσούφιασε. «Εάν μόνο ένας στο εκατομμύριο τα καταφέρνει, τι σε κάνει να πιστεύεις ότι θα τα καταφέρεις κι εσύ;» Ο Τζορτζ απάντησε επιφυλακτικά, «θα τα καταφέρω». Ποτέ δεν τόλμησε να πει σε κανέναν, ούτε στον Τρεβέλιαν, ούτε ακόμη στους γονείς του τι ακριβώς μαγείρευε που τον έκανε τόσο σίγουρο. Αλλά δεν ανησυχούσε. Απλά ήταν σίγουρος (κι αυτή ήταν η χειρότερη ανάμνηση που διατηρούσε στις απελπισμένες μέρες αργότερα). Ήταν μακάρια πεπεισμένος όπως ένα συνηθισμένο οχτάχρονο παιδάκι προσμένοντας τη Μέρα Ανάγνωσης – μια πρόγευση  της Ημέρας Παιδείας. Φυσικά η Ημέρα Ανάγνωσης είχε υπάρξει διαφορετική. Ένα οχτάχρονο αγόρι κάνει πολλά εκπληκτικά πράγματα μ’ ένα δρασκέλισμα. Τη μια  μέρα δεν ξέρεις να διαβάζεις και την άλλη ξέρεις. Απλά έτσι είναι τα πράγματα. Όπως λάμπει ο ήλιος. Αλλά και τότε δεν εξαρτιόνταν τόσα πολλά από την Ημέρα Ανάγνωσης. Δεν υπήρχαν νεοσύλλεκτοι να σκουντιούνται περιμένοντας για τις λίστες και τη βαθμολογία προσμένοντας τους επικείμενους Ολυμπιακούς. Ένα αγόρι ή κορίτσι που υφίσταται την Ημέρα Ανάγνωσης είναι απλά ένα άτομο που έχει μπροστά του άλλα δέκα μονότονα χρόνια πάνω στη Γη μέχρι την Ημέρα Παιδείας. Είναι απλά κάποιος που γυρίζει σπίτι του με καινούρια δεξιότητα.
Μέχρι να έρθει η Ημέρα Παιδείας, δέκα χρόνια μετά, ο Τζορτζ δεν ήταν καν σίγουρος για τις περισσότερες λεπτομέρειες της δικής του Ημέρας Ανάγνωσης. Αυτό που θυμάται εντελώς καθαρά ήταν μια μουντή Σεπτεμβριάτικη μέρα που έβρεχε μονότονα. Ο Σεπτέμβριος ήταν για την Ημέρα Ανάγνωσης, ο Νοέμβριος για την Ημέρα Παιδείας, κι Μάιος για τους Ολυμπιακούς. Έκαναν ακόμη και στιχάκια:
Ανάγνωση το Σεπτέμβρη
Παιδεία το Νοέμβρη
Ολυμπιακοί το Μάη.
Ο Τζορτζ ντύθηκε στο φως των εντοιχισμένων λαμπτήρων, με τους γονείς του να έχουν μεγαλύτερη αγωνία από αυτόν. Ο πατέρας του ήταν ένας Πιστοποιημένος Εφαρμοστής Σωληνώσεων και είχε βρει απασχόληση στη Γη. Τούτο υπήρξε πάντα πηγή ταπείνωσης γι’ αυτόν, αν και, φυσικά, όπως μπορούσε να δει κανείς καθαρά, τα περισσότερα άτομα κάθε γενιάς πρέπει φυσιολογικά να μείνουν στη Γη.
Η Γη χρειαζόταν από γεωργούς και μεταλλωρύχους μέχρι και τεχνίτες. Μόνο τα υψηλής ειδικότητας επαγγέλματα ήσαν σε ζήτηση στους εξωτερικούς κόσμους, και μόνο λίγα εκατομμύρια το χρόνο από τα οχτώ δισεκατομμύρια κατοίκους της Γης μπορούσαν να εξαχθούν. Κάθε άντρας και γυναίκα δεν ήταν δυνατόν να συμπεριλαμβάνεται στην ομάδα εξαγωγής.
Όμως, κάθε άντρας και γυναίκα μπορούσε να ελπίζει ότι τουλάχιστον ένα από τα παιδιά του θα μπορούσε να είναι ο εκλεκτός, και ο Πλάτεν ο Πρεσβύτερος, δεν αποτελούσε φυσικά εξαίρεση. Ήταν φανερό τόσο σ’ αυτόν όσο και σ’ άλλους ότι ο Τζορτζ ήταν εξαιρετικά ευφυής και οξύνους. Έμελλε να τα πάει καλά, και θα τα πήγαινε, καθώς ήταν μοναχοπαίδι. Αν ο Τζορτζ δεν τα κατάφερνε να πάει σ’ έναν από τους εξωτερικούς κόσμους, θα έπρεπε να περιμένουν να το κάνουν τα εγγόνια τους πριν βρεθεί μια επόμενη ευκαιρία στο μακρινό μέλλον, γεγονός που δεν ήταν και τόσο παρήγορο.
Η Ημέρα Ανάγνωσης δε θα αποδείκνυε πολλά, φυσικά, αλλά θα ήταν ή μόνη ένδειξη που θα είχαν πριν έρθει η πραγματική μεγάλη μέρα. Κάθε γονιός στον πλανήτη θα άκουγε την ποιότητα της ανάγνωσης όταν το παιδί τους θα επέστρεφε σπίτι με τη δεξιότητα εμφυτευμένη στον εγκέφαλό του. Θα αφουγκράζονταν για όποια ιδιαίτερα εύκολη ροή λέξεων και θα ερμήνευαν τούτο ως βέβαιους μελλοντικούς οιωνούς. Δεν υπήρχαν πολλές οικογένειες που δεν είχαν τουλάχιστον έναν εύελπι ο οποίος, από την Ημέρα Ανάγνωσης και εξής, αποτελούσε τη μεγάλη προσμονή με τον τρόπο που χειριζόταν τις τρισύλλαβες λέξεις του.
Ο Τζορτζ είχε αμυδρά συνειδητοποιήσει την αιτία στην ένταση των γονιών του, και αν ένιωθε κάποια ανησυχία στην παιδική του καρδιά εκείνο το βροχερό πρωινό, ήταν μόνο ο φόβος μήπως η ελπιδοφόρα έκφραση του πατέρα του θα έσβηνε στην απογοήτευση όταν θα επέστρεφε σπίτι με τη νεοαποκτηθείσα δεξιότητα ανάγνωσης.
Τα παιδιά συναντήθηκαν στην ευρύχωρη εκπαιδευτική αίθουσα συγκέντρωσης του Δημαρχείου. Σ’ όλα τα μέρη της γης, σ’ εκατομμύρια τοπικά δημαρχεία κατά τη διάρκεια εκείνου του μήνα παρόμοιες ομάδες παιδιών θα συναντιόνταν. Ο Τζορτζ αισθάνθηκε μια κατάθλιψη από τη μουντάδα της αίθουσας καθώς κι από τα υπόλοιπα παιδιά, που έδειχναν νευρικά ντυμένα με ασυνήθιστα ωραία ρούχα.
Αυτόματα ο Τζορτζ έκανε ό, τι έκαναν και τα υπόλοιπα παιδιά. Πήγε και βρήκε τη μικρή κλίκα που  αντιπροσώπευε τα παιδιά του ορόφου της πολυκατοικίας όπου ήταν το διαμέρισμά του.
Ο Τρεβέλιαν, ο οποίος έμενε ακριβώς στο διπλανό διαμέρισμα, εξακολουθούσε να έχει τα μαλλιά του μακριά σαν παιδάκι και φυσικά απείχε πολύ από την ηλικία να τρέφει φαβορίτες και ένα λεπτό κοκκινωπό μουστάκι, μόλις θα ήταν ηλικιακά ώριμος.
Ο Τρεβέλιαν (που φώναζε τον Τζορτζ Τζόοτζι) είπε: «Πάω στοίχημα πως φοβάσαι». «Δε φοβάμαι», είπε ο Τζορτζ. Κατόπιν του είπε εμπιστευτικά: «Οι δικοί μου έχουν κολλήσει στο κομοδίνο μου μια μεγάλη κόλλα χαρτί και όταν γυρίσω σπίτι, περιμένουν να τους το διαβάσω». (Το μεγάλο βάσανο του Τζορτζ τη στιγμή εκείνη ήταν στο γεγονός ότι δεν ήξερε που ακριβώς να βάλει τα χέρια του. Τον προειδοποίησαν να μην ξύνει το κεφάλι του ή να τρίβει τα αυτιά του ή να πειράζει τη μύτη του ή να βάζει τα χέρια του στις τσέπες. Και τούτο δεν του άφηνε κανένα περιθώριο).
Ο Τρεβέλιαν έβαλε τα χέρια του στις τσέπες και είπε: «Ο πατέρας μου δεν ανησυχεί». Ο Τρεβέλιαν, ο Πρεσβύτερος, ήταν μεταλλουργός στον πλανήτη Διπόρια για περίπου εφτά χρόνια, πράγμα που του προσέδιδε μια ανώτερη κοινωνική θέση στη γειτονιά του, παρόλο που συνταξιοδοτήθηκε και επέστρεψε στη Γη. Η Γη αποθάρρυνε έναν τέτοιο επαναπατρισμό λόγω προβλημάτων υπερπληθυσμού, αλλά ένα μικρό ποσοστό πάντα επέστρεφε. Αφενός το κόστος ζωής ήταν χαμηλότερο στη γη, και αφετέρου η μικρή σύνταξη που παρείχαν στη Διπόρια αποτελούσε ένα άνετο εισόδημα στη γη. Εξάλλου, πάντα υπήρχαν άνθρωποι που εύρισκαν ικανοποίηση να επιδεικνύουν την επιτυχία τους πιο πολύ στους παιδικούς τους φίλους παρά στον υπόλοιπο κόσμο.
Ο Τρεβέλιαν Πρεσβύτερος επί πλέον εξηγούσε πως αν έμενε στη Διπόρια, θα έπρεπε να μείνουν και τα παιδιά του, η δε Διπόρια δεν ήταν παρά ένας κόσμος ενός μόνο διαστημοπλοίου. Στη Γη όμως τα παιδιά του θα είχαν την ευκαιρία να πάνε οπουδήποτε, ακόμη και στη Νόβια.
Ο Στάμπι Τρεβέλιαν το αντιλήφθηκε πολύ νωρίς. Ακόμη πριν από την Ημέρα Ανάγνωσης, οι συζητήσεις του βασίζονταν στο ανέμελα εννοούμενο γεγονός ότι η τελευταία του πατρίδα θα ήταν η Νόβια.
Ο Τζορτζ, ενοχλημένος από τις σκέψεις της μελλοντικής σπουδαιότητας του φίλου του και από τη δική του ασήμαντη αντίθεση, έπαιρνε αμέσως μια εχθρική θέση άμυνας.
«Ούτε ο δικός μου πατέρας ανησυχεί. Απλά θέλει να μ’ ακούσει να διαβάζω γιατί ξέρει ότι θα είμαι καλός. Υποθέτω πως ο δικός σου θα προτιμούσε να μη σ’ ακούσει διόλου γιατί ξέρει ότι θα τα θαλασσώσεις».
«Δε θα τα θαλασσώσω καθόλου. Το να διαβάζεις είναι παιχνιδάκι. Στη Νόβια θα πληρώνω ανθρώπους να μου διαβάζουν».
«Επειδή δε θα μπορείς να διαβάζεις ο ίδιος, επειδή είσαι βλάκας!»
«Τότε πώς γίνεται να είμαι στη Νόβια;»
Τότε ο Τζορτζ, τσιγκλημένος, έκανε την μεγάλη άρνηση, «Και ποιος σου είπε πως θα πας στη Νόβια; Εγώ στοιχηματίζω πως δε θα πας πουθενά».
Ο Στάμπι Τρεβέλιαν έγινε κατακόκκινος από το θυμό του. «Δε θα γίνω όμως Εφαρμοστής Σωληνώσεων όπως ο γέρος σου».
«Για παρ’ το πίσω, παλιόβλακα».
«Εσύ να το πάρεις πίσω».
Στήθηκαν μύτη με μύτη, μη θέλοντας όμως να πιαστούν στα χέρια, αλλά και ανακουφισμένοι που είχαν να κάνουν κάτι γνώριμο σ’ αυτόν τον άγνωστο χώρο. Προσέτι, τώρα που ο Τζορτζ είχε σφίξει τα χέρια του σε γροθιές και τις σήκωνε μπροστά στο πρόσωπό του, το πρόβλημα με το πού να βάλει τα χέρια του ήταν, τουλάχιστο προσωρινά, λυμένο. Τα υπόλοιπα παιδιά είχαν μαζευτεί γύρω τους με χαιρέκακη προσμονή.
Αλλά ξαφνικά το θέμα έληξε όταν μια γυναικεία φωνή ακούστηκε δυνατά από τα μεγάφωνα. Για μια στιγμή έπεσε σιωπή παντού. Ο Τζορτζ άφησε τα χέρια του να πέσουν και ξέχασε τον Τρεβέλιαν.
«Παιδιά,» είπε η φωνή, «θα φωνάξουμε τα ονόματά σας. Καθώς κάθε παιδί θα ακούει το όνομά του, θα κατευθύνεται προς τα άτομα που θα περιμένουν κατά μήκος των πλαϊνών τοίχων. Τους βλέπετε; Φορούν κόκκινες στολές ώστε να εντοπίζονται εύκολα. Τα κορίτσια θα πάνε προς τα δεξιά. Τα αγόρια αριστερά. Τώρα κοιτάξτε γύρω σας και προσέξτε ποιο άτομο στα κόκκινα είναι πιο κοντά σε σας –»
Ο Τζορτζ βρήκε αμέσως τον άνθρωπό του και περίμενε να φωνάξουν το όνομά του. Δεν είχε μυηθεί προηγουμένως στην τεχνική του αλφαβήτου και η διάρκεια του χρόνου που χρειαζόταν να έρθει το γράμμα του ονόματός του ήταν γι’ αυτόν πολύ ενοχλητική.
Το πλήθος των παιδιών αραίωνε. Οι μικρές ουρές έβρισκαν η καθεμιά το δρόμο τους στον κατάλληλο ερυθροντυμένο οδηγό.
Όταν τελικά φώναξαν «Τζορτζ Πλάτεν», το αίσθημα ανακούφισης υποσκελίσθηκε μόνο από το αίσθημα γνήσιας χαράς για το γεγονός ότι ο Στάμπι Τρεβέλιαν ακόμη παρέμεινε στη θέση του χωρίς να το έχουν φωνάξει ακόμη. 
Ο Τζορτζ γύρισε και του φώναξε καθώς έφευγε: «Έι Στάμπι, μάλλον εσένα δε σε θέλουν».
Η στιγμή εκείνη της ευφορίας χάθηκε αμέσως. Τον έμπασαν σ’ ένα μπουλούκι παρέα με άλλα άγνωστα παιδιά, που τους κατεύθυναν σε διάφορους διαδρόμους. Όλα τους αλληλοκοιτάζονταν ανήσυχα με ορθάνοιχτα μάτια, και εκτός από κανένα περιστασιακό «μη με σπρώχνεις» και «Έι πρόσεχε», που λεγόταν μέσα από τη μύτη, δεν γινόταν καμιά άλλη κουβέντα.
Τους έδωσαν κάτι μικρά χαρτάκια και τους είπαν να τα κρατήσουν.
Ο Τζορτζ κοίταξε το δικό του με περιέργεια. Το χαρτάκι ήταν γεμάτο από μαύρα σημαδάκια με διαφορετικά σχήματα. Ήξερε ότι επρόκειτο για τυπωμένες λέξεις, αλλά αναρωτιόταν πώς μπορούσε κάποιος να βγάλει λέξη από αυτά.
Του είπαν να γδυθεί. Ο ίδιος και άλλα τέσσερα αγόρια ήταν τα μόνα που απέμειναν. Έβγαλαν όλα τους τα ρούχα και τέσσερα οχτάχρονα αγοράκια, γυμνά και μικρούλια, έτρεμαν περισσότερο από ντροπή παρά από το κρύο. Μετά πέρασαν από παραϊατρικό προσωπικό, που τους εξέτασαν, τους πασπάτεψαν και τους τρύπησαν με βελόνα για να πάρουν αίμα. Το κάθε άτομο έκανε επιπρόσθετα σημαδάκια πάνω στα χαρτάκια τους, γρήγορα και ευθυγραμμισμένα, μ’ ένα μικρό μαύρο ραβδάκι. Ο Τζορτζ κοίταξε περίεργα τα καινούρια σημαδάκια, αλλά του ήσαν το ίδιο ακατανόητα με τα προηγούμενα. Μετά είπαν στα παιδιά να βάλουν πάλι τα ρούχα τους.
Κάθισαν τότε σε ξεχωριστές μικρές καρέκλες και περίμεναν ξανά. Φώναξαν πάλι ονόματα και Τζορτζ Πλάτεν ήρθε τρίτο. Κατευθύνθηκε σ’ ένα μεγάλο δωμάτιο, γεμάτο τρομακτικά όργανα με κουμπιά και γυάλινες κονσόλες στο μπροστινό μέρος. Υπήρχε ένα γραφείο ακριβώς στο κέντρο και πίσω του καθόταν ένας άντρας, κοιτάζοντας μια στοίβα χαρτιά μπροστά του. «Ο Τζορτζ Πλάτεν;» ρώτησε.
«Μάλιστα, κύριε,» είπε ο Τζορτζ, με ψιθυριστή τρεμάμενη φωνή. Όλη αυτή η αναμονή και όλο αυτό το πήγαινε- έλα τον έκαναν να έχει μια νευρικότητα. Ευχήθηκε να τελειώσει όλη αυτή η ιστορία γρήγορα.
Ο άντρας πίσω από το γραφείο είπε, «Είμαι ο Δρ Λόυντ, Τζορτζ. Τι κάνεις;»
Ο γιατρός δεν σήκωσε τα μάτια καθώς μιλούσε. Ήταν σαν να επαναλάμβανε αυτές τις λέξεις ξανά και ξανά και δεν ήταν υποχρεωμένος να σηκώνει να μάτια του πια.
«Εντάξει είμαι».
«Φοβάσαι, Τζορτζ;»
«Ό – όχι, κύριε,» είπε ο Τζορτζ, ακούγοντας τον εαυτό του φοβισμένο ακόμη και με τα ίδια του αυτιά.
«Ωραία,» είπε ο γιατρός, «επειδή δεν υπάρχει τίποτε να φοβάσαι, ξέρεις. Για να δούμε, Τζορτζ. Εδώ λέει η κάρτα σου πως τον πατέρα σου τον λένε Πίτερ και είναι Πιστοποιημένος Εφαρμοστής Σωληνώσεων. Τη μητέρα σου την λένε Έιμι και είναι Πιστοποιημένη Οικιακή Τεχνικός. Σωστά;»
«Μ – μάλιστα, κύριε.»
«Και είσαι γεννημένος στις 13 Φεβρουαρίου, κι είχες  περάσει ωτίτιδα πριν περίπου ένα χρόνο. Σωστά;»
«Μάλιστα, κύριε».
«Γνωρίζεις πώς τα ξέρω όλα αυτά;»
«Είναι γραμμένα στην κάρτα νομίζω, κύριε.»
«Ακριβώς». Ο γιατρός σήκωσε τα μάτια κοιτώντας για πρώτη φορά τον Τζορτζ και χαμογέλασε. Είχε όμορφα δόντια κι έδειχνε νεότερος από τον πατέρα του. Του Τζορτζ του έφυγε λίγη από τη νευρικότητα του. Ο γιατρός έδωσε πίσω στον Τζορτζ την κάρτα. «Ξέρεις, Τζορτζ, τι σημαίνουν όλα αυτά τα πράγματα στην κάρτα;» αν και ο Τζορτζ γνώριζε ότι δεν ήξερε, ξαφνιάστηκε από την ξαφνική απαίτηση να κοιτάξει στην κάρτα σαν να μπορούσε δια μαγείας να καταλάβει. Όμως αυτά που ήταν εκεί, ήταν απλά σημαδάκια, γι’ αυτό ξανάδωσε την κάρτα στο γιατρό. «Όχι, κύριε.»
«Γιατί δεν μπορείς;»
Ο Τζορτζ ένιωσε ένα ξαφνικό τσίμπημα υποψίας για την διανοητική υγεία του εν λόγω γιατρού. Δεν ήξερε γιατί όχι;
Ο Τζορτζ είπε, «Δεν ξέρω να διαβάζω, κύριε.»
«Θα ήθελες να ξέρεις;»
«Μάλιστα, κύριε.»
«Γιατί, Τζορτζ;»
Ο Τζορτζ τον κοίταξε εμβρόντητος. Κανείς ποτέ δεν τον είχε ρωτήσει κάτι τέτοιο. Δεν είχε απάντηση. Αποκρίθηκε διστακτικά, «δεν ξέρω, κύριε.»
«Η έντυπη πληροφόρηση θα σε κατευθύνει σ’ όλη σου τη ζωή. Και υπάρχουν τόσα πολλά που θα πρέπει να μάθεις ακόμη και μετά την Ημέρα της Παιδείας. Κάρτες σαν κι αυτή θα σου πουν. Βιβλία θα σου πουν. Τηλεοπτικές οθόνες θα σου πουν. Έντυπα θα σου πουν τόσο χρήσιμα και τόσο ενδιαφέροντα πράγματα που αν δεν ξέρεις ανάγνωση, θα είσαι σαν τυφλός. Καταλαβαίνεις τώρα;»
«Μάλιστα, κύριε.»
«Φοβάσαι, Τζορτζ;»
«Όχι, κύριε.»
«Ωραία. Τώρα θα σου πω ακριβώς τι θα κάνουμε πρώτα. Θα βάλω αυτά τα ηλεκτρόδια στο μέτωπό σου ακριβώς πάνω από τις γωνίες των ματιών σου. Θα κολλήσουν εκεί αλλά δε θα σε πονέσουν καθόλου. Κατόπιν, θα ανοίξω κάτι που θα κάνει ένα βούισμα. Θα είναι ένας παράξενος ήχος και μπορεί να γαργαλιέσαι, αλλά δε θα πονέσεις. Όμως αν νιώσεις πόνο, να μου το πεις, κι εγώ θα το κλείσω αμέσως. Μα δε θα πονέσεις. Εντάξει;»
Ο Τζορτζ ένευσε ξεροκαταπίνοντας.
«Έτοιμος;»
Ο Τζορτζ ένευσε ξανά. Έκλεισε τα μάτια του καθώς ο γιατρός απασχολούταν. Οι γονείς του τού το είχαν εξηγήσει. Κι οι ίδιοι είχαν πει πως δε θα πονούσε αλλά πάντα υπήρχαν τα μεγαλύτερα παιδιά. Υπήρχαν τα δεκάχρονα και δωδεκάχρονα που φώναζαν φοβίζοντας τα οχτάχρονα που περίμεναν την Ημέρα Ανάγνωσης, «να φυλάγεστε από τη βελόνα.» Υπήρχαν κι άλλοι που σου έπαιρναν κατά μέρος δήθεν εμπιστευτικά και σου έλεγαν, «θα σου ανοίξουν το κεφάλι μ’ ένα κοφτερό μαχαίρι τόσο μεγάλο που έχει κι έναν γάντζο,» κι άλλα παρόμοια με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες.
Ο Τζορτζ ποτέ δεν τα είχε πιστέψει όλα αυτά, αλλά του προκαλούσαν εφιάλτες, και τώρα κλείνοντας τα μάτια του ένιωθε καθαρό τρόμο.
Δεν αισθάνθηκε τα ηλεκτρόδια στους κροτάφους του. Το βούισμα ήταν κάτι μακρινό, και το μόνο που άκουγε ήταν το αίμα του που ηχούσε στ’ αυτιά του υπόκωφα σαν να βρισκόταν σ’ ένα μεγάλο σπήλαιο. Αργά αποτόλμησε ν’ ανοίξει τα μάτια του.
Ο γιατρός του είχε γυρισμένη την πλάτη. Από ένα μηχάνημα ξετυλιγόταν μια ταινία χαρτιού που πάνω της γραφόταν μια λεπτή, κυματιστή πορφυρή γραμμή. Ο γιατρός έκοβε κομμάτια και τα έβαζε σε μια σχισμή μιας άλλης μηχανής. Κι αυτό το έκανε ξανά και ξανά. Κάθε φορά έβγαινε ένα κομμάτι μεμβράνης που ο γιατρός το κοίταζε. Τελικά γύρισε προς τον Τζορτζ μ’ ένα περίεργο κατσούφιασμα ανάμεσα στα μάτια του.
Το βούισμα σταμάτησε.
Ο Τζορτζ είπε κοντανασαίνοντας, «Τέλειωσε;»
Ο γιατρός είπε, «Ναι,» αλλά συνέχισε να κατσουφιάζει. «Μπορώ να διαβάζω τώρα;» ρώτησε ο Τζορτζ. Δεν ένιωθε διαφορετικός.

[ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ...]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

ΣΦΗΝΑΚΙ : ΠΟΙΑ ΕΛΑΣ ; Ο ΡΟΥΒΙΚΩΝΑΣ ΦΤΑΙΕΙ!

    ΙΔΟΥ ΤΑ ΤΕΚΜΗΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΕΙΔΕΧΘΕΣ ΕΓΚΛΗΜΑ ΤΩΝ ΤΡΑΜΠΟΥΚΩΝ ΤΟΥ ΡΟΥΒΙΚΩΝΑ ΔΙΑΒΑΣΤΕ Πέραμα: Το χρονικό της αιματηρής καταδίωξης, τα ερωτήματ...