Σάββατο, Σεπτεμβρίου 26, 2015

Ο εφιαλτικός κόσμος του μέλλοντος (3)

Η ιστορία ενός υπερήρωα ανάμεσα σε πολλούς υπερήρωες. 
"Ο σωστός άνθρωπος στη λάθος θέση 
μπορεί να κάνει τη διαφορά στον κόσμο."
Nine tomorrows.jpg

************
Ισαάκ Ασίμοφ

Επάγγελμα

 νουβέλα
Απόδοση από τα Αγγλικά: Βασίλης Κ. Μηλίτσης
Πρωτοεμφανίστηκε το 1957, στο τεύχος του Ιουλίου του περιοδικού Astounding Science Fiction και αποτέλεσε το πρώτο διήγημα της συλλογής Nine Tomorrows, που εκδόθηκε το 1959.
3
Ο Ομάνι πήδησε από τη μια μεριά του κρεβατιού και στάθηκε όρθιος. Ήταν περίπου ένα ογδόντα πέντε και η έκφραση του προσώπου του τον έκανε να φαίνεται σαν ένα προστατευτικό σκυλί του Αγίου Βερνάρδου. Έβαλε το χέρι του γύρω από τον ώμο του Τζορτζ, «αν σε πλήγωσα –», ο Τζορτζ το απομάκρυνε μ’ ένα κούνημα. «Είπες αυτό που πιστεύεις πως είναι αλήθεια, κι εγώ θα αποδείξω πως δεν είναι έτσι, αυτό είναι όλο. Γιατί όχι; Η πόρτα είναι ανοιχτή. Δεν υπάρχουν κλειδαριές. Κανείς δεν είπε ότι δεν μπορώ να φύγω. Απλά θα βγω έξω».
«Εντάξει, αλλά που θα πας;»
«Στον κοντινότερο αεροσταθμό και μετά στο κοντινότερο Ολυμπιακό κέντρο. Λεφτά έχω». Άρπαξε το ανοιχτό βάζο και έπιασε στα χέρια του τα μεροκάματα που είχε βάλει στην μπάντα. Μερικά κέρματα έπεσαν στο πάτωμα κουδουνίζοντας.
«Αυτά θα σου φτάσουν για μια βδομάδα ίσως, και μετά;»
«Μέχρι τότε θα έχουν όλα τακτοποιηθεί».
«Μέχρι τότε θα έχεις γυρίσει πίσω έρποντας», είπε ο Ομάνι σοβαρά, «και κρίμα στην πρόοδο που έχεις κάνει να πρέπει ν’ αρχίσεις πάλι από την αρχή. Είσαι τρελός, Τζορτζ».
«Καθυστερημένος είναι ο όρος που χρησιμοποίησες πριν».
«Λυπάμαι, στ’ αλήθεια, που το είπα. Μείνε σε παρακαλώ».
«Τι θα κάνεις; Θα με σταματήσεις;»
Ο Ομάνι έσφιξε τα παχιά του χείλη. «Όχι, δε θα το κάνω. Δικό σου θέμα είναι. Εάν ο μόνος τρόπος να μάθεις είναι να τα βάλεις μ’ όλον τον κόσμο και να επιστρέψεις αφού θα έχεις φάει τα μούτρα σου, προχώρα – άντε, λοιπόν, προχώρα».
Ο Τζορτζ έφτασε στο κατώφλι και γύρισε να κοιτάξει πίσω από την πλάτη του. «Φεύγω» - και γύρισε πίσω να πάρει με το πάσο του το νεσεσέρ του – «Ελπίζω να μην έχεις αντίρρηση να πάρω μερικά προσωπικά μου αντικείμενα»
Ο Ομάνι ανασήκωσε τον ώμο του. Ξαναγύρισε στο κρεβάτι και άρχισε να διαβάζει αδιάφορα. Ο Τζορτζ κοντοστάθηκε ξανά στην πόρτα, αλλά ο Ομάνι δε σήκωσε τα μάτια του να τον κοιτάξει. ο Τζορτζ έτριξε τα δόντια του, έκανε μεταβολή και απομακρύνθηκε γρήγορα κατά μήκος του άδειου διαδρόμου βγαίνοντας στις βυθισμένες στο νυχτερινό σκοτάδι αυλές. Περίμενε πως θα τον σταματούσαν πριν βγει από τους χώρους. Δεν τον σταμάτησαν όμως. Σταμάτησε σ’ ένα διανυκτερεύον εστιατόριο να ζητήσει οδηγίες για τον αεροσταθμό και περίμενε ο ιδιοκτήτης να καλέσει την αστυνομία. Ούτε και τούτο συνέβη. Κάλεσε ένα αεροταξί να τον πάει στο αεροδρόμιο κι ούτε ο οδηγός του έκανε καμιά ερώτηση.

Κι όμως δεν αναπτερώθηκε καθόλου το ηθικό του. Έφτασε στο αεροδρόμιο τελείως αποκαρδιωμένος. Δεν είχε συνειδητοποιήσει πώς θα ήταν ο έξω κόσμος. Περιτριγυριζόταν από επαγγελματίες. Ο εστιάτορας είχε αναρτήσει το όνομά του γραμμένο σε πλαστική πινακίδα δίπλα στην ταμειακή μηχανή. Έτσι κι έτσι, Πιστοποιημένος Μάγειρας. Ο οδηγός του αεροταξί είχε κι αυτός την άδειά του σε εμφανές μέρος, Πιστοποιημένος Σοφέρ. Ο Τζορτζ διαπίστωσε τη γυμνότητα του ονόματός του κι ένιωσε μια τέτοια γύμνια που του φάνηκε χειρότερη από γδάρσιμο. Κανείς όμως δεν τον ενόχλησε. Ούτε κανείς τον κοίταξε με υποψία και ούτε του ζήτησε κάποιο αποδεικτικό επαγγελματικής κατάταξης. Ο Τζορτζ σκέφτηκε πικρόχολα: Ποιος θα φανταζόταν ένα άτομο χωρίς τέτοια αποδεικτικά; Αγόρασε εισιτήριο για το Σαν Φρανσίσκο με το αεροπλάνο των 3:00 πμ. Δεν υπήρχε καμιά άλλη πτήση πριν από το πρωί για ένα σημαντικό Ολυμπιακό κέντρο και ήθελε να περιμένει όσο το δυνατό το λιγότερο. Παράλληλα, καθώς καθόταν μαζεμένος στην αίθουσα αναμονής, είχε τα μάτια του ανοιχτά μήπως τον έψαχνε η αστυνομία. Δεν ήρθε όμως. Έφτασε στο Σαν Φρανσίσκο πριν το μεσημέρι και η οχλοβοή της πόλης τον χτύπησε κατακέφαλα. Ήταν η μεγαλύτερη πόλη που είχε δει ποτέ σε αντίθεση με την ησυχία και ηρεμία που είχε συνηθίσει ενάμισι χρόνο τώρα. Και επιπλέον ήταν κι Ολυμπιακοί. Παρά λίγο να ξεχάσει το δικό του χάλι μέσα στην ξαφνική διαπίστωση πως ο θόρυβος, η έξαψη και όλο αυτό το κομφούζιο οφείλονταν σ’ αυτούς.
Οι γιγαντιαίοι πίνακες ανακοινώσεων των Ολυμπιακών είχαν αναρτηθεί σ’ όλο το αεροδρόμιο για την εξυπηρέτηση των εισερχόμενων ταξιδιωτών, και πλήθος ανθρώπων συνωστίζονταν σπρώχνοντας ο ένας τον άλλον γύρω από τον καθένα. Κάθε επάγγελμα είχε τον δικό του πίνακα. Ο καθένας έδειχνε ένα κατάλογο με οδηγίες προς την Ολυμπιακή Αίθουσα όπου θα δινόταν ο αγώνας εκείνης της μέρας για ένα συγκεκριμένο επάγγελμα. Ανακοίνωνε επίσης τα ονόματα και τη γενέτειρα των διαγωνιζομένων καθώς και διαφήμιζε τον εξωδιαστημικό ανάδοχο (αν υπήρχε).
Ήταν μια εντελώς στυλιζαρισμένη διαδικασία. Ο Τζορτζ είχε διαβάσει αρκετά συχνά περιγραφές και είχε δει τηλεοπτικές ταινίες τέτοιων αγώνων. Είχε ακόμη δει ζωντανά μικρούς Ολυμπιακούς για την ανάδειξη Πιστοποιημένων Εκδοροσφαγέων στην έδρα της περιοχής τους. Ακόμη και αυτοί οι αγώνες, που δεν είχαν κανένα ενδεχόμενο γαλαξιακό αντίκτυπο (φυσικά δεν υπήρχαν εξωδιαστημικοί θεατές), παρουσίαζαν αρκετό ενθουσιασμό. Εν μέρει, ο ενθουσιασμός αυτός οφειλόταν στον ίδιο τον ανταγωνισμό, εν μέρει είχαν έναυσμα την τοπική έπαρση (όταν έπαιρνε μέρος κανένα πατριωτάκι για να το επευφημήσουν αν και δεν το ήξεραν καθόλου σε προσωπική βάση), και φυσικά το κύριο κίνητρο ήταν τα στοιχήματα. Το τελευταίο δεν υπήρχε τρόπος να το σταματήσεις.
Ο Τζορτζ μετά δυσκολίας πλησίασε τον πίνακα. Βρέθηκε να παρατηρεί με άλλο μάτι τους αναστατωμένους θεατές να κοιτάζουν άπληστα τον πίνακα. Πρέπει κι αυτοί κάποτε να είχαν συμμετάσχει κι οι ίδιοι στους Ολυμπιακούς. Τι είχαν άραγε καταφέρει; Τίποτε!
Εάν υπήρξαν νικητές, θα έπρεπε να βρίσκονται κάπου μακριά στο Γαλαξία, και όχι κολλημένοι εδώ στη Γη. Ό, τι και να ήταν, τα επαγγέλματά τους από την αρχή τους δελέασαν να έρθουν και να μείνουν στη Γη, ή αλλιώς παγιδεύτηκαν στη Γη εξαιτίας της ανεπάρκειάς τους σε οποιαδήποτε απαιτητικά επαγγέλματα είχαν ειδικευτεί.

Τώρα αυτοί οι αποτυχημένοι στέκονταν εκεί και τζόγαραν στα νέα φυντάνια. Γύπες! Πόσο θα ήθελε να τζόγαραν και στον ίδιο.
Άσκοπα περπάτησε κατά μήκος της σειράς με τους πίνακες, προσκολλημένος στην άκρη των ομάδων γύρω του. Είχε φάει πρωινό στο αεροπλάνο στρατοσφαιρικής πτήσης και δεν πεινούσε. Φοβόταν, όμως. Βρισκόταν σε μια μεγαλούπολη μέσα στη σύγχυση εν όψει της έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων. Σίγουρα αυτό αποτελούσε κάποια προστασία. Η πόλη ήταν γεμάτη ξένους. Κανείς δε θα ρωτούσε για τον Τζορτζ. Κανείς δε θα ενδιαφερόταν γι’ αυτόν. Ούτε καν το Ίδρυμα, σκέφτηκε με πικρία ο Τζορτζ. Τον φρόντισαν σαν ένα άρρωστο γατάκι, κι όταν αυτό περιπλανήθηκε και χάθηκε, τόσο το χειρότερο γι’ αυτό, αλλά τι να κάνεις;
Και τώρα που ήταν στο Σαν Φρανσίσκο, τι έκανε; Οι σκέψεις του προσέκρουαν χωρίς νόημα πάνω σ’ έναν τοίχο. Να δει κάποιον; Ποιον; Πώς; Πού θα μείνει; Τα χρήματα που του έμειναν ήταν για κλάματα. Η πρώτη επονείδιστη σκέψη του ήταν να γυρίσει πίσω. Θα μπορούσε να αποταθεί στην αστυνομία – κούνησε το κεφάλι του βίαια σαν να αντιμετώπιζε έναν χειροπιαστό εχθρό.
Το μάτι του πήρε μια λέξη σ’ έναν φωτεινό πίνακα εκεί γύρω: Μεταλλουργοί. Με μικρότερα γράμματα, χωρίς ειδίκευση σε σίδηρο. Από κάτω ακολουθούσε μια μακρά λίστα ονομάτων, γραμμένα με καλλιγραφικά, υποστηριζόμενα από τη Νόβια.
Του έφερε στο νου του οδυνηρές αναμνήσεις: τις φιλονικίες του με τον Τρεβέλιαν, τόσο σίγουρος πως ένας Προγραμματιστής ήταν ανώτερος από έναν μεταλλουργό, τόσο βέβαιος πως ο ίδιος ακολουθούσε το σωστό δρόμο, τόσο σίγουρος ότι ήταν έξυπνος – τόσο έξυπνος που κόμπασε σ’ εκείνον τον μικρόμυαλο, εκδικητικό Αντονέλι. Ήταν τόσο βέβαιος για τον εαυτό του τη στιγμή εκείνη που τον είχαν καλέσει αφήνοντας έναν φοβισμένο Τρεβέλιαν να στέκεται και να περιμένει τη σειρά του, τόσο βέβαιος του κερατά! Ο Τζορτζ έβγαλε μια σύντομη, ασυνάρτητη τσιριχτή κραυγή. Κάποιος γύρισε και τον κοίταξε, αλλά μετά έσπευσε να συνεχίσει την πορεία του. Ο κόσμος περνούσε δίπλα του ξύνοντας και σπρώχνοντάς τον εδώ κι εκεί. Παρέμεινε στη θέση του κοιτάζοντας τον πίνακα με ανοιχτό το στόμα, λες κι ο πίνακας ανταποκρίθηκε στη σκέψη του. Σκεφτόταν τον Τρεβέλιαν τόσο έντονα που για μια στιγμή του φάνηκε πως ήταν φυσικό ο πίνακας να του ανταπέδιδε τη λέξη Τρεβέλιαν.
Όμως στ’ αλήθεια το όνομα Τρεβέλιαν ήταν γραμμένο εκεί πάνω. Αρμάντ Τρεβέλιαν, μάλιστα, (του Στάμπι το μικρό του, που το μισούσε: εκεί πάνω φωτεινό για το βλέπουν όλοι) και η πόλη που γεννήθηκε. Αλλά το πιο εντυπωσιακό ήταν ότι ο Τρεβ ήθελε να πάει στη Νόβια, στόχευε τη Νόβια, επέμενε για τη Νόβια, και ο αγώνας αυτός υποστηριζόταν από τη Νόβια.
Αναμφίβολα το όνομα ανήκε στον Τρεβ, στον παλιόφιλό του. Χωρίς να το σκεφτεί καλά-καλά σημείωσε τις οδηγίες για να πάει στο χώρο του αγώνα και μπήκε στην ουρά για ένα αεροταξί.
Κατόπιν έκανε τη μελαγχολική σκέψη: ο Τρεβ τα κατάφερε! Μεταλλουργός ήθελε, έγινε! Ο Τζορτζ ένιωσε πιο άχαρα, αισθάνθηκε πιο μόνος από ποτέ.  Υπήρχε μια ουρά που περίμενε να μπει στην αίθουσα. Προφανώς, οι Ολυμπιακοί Μεταλλουργίας ήταν συναρπαστικοί και οι συμμετέχοντες έπρεπε να ανταγωνιστούν σκληρά. Τουλάχιστον, αυτό έδειχνε ο φωτισμένος ουρανός πάνω από τον θόλο, και το ίδιο πίστευε όλο εκείνο το συνωστισμένο πλήθος.
Η μέρα θα ήταν βροχερή, σκέφτηκε ο Τζορτζ, κρίνοντας από το χρώμα του ουρανού, αλλά το Σαν Φρανσίσκο είχε κατεβάσει τη θολωτή ασπίδα καλύπτοντας ολόκληρη την πόλη από τον κόλπο μέχρι τον ωκεανό. Αυτό ήταν μεγάλη δαπάνη, φυσικά, αλλά κάθε κόστος άξιζε όσον αφορούσε την άνεση των Εξωδιαστημικών. Θα βρίσκονταν στην πόλη για τους Ολυμπιακούς. Άφηναν πολλά λεφτά. Και για κάθε νεοσύλλεκτο, θα εισπραττόταν ένα τέλος, τόσο για τη Γη όσο και για τον ανάδοχο πλανήτη. Άξιζε λοιπόν τον κόπο γιατί οι Εξωδιαστημικοί θα είχαν στο νου τους πάντα μια συγκεκριμένη πόλη όπου πέρασαν ευχάριστα τη διαμονή τους κατά τους Ολυμπιακούς. Το Σαν Φρανσίσκο ήξερε καλά τι έκανε.
Ο Τζορτζ, χαμένος στις σκέψεις του, ένιωσε ένα ελαφρό άγγιγμα στον ώμο του και κάποιον να του λέει, «περιμένεις στην ουρά, νεαρέ μου;» Η ουρά είχε προχωρήσει χωρίς να καταλάβει ο Τζορτζ ότι είχε αφήσει μπροστά του ένα κενό. Προχώρησε βιαστικά προς τα μπρος και μουρμούρισε, «συγγνώμη, κύριε». Ένιωσε το άγγιγμα από δυο δάχτυλα στον αγκώνα του σακακιού του και γύρισε ρίχνοντας ένα φευγαλέο βλέμμα.
Ο άντρας από πίσω του κούνησε το κεφάλι του χαρούμενα. Είχε ψαρά μαλλιά, και κάτω από το σακάκι του φορούσε ένα παλιομοδίτικο πλεχτό που κούμπωνε στο μπροστινό μέρος. «Δεν ήθελα να φανώ σαρκαστικός», είπε.
«Δε με πείραξε».
«Εντάξει τότε». Έδειχνε ευχάριστα ομιλητικός. «Έλεγα ότι απλά στεκόσουν εδώ, μπλεγμένος, ούτως ειπείν, μέσα στην ουρά μόνο κατά λάθος. Σκέφτηκα πως θα ήσουν –»
«Θα ήμουν τι;» αντέδρασε ο Τζορτζ απότομα. «Μα, ένας αγωνιζόμενος, φυσικά. Φαίνεσαι νέος», απάντησε ο ηλικιωμένος. Ο Τζορτζ γύρισε αλλού. Δεν αισθανόταν ούτε ευχάριστος ούτε ομιλητικός, και γρήγορα έχανε την υπομονή του με τους περίεργους.
Μια σκέψη του ήρθε στο νου. Μήπως εξεδόθη καμιά επείγουσα ανακοίνωση γι’ αυτόν; Μήπως είχε δοθεί η περιγραφή του και κυκλοφόρησε η φωτογραφία του; Μήπως ο ψαρομάλλης προσπαθούσε να δει προσεκτικά το πρόσωπό του;
Δεν είδε καθόλου τις ειδήσεις. Τέντωσε τον λαιμό του να δει την κινούμενη γραμμή των τίτλων ειδήσεων που προβαλλόταν σε μια επιφάνεια της θολωτής ασπίδας. Τα γράμματα φαίνονταν σχετικά θαμπά στο φόντο του γκρίζου, συννεφιασμένου ουρανού. Δεν ωφελούσε. Τα παράτησε αμέσως. Οι τίτλοι ποτέ δε θα αναφέρονταν στον ίδιο. Ο χρόνος ήταν αφιερωμένος στους Ολυμπιακούς και οι μόνες ειδήσεις που άξιζαν να βγουν σε τίτλους ήταν τα συγκριτικά αποτελέσματα των νικητών και τα έπαθλα που κέρδιζαν, οι ήπειροι, τα έθνη και οι πόλεις. Τούτο θα συνεχιζόταν για βδομάδες, με αποτελέσματα υπολογισμένα σε μια κατά κεφαλήν βάση και κάθε πόλη να βρίσκει κάποιον τρόπο να υπολογίζει τον εαυτό της σε μια τιμητική θέση. Η γενέτειρά του είχε πιάσει κάποτε την τρίτη θέση στους Ολυμπιακούς στον τομέα των Τεχνικών Καλωδίωσης. Τρίτη σ’ όλη την Πολιτεία!
Διατηρούσαν ακόμη την τιμητική πλακέτα στο Δημαρχείο. Ο Τζορτζ βάδισε καμπουριάζοντας με το κεφάλι ανάμεσα στους ώμους και έχωσε τα χέρια του στις τσέπες, αλλά έκρινε ότι αυτό τον έκανε περισσότερο αξιοπρόσεκτο. Χαλάρωσε και προσπάθησε να το παίξει αδιάφορος, πράγμα που τον έκανε να νιώσει ασφαλέστερος. Είχε μπει στον προθάλαμο τώρα, αλλά κανένα χέρι της εξουσίας δεν έπεσε βαρύ στον ώμο του. Προχώρησε μέσα στην αίθουσα και πήγε να καθίσει όσο πιο μπροστά μπορούσε. Ένιωσε μια δυσάρεστη έκπληξη παρατηρώντας ότι ο ψαρομάλλης κάθισε κι αυτός δίπλα του. Απόστρεψε γρήγορα το βλέμμα του και προσπάθησε να δικαιολογήσει την κατάσταση. Στο κάτω-κάτω ο άνθρωπος ήταν ακριβώς πίσω του στην ουρά.
Ο ψαρομάλλης, πέρα από ένα σύντομο και διστακτικό χαμόγελο, δεν του έδωσε άλλη σημασία και εξάλλου οι Ολυμπιακοί ήταν έτοιμοι ν’ αρχίσουν. Ο Τζορτζ στάθηκε όρθιος στη θέση του για να δει αν μπορούσε να διακρίνει τη θέση που ανατέθηκε στον Τρεβέλιαν και τη στιγμή εκείνη ήταν το μόνο που τον ενδιέφερε.
Η αίθουσα ήταν μετρίων διαστάσεων με σχήμα κλασικό, μακρύ ωοειδές με τους θεατές να καταλαμβάνουν τους δύο εξώστες καθ’ όλο το μήκος του χείλους ενώ οι διαγωνιζόμενοι βρίσκονταν σε μια ευθύγραμμη τάφρο κάτω στο κέντρο. Τα μηχανήματα ετοιμάστηκαν, οι πίνακες προόδου πάνω από κάθε πάγκο ήταν κενοί εκτός από το όνομα και τον αριθμό κάθε αγωνιζομένου. Οι διαγωνιζόμενοι βρίσκονταν πάνω στο βάθρο διαβάζοντας ή συνομιλώντας. Ένας εξ αυτών εξέταζε με λεπτομέρεια τα νύχια των χεριών του. (Δεν ήταν σωστό οι διαγωνιζόμενοι να δίνουν σημασία στο πρόβλημα που είχαν να χειριστούν μέχρι να δοθεί το εναρκτήριο σύνθημα).
 Ο Τζορτζ διάβασε το φύλλο του προγράμματος που έβγαλε από την ειδική σχισμή του μπράτσου της θέσης και βρήκε το όνομα του Τρεβέλιαν. Ήταν το νούμερο δώδεκα και προς απογοήτευση του Τζορτζ ήταν σε λάθος μέρος της αίθουσας. Μπορούσε με δυσκολία να διακρίνει τη μορφή του Διαγωνιζόμενου Δώδεκα να στέκεται με τα χέρια του στις τσέπες, με την πλάτη στο μηχάνημα και να ατενίζει το ακροατήριο λες και μετρούσε πόσοι ήταν. Ο Τζορτζ δεν μπορούσε να διακρίνει το πρόσωπο του Τρεβέλιαν. Κι όμως εκείνος ήταν ο Τρεβ. Ο Τζορτζ κάθισε αναπαυτικά πίσω στη θέση του. Αναρωτήθηκε αν ο Τρεβ θα τα πήγαινε καλά. Ήλπιζε, θεωρώντας το καθήκον του, να τα πάει καλά, κι όμως  υπήρχε κάτι μέσα του που αποδεικνυόταν επαναστατικά ζηλόφθονο. Από τη μια μεριά, ο Τζορτζ, ανεπάγγελτος, να παρακολουθεί. Κι απ’ την άλλη, ο Τρεβέλιαν, Πιστοποιημένος Μεταλλουργός, να βρίσκεται εκεί και να διαγωνίζεται.
Ο Τζορτζ αναρωτήθηκε πάλι εάν ο Τρεβέλιαν είχε διαγωνιστεί στο πρώτο του έτος. Ενίοτε κάποιοι διαγωνίζονταν εάν ένιωθαν ιδιαίτερα σίγουροι για τον εαυτό τους – ή επίσπευδαν. Τούτο ενείχε κάποιο ρίσκο. Όσο και αποτελεσματική κι αν ήταν η εκπαιδευτική διαδικασία, ένα προκαταρκτικό έτος στη Γη (λάδωμα της σκουριασμένης γνώσης, σύμφωνα με την έκφραση) εξασφάλιζε ένα υψηλότερο αποτέλεσμα. Εάν ο Τρεβέλιαν διαγωνιζόταν εκ νέου, ίσως δεν τα πήγαινε τόσο καλά. Ο Τζορτζ ντράπηκε που μια τέτοια σκέψη τον ευχαριστούσε κάπως. Κοίταξε γύρω του. Η κερκίδα είχε σχεδόν γεμίσει. Προμηνυόταν ότι οι Ολυμπιακοί αυτοί θα είχαν υψηλή θέαση, πράγμα που σήμαινε μεγαλύτερο άγχος στους διαγωνιζόμενους – ή μεγαλύτερο κίνητρο, αναλόγως με το άτομο.
«Γιατί λέγονται Ολυμπιακοί;» σκέφτηκε ξαφνικά. Ποτέ δεν έμαθε. Γιατί το ψωμί το λένε ψωμί; Κάποτε ρώτησε τον πατέρα του: «Γιατί τους λένε Ολυμπιακούς, μπαμπά;» και ο πατέρας του απάντησε: «Ολυμπιακοί σημαίνει ανταγωνισμός». Τότε ο Τζορτζ ρώτησε: «Όταν μαλώνουμε εγώ κι ο Στάμπι, είναι κι αυτό Ολυμπιακοί, μπαμπά;» Ο Πλάτεν, ο πρεσβύτερος, είχε πει: «Όχι. Οι Ολυμπιακοί είναι μια ιδιαίτερη μορφή ανταγωνισμού, και σταμάτα να κάνεις ανόητες ερωτήσεις. Θα μάθεις όσα πρέπει όταν Εκπαιδευτείς».
Ο Τζορτζ τώρα πίσω στο παρόν, αναστέναξε και κουλουριάστηκε στη θέση του. «Όσα πρέπει να μάθεις!» Περίεργο που εκείνη η ανάμνηση να είναι τόσο σαφής τώρα. «Όταν Εκπαιδευτείς». Κανείς ποτέ δεν είπε, «Αν ποτέ Εκπαιδευτείς».
Πάντοτε συνήθιζε να κάνει ανόητες ερωτήσεις – έτσι φαινόταν τώρα – λες και μέσα το νου του προϋπήρχε κάποια ενστικτώδης γνώση για την ανικανότητά του να Εκπαιδευτεί και γι’ αυτό συνέχιζε να κάνει ερωτήσεις για να αποκτά σπαράγματα γνώσης εδώ κι εκεί όσο καλύτερα μπορούσε.
Και στον Οίκο τον ενθάρρυναν σ’ αυτό επειδή συμφωνούσαν με το νοητικό του ένστικτο. Ήταν ο μόνος τρόπος.
Ανακάθισε ξαφνικά. Τι στον διάβολο σκεφτόταν; Παρασυρόταν σ’ εκείνο το ψέμα; Γινόταν αυτό επειδή ο Τρεβέλιαν ήταν εκεί μπροστά του, ένας Εκπαιδευμένος, διαγωνιζόμενος στους Ολυμπιακούς και ο ίδιος να παραδίδεται στη μοίρα του! Δεν ήταν διανοητικά καθυστερημένος! Όχι! Και ή κραυγή μέσα στο νου του συνοδεύτηκε από τον σαματά του πλήθους καθώς όλοι στάθηκαν όρθιοι. Το θεωρείο στο κέντρο της αίθουσας καταλήφθηκε από μια κουστωδία φέροντας τα χρώματα της Νόβια και η λέξη Νόβια εμφανίστηκε από πάνω τους στον κυρίως πίνακα.
Η Νόβια ήταν ένας κόσμος Βαθμού Α, μ’ έναν μεγάλο πληθυσμό κι έναν πλήρως αναπτυγμένο πολιτισμό, ίσως τον καλύτερο στον Γαλαξία. Ήταν εκείνος ο κόσμος που κάθε Γήινος ήθελε να ζήσει μια μέρα, αν όχι ο ίδιος, τουλάχιστον να δει τα παιδιά του εκεί. (Ο Τζορτζ θυμήθηκε την επιμονή του Τρεβέλιαν να θέσει στόχο τη Νόβια – και να που τώρα διαγωνιζόταν γι’ αυτόν).
Τα φώτα σ’ εκείνον τον τομέα της οροφής πάνω από τους θεατές έσβησαν όπως και τα φώτα του τοίχου. Η κεντρική τάφρος, όπου περίμεναν οι διαγωνιζόμενοι, πλημμύρισε στα φώτα. Ξανά ο Τζορτζ προσπάθησε να διακρίνει τον Τρεβέλιαν, αλλά ήταν πολύ μακριά.
Η καθαρή, καλλιεργημένη φωνή του εκφωνητή ακούστηκε να λέει: «Διακεκριμένοι ανάδοχοι της Νόβια. Κυρίες και κύριοι. Ο Ολυμπιακός διαγωνισμός για τον Μεταλλουργό, μη ειδικευμένο στο σίδηρο, είναι έτοιμος να ξεκινήσει. Οι διαγωνιζόμενοι είναι –»
Προσεκτικά και συνειδητά διάβασε ολόκληρη τη λίστα του προγράμματος. Ονόματα. Πόλεις καταγωγής. Έτη εκπαίδευσης. Κάθε όνομα συνοδευόταν από ζητωκραυγές, και εκείνα με καταγωγή το Σαν Φρανσίσκο έλαβαν τις πιο δυνατές επευφημίες. Όταν ακούστηκε το όνομα του Τρεβέλιαν, ο Τζορτζ εξεπλάγη που ο ίδιος φώναζε και κουνούσε τα χέρια του σαν τρελός. Πιο πολύ όμως εξεπλάγη όταν ο ψαρομάλλης δίπλα του ζητωκραύγασε κι αυτός.
Ο Τζορτζ δεν μπόρεσε να μην κοιτάξει με κατάπληξη τον διπλανό του, ο οποίος έσκυψε για να του πει (φωνάζοντας δυνατά για ν’ ακουστεί μέσα σ’ εκείνη την οχλοβοή), «Κανείς δεν είναι εδώ από την πόλη μου, αλλά θα υποστηρίξω τη δική σου. Είναι κάποιος που ξέρεις;»
Ο Τζορτζ μαζεύτηκε. «Όχι».
«Παρατήρησα πως κοιτούσες προς τα εκεί. Θα ήθελες να σου δανείσω τα κιάλια μου;».
«Όχι, ευχαριστώ». (Δεν κοιτάει ο τρελόγερος τη δουλειά του καλύτερα;)
Ο εκφωνητής συνέχισε με άλλες τυπικές λεπτομέρειες σχετικές με τον αύξοντα αριθμό του διαγωνισμού, την μέθοδο της χρονομέτρησης, τα αποτελέσματα και άλλα. τελικά, μπήκε στην ουσία του θέματος και στο ακροατήριο έπεσε απόλυτη σιωπή για ν’ ακούσει.
«Κάθε διαγωνιζόμενος θα εφοδιαστεί με μια ράβδο ενός μη σιδηρούχου κράματος απροσδιόριστης σύνθεσης. Θα του ζητηθεί να δειγματίσει και να αναλύσει τη ράβδο, αποτιμώντας όλα τα υλικά σωστά με προσέγγιση τεσσάρων δεκαδικών ψηφίων επί τοις εκατόν. Όλοι θα χρησιμοποιήσουν για το σκοπό αυτόν έναν τύπο μικροφασματογράφου Μπίμαν FX-2, ο οποίος προς στιγμήν δεν λειτουργεί κανονικά». Ακούστηκαν επαινετικές φωνές από το ακροατήριο.
«Κάθε διαγωνιζόμενος θα πρέπει να προσδιορίσει το σφάλμα του μηχανήματος και να το διορθώσει. Θα του δοθούν εργαλεία και ανταλλακτικά. Τα απαραίτητα ανταλλακτικά μπορεί να μην είναι άμεσα διαθέσιμα, αλλά στην προκειμένη περίσταση θα πρέπει να ζητηθούν, και ο χρόνος παράδοσής τους θα αφαιρεθεί από την τελική χρονομέτρηση. Έτοιμοι όλοι οι διαγωνιζόμενοι;»
Ο πίνακας πάνω από τον διαγωνιζόμενο πέντε άστραψε φρενήρης σε κόκκινο χρώμα. Ο Πέντε έφυγε γρήγορα και επέστρεψε ένα λεπτό αργότερα. Το ακροατήριο γέλασε με κατανόηση.
«Όλοι οι διαγωνιζόμενοι έτοιμοι τώρα;»
Οι πίνακες παρέμειναν κενοί.
«Καμιά ερώτηση;»
Συνέχισαν να παραμένουν κενοί.
«Μπορείτε να αρχίσετε».
Δεν υπήρχε φυσικά τρόπος να γνωρίζει κανείς από το ακροατήριο για την πρόοδο των διαγωνιζομένων παρά μόνο όσα μπορούσαν να συμπεράνουν από τα γραφόμενα πάνω στους πίνακες. Τούτο όμως δεν είχε καμιά σημασία. Εκτός από τους περιστασιακούς μεταλλουργούς ανάμεσα στους θεατές, κανείς δεν ήταν σε θέση εν πάση περιπτώσει να καταλάβει επαγγελματικά κάτι. Αυτό που είχε σημασία ήταν ποιος ήταν πρώτος νικητής, ποιος δεύτερος, ποιος τρίτος. Γι’ αυτούς που πόνταραν στοιχήματα στις κερκίδες (παράνομα αλλά αναπόφευκτα) αυτό ήταν που μετρούσε. Όλα τα άλλα στάχτη και μπούρμπερη.
Ο Τζορτζ, όπως κι υπόλοιποι, παρακολουθούσε με λαχτάρα, κοιτάζοντας πότε τον ένα και πότε τον άλλον διαγωνιζόμενο, παρατηρώντας πώς εκείνος εκεί αφαίρεσε το κάλυμμα του μικροφασματογράφου πολύ επιδέξια μ’ ένα εργαλείο, πώς ετούτος εδώ εξέταζε την πρόσοψη του μηχανήματος, πώς ένας τρίτος έβαζε τη ράβδο στην υποδοχή της, και πώς ένας τέταρτος προσάρμοζε μια καλίμπρα με τέτοια επιδέξια και απαλά αγγίγματα πού έδειχνε να παγώνει το χρόνο.
Ο Τρεβέλιαν ήταν κι αυτός απορροφημένος σαν τους άλλους. Ο Τζορτζ αδυνατούσε εντελώς να κρίνει πώς τα πήγαινε. Και τότε ο πίνακας πάνω από τον Δεκαεφτά άναψε:
Απορυθμισμένη πλακέτα εστίασης.
Το ακροατήριο ζητωκραύγασε ξέφρενα.
Ο Δεκαεφτά μπορεί να είχε δίκιο άλλα, φυσικά, μπορεί να είχε κάνει λάθος. Στην τελευταία περίπτωση, θα έπρεπε να ανακαλέσει τη διάγνωσή του αργότερα και να χάσει χρόνο. Ή μπορεί να μην την ανακαλέσει με αποτέλεσμα να μην μπορέσει να περατώσει την ανάλυσή του ή ακόμη χειρότερα, να καταλήξει σε μια εντελώς εσφαλμένη ανάλυση.
Καμιά σημασία. Προς το παρόν το ακροατήριο ζητωκραύγαζε.
Άναψαν κι άλλοι πίνακες. Ο Τζορτζ περίμενε το νούμερο Δώδεκα. Τελικά άναψε κι αυτό: «Μη κεντραρισμένη υποδοχή δείγματος. Χρειάζομαι καινούρια μέγγενη».
Ένας υπάλληλος έσπευσε προς το μέρος του κρατώντας το καινούριο εξάρτημα. Εάν ο Τρεβέλιαν έκανε λάθος, τούτο σήμαινε άσκοπη καθυστέρηση. Άρα ο χρόνος αναμονής για το ανταλλακτικό δεν θα αφαιρούταν.
Ο Τζορτζ με δυσκολία κρατούσε την ανάσα του. Στο πίνακα Δεκαεφτά άρχισαν να φαίνονται αποτελέσματα με έντονα γράμματα: αργίλιο 41.2649, μαγνήσιο 22.1914, χαλκός 10.1001.
Εδώ κι εκεί, κι άλλοι πίνακες άρχισαν να δίνουν αποτελέσματα.
Το ακροατήριο τώρα είχε μεταβληθεί σ’ ένα πραγματικό φρενοκομείο. Ο Τζορτζ αναρωτήθηκε πώς οι διαγωνιζόμενοι μπορούσαν να δουλέψουν μέσα σ’ αυτό το πανδαιμόνιο. Μετά όμως σκέφτηκε πώς τούτο ήταν ό, τι έπρεπε: Ένας πρώτης τάξης τεχνικός πρέπει να λειτουργεί υπό πίεση.
Ο Δεκαεφτά σηκώθηκε από τη θέση του καθώς ο πίνακας του έγινε κόκκινος στα όρια του πλαισίου του, πράγμα που σήμαινε περάτωση. Ο Τέσσερα τελείωσε μόνο μετά από δύο δευτερόλεπτα. Μετά ένας άλλος, και μετά ακόμη ένας.
Ο Τρεβέλιαν ακόμη συνέχιζε, χωρίς ακόμη να αναφέρει τα δευτερεύοντα συστατικά. Αφού όλοι είχαν σχεδόν τελειώσει, σηκώθηκε επιτέλους κι ο Τρεβέλιαν. Ουραγός ήταν το νούμερο Πέντε, που δέχτηκε ένα ειρωνικό γιουχάισμα.
Δεν είχαν τελειώσει όμως. Οι επίσημες ανακοινώσεις φυσικά καθυστερούσαν. Ο χρόνος που διανύθηκε ήταν κάτι που μετρούσε αλλά και η ακρίβεια ήταν επίσης μείζονος σημασίας. Εξάλλου, δεν ήταν όλες οι διαγνώσεις το ίδιο δύσκολες. Ένας σωρός παράγοντες έπρεπε να εκτιμηθεί. Τελικά ακούστηκε η φωνή του εκφωνητή: «Νικητής ως προς τον χρόνο των τεσσάρων λεπτών και δώδεκα δευτερολέπτων, με σωστή διάγνωση και ανάλυση κατά προσέγγιση μηδέν κόμμα επτά στις εκατό χιλιάδες  είναι ο υπ’ αριθμό δεκαεπτά διαγωνιζόμενος, Χένρι Άντον Σμιτ από –»

Το τι ακολούθησε καταπνίγηκε μέσα σε τσιρίγματα. Δεύτερη θέση πήρε το νούμερο οκτώ ακολουθούμενος από το νούμερο τέσσερα, του οποίου ο καλός του χρόνος υστέρησε με λάθος στα πέντε ψηφία στις δέκα χιλιάδες σε σχέση με την εκτίμηση του νιοβίου.
Το Δώδεκα δεν αναφέρθηκε καθόλου. Δυστυχώς απέτυχε. Ο Τζορτζ άνοιξε δρόμο μέσα από το πλήθος προς τη Θύρα των Διαγωνιζομένων, όπου βρήκε ένα συνονθύλευμα ανθρώπων μπροστά του. Εκεί θα τους περίμεναν οι δικοί τους με κλάματα  (χαράς ή λύπης, ανάλογα με την περίσταση) να τους υποδεχθούν, δημοσιογράφοι να πάρουν συνέντευξη από τους νικητές, παιδικοί τους φίλοι, θαυμαστές εκλιπαρώντας για αυτόγραφα, διαφημιστές και οι συνηθισμένοι περίεργοι. Και κορίτσια που έλπιζαν να τραβήξουν την προσοχή ενός νικητή έτοιμου για να πάει στη Νόβια (ή ίσως κάποιου αποτυχημένου που είχε ανάγκη παρηγοριάς και είχε απαραίτητο το ρευστό).
Ο Τζορτζ στάθηκε πίσω. Δεν έβλεπε κανέναν που να ήξερε. Με το Σαν Φρανσίσκο τόσο μακριά από την πόλη του, ήταν αρκετά σίγουρο να υποθέσει ότι δεν ήταν κανένας συγγενής επί τόπου να συλλυπηθεί τον Τρεβ.
Οι διαγωνισθέντες άρχισαν να εμφανίζονται, χαμογελώντας αχνά, αναγνωρίζοντας τις φωνές επιδοκιμασίας. Αστυνομικοί συγκρατούσαν τα πλήθη σε αρκετή απόσταση για να ανοίξουν μια διάβαση. Κάθε επιτυχών τραβούσε προς το μέρος του ένα κομμάτι από το πλήθος, όπως ένας μαγνήτης έλκει τα ρινίσματα σιδήρου από έναν σωρό.
Όταν βγήκε ο Τρεβέλιαν, είχαν σχεδόν όλοι φύγει. (Ο Τζορτζ ένιωσε πως είχε κάπως καθυστερήσει να βγει ο Τρεβέλιαν). Σκυθρωπός, με το τσιγάρο στο στόμα, με κατεβασμένα τα μάτια, έστριψε να φύγει. Ο Τζορτζ ένιωσε για πρώτη φορά ένα άρωμα της πόλης του μετά από περίπου ενάμισι χρόνο που του φάνηκε σχεδόν δεκαπενταετία. Με έκπληξη παρατήρησε ότι ο Τρεβέλιαν δεν είχε μεγαλώσει, ότι παρέμεινε ο ίδιος Τρεβ όπως τον είχε δει την τελευταία φορά.
Ο Τζορτζ τινάχτηκε προς τα μπρος. «Τρεβ!»
Ο Τρεβέλιαν γύρισε απότομα κατάπληκτος. Κοίταξε ζωηρά τον Τζορτζ και άπλωσε το χέρι του.
«Τζορτζ Πλάτεν, τι στο διάβολο –»
Και δεν πρόλαβε καλά-καλά να ζωγραφιστεί η ευχαρίστηση στο πρόσωπό του κι έφυγε όπως ήρθε. Το χέρι του έπεσε βαρύ πριν προλάβει να το σφίξει ο Τζορτζ.
«Ήσουν εκεί;» Και μ’ ένα απότομα κούνημα του κεφαλιού του έδειξε την αίθουσα.
«Ήμουν».
«Για να με δεις;»
«Ναι».
«Δεν τα πήγα όμως τόσο καλά, ε;» Πέταξε το τσιγάρο του στο έδαφος και το πάτησε να σβήσει, στρέφοντας αφηρημένος το βλέμμα του προς το δρόμο, όπου το πλήθος βαθμιαία αραίωνε προσπαθώντας να βρει αεροταξί, ενώ καινούριες ουρές σχηματίζονταν για το επόμενο προγραμματισμένο ολυμπιακό αγώνισμα.
Ο Τρεβέλιαν είπε βαρύθυμα: «Και λοιπόν; Είναι μόνο η δεύτερη φορά που δεν πετυχαίνω. Να βράσω τη Νόβια μετά από τη συμφωνία που πέτυχα σήμερα. Υπάρχουν πλανήτες που θα έκαναν κρα για να με πάρουν – αλλά για στάσου, έχω να σε δω από τη Μέρα Παιδείας. Πού χάθηκες; Οι δικοί σου μου είπαν ότι ήσουν σε ειδική αποστολή χωρίς να δώσουν άλλες λεπτομέρειες, κι εσύ πάλι δεν μου έγραψες. Θα μπορούσες κάλλιστα να μου γράψεις».
«Ναι, θα έπρεπε», είπε ο Τζορτζ με κάποια ανησυχία. «Τέλος πάντων, ήρθα να σου πω πως λυπάμαι που ήρθαν έτσι τα πράγματα».
«Μη λυπάσαι καθόλου», απάντησε ο Τρεβάλιαν. «Η Νόβια να πάει να κουρεύεται – μολαταύτα, έπρεπε να το περιμένω. Για βδομάδες μιλούσαν ότι θα χρησιμοποιούσαν το μηχάνημα Μπίμαν. Όλα τα έξυπνα χρήματα επενδύθηκαν σε μηχανήματα Μπίμαν. Οι αναθεματισμένες εκπαιδευτικές ταινίες που μου εμφύτευσαν ήταν για μηχανήματα Χένσλερ, αλλά ποιος χρησιμοποιεί Χένσλερ; Οι κοινωνίες στο Σμήνος Γκόμαν, αν μπορείς να τις πεις κοινωνίες. Δεν ήταν μια καλή συμφωνία που μου πρότειναν;»
«Δεν μπορείς να παραπονεθείς στους –»
«Μη λες ανοησίες. Θα μου πουν πως ο εγκέφαλός μου είναι δεκτικός για Χενσλερ. Άντε πήγαινε να τους βάλεις μυαλό. Όλα πήγαν στραβά. Ήμουν ο μόνος που παρήγγειλα να μου φέρουν ένα ανταλλακτικό. Δεν το είδες;»
«Αφαίρεσαν όμως το χρόνο γ’ αυτό».
«Σωστά, αλλά έχασα χρόνο με το να κάθομαι και ν’ αμφιβάλλω εάν έκανα καλή διάγνωση όταν αντιλήφθηκα πως δεν υπήρχε μέγγενη στα εξαρτήματα που μου έδωσαν. Τούτο δεν αφαιρείται. Εάν ήταν Χένσλερ, θα ήξερα ότι είχα κάνει το σωστό. Πώς μπορούσα λοιπόν ν’ ανταγωνιστώ με τέτοιες συνθήκες; Ο πρώτος νικητής ήταν γέννημα-θρέμμα από το Σαν Φρανσίσκο. Κι ο πέμπτος τύπος ήταν από το Λος Άντζελες. Αυτοί έχουν ταινίες μεγαλουπόλεων. Τις καλύτερες διαθέσιμες, όπως Μπίμαν και όλα τα άλλα. Πώς να ανταγωνιστώ εγώ μ’ αυτούς; Κι ήρθα από την άλλη άκρη μέχρις εδώ απλά να βρω μια ευκαιρία δεδομένης της κατηγορίας μου σε κάποιο αγώνισμα υποστηριζόμενο από τη Νόβια, ειδάλλως θα μπορούσα κάλλιστα να καθίσω στ’ αυγά μου. Σου λέω, το ήξερα, και τέλειωσα τώρα μ’ αυτό. Η Νόβια δεν είναι το μοναδικό κομμάτι βράχου στο διάστημα. Απ’ όλα τα αναθεματισμένα –»
Δεν μιλούσε στον Τζορτζ. Δεν απευθύνονταν σε κανένα. Απλά λύθηκε η γλώσσα του και άφριζε βγάζοντας τα σωθικά του. Ο Τζορτζ το αντιλήφθηκε αυτό, γι’ αυτό του είπε: «Εφόσον ήξερες εκ των προτέρων ότι θα χρησιμοποιούσαν Μπίμαν, δεν μπορούσες να διαβάσεις και να μάθεις γι’ αυτά;»
«Μα σου λέω, δεν ήταν γραμμένα στις ταινίες μου».
«Θα μπορούσες να διαβάσεις – βιβλία».
Η τελευταία λέξη ειπώθηκε δειλά κάτω από το οξύ βλέμμα του Τρεβέλιαν.
«Πας να με κοροϊδέψεις για την αποτυχία μου; το βρίσκεις τόσο αστείο; Πώς θέλεις να διαβάσω κάποιο βιβλίο και να απαιτείς να αποστηθίσω τόσα όσα χρειάζομαι για να αναμετρηθώ με κάποιον άλλον που ήδη ξέρει».
«Νόμισα πως –»
«Για προσπάθησέ το. Για κάντο –». Και τότε ξαφνικά: «Επί τη ευκαιρία, ποιο είναι το δικό σου επάγγελμα;» ακουγόταν εντελώς εχθρικός τώρα.
«Λοιπόν –»
«Έλα τώρα. Αν θέλεις να μου κάνεις τον έξυπνο, για να δούμε εσύ τι κατάφερες. Βρίσκεσαι ακόμη στη Γη, όπως βλέπω, άρα δεν έγινες Προγραμματιστής Η/Υ κι ούτε η ειδική σου αποστολή φαίνεται να είναι τόσο σπουδαία».
«Άκου, Τρεβ», είπε ο Τζορτζ. «Έχω ένα ραντεβού κι άργησα». Πήγε να φύγει προσπαθώντας να χαμογελάσει.
«Όχι, δεν φεύγεις!» ο Τρεβέλιαν έκανε προς τα μπρός αρπάζοντας βίαια τον Τζορτζ από το σακάκι. «Απάντησε στην ερώτησή μου. Γιατί φοβάσαι να μου πεις; Τι τρέχει μ’ εσένα; Μην έρχεσαι εδώ να μου τρίψεις τη μούρη, Τζορτζ, αν δεν δέχεσαι να σου τρίψω κι εγώ τη δική σου. Μ’ ακούς;»
Είχε αρπάξει τον Τζορτζ και τον ταρακουνούσε με μανία. Ενώ πάλευαν και κυλιόντουσαν εδώ κι εκεί στο έδαφος, η Φωνή της Καταδίκης ήχησε στ’ αυτιά του Τζορτζ με τη μορφή του οργισμένου καλέσματος ενός αστυνομικού.
«Ελάτε, εντάξει, τώρα. Διαλύστε το».
Του Τζορτζ του λύθηκαν τα γόνατα και σηκώθηκε τρεκλίζοντας με ναυτία. Ο αστυνομικός θα ζητούσε ονόματα, ταυτότητες, και ο Τζορτζ δεν είχε. Θα τον ανέκρινε και αμέσως θα φανερωνόταν ότι ήταν ανεπάγγελτος. Και μάλιστα ενώπιον του Τρεβέλιαν, ο οποίος είχε πληγωθεί για την ντροπή της αποτυχίας και θα διέδιδε τα νέα πίσω στην πόλη τους σαν γιατρικό για τα πληγωμένα του αισθήματα.
Κάτι τέτοιο ο Τζορτζ δε θα το άντεχε. Ξέφυγε από τον Τρεβέλιαν και πήγε να το σκάσει, αλλά το χέρι του αστυνομικού έπεσε βαρύ στον ώμο του. «Ακίνητος. Για να δω την ταυτότητά σας».
Ο Τρεβέλιαν ψαχούλευε να βρει τη δική του λέγοντας θυμωμένα: «Με λένε Αρμάντ Τρεβέλιαν και είμαι Μεταλλουργός, Μη ειδικευμένος στο Σίδηρο. Μόλις πριν από λίγο διαγωνιζόμουν στους Ολυμπιακούς. Όμως καλά θα κάνεις να βρεις ποιος είναι αυτός εδώ, κύριε αστυνομικέ».
Ο Τζορτζ αντίκρισε τους δυο με το στόμα του ξερό και με κόμπο στο λαιμό του, αδυνατώντας ν’ αρθρώσει λέξη. Τότε ακούστηκε μια άλλη φωνή, ήσυχη και ευγενική: «Κύριε αστυνομικέ. Μια στιγμή»
Ο αστυνομικός έκανε πίσω. «Μάλιστα, κύριε;»
«Ο νεαρός από δω είναι φιλοξενούμενός μου. τι συμβαίνει;»
Ο Τζορτζ κοίταξε γύρω του με έκπληξη μένοντας σύξυλος. Ήταν ο ψαρομάλλης που καθόταν δίπλα του. Ένευσε καλοσυνάτα στον Τζορτζ.
Φιλοξενούμενος; Τρελός ήταν;
«Αυτοί οι δυο διατάραξαν την τάξη, κύριε».
«Υπάρχουν ποινικές κατηγορίες; Έκαναν ζημιές;»
«Όχι, κύριε».
«Ε, τότε, αναλαμβάνω εγώ την ευθύνη». Έδειξε μια μικρή κάρτα στον αστυνομικό, κι αυτός αμέσως έκανε πίσω με σεβασμό.
Ο Τρεβέλιαν πήρε να μιλήσει αγανακτισμένος: «Για σταθείτε τώρα –», αλλά ο αστυνομικός στράφηκε προς το μέρος του.
«Εντάξει, τώρα. Θέλεις να του κάνεις μήνυση;»
«Εγώ απλά –»
«Ελεύθερος, μπορείτε να πηγαίνετε. Οι υπόλοιποι – διαλυθείτε, παρακαλώ».
Ένας σημαντικός αριθμός περιέργων είχε συγκεντρωθεί, και τώρα απρόθυμα, σκορπιζόταν κι απομακρυνόταν. Ο Τζορτζ αφέθηκε από τον ψαρομάλλη να οδηγηθεί σ’ ένα αεροταξί αλλά έφερε αντίσταση πριν μπει. «Ευχαριστώ», είπε, «αλλά δεν είμαι φιλοξενούμενός σας». (Μήπως επρόκειτο για μια γελοία περίπτωση λάθος ταυτότητας;)
Ο ψαρομάλλης όμως χαμογέλασε και είπε: «Πριν δεν ήσουν. Είσαι τώρα. Να σου συστηθώ: Λάντισλας Ινγκενέσκου, Πιστοποιημένος Ιστορικός».
«Μα – »
«Έλα, δε θα πάθεις κακό, σε διαβεβαιώνω. Απλά θέλησα μόνο να σε γλιτώσω από το μπέρδεμα με τον αστυνομικό»
«Όμως γιατί;»
«Θέλεις μια αιτία; Τότε πες ότι είμαστε επίτιμοι συμπολίτες, εσύ κι εγώ. Κι οι δυο μας υποστηρίξαμε τον ίδιο αθλητή, θυμάσαι, κι εμείς οι άνθρωποι των πόλεων πρέπει να είμαστε αλληλέγγυοι, ακόμη κι αν ο δεσμός μας είναι τιμητικός, έτσι δεν είναι;»
Και ο Τζορτζ, αμφιβάλλοντας για τον άνθρωπο αυτόν, τον Ινγκενέσκου, καθώς και για τον εαυτό του, βρέθηκε μέσα σ’ ένα αεροταξί. Πριν αποφασίσει αν θα έπρεπε να κατεβεί, σηκώθηκαν από το έδαφος.
Μέσα στην σύγχυσή του σκέφτηκε: ο άνθρωπος τούτος έχει κάποιο κύρος. Ο αστυνομικός του έδειξε σεβασμό. Άρχισε σχεδόν να ξεχνά ότι ο πραγματικός σκοπός που βρισκόταν στο Σαν Φρανσίσκο δεν ήταν να δει τον Τρεβέλιαν αλλά να βρει κάποιο άτομο με αρκετή επιρροή για να εξαναγκάσει μια επανεξέταση της ικανότητάς του για Εκπαίδευση. Και ένα τέτοιο άτομο μπορεί να ήταν ο Ινγκενέσκου, και μάλιστα του ήρθε γάντι.
Όλα θα μπορούσαν να έχουν μια καλή έκβαση – πολύ καλή. Κι όμως στο μυαλό του η ελπίδα αυτή του φαινόταν φρούδα. Ένιωθε ανήσυχος. Κατά τη διάρκεια της σύντομης διαδρομής, ο Ινγκενέσκου μιλούσε σε ήρεμο τόνο για μικροπράγματα, δείχνοντας τα όρια της πόλης και αναπολώντας προηγούμενους Ολυμπιακούς που είχε δει. Ο Τζορτζ, ο οποίος απλά έδινε τόση σημασία όση να δείχνει ότι ενδιαφέρεται αρθρώνοντας διάφορους ασαφείς ήχους ανάμεσα σε παύσεις,  είχε με ανησυχία την προσοχή του στραμμένη στη διαδρομή της πτήσης.
Μήπως κατευθύνονταν προς κάποιο άνοιγμα της θολωτής ασπίδας και θα εγκατέλειπε για πάντα την πόλη;
Το αεροταξί προσγειώθηκε στην οροφή ενός ξενοδοχείου και, καθώς κατέβηκε, ο Ινγκενέσκου ρώτησε: «Ελπίζω να μου κάνεις παρέα για δείπνο στο δωμάτιό μου;» Ο Τζορτζ απάντησε καταφατικά και χαμογέλασε απροσποίητα. Είχε μόλις αρχίσει να νιώθει το κενό στο στομάχι του από την έλλειψη φαγητού. Ο Ινγκενέσκου άφησε τον Τζορτζ να φάει με την ηρεμία του. Είχε ήδη πέσει η νύχτα και τα φώτα στον τοίχο άναψαν αυτομάτως. (Κανείς δε με αναζήτησε για ένα εικοσιτετράωρο, σκέφτηκε ο Τζορτζ).
Αργότερα, πίνοντας τον καφέ τους, ο Ινγκενέσκου τελικά μίλησε: «Δείχνεις σαν να θέλω να σου κάνω κακό».
Ο Τζορτζ κοκκίνισε, άφησε στο τραπέζι την κούπα του και προσπάθησε να αρνηθεί, αλλά ο ηλικιωμένος άντρας γέλασε και κούνησε το κεφάλι του.
«Έτσι είναι. Σε παρακολουθώ στενά από την πρώτη φορά που σε είδα και νομίζω πως ξέρω τόσα πολλά για σένα τώρα».
Ο Τζορτζ τρομαγμένος ανασηκώθηκε από τη θέση του. Ο Ινγκενέσκου συνέχισε: «Έλα, κάθισε. Το μόνο που θέλω είναι να σε βοηθήσω».
Ο Τζορτζ ξανακάθισε αλλά οι σκέψεις του ήταν σε μια δίνη. Εάν ο γέροντας ήξερε ποιος ήταν, γιατί δεν άφησε στον αστυνομικό; Από την άλλη μεριά, γιατί προθυμοποιείται να βοηθήσει;»
«Θέλεις να μάθεις», είπε ο Ινγκενέσκου, «γιατί θέλω να σε βοηθήσω. Έλα, μην αναστατώνεσαι. Δεν έχω την ικανότητα να διαβάζω τις σκέψεις των ανθρώπων. Απλά η κατάρτισή μου, ξέρει, μου επιτρέπει να κρίνω τις μικρές αντιδράσεις που προδίδουν τι σκέπτεται κάποιος. Κατάλαβες;»
Ο Τζορτζ κούνησε το κεφάλι του αρνητικά.
Ο Ινγκενέσκου του εξήγησε: «Σκέψου όταν σε πρωτοείδα. Περίμενες στην ουρά να παρακολουθήσεις τους Ολυμπιακούς, και οι μικροαντιδράσεις σου δεν ταίριαζαν μ’ αυτό που έκανες. Η έκφραση του προσώπου σου ήταν λάθος, οι κινήσεις των χεριών σου ήταν κι αυτές λάθος.  Δηλαδή, σε γενικές γραμμές, κάτι πήγαινε στραβά, και το σπουδαίο ήταν πως, ό, τι κι αν ήταν αυτό, δεν ήταν κάτι συνηθισμένο, κι ούτε εμφανές. Ίσως, σκέφτηκα, ήταν κάτι για το οποίο δεν ήταν ενήμερος ο συνειδητός σου νους. Δεν αντιστάθηκα στον πειρασμό, σε ακολούθησα και κάθισα δίπλα σου. Και πάλι σε ακολούθησα όταν έφυγες και κρυφάκουσα τη συνομιλία ανάμεσα σ’ εσένα και το φίλο σου. Μετά απ’ αυτό, λοιπόν, έγινες ένα πάρα πολύ ενδιαφέρον αντικείμενο μελέτης – συγγνώμη αν αυτό ακούγεται ψυχρό – για να σ’ αφήσω στα χέρια εκείνου του αστυνομικού. Και τώρα πες μου: τι είναι αυτό που σε καίει;»
Ο Τζορτζ καταλήφθηκε από μια εναγώνια αναποφασιστικότητα. Αν αυτό ήταν παγίδα, γιατί να στηθεί με έναν τόσο πλάγιο και τεθλασμένο τρόπο; Εξάλλου, έπρεπε να αποταθεί κάπου για βοήθεια. Είχε έρθει στην πόλη για να βρει βοήθεια και να η ευκαιρία που του προσφερόταν. Το παράξενο ήταν πως προσφερόταν πάρα πολύ εύκολα.
Ο Ινγκενέσκου συνέχισε: «Φυσικά ό, τι μου λες είναι μια προνομιακή επικοινωνία, επειδή είμαι Κοινωνικός Επιστήμων. Ξέρεις τι σημαίνει αυτό;»
«Όχι, κύριε».
«Σημαίνει πως είναι ανέντιμο εκ μέρους μου να επαναλάβω τα όσα λες σε κάποιον άλλο για οποιονδήποτε σκοπό. Επιπλέον, κανείς δεν έχει το νομικό δικαίωμα να με αναγκάσει να τα αποκαλύψω».
Με μια ξαφνική υποψία, ο Τζορτζ παρατήρησε: «Νόμισα πως είστε Ιστορικός».
«Είμαι».
«Μα τώρα δα είπατε πως είστε Κοινωνικός Επιστήμων».
Ο Ινγκενέσκου ξέσπασε σε δυνατά γέλια και ζήτησε συγγνώμη όταν μπόρεσε να μιλήσει. «Λυπάμαι, νεαρέ μου, δεν έπρεπε να γελάσω, αλλά δε γέλασα εις βάρος σου. Γέλασα με τη Γη, η οποία δίνει μεγάλη έμφαση στις φυσικές επιστήμες και στα παρελκόμενα αυτών. Στοιχηματίζω πως μπορείς ν’ απαριθμήσεις απέξω κι ανακατωτά κάθε υποδιαίρεση της δομής της τεχνολογίας και της μηχανολογίας και να μην ξέρεις απολύτως τίποτε για τις κοινωνικές επιστήμες».
«Τι είναι, λοιπόν, η κοινωνική επιστήμη;»
«Η κοινωνική επιστήμη μελετά ανθρώπινες ομάδες και εμπεριέχει πολλούς υψηλά ειδικευμένους τομείς, όπως συμβαίνει με τη ζωολογία, λόγου χάρη. Επί παραδείγματι, υπάρχουν οι πολιτισμολόγοι, που μελετούν τη λειτουργία των πολιτισμών, την ανάπτυξή τους, την ακμή και την παρακμή τους. Πολιτισμός», πρόσθεσε προλαβαίνοντας τη σχετική ερώτηση, «είναι όλες οι φάσεις του τρόπου ζωής. Για παράδειγμα, ένας πολιτισμός περιλαμβάνει τον τρόπο που ζούμε, τα πράγματα που απολαμβάνουμε και πιστεύουμε, τι θεωρούμε καλό ή κακό και ούτω καθεξής. Κατάλαβες;»
«Νομίζω πως ναι».
«Ένας Οικονομολόγος – όχι ο Στατιστικολόγος της Οικονομίας – ειδικεύεται στη μελέτη του τρόπου που ένας πολιτισμός ικανοποιεί τις φυσικές ανάγκες των ατόμων. Ένας ψυχολόγος μελετά τα μέλη μιας κοινωνίας ξεχωριστά και πώς το άτομο επηρεάζεται από την κοινωνία. Ένας μελλοντολόγος ειδικεύεται στον σχεδιασμό της μελλοντικής πορείας μιας κοινωνίας, και ένας Ιστορικός – Να πού εμφανίζομαι κι εγώ τώρα».
«Μάλιστα, κύριε».
«Ένας Ιστορικός ειδικεύεται στο παρελθόν της ανάπτυξης της δικής μας κοινωνίας καθώς και των κοινωνιών άλλων πολιτισμών».
Ο Τζορτζ άρχισε να δείχνει ενδιαφέρον. «Ήταν αλλιώς στο παρελθόν;»
«Θα έλεγα πως ήταν. Μέχρι χίλια χρόνια πριν, δεν υπήρχε Παιδεία. Όχι τέτοια όπως την ονομάζουμε τώρα».
«Ξέρω», είπε ο Τζορτζ. «Ο κόσμος μάθαινε κομμάτι-κομμάτι από βιβλία».
«Α! πώς το ξέρεις;»
«Το άκουσα κάπου», είπε ο Τζορτζ με επιφύλαξη. Κατόπιν ρώτησε: «Και σε τι ωφελεί να ασχολείται κανείς για κάτι που έγινε πριν από πολύν καιρό; Δηλαδή, ό, τι έγινε, έγινε – δεν είναι έτσι;»
«Όχι, αγόρι μου, πότε δεν πρέπει να λέμε, ό, τι έγινε, έγινε. Το παρελθόν εξηγεί το παρόν. Για παράδειγμα, γιατί το εκπαιδευτικό μας σύστημα είναι αυτό που είναι;»
Ο Τζορτζ κουνήθηκε στη θέση του ανήσυχος. Ο άνθρωπος τούτος έφερνε το ζήτημα πλαγίως. «Επειδή είναι το καλύτερο», απάντησε με δηκτικό τρόπο.
«Α, αλλά γιατί είναι το καλύτερο; Άκουσέ με τώρα μια στιγμή και θα σου εξηγήσω, και τότε να μου πεις αν ωφελεί η ιστορία. Ακόμη και πριν να αναπτυχθούν τα διαστημικά ταξίδια –»
Διέκοψε την κουβέντα του βλέποντας την πλήρη κατάπληξη στο πρόσωπο του Τζορτζ. «Μα νόμιζες ότι τα είχαμε πάντα;»
«Ποτέ δεν το σκέφτηκα, κύριε».

[ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ...]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Ελληνική εξωτερική πολιτική: απαιτείται καλά σχεδιασμένη στρατηγική και όχι απλώς κινήσεις τακτικής

  Τα γεωπολιτικά ρήγματα που προκαλεί η Τουρκία και η ελληνική πλάνη Του Σωτήρη Σιδέρη   omegapr...