Πέμπτη, Φεβρουαρίου 19, 2015

Οι νεκρές φύσεις του Σεζάν και το αίμα των συζύγων

 

Ποιος ήταν ο Πωλ Σεζάν; 

 

του Ανδρέα Αποστολίδη


Ο έμπορος τέχνης Φρέντυ Γύρας ήταν καθηλωμένος σε μια αναπηρική καρέκλα και νοσηλευόταν υπό αστυνομική επιτήρηση. Δεν μπορούσε να μιλήσει ούτε να κινηθεί. Οι νευρολόγοι που τον εξέτασαν υποστήριζαν όμως ότι ο εγκέφαλός του λειτουργούσε. Η Ασφαλιστική Εταιρεία που πλήρωσε αναγκαστικά στη σύζυγό του αρκετά εκατομμύρια σε Ευρώ ­ διότι όρος αποζημίωσής της ήταν και η περίπτωση που ο σύζυγός της υπέπιπτε σε κακούργημα ­ ήθελε να βρει ένα σύστημα επικοινωνίας μαζί του. Το ερώτημα που είχε προκύψει ήταν αν πράγματι είχε σκοτώσει αυτός τον ασφαλιστή Γιάννη Καλογήρου και στη συνέχεια προσπάθησε να αυτοκτονήσει ή υπήρχε πλεκτάνη.
Η τηλεόραση πάνω από το κεφάλι του Φρέντυ Γύρα έπαιζε Σι Εν Εν: ήταν οι βομβαρδισμοί στη Γιουγκοσλαβία. Το Σι Εν Εν διέκοπτε κάθε τόσο τη ζωντανή ροή του για διαφημιστικά και διάφορα επιμορφωτικά κουίζ. Τώρα έδειχνε ένα που έγραφε: Ποιος ήταν ο Πωλ Σεζάν; Εφευρέτης της πυρίτιδας; Γάλλος μόδιστρος; Μετα-ιμπρεσιονιστής ζωγράφος;
Ο ανακριτής της Ασφαλιστικής Εταιρείας που παρακολουθούσε επίμονα τον Γύρα πρόσεξε ότι σε κάθε τέτοιο κουίζ, ο παράλυτος άντρας κάρφωνε το βλέμμα του στην οθόνη. Ίσως κάτι να σήμαινε αυτό. Στις δύο πρώτες ερωτήσεις ο Γύρας ανοιγόκλεισε δύο φορές τα βλέφαρά του, στην τρίτη μία. Ήταν μήπως προσπάθεια να φτιάξει έναν κώδικα επικοινωνίας, αναρωτήθηκε ο ανακριτής και τηλεφώνησε αμέσως στην Εταιρεία του, προκαλώντας ειρωνικά εις βάρος του σχόλια. Τι ήταν ο Πωλ Σεζάν; ρώτησε.

Όλα άρχισαν για τον Φρέντυ Γύρα όταν στο μεγάλο συγκρότημα πολυτελών διαμερισμάτων στα Βριλήσσια ήρθε ένα καινούργιο ζευγάρι. Ο ασφαλιστής Γιάννης Καλογήρου και η γυναίκα του Ευγενία.
Ο Γιάννης Καλογήρου, ασφαλιστής, 34 ετών, ύψος 1,78, και η Ευγενία, 29 ετών, 1,77, καστανή διακοσμήτρια και σύμβουλος στα καταστήματα Χανδρή, ζούσαν στη Νέα Σμύρνη, κοντά στην πλατεία. Ο Καλογήρου έλεγε πως με τις νέες εξελίξεις η γειτονιά είχε γίνει πιο σικ και η γυναίκα του θα σταματούσε την γκρίνια για αναβάθμιση του χώρου κατοικίας του. Για τον ίδιο το περιβάλλον ήταν Ο.Κ.
Όμως μια προαγωγή της γυναίκας του και η προοπτική για ένα δικό του άνοιγμα σε διπλή εργασία, η ανάληψη ενός τμήματος της Νεντερλάντε, έθεσε τις οικονομικές βάσεις για μετακόμιση. Η Ευγενία ήθελε «καλή» περιοχή. Ο Καλογήρου ήξερε ότι θα έφτυνε αίμα στη δουλειά, προσπάθησε να αποφύγει τα πανάκριβα ενοίκια, προσπάθησε να μην απομακρυνθεί πολύ από τη Νέα Σμύρνη που είχε διάφορες γκομενίτσες, αλλά η γυναίκα του το έκλεισε το πανάκριβο διαμέρισμα.
Κι εκεί, στην είσοδο του συγκροτήματος, ένα απόγευμα που η γυναίκα του έλειπε στο Γυμναστήριο, ο Γιάννης Καλογήρου έπεσε πάνω στη Σύλβια Φόγκελ, τη σύζυγο του Φρέντυ Γύρα. Ήταν 1,79 και με τα τακούνια της τα σταχτί μάτια της κοιτούσαν από ψηλά τα μαύρα δικά του. Ήταν πυρόξανθη κι έμοιαζε να έχει βγει από διαφήμιση μαύρης διθέσιας Κράισλερ. Είχε τέσσερις σακουλές ψώνια, που δύσκολα σήκωνε, κι ο Καλογήρου προθυμοποιήθηκε να τη βοηθήσει. «Μόλις ήρθα από Νέα Υόρκη» του είπε. «Εδώ μένετε; Πρέπει να είστε οι καινούργιοι. Ο άντρας μου σε τηλεφώνημα από το Παρίσι μού ανέφερε ότι στην Αθήνα γέμισε πλέον το συγκρότημα, έχουμε νέους γείτονες. Ένα συμπαθέστατο ζευγάρι. Εσείς πρέπει να είστε...».
Η Σύλβια σε ανταπόδοση της βοήθειας κάλεσε τον Καλογήρου για ένα ποτό. «Ο άντρας μου είναι ακόμα Παρίσι για δουλειές, είναι έμπορος τέχνης, επιστρέφει αύριο».
Ο Καλογήρου ύστερα από μιάμιση ώρα στο διαμέρισμα Γύρα έφυγε από τον πέμπτο όροφο και άνοιξε την πόρτα του ασανσέρ. Εκεί καθυστέρησε λίγο να πατήσει το κουμπί για τον δεύτερο, ώστε να σκουπίσει, συμβουλευόμενος τον μεγάλο καθρέφτη, το κατακόκκινο κραγιόν που είχε βάψει τις άκρες των χειλιών του.
Τρεις μέρες αργότερα, όταν επέστρεψε ο Φρέντυ Γύρας, το ζεύγος Καλογήρου ήταν καλεσμένο από τη Σύλβια στο μεγάλο οροφοδιαμέρισμα του πέμπτου. Την απέχθειά του για τη μοντέρνα τέχνη ο Γύρας την έκανε σαφή από την πρώτη συνάντησή του με τους νέους γείτονες. Τον Καλογήρου τον έβρισκε παρακατιανό αλλά γουστόζικο και λίγο πονηρούτσικο με τα θηλυκά. Τον είχε πάρει το μάτι του, πριν φύγει για Παρίσι, να γλυκοκοιτάζει μια όμορφη αλλοδαπή καθαρίστρια και, όπως ήταν κι ο ίδιος γυναικάς, θεώρησε ότι θα είχε «πλάκα» η παρέα μαζί του. Και η Ευγενία Καλογήρου ήταν όμορφη γυναίκα.
Φρέντυ Γύρας: «Προχθές ήμουν Παρίσι. Νοίκιασα ένα σπιτάκι. Τι; Ξενοδοχεία κι έτσι ­ δεν είναι για μένα. Ρε φίλε, ξοδεύεις κάτι παραπάνω αλλά είσαι ελεύθερος να φτιάξεις τη μακαρονάδα σου όποτε θέλεις. Με πιάνεις; Μέσα στους πίνακες ζω. Ξέρεις τι σημαίνει αυτό; Ότι μια μαλακισμένη γραμμή που τραβάει κάποιος μεθύστακας σε κόκκινο φόντο μπορεί να κοστίζει εκατό εκατομμύρια φράγκα. Τα βλέπω αυτά εγώ και φλιπάρω. Κι έτσι η μακαρονάδα μου παίρνει αξία. Γιατί να μην την υποστηρίξω; Τώρα ήταν ευκαιρία να πάρω κοψοχρονιά τρεις Μπρακ σε κολάζ ­ ξέρεις, εφημερίδες εποχής με χαρτοκοπτική η μία πάνω στην άλλη ­, σελίδες με μαλακίες απίστευτες ­ κομμώτρια ζητάει δουλειά στις μικρές αγγελίες, το πρόγραμμα του Λούβρου το 1917, διαφήμιση της Λανκόμ, και ένα βιολί, ζωγραφιά αυτό, με λάδι, όπου τα αποκόμματα των εφημερίδων τοποθετούνται πάνω του σαν δοξάρι ανάποδο ­ και τίτλο, γιατί σε αυτούς τους πίνακες εκεί που φρικάρεις είναι με τον τίτλο:
"Ζητιάνος στο μετρό" ­ Άμπρα χαχά, όπως λέει κι ένας κολλητός συνάδελφος. Πού είχα μείνει;».
«Δεν έχει σημασία», έκανε ο Γιάννης Καλογήρου, γιατί το μάτι του είχε πιάσει τη Σύλβια Φόγκελ, που στεκόταν πλάτη στον άντρα της στο κούφωμα της πόρτας του διαδρόμου προς την κουζίνα: είχε ανασηκώσει τη φούστα της και του έδειχνε το δαντελωτό κιλοτάκι της. Ο Γιάννης Καλογήρου κατέβασε μονορούφι το υπόλοιπο Σίβας.

Σε επόμενη συνεύρεση των Καλογήρου με τον Γύρα. Ο Φρέντυ ξεμονάχιασε τον Γιάννη. «Χάθηκα την τελευταία βδομάδα. Είπα να μπουρδελιάσω λίγο. Την έκανα καθημερινά μετά τη δουλειά για ένα μπαρ με κονσομασιόν λάιτ. Υπήρχε μια γκομενούλα που με κελάρυζε ζόρικα. Μυρίστηκε χρήμα η μικρή. Κι η πλάκα ξέρεις ποια είναι; Πως όταν έμαθε ότι είμαι έμπορος τέχνης, γύρισε την κουβέντα στα καλλιτεχνικά. Της λέω ­ Είμαι πολύ διανοούμενος για σένα μικρή μου. Και πάει να μου αντιμιλήσει. Της κάνω ­ Μη ζαλίζεις τ' όμορφο το κεφαλάκι σου με τέτοια. Φρίκαρα και την έκοψα. Να 'μαι, λοιπόν, εδώ. Πες μου τα νέα σου. Τι έκανες, πονηρούλη, κατά την απουσία μου;».
Ο Γιάννης Καλογήρου τού είπε πως οι δουλειές του πήγαιναν χάλια. Έπρεπε να φέρει καινούργια ασφάλιστρα. «Με τις γκομενοδουλειές έχω μείνει πίσω» τού λέει ο Καλογήρου και του προτείνει να τον ασφαλίσει. «Αν αυτό σ' ευχαριστεί, γιατί όχι; Λεφτά έχω. Τι θα πληρώνω; Δύο με πολλά μηδενικά; Τρίχες, δηλαδή. Κοίτα, μη με απασχολήσεις μόνο με τις λεπτομέρειες. Δεν αντέχω. Φέρε τα έντυπα, τα υπογράφω και βάζεις ό,τι πιο συμφερτικούς όρους έχεις για μένα ανάλογα με το χρήμα που καταβάλλω κι έκλεισε το θέμα. Οι φίλοι γι' αυτό υπάρχουν, για να τους βοηθάμε. Ένα εκατομμυριάκι το εξάμηνο είναι ψίχουλα για τον Γύρα. Θεώρησε την εκδούλευση ληγμένη και μην ξαναμιλήσεις γι' αυτήν. Στείλε στη γραμματέα μου τα έντυπα, τα υπογράφω, τα συμπληρώνεις με όρους καλούς και τέρμα το παραμύθι. Εξηγηθήκαμε; Ωραία».
Πέντε μήνες μετά ­ κι ενώ ο Γιάννης Καλογήρου, κάθε δεκαπέντε που η γυναίκα του τύχαινε να 'χει Γυμναστήριο και να λείπει ο Γύρας, ανέβαινε στη Σύλβια Φόγκελ κι αυτή τον τρέλαινε, ­ το ζεύγος Καλογήρου βρέθηκε με τους Γύρα σε ένα μικρό πάρτι στο μεγάλο οροφοδιαμέρισμα. Μαζί τους είναι άλλα δύο ζευγάρια. Ο Φρέντυ Γύρας μετά το φαγητό φεύγει για δουλειά, θα ξαναγύριζε αργά το βράδυ. Η Σύλβια Φόγκελ μισομεθυσμένη γίνεται πολύ διαχυτική με τον Γιάννη Καλογήρου, σε σημείο να απειλείται επεισόδιο με την Ευγενία. Τ' άλλα δύο ζευγάρια, ενοχλημένα από την όλη ατμόσφαιρα, δηλώνουν κάποια στιγμή ότι ήρθε η ώρα να φύγουν. Η Ευγενία προφασίζεται αδιαθεσία και κατεβαίνει κάτω. Η Σύλβια μένει μόνη με τον Καλογήρου. Βάζει ένα Σι Ντι με τη Λώρη Άντερσον, που τις θυμίζει τα τριπάκια, τα μικρά χαρτάκια που πιπιλούσε στη Νέα Υόρκη με Ελ Ες Ντι.
Όταν στο Γυμναστήριο της Εκάλης γνωρίστηκε με την Ευγενία ­ πριν ακόμα τη μετακόμιση του ζεύγους Καλογήρου ­, κάνοντας κοινές ασκήσεις μαζί της με βαράκια και κοιλιακούς, της είχε δώσει κι αυτής ένα τέτοιο μικρό χαρτάκι.
Η Ευγενία Καλογήρου σε είκοσι λεπτά ανεβαίνει ξανά πάνω. Κρατάει ένα σφυρί και το κλειδί του οροφοδιαμερίσματος.
Το αιχμηρό αντικείμενο που κρατούσε η Ευγενία Καλογήρου ταξίδεψε με φόρα από πάνω προς τα κάτω για να προσγειωθεί στο κρανίο του ημίγυμνου άντρα της.
Ένα σιντριβανάκι αίμα ξεπήδησε μέσα από τα αραιωμένα μαλλιά του κι έπεσε μαλακά, αργά στον ανοιχτό κρεμ καναπέ του σπιτιού της Σύλβια Φόγκελ και του Φρέντυ Γύρα.
Αυτή ήταν μόνο η αρχή. Ο Καλογήρου έγινε αμέσως κόκκινος. Τα μάτια του έκαιγαν. Δάκρυσε. Το αίμα πλέον εμπόδιζε τις κινήσεις του. Έπρεπε να ασχοληθεί με αυτό. Να το σταματήσει. Τα μαλλιά του είχαν μουσκέψει. Βούτηξε ένα ρολό χαρτί κουζίνας, που σύντομα τελείωσε. Έτρεξε στο μπάνιο και στο φαρμακείο. Οξυζενέ δεν βρήκε. Το βλέμμα του θόλωσε πάλι, καθώς έγειρε άθελα του το κεφάλι. Έσκισε το πουκάμισό του. Πίεσε με αυτό το κεφάλι του. Το πουκάμισο σύντομα έγινε μούσκεμα και το πέταξε στην μπανιέρα. Μετά διέκρινε μια πετσέτα μπάνιου. Ταυτόχρονα το μάτι του έπιασε στο πάνω ράφι του φαρμακείου ένα μπουκάλι οινόπνευμα. Σκούπισε το κεφάλι του με τη μαύρη πετσέτα της Φόγκελ κι άδειασε το μισό μπουκαλάκι στην πληγή. Ύστερα κατάλαβε ότι για να σταματήσει το αίμα έπρεπε να γείρει λίγο στο πλάι, ώστε η πληγή να βρίσκεται σε κατακόρυφη θέση και ο σφυγμός του που χτυπούσε δυνατά να μην μπορεί να αδειάσει όλο το αίμα του από το κεφάλι.
«Είναι ο μόνος τρόπος για να γλιτώσω», σκέφθηκε. Ήταν η πρώτη στιγμή που είχε χρόνο να σκεφθεί κάτι, πέρα από τις ενστικτώδεις μέχρι τότε κινήσεις του. Έχυσε οινόπνευμα στην πληγή, έβρεξε με το υπόλοιπο το μπλουζάκι και πίεσε με μανία το τραύμα. «Πρέπει να το σταματήσω το γαμημένο να τρέχει», είπε. Το μυαλό του όμως έπαιρνε συνεχώς όλο και πιο καθαρές στροφές.
Η γυναίκα του είχε βγει στη βεράντα και κάπνιζε κοιτώντας τη σελήνη να τρέχει στα σύννεφα. Και περίμενε, περίμενε να καταρρεύσει. Η Σύλβια στο δεύτερο μπάνιο έκανε καυτό ντους. Με το κεφάλι πάντα γερμένο στο πλάι. Ο Γιάννης Καλογήρου βρήκε τσιγάρα, άναψε ένα και πήρε ψαχουλευτά μια μπουκάλα ουίσκι. Άδειασε λίγο στο κεφάλι του. Στυλώθηκε. Και όρμησε στη βεράντα.
«Έγινε μακελειό», είπε ο αξιωματικός του περιπολικού που έφτασε.
«Έγινε», απάντησαν η Ευγενία Καλογήρου και η Σύλβια Φόγκελ.
Ο αξιωματικός είχε εμπειρία από τέτοια. Κοίταξε τις γυναίκες από πάνω μέχρι κάτω. Έτρεμαν σύγκορμες.
Ο Φρέντυ Γύρας είχε πέσει από το μπαλκόνι του πέμπτου. Μάρτυρας είχε ακούσει τη Σύλβια να φωνάζει: «Μην το κάνεις, μη, εγώ φταίω». Στην άκρη του λίβινγκ ρουμ, κοντά στην μπαλκονόπορτα, κοίτονταν νεκρός ο ασφαλιστής Γιάννης Καλογήρου με δύο χτυπήματα από σφυρί στο κεφάλι.
Τηλεόραση: Έγκλημα ερωτικής αντιζηλίας. Ο έμπορος τέχνης Φρέντυ Γύρας πάνω σε φιλονικία σκότωσε τον ασφαλιστή Γιάννη Καλογήρου. Ο Καλογήρου διατηρούσε σχέσεις με τη γυναίκα του εμπόρου τέχνης. Μετά το φονικό ο Φρέντυ Γύρας αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει και νοσηλεύεται σε πολύ σοβαρή κατάσταση. Λέγεται ότι, πριν από τη φιλονικία με το θύμα, είχε κάνει κρυφά χρήση παραισθησιογόνων.
Η Ευγενία Καλογήρου και η Σύλβια Φόγκελ είχαν απαλλαγεί από τους συζύγους τους. Ο ένας νεκρός, ο άλλος παράλυτος στη φυλακή. Το μακελειό της οικείας Γύρα ήταν βαρύ ψυχικά αλλά τα χρήματα βρίσκονταν στην τσέπη τους και η στενή προσωπική σχέση υποσχόταν πολλά.
Όση ώρα ο ανακριτής της Νεντερλάντε περίμενε το επόμενο κουίζ του Σι Εν Εν ο διεθνής σταθμός μετέδιδε δηλώσεις πολιτικών που καταδίκαζαν τη χρήση βίας και όπλων από ανήλικους και από τρομοκράτες σε όλο τον κόσμο. Οι διαφορές έπρεπε να λύνονται ειρηνικά, σύμφωνα με τους νόμους.
Ύστερα από επίπονες προσπάθειες ημερών, όταν ο οξυδερκής ανακριτής βρήκε έναν κώδικα επικοινωνίας με τον Φρέντυ Γύρα κι άρχισε να του διατυπώνει ένα μακρύ κατάλογο ερωτήσεων που οδηγούσαν στην αλήθεια, οι δυο γυναίκες, με τη στυφή οσμή του αίματος κολλημένη στα ρουθούνια τους, έπιναν Τεκίλα Σανράιζ στις ξαπλωτές πολυθρόνες τους στο Μαλιμπού, δηλωμένες στο ξενδοχείο λουξ με ψεύτικα ονόματα.
Έτσι ήταν εκείνη η μακρινή εποχή ­ tricky, όλο κόλπα, σαν τα βιολιά της Λώρη Άντερσον, σαν την ερώτηση του Σι Εν Εν «Ποιος ήταν ο Πωλ Σεζάν;», στο διάλειμμα δύο ζωντανών συνδέσεων με Βελιγράδι.
Στο ίδιο ξενοδοχείο έμεναν με ψεύτικα, επίσης, ονόματα Αμερικανοί αξιωματικοί της αεροπορίας της μοίρας των Στελθ που έπασχαν από μετατραυματικό στρες και ένα ζευγάρι παλιών καταζητούμενων της Ρότε Αρμέε Φραξιόν, που είχαν βοηθήσει σε μια τρομοκρατική επίθεση στην Ελλάδα με νεκρούς, είχαν γλιτώσει παρά τρίχα και αναρωτιούνταν κι αυτοί για τη ματαιότητα της ζωής γενικά...
Δεν άργησαν όλοι τους να γίνουν μια ζωηρή παρέα ­ αυτοί και παραδίπλα ο άλλος κόσμος, ο καθημερινός. Είχαν ξεπεράσει το στρες παίζοντας Μπητς Βόλλεϋ με δυνατά καρφιά. Ήταν καταχαρούμενοι στο Μαλιμπού, όπως καταχαρούμενος ήταν κι ο Πωλ Σεζάν κλεισμένος μέρες στο ατελιέ του, όταν ζωγράφιζε τις Νεκρές του Φύσεις...


Πηγή: mathisis.com

Αποτέλεσμα εικόνας για Ανδρέα ΑποστολίδηBiblioNet : Αποστολίδης, Ανδρέας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Jørn Lier Horst: ο επιθεωρητής της αστυνομίας που γράφει καλά αστυνομικά μυθιστορήματα

Jørn Lier Horst: συνέντευξη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη Ελπιδοφόρος Ιντζέ...