Τετάρτη, Φεβρουαρίου 18, 2015

Στα βήματα του θρυλικού Γιάννη Μαρή


Φίλιππος Φιλίππου

 Έγκλημα στη διεθνή Έκθεση 


Βρίσκονταν μπροστά στο γαλλικό περίπτερο και παρατηρούσαν τα εκθέματα: οικιακές συσκευές, ρούχα, αρώματα, κούκλες, ξύλινα ομοιώματα του Πύργου του Άιφελ. Όλα εκεί ήταν τοποθετημένα με γούστο, φινέτσα και μεράκι. Ο Μαρής αναρωτήθηκε αν τα εκθέματα ήταν που τραβούσαν το ενδιαφέρον του κόσμου ­ κατά παραδοξότητα, η πλειονότητα των επισκεπτών ανήκε στο λεγόμενο ισχυρό φύλο ­ ή αν αυτό οφειλόταν στους παραδοσιακούς δεσμούς φιλίας ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Γαλλία.

Μέσα στο περίπτερο υποδεχόταν τον κόσμο ένα εξαίσιο θηλυκό πλάσμα, που κρατούσε ένα πεκινουά στην αγκαλιά. Είχε κόκκινα μαλλιά, πράσινα μάτια, ροζ βαμμένα χείλη, γοητευτικό χαμόγελο και μια χαριτωμένη μυτούλα σε στυλ Κατρίν Ντενέβ. Τα δόντια της ήταν κάτασπρα και πρόβαλαν προκλητικά μέσα από το σαρκώδες στόμα, που θύμιζε εκείνο της Μπριζίτ Μπαρντό την εποχή της ταινίας «Και ο Θεός έπλασε τη γυναίκα» ­ προτού δηλαδή αρχίσει ν' ασχολείται με τα ζώα.

Ο Μαρής έκλεισε το μάτι στον Τσιρίγκο που βάδιζε πλάι του και προχώρησε προς το μέρος της κοπέλας, σπρώχνοντας ελαφρά τους άνδρες που την έτρωγαν με τα μάτια και κάτι γυναίκες που της έριχναν φαρμακερές ματιές. Καθώς περπατούσε, παρ' ολίγον να πέσει πάνω σ' έναν άνδρα με χλωμό πρόσωπο, φακίδες και σχιστά μάτια που θύμιζε Κινέζο. Ο άνδρας φορούσε ένα μαύρο πουκάμισο τόσο ανοιχτό που επέτρεπε να φαίνονται οι τρίχες τού στήθους του, ενώ από τον λαιμό του κρεμόταν ένας χρυσός σταυρός με χοντρή αλυσίδα.

«Θαυμάσιο το περίπτερό σας», είπε ο Μαρής γαλλικά στην κοπέλα, κοιτάζοντας το υπέροχο στήθος της.

«Είστε πολύ ευγενικός», είπε εκείνη στην ίδια γλώσσα, επιχειρώντας ματαίως να τακτοποιήσει με το χέρι το ντεκολτέ της. Η προφορά της είχε επαρχιώτικη χροιά, πράγμα που παραξένεψε τον Μαρή.

«Κι εσείς είστε όμορφη», πρόσθεσε.

«Σας ευχαριστώ», είπε με νάζι η κοπέλα.

«Κατρίν ή Μπριζίτ;».

«Με λένε Μαλάμω», του είπε σε άπταιστα ελληνικά. Το λάμδα ακούστηκε γλυκό και ζαχαρωμένο.

Ο Μαρής, λίγο αμήχανος για την γκάφα του, προσπάθησε να τα μπαλώσει.

«Από 'δώ;» ρώτησε.

«Από την Καλαμαριά». Το καινούργιο λάμδα ακούστηκε πιο μελωμένο.

«Είστε ένα ερωτικό πλάσμα, όπως ερωτική είναι ολόκληρη η Θεσσαλονίκη».

«Υπερβάλλετε», του είπε μειδιώντας.

Ξαφνικά, το χαμόγελο της κοπέλας πάγωσε. Άνοιξε το στόμα της για να πει κάτι, αλλά δεν τα κατάφερε. Το χέρι της σηκώθηκε, δείχνοντας πίσω του.

«Βοήθεια!», φώναξε τελικά.

Ταραγμένος ο Μαρής έστρεψε το κεφάλι του κι αυτό που είδε, τον έκανε να χλωμιάσει: ο φίλος και συνεργάτης του ήταν πεσμένος στο έδαφος μ' ένα μαχαίρι στην καρδιά.

Μια γριά ούρλιαξε, ένα κοριτσάκι τσίριξε και το πεκινουά γάβγισε, χώνοντας τη μουσούδα του στο ντεκολτέ της Μαλάμως. Αμέσως, ένας κύκλος από περίεργους σχηματίστηκε γύρω από τον νεκρό. Ο Μαρής άνοιξε δρόμο με τα χέρια, για να φθάσει κοντά του.

«Είπε τίποτα προτού ξεψυχήσει;» ρώτησε έναν ηλικιωμένο περίεργο.

«Κάτι σαν γαρδένια», απάντησε εκείνος. 
************************




Ο αυθεντικός  Γιάννης Μαρής (1916-1979)
**********************
Στα γραφεία της Ασφάλειας Θεσσαλονίκης ο δημοσιογράφος Μαρής, αρχισυντάκτης της αθηναϊκής εφημερίδας «Η Εποχή», συζητούσε με τον διοικητή. Του ανέφερε τους λόγους της επίσκεψής του στην πόλη, που δεν ήταν μόνο η Έκθεση και η παρακολούθηση της συνέντευξης του πρωθυπουργού. Θα μιλούσε ιδιαίτερα με τον Τσιρίγκο, ανταποκριτή της εφημερίδας, για ένα σοβαρό θέμα το οποίο είχε ήδη γίνει ρεπορτάζ.

Ο Τσιρίγκος με στοιχεία και ονόματα είχε αποκαλύψει ένα κύκλωμα κακοποιών που δρούσε στη Θεσσαλονίκη, μια πόλη που ερχόταν δεύτερη σε εγκληματικότητα μετά την Αθήνα. Το ζήτημα θα σταματούσε εκεί, αν στο ρεπορτάζ δεν αναφερόταν και το όνομα του Χρήστου Δαράτου, του επονομαζόμενου Κροάτη, γεννημένου όμως στο Μπραχάμι. Ο Δαράτος εβαρύνετο με κατηγορίες για φόνους, εκβιασμούς, νταβατζιλίκια, αλλά και λαθρεμπόριο όπλων στο Ζάγκρεμπ στη διάρκεια του γιουγκοσλαβικού εμφυλίου.

Ο διοικητής ήταν κατηγορηματικός: η παρουσία του Κροάτη στη Θεσσαλονίκη δεν είχε εξακριβωθεί, ο Τσιρίγκος δεν διασταύρωσε τις πληροφορίες του.

«Τότε γιατί τον σκότωσαν»;

«Ξέρω 'γώ; Μπορεί να χρωστούσε στα χαρτιά. Ή στο μπαρμπούτι».

Ο διοικητής τον δούλευε και ο Μαρής έβραζε από το κακό του. Ήθελε να του τα ψάλλει, όμως το ανέβαλε για ευθετότερο χρόνο. Σκεφτόταν μάλιστα να ζητήσει από τον υπουργό Δημόσιας Τάξης, που ήταν φίλος του, να τον θέσει υπό δυσμένεια και να τον στείλει στα σύνορα, κατά προτίμηση στην Κακαβιά, να αστυνομεύει την περιοχή από τους Αλβανούς λαθρομετανάστες.

Βγαίνοντας από το γραφείο του διοικητή, προσπάθησε να φανεί ευγενικός.

«Ωραία η Θεσσαλονίκη», σχολίασε.

«Και ήσυχη», παρατήρησε ο διοικητής.

«Πολύ ήσυχη», είπε ο Μαρής. «Σε σκοτώνουν χωρίς θόρυβο, σεβόμενοι τις αστυνομικές διατάξεις».

Πριν φύγει από το ξενοδοχείο «Παλλάς», της οδού Τσιμισκή, ο Μαρής ρώτησε τον ρεσεψιονίστα τι του θύμιζε η λέξη «γαρδένια». Πήρε την απάντηση πως στην πόλη μ' αυτό το όνομα υπήρχαν: ένα ανθοπωλείο στη Ροτόντα, ένα καφενείο στην Τούμπα και ένα καθαριστήριο στου Χαριλάου. Όμως, μαγαζί ή κάτι άλλο εννοούσε ο Τσιρίγκος με τη λέξη που ξεστόμισε, προτού αφήσει την τελευταία του πνοή υπό το τρομαγμένο βλέμμα της Μαλάμως;

Ύστερα από επίμονες πιέσεις επί του ρεσεψιονίστα ­ συν ένα πεντοχίλιαρο στην τσέπη του ­ έβγαλε λαβράκι: στον Βαρδάρη, όχι μακριά από τον «Μύλο» και τα αναβαθμισμένα Λαδάδικα βρισκόταν το καμπαρέ «Κόκκινη Γαρδένια».

Ανέβηκε στην Άνω Πόλη με τα πόδια για να βάλει σε τάξη τις σκέψεις του. Ήπιε καφέ σ' ένα καφενεδάκι της οδού Ακροπόλεως, χάζεψε το Γεντί Κουλέ, περιπλανήθηκε στα στενά και τις ανηφόρες. Πριν από τα μεσάνυχτα πήρε ταξί, λέγοντας στον οδηγό να τον πάει στην «Κόκκινη Γαρδένια». Επειδή τα τραπεζάκια κοντά στην πίστα ήταν πιασμένα, κάθησε παράμερα και παρήγγειλε ουίσκι με σόδα και παγάκια. Όταν τα φώτα χαμήλωσαν, ένας προβολέας σχημάτισε κόκκινο φωτεινό κύκλο στην πίστα. Σε λίγο βγήκε από το σκοτάδι και μπήκε στον κύκλο η τραγουδίστρια.

Με φωνή που έμοιαζε να βγαίνει από τα έγκατα της γης, η γυναίκα άρχισε με το «Strangers in the night», που το 'κανε αγνώριστο με τα ελληνοπρεπή αγγλικά της. Φαινόταν όμορφη, μα τα χαρακτηριστικά της ήταν τσακισμένα και τα έκρυβε κάτω από ένα παχύ στρώμα μεϊκάπ. Αργότερα, τη θέση της πήρε ένα χορευτικό ζευγάρι μεσηλίκων ­ προφανώς Ρώσοι ή Ουκρανοί ­ και η τραγουδίστρια αποσύρθηκε στα παρασκήνια. Ο Μαρής φώναξε το γκαρσόνι, έναν κρεμανταλά με κρεατοελιά στη μύτη και βάζοντάς του ένα χαρτονόμισμα στο μόλις απλωμένο χέρι, του ζήτησε να δει την τραγουδίστρια.

Εκείνη δεν άργησε να φανεί. Τη λέγανε Ζανέτ και κάποτε ήθελε να σπουδάσει φιλολογία. Αντί για το Πανεπιστήμιο, γράφτηκε σε μια σχολή κομμωτικής και βρήκε δουλειά σε συνοικιακό κουρείο. Επειδή δεν ανεχόταν τις σεξουαλικές παρενοχλήσεις του κουρέα, έφυγε και τελικά εξόκειλε σ' αυτό το «κωλοχανείο», όπως αποκάλεσε την «Κόκκινη Γαρδένια». Έμενε στο Ασβεστοχώρι, είχε δουλέψει σε διάφορα μαγαζιά από το Διδυμότειχο έως τον Πλαταμώνα και τ' όνειρό της ήταν να κατεβεί στην Αθήνα για να ηχογραφήσει κανένα δίσκο. Ο Μαρής τής εκμυστηρεύτηκε πως σχεδίαζε ν' ανοίξει ένα μαγαζί ­ σκυλάδικο για διανοούμενους, το χαρακτήρισε ­ με τ' όνομα «Ρεπορτάζ» και της πρότεινε να πάει να δουλέψει μαζί του. Κολακευμένη εκείνη, του έδωσε τη διεύθυνσή της.

Ολα πήγαιναν καλά μέχρι τη στιγμή που ο Μαρής τη ρώτησε αν γνώριζε τον δημοσιογράφο Βασίλη Τσιρίγκο. Τότε η γυναίκα χλώμιασε και ύστερα από στιγμιαίο δισταγμό αρνήθηκε κάτι τέτοιο. Όταν τη ρώτησε αν γνώριζε κάποιον Χρήστο Δαράτο ή Κροάτη ­ γνωστό του από την Αθήνα, δήθεν ­ εκείνη μουγγάθηκε. Μετά ζήτησε συγγνώμη και κατευθύνθηκε προς το καμαρίνι της, ενώ ο Μαρής πρόσεξε πως το γκαρσόνι με την κρεατοελιά στη μύτη τον παρατηρούσε εχθρικά.

Το μεσημέρι της επόμενης ημέρας πήγε στο Ασβεστοχώρι, στη διεύθυνση που του είχε δώσει η Ζανέτ. Αφού έδιωξε τον ταξιτζή, προχώρησε προς το μοναχικό σπίτι στην έξοδο της κωμόπολης. Χτύπησε το κουδούνι κι αφουγκράστηκε. Περίμενε κάμποσα λεπτά, έπιασε το πόμολο, το έστριψε και βρέθηκε στον κήπο του σπιτιού.

Ξαφνικά, ένας άνδρας που φορούσε το κασκέτο του ΠΑΟΚ εμφανίστηκε μπροστά του και τον ρώτησε τι θέλει. Ο Μαρής ζήτησε τη Ζανέτ. Τότε έφαγε μια γροθιά στο σαγόνι και είδε τον ουρανό σφοντύλι. Πριν προλάβει να συνειδητοποιήσει τι ακριβώς συνέβαινε, ο άνδρας με το κασκέτο του έριξε άλλη μια γροθιά στο στομάχι. Ο Μαρής διπλώθηκε στα δύο, κατορθώνοντας να πνίξει μια κραυγή πόνου.

«Να κάτσεις στ' αυγά σου, φιλαράκο! Μην ξαναπεράσεις από 'δώ κι από το μαγαζί, γιατί θα σε κλάψουν οι ρέγγες!».

Ο Μαρής συγκράτησε τα χαρακτηριστικά τού άνδρα, ο οποίος ήταν εύσωμος ­ θύμιζε αθλητή του κατς ­ κι έφυγε σαν βρεγμένη κότα.

«Εδώ, πάνω βαράνε άμα λάχει», είπε ο Μαρής.

«Κάνεις και τον ντετέκτιβ τώρα;» τον ειρωνεύτηκε ο αστυνόμος Μπέκας.

Κάθονταν στο σαλόνι του ξενοδοχείου «Παλλάς» και πίνανε καφέ. Ο αστυνόμος είχε ανεβεί στη Θεσσαλονίκη, κατά παράκληση του φίλου του, για να κάνει κάτι, να φροντίσει δηλαδή για τη σύλληψη του δολοφόνου τού Τσιρίγκου. 
********************

Αποτέλεσμα εικόνας για αστυνομος Μπέκας
 Τίτος Βανδής, ένας από τους καλούς κινηματογραφικούς "Μπέκες"

***********************
Ο Μαρής μ' ένα τσιρότο στο σαγόνι, στο σημείο όπου είχε φάει τη γροθιά, μιλούσε στον Μπέκα για την αδιαφορία και τον ζαμανφουτισμό του διοικητή Ασφαλείας Θεσσαλονίκης.

«Δεν πρέπει να χώνεις τη μύτη σου στις δουλειές της Αστυνομίας», είπε ο Μπέκας.

«Μου είπε πως η Θεσσαλονίκη είναι ήσυχη πόλη».

«Και βέβαια είναι».

«Μη με δουλεύεις, γαμώτο μου!».

Αν και είχαν στηθεί όλο το βράδυ σ' ένα τραπέζι στην «Κόκκινη Γαρδένια», η Ζανέτ δεν εμφανίστηκε. Ο Μαρής έπινε το ουίσκι του και ο Μπέκας βότκα με πορτοκαλάδα. Κατά τη γνώμη του Μαρή, μολονότι η κοπέλα ήξερε πολλά, φοβόταν να μιλήσει. Άραγε την απειλούσε ο Δαράτος; Ή μήπως ο τύπος με το κασκέτο που του είχε ρίξει τις γροθιές;

Ήταν ξημερώματα όταν αποφάσισαν να φύγουν. Κανένας ύποπτος δεν είχε φανεί. Πρώτος σηκώθηκε ο Μπέκας. Ο Μαρής θα τον ακολουθούσε ύστερα από πέντε λεπτά και θα συναντιόνταν στο κουλτουριάρικο μπαρ «Ντε Φάκτο». Οι δρόμοι στον Βαρδάρη ήταν ήσυχοι, οι ξενύχτες είχαν επιστρέψει στα σπίτια τους. Καθώς ο Μαρής βάδιζε αμέριμνος στην οδό Φράγκων, είδε το αυτοκίνητο που ερχόταν καταπάνω του με τα φώτα σβηστά. Το αυτοκίνητο αύξησε την ταχύτητά του και...

Ξαφνικά, ένα χέρι βγήκε από το σκοτάδι και τον τράβηξε με δύναμη. Ο Μαρής κλονίστηκε, μα δεν έπεσε. Το αυτοκίνητο, που μόλις τον άγγιξε με το φτερό του, χάθηκε στο βάθος του δρόμου.

«Σ' έχουν βάλει στο μάτι», είπε ο Μπέκας που του 'χε σώσει τη ζωή.

«Πρώτα ο Τσιρίγκος, τώρα εσύ».

«Εδώ πέρα σκοτώνουν με τροχοφόρα», είπε ο Μαρής, που συνήλθε γρήγορα από το σοκ. «Με τρίκυκλο είχαν σκοτώσει τον Λαμπράκη».

«Ποιος μου έριξε τη γροθιά στο σαγόνι και μου έκανε καρούμπαλο»; ρώτησε ο Μαρής τη Ζανέτ.

Βρίσκονταν στο σπίτι της στο Ασβεστοχώρι και ήταν μόνοι τους. Η τραγουδίστρια αυτή τη φορά τον είχε δεχθεί τόσο πρόθυμα που ο Μαρής σκέφτηκε μήπως επρόκειτο για παγίδα. Κι αν ο τύπος που έριχνε γροθιές ήταν κρυμμένος στην ντουλάπα, θέλοντας να επαναλάβει το κατόρθωμά του; Για παν ενδεχόμενο, ο Μπέκας περίμενε στη γωνία, μέσα σ' ένα αμάξι της Ασφάλειας με συμβατικούς αριθμούς.

«Ο Κογκολέζος», είπε η Ζανέτ.

Φορούσε μιαν αραχνοΰφαντη ρομπ ντε σαμπρ και φαινόταν ότι μόλις είχε σηκωθεί από το κρεβάτι. Χωρίς το μεϊκάπ, το πρόσωπό της φανέρωνε τα χρονάκια της, ωστόσο, όλα πάνω της απέπνεαν έντονη θηλυκότητα.

«Ο φίλος μου ο Μπέκας θα τον τσακίσει», είπε ο Μαρής.

Στο άκουσμα του διάσημου ονόματος η γυναίκα ξαφνιάστηκε ευχάριστα. Τα χείλη της μισάνοιξαν από την έκπληξη.

«Έχω διαβάσει τις περιπέτειες του αστυνόμου Μπέκα», είπε. Το «Έγκλημα στο Κολωνάκι», το «Έγκλημα στα παρασκήνια». Δεν του έχει ξεφύγει κανένας δολοφόνος.

«Αυτός ήταν ο θείος του. Έχει πεθάνει εδώ και χρόνια».

Η έκπληξη στα χείλη της τραγουδίστριας μεγάλωσε και μετεξελίχθηκε σε λύπη. «Α, τον καημένο», είπε. Έπειτα συνήλθε και ρώτησε: «Μα καλά, εσύ δεν έχεις γράψει αυτά τα βιβλία»;

«Τα έχει γράψει ο θείος μου. Πεθαμένος κι αυτός».

«Πω, πω!», έκανε η Ζανέτ, φανερά μπερδεμένη.

Ξαφνικά, ξεκούμπωσε τη ρομπ ντε σαμπρ ­ από μέσα δεν φορούσε τίποτα ­ και του έδειξε το αριστερό της βυζί. Ήταν άσπρο σαν να 'χε χρόνια να το δει ο ήλιος, σφιχτό και στρογγυλό σαν πορτοκάλι μέρλιν. Πάνω στη ρώγα της υπήρχε ένα σημάδι από κάψιμο τσιγάρου.

«Ποιος σου το έκανε;», ρώτησε ο Μαρής.

«Ο Κινέζος, αυτός που σκότωσε τον Τσιρίγκο».

«Γιατί τον σκότωσε;».

«Ζήλευε», απάντησε αυτάρεσκα η γυναίκα.

«Γιατί ζήλευε;».

«Γιατί εγώ κι ο Βασίλης...».

Χωρίς ν' αποτελειώσει τη φράση της, η Ζανέτ έκανε ένα βήμα προς το μέρος του. Η ανάσα της έβγαινε καυτή, τα μαλλιά της μύριζαν γιασεμί, το στόμα της μέντα και οι μαστοί της γάλα. Ο Μαρής δεν ήταν δυνατόν να κάτσει με σταυρωμένα χέρια ­ δεν ήθελε να τον περάσει για κόπανο...

Ο Μαρής δεν είπε τίποτα στον Μπέκα για τη σχέση τού συνεργάτη του με τη Ζανέτ ούτε για ό,τι συνέβη στο σπίτι της την ώρα που εκείνος φύλαγε τσίλιες. Τον ακολούθησε πάντως στην επιχείρηση σύλληψης του Αθηναίου κακοποιού και της συμμορίας του. Καθόταν μαζί του μέσα σε ένα περιπολικό, παρακολουθώντας τους αστυνομικούς που είχαν περικυκλώσει την «Κόκκινη Γαρδένια». Ο Μπέκας κρατούσε ένα πιστόλι και βρισκόταν σε ετοιμότητα.

Όταν ο διοικητής Ασφάλειας Θεσσαλονίκης έδωσε το σύνθημα για το ντου, δεκάδες αστυνομικοί με στολή και πολιτικά βγήκαν από το σκοτάδι και όρμησαν στο κέντρο με τα πιστόλια στα χέρια. Έπειτα από λίγο, τρεις άνδρες βγήκαν από εκεί με τα χέρια ψηλά, σπρωχνόμενοι από τους αστυνομικούς για να μπουν στα περιπολικά. Ο Μαρής τούς αναγνώρισε αμέσως. Ήταν ο αθλητής του κατς, ή Κογκολέζος, με το κασκέτο του ΠΑΟΚ, ο χλωμός, ή Κινέζος, που είχε σκοτώσει τον Βασίλη Τσιρίγκο και ο Δαράτος, ή Κροάτης, μια γνώριμη φάτσα από φωτογραφίες στις εφημερίδες.

«Αυτός ο χλωμός σκότωσε τον φίλο μου κι έσβησε το τσιγάρο του στο βυζί της Ζανέτ», είπε ο Μαρής στον Μπέκα. «Για να βάλει μυαλό, χρειάζεται να του χώσεις το πιστόλι στον κώ...».

Προτού προλάβει να ολοκληρώσει τη φράση του, δύο από τους συλληφθέντες επιχείρησαν να διαφύγουν. Ένας αστυνομικός ξάπλωσε τον Κινέζο κάτω με τρικλοποδιά, ενώ η σφαίρα απ' το πιστόλι του Μπέκα τίναξε μακριά το κασκέτο του Κογκολέζου, ο οποίος για να προφυλαχτεί έκανε πλονζόν στο οδόστρωμα.

Το μπαρ «Ντε Φάκτο» στην οδό Παύλου Μελά ήταν γεμάτο κόσμο. Οι θαμώνες του, κυρίως νέοι με μαύρα ή φανταχτερά ρούχα, έπιναν, αστειεύονταν και κάνανε καμάκι. Ο Γιώργης Μαρής και ο Γιάννης Μπέκας συζητούσαν σε μια γωνία για την περιπέτειά τους στη Θεσσαλονίκη. Μαζί τους καθόταν και η Ζανέτ. Έκανε πως ήταν προσηλωμένη στην κουβέντα και πασπάτευε δεξιοτεχνικά το γόνατο του Μαρή κάτω από το τραπέζι.

«Ευτυχώς που σου τηλεφώνησα», είπε ο Μαρής. «Διαφορετικά θα...».

«Διαφορετικά θα είχες την τύχη του Τσιρίγκου», είπε ο Μπέκας.

«Λοιπόν, δεν μπορείς να φανταστείς πόσο ερωτική είναι αυτή η πόλη», δήλωσε ο Μαρής.

«Το φαντάζομαι», είπε ο Μπέκας περιπαιχτικά. «Μπρίκια κολλάω;».

Ο Μαρής ετοιμάστηκε κάτι να πει, αλλά επενέβη η Ζανέτ. «Δεν πάμε για πατσά;» έκανε. «Τα υπόλοιπα τα συζητάμε στην Αθήνα».

«Τι;» ξαφνιάστηκε ο Μπέκας. «Θα 'ρθεις κάτω;».

«Ναι, ο φίλος σου ανοίγει μαγαζί. Θα το ονομάσει "Ρεπορτάζ" και θα με βάλει στο πρόγραμμα».

«Έτσι, ε;», έκανε ο Μπέκας.

Ο Μαρής τού έκλεισε το μάτι με σημασία...


ΠΗΓΗ: www.mathisis.com

BiblioNet : Φιλίππου, Φίλιππος, 1948- , συγγραφέας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Jørn Lier Horst: ο επιθεωρητής της αστυνομίας που γράφει καλά αστυνομικά μυθιστορήματα

Jørn Lier Horst: συνέντευξη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη Ελπιδοφόρος Ιντζέ...