

Και πάλι) για την μονιμότητα των Δημοσίων Υπαλλήλων. Μια συζήτηση εκτός θέματος*

- Η όλη συζήτηση περί τροποποίησης του σχετικού άρθρου 103 του Συντάγματος προς άρση της μονιμότητας, μια συζήτηση πολύ παλιά που αναζωπυρώθηκε σχετικά πρόσφατα, έχει περισσότερο συμβολικό χαρακτήρα και επιχειρεί να απαντήσει σε μια διάχυτη -και εν πολλοίς λανθασμένη- αντίληψη ότι βασική αιτία της κακοδιοίκησης είναι οι ανεπάρκειες των δημοσίων υπαλλήλων.
- Στην πραγματικότητα τα φαινόμενα κακοδιοίκησης είναι πολυπαραμετρικά.
Πλημμέλειες σε πολλές διαστάσεις όπως ο στρατηγικός και επιχειρησιακός σχεδιασμός, η στοχοθεσία, η οργάνωση και η τυποποίηση των διαδικασιών, ο συντονισμός και ο ιεραρχικός έλεγχος , η μετρήσιμοτητα του διοικητικού έργου και η αξιολόγηση αποτελεσμάτων (και όχι μόνο προσώπων), η ποιότητα της διαχείρισης του ανθρώπινου δυναμικού, οι διαδικασίες πρόσβασης στις θέσεις ευθύνης, η ανεπάρκεια των υποδομών κλπ κλπ, παίζουν κομβικό ρόλο στην δημιουργία των προβλημάτων.
- Ασφαλώς υπάρχουν προβλήματα και στο επίπεδο του ανθρώπινου δυναμικού. Όλες οι οργανώσεις τόσο του δημόσιου όσο και του ιδιωτικού τομέα, διεθνώς, αντιμετωπίζουν τέτοια προβλήματα.
Δεν υπάρχει όμως κάποια ιδιαίτερη δυσλειτουργία ή αυξημένη κακή ποιότητα στο προσωπικό της ελληνικής δημόσιας διοίκησης. Αντίθετα εδώ και αρκετά χρόνια η ποιότητά του, σε επίπεδο τυπικών προσόντων τουλάχιστον, ενισχύεται σταθερά, εκεί όπου η στελέχωση γίνεται μέσω ΑΣΕΠ ή με την τοποθέτηση αποφοίτων της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης, αλλά και με την καταγραφόμενη αύξηση των κατόχων μεταπτυχιακών και διδακτορικών τίτλων που υπηρετούν στο δημόσιο.
- Η βελτίωση της απόδοσης του προσωπικού, εκεί όπου εμφανίζονται τέτοιας φύσης προβλήματα, δεν επιτυγχάνεται μόνο ή πρωτίστως με πειθαρχικά μέτρα .
Κατ αρχήν πρέπει να χρησιμοποιούνται άλλες μέθοδοι που αφορούν την εκπαίδευσή του, την έμπρακτη ενίσχυση των ικανοτήτων του π.χ. με τεχνικές coaching και mentoring , την τόνωση της συμμετοχής και της συλλογικότητας στην λειτουργία των υπηρεσιακών μονάδων, την βελτίωση των υποδομών, την εισαγωγή ή την βελτίωση της καταλληλότητας των καθηκοντολογίων, την παροχή κινήτρων (υλικών και ηθικών) όπου απαιτείται, την ενίσχυση της μετρησιμότητας του διοικητικού έργου κλπ.
- Τα πειθαρχικά μέσα δεν είναι τα κύρια εργαλεία του δημόσιου μάνατζμεντ.
Πειθαρχικά μέτρα μπορούν να λαμβάνονται εκεί όπου τα προβλήματα εμμένουν παρά τις προηγούμενες διορθωτικές παρεμβάσεις και μόνο εκεί που καταγράφονται υπαίτιες/ σκόπιμες και αντιδεοντολογικες συμπεριφορές, παραβάσεις καθήκοντος, βαρειά αμέλεια κατά την άσκηση του κλπ. Και πάντοτε όπως ο νόμος ορίζει και με τήρηση των δικαιωμάτων του εκάστοτε εγκαλούμενου.
Υπάρχει άλλωστε μια κλιμάκωση στα μέτρα αυτά και η ποινή της οριστικής παύσης είναι η έσχατη λύση εκεί όπου η συμπεριφορά του εγκαλούμενου υπαλλήλου είναι ποινικά κολάσιμη για συγκεκριμένες αιτίες, εκθέτει συστηματικά σε σοβαρούς κινδύνους το δημόσιο συμφέρον και την λειτουργία της υπηρεσίας και πιστοποιείται τεκμηριωμένα πως δεν υπάρχει δυνατότητα βελτίωσης.
- Το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο επαρκεί για να αντιμετωπιστούν τέτοιες περιπτώσεις.
Κατ’ αρχήν οι διατάξεις του άρθρου 103 παρ.4 του Συντάγματος όχι μόνο δεν εισάγουν την μονιμότητα ως μέσο ατιμωρησίας αλλά, τελείως αντίθετα, θεμελιώνουν την δυνατότητα απόλυσης και προβλέπουν αδρομερώς και τους τρόπους.
Συγκεκριμένα αναφέρεται: “Oι δημόσιοι υπάλληλοι που κατέχουν οργανικές θέσεις είναι μόνιμοι εφόσον αυτές οι θέσεις υπάρχουν. Aυτοί […] παύονται με δικαστική απόφαση, δεν μπορούν […] να υποβιβαστούν ή να παυθούν χωρίς απόφαση υπηρεσιακού συμβουλίου…”. Δηλαδή για λόγους που ο νόμος ορίζει οι υπάλληλοι μπορούν να απολύονται με δικαστική απόφαση ή με απόφαση του υπηρεσιακού συμβουλίου (αλλά και με κατάργηση της οργανικής θέσης που κατέχουν, ενδεχόμενο που δεν αφορά πειθαρχικά παραπτώματα αλλά περιπτώσεις αναδιοργάνωσης της διοίκησης ).
Εν συνεχεία ο Υπαλληλικός Κώδικας όπως τροποποιήθηκε με την πρόσφατη νομοθεσία (Ν. 5225/25) απαριθμεί δεκάδες παραπτωμάτων για τα οποία επιβάλλονται πειθαρχικές ποινές.
Ανάμεσα σε αυτά υπάρχουν πολλά που αφορούν όχι ποινικά κολάσιμες πράξεις και παραλείψεις ή γενικότερη απειθαρχία και αντιδεοντολογική συμπεριφορά αλλά ειδικότερα την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων και την ανεπαρκή απόδοση του υπαλλήλου, όπως:
– η αμέλεια ή ατελής εκπλήρωση του υπηρεσιακού καθήκοντος,
– η παρέλκυση εκτέλεσης υπηρεσίας,
– η μη εφαρμογή των διατάξεων περί απλούστευσης των διαδικασιών και καταπολέμησης της γραφειοκρατίας,
– η αδικαιολόγητη προτίμηση νεότερων υποθέσεων με παραμέληση παλαιότερων,
– η άρνηση παροχής πληροφόρησης στους πολίτες και τις αρχές,
– η αδικαιολόγητη μη εξυπηρέτηση των πολιτών και η μη έγκαιρη διεκπεραίωση των υποθέσεών τους,
– η άρνηση συνεργασίας με τα Κέντρα Εξυπηρέτησης Πολιτών (Κ.Ε.Π.),
– η φθορά λόγω ασυνήθιστης χρήσης, η εγκατάλειψη ή η παράνομη χρήση πράγματος το οποίο ανήκει στην υπηρεσία,
– η αδικαιολόγητη αποχή από την εκτέλεση των καθηκόντων και η μη τήρηση του ωραρίου κ.α.
Ειδική αναφορά γίνεται στα παραπτώματα εκείνα που επιφέρουν την οριστική παύση. Συγκεκριμένα ο νόμος 5225/25 στο άρθρο 12 με το οποίο τροποποιούνται οι διατάξεις του αντίστοιχου άρθρου 109 του υπαλληλικού Κώδικα αναφέρει 14 περιπτώσεις για τις οποίες μπορεί να επιβληθεί η ποινή της οριστικής παύσης.
Στην τελευταία από τις περιπτώσεις αυτές προβλέπεται ότι αν για οποιοδήποτε πειθαρχικό παράπτωμα,
– κατά τα τρία προηγούμενα έτη από τη διάπραξή του, είχαν επιβληθεί στον ελεγχόμενο υπάλληλο τρεις τουλάχιστον πειθαρχικές ποινές ανώτερες του προστίμου αποδοχών ενός μηνός ή
– κατά τα δύο προηγούμενα έτη από τη διάπραξή του, ο υπάλληλος είχε τιμωρηθεί για το ίδιο παράπτωμα με ποινή ανώτερη του προστίμου αποδοχών ενός μηνός, τότε μπορεί να του επιβληθεί η ποινή της οριστικής παύσης.
Συνεπάγεται λοιπόν ότι εάν ένας υπάλληλος υποπίπτει συστηματικά , κατά τους όρους της προαναφερθείσας διάταξης, σε οποιοδήποτε από τα 35 παραπτώματα που αναφέρονται στο άρθρο 107 του υπαλληλικού Κώδικα, όπως αυτό ισχύει σήμερα, μπορεί να παραπεμφθεί με το ερώτημα της απόλυσης. Η πειθαρχική εργαλειοθήκη για αυτό υπάρχει και δεν απαιτείται τροποποίηση του Συντάγματος.
- H θέσπιση της μονιμότητας ιστορικά δεν υπήρξε προϊόν συνδικαλιστικών
πιέσεων αλλά μέσο αυτοσυντήρησης του κράτους που εισήγαγαν οι
κυβερνητικές ελίτ δίνοντας έμφαση στην υπηρεσιακή συνέχεια έναντι της
κομματικής πίστης. Ήταν και παραμένει ένα εργαλείο εξορθολογισμού
απέναντι στις αποδιαρθρωτικές συνέπειες του πελατειακού συστήματος[..........................................]
(Και πάλι) για την μονιμότητα των Δημοσίων Υπαλλήλων. ...
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου