Αρουντάτι Ρόι: Δεν υπήρξε ποτέ «ουδέτερη» διανοούμενη
Τη στιγμή που σύσσωμη η Κριτική Επιτροπή της φετινής 76ης Μπερλινάλε (Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου), προεξάρχοντος του ίδιου του Βιμ Βέντερς, δήλωσε (απαντώντας σε δημοσιογραφικό ερώτημα για τη γενοκτονία στη Γάζα) πως «η τέχνη δεν πρέπει να είναι πολιτική. Πρέπει να μείνουμε εκτός πολιτικής», την ίδια στιγμή η Ινδή συγγραφέας και κινηματογραφίστρια Αρουντάτι Ρόι, καλεσμένη του Φεστιβάλ, όχι μόνο ακύρωσε την παρουσία της εκεί αλλά δήλωσε: «Είμαι σοκαρισμένη και εξοργισμένη. Η δήλωση πως η τέχνη δεν πρέπει να είναι πολιτική καταπνίγει τη συζήτηση για ένα έγκλημα κατά της ανθρωπότητας όπως αυτό που συντελείται στην Παλαιστίνη, τη στιγμή που εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια μας σε πραγματικό χρόνο, σε μια εποχή που καλλιτέχνες, συγγραφείς και κινηματογραφιστές θα έπρεπε να κάνουν ό,τι περνά από το χέρι τους για να το σταματήσουν. Ας το πω ξεκάθαρα: Αυτό που συνέβη στη Γάζα, αυτό που συνεχίζει να συμβαίνει, είναι μια γενοκτονία του παλαιστινιακού λαού από το κράτος του Ισραήλ. Υποστηρίζεται και χρηματοδοτείται από τις κυβερνήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και της Γερμανίας καθώς και από αρκετές άλλες χώρες της Ευρώπης, γεγονός που τις καθιστά συνένοχες στο έγκλημα. Αν οι σημαντικότεροι κινηματογραφιστές και καλλιτέχνες της εποχής μας δεν μπορούν να υψώσουν τη φωνή τους και να το πουν αυτό, θα πρέπει να γνωρίζουν ότι η Ιστορία θα τους κρίνει. Οι δηλώσεις αυτές είναι εξωφρενικές και απάνθρωπες».
Η Σουζάνα Αρουντάτι Ρόι γεννήθηκε στις 24 Νοεμβρίου 1961 στην Κεράλα της νότιας Ινδίας, σε μια οικογένεια με ποικιλόμορφη πολιτισμική σύσταση: μητέρα χριστιανή, πατέρας ινδουιστής. Η μητέρα της, Μαίρη Ρόι, ήταν δασκάλα και μαχητική υπέρμαχος των δικαιωμάτων των γυναικών - μια μορφή που σημάδεψε βαθιά τη μικρή Αρουντάτι (την ιστορία της μητέρας της κατέγραψε αργότερα στο αυτοβιογραφικό «Mother Mary Comes to Me»). Από τότε έως σήμερα, η ίδια δεν υπήρξε ποτέ «ουδέτερη» διανοούμενη. Από τη στιγμή που κέρδισε το Booker Prize το 1997 για το μυθιστόρημα «Ο Θεός των Μικρών Πραγμάτων», έγινε κάτι πολύ περισσότερο από μια συγγραφέας διεθνούς κύρους - έγινε πολιτική φωνή. Και αυτή η φωνή είναι φανερό πως δεν χαμηλώνει ούτε όταν βρίσκεται μπροστά σε θεσμούς, φεστιβάλ, βραβεία ή κυβερνήσεις.
Τα όσα συνέβησαν στη φετινή Μπερλινάλε επανέφεραν στο προσκήνιο ένα γνώριμο ερώτημα: Μπορεί ένας καλλιτέχνης να «μην κάνει πολιτική»; Η ίδια η παρουσία της Ρόι –και κυρίως οι παρεμβάσεις της– έδειξαν ότι για ορισμένους δημιουργούς η απάντηση είναι απλή: Η τέχνη είναι πολιτική πράξη από τη φύση της. Όταν μιλάς για αποικιοκρατία, για Ινδία, για Κασμίρ, για Παλαιστίνη, για καταστολή και εθνικισμό, δεν το κάνεις διακοσμητικά. Το κάνεις με επίγνωση ότι θα ενοχλήσεις. Η ίδια δεν είναι μια συγγραφέας/κινηματογραφίστρια που σχολιάζει εκ του ασφαλούς: έχει διωχθεί, έχει βρεθεί αντιμέτωπη με δικαστικές περιπέτειες στην Ινδία, έχει στοχοποιηθεί από εθνικιστικούς κύκλους. Το 2024 οι ινδικές αρχές άνοιξαν εκ νέου υπόθεση εις βάρος της για παλαιότερες δηλώσεις της σχετικά με το Κασμίρ, καθώς είχε ταχθεί υπέρ της ανεξαρτησίας του. Τι κι αν οι δηλώσεις της αυτές είχαν γίνει 14 χρόνια πριν από τη δίωξή της; Οι Αρχές την είχαν στο στόχαστρο εξαιτίας της κριτικής που ασκεί στην κυβέρνηση Μόντι, ειδικά για την πολιτική της εναντίον των μειονοτήτων. Η Ρόι και πάλι υπερασπίστηκε το δικαίωμά της στην ελευθερία του λόγου: «Στις εφημερίδες κάποιοι με κατηγόρησαν ότι έβγαλα “ομιλίες μίσους”, ότι θέλω να διαλυθεί η Ινδία. Αντιθέτως, αυτά που λέω πηγάζουν από το ότι δεν θέλω να σκοτώνονται, να βιάζονται, να φυλακίζονται ή να τους βγάζουν τα νύχια για να τους αναγκάσουν να πουν ότι είναι Ινδοί οι κάτοικοι του Κασμίρ. Κρίμα στο έθνος που πρέπει να φιμώσει τους συγγραφείς του επειδή λένε τη γνώμη τους».
Κι όμως, η Ρόι, μετά τη διεθνή επιτυχία του πρώτου της μυθιστορήματος, θα μπορούσε να ακολουθήσει μια ήσυχη, λαμπερή καριέρα. Αντί γι’ αυτό, επέλεξε να γράψει πολιτικά δοκίμια, να σταθεί στο πλευρό κινημάτων, να καταγγείλει πυρηνικές δοκιμές, οικολογικά εγκλήματα, θρησκευτικό φανατισμό και νεοφιλελεύθερη λεηλασία. Η ίδια δεν στάθηκε καν στο γεγονός ότι είναι γυναίκα: προτάσσει το «ανυπότακτη» περισσότερο από τη γυναικεία της υπόσταση, που ούτως ή άλλως είναι υποβαθμισμένη στη χώρα της (όπως και παντού αλλού, ουσιαστικά). «Δεν υπάρχει πραγματικά κάτι όπως οι “χωρίς φωνή”. Υπάρχουν μόνο οι σκόπιμα φιμωμένοι ή οι προτιμητέα ακουστοί» είπε σε συνέντευξή της πρόσφατα στους New York Times.
Ταυτόχρονα, η γραφή της -λογοτεχνική και δοκιμιακή– παραμένει με ένταση υψηλής αισθητικής: Δεν είναι ακτιβίστρια που γράφει πρόχειρα κείμενα· είναι συγγραφέας που μετατρέπει την πολιτική σε αφήγηση. Στο δεύτερο μεγάλο της μυθιστόρημα, «Το Υπουργείο της Υπέρτατης Ευτυχίας», συνέδεσε προσωπικές ιστορίες με το τραύμα ενός έθνους. Η Ινδία της Ρόι δεν είναι τουριστική καρτ ποστάλ, αλλά τόπος σύγκρουσης, κάστας, φύλου, θρησκείας, βίας. Ωστόσο παραμένει το ίδιο δυνατή, δυναμική και πάντα μα πάντα παίρνει θέση, αλλά επίσης πάντα με μια νότα αγωνιστικής αισιοδοξίας: «Ένας άλλος κόσμος δεν είναι μόνο δυνατός, είναι καθ’ οδόν. Σε μια ήσυχη μέρα μπορώ να τον ακούσω να αναπνέει», έχει δηλώσει. Πάντα με φωνή που «δεν κάνει πως κοιτάει αλλού».
ℹ️ Οσα βιβλία της έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά, κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Ψυχογιός
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου