Κυριακή, Φεβρουαρίου 22, 2026

Ζή­σης Σα­ρί­κας. Ἕνας ὀξὺς ἐλευ­θε­ρια­κὸς πα­ρα­τη­ρη­τὴς τῆς νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τα

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΤΙΛΗΣ*: Ζή­σης Σα­ρί­κας. Ἕνας ὀξὺς ἐλευ­θε­ρια­κὸς πα­ρα­τη­ρη­τὴς τῆς νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας





 


 

Posted on by planodion


(Ἀφιέρωμα στὸν Ζήση Σαρίκα, 1/22)


ΖΗ­ΣΗΣ ΣΑ­ΡΙ­ΚΑΣ εἶ­ναι ἕνας ἀπὸ τοὺς πιὸ πα­ρα­γω­γι­κούς, ἀφα­νεῖς καὶ ἀθό­ρυ­βους ἐρ­γά­τες τῶν σύγ­χρο­νων ἑλ­λη­νι­κῶν γραμ­μά­των. Γεν­νή­θη­κε τὸ 1953 στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη καὶ σπού­δα­σε Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γία καὶ Φι­λοσο­φία στὸ ΑΠΘ. Στοὺς πε­ρισ­σό­τε­ρους εἶ­ναι γνω­στὸς ὡς με­τα­φρα­στής – καὶ δι­καί­ως, διό­τι τὸ με­τα­φρα­στι­κό του ἔρ­γο εἶ­ναι τε­ρά­στιο, καὶ ἐλά­χι­στοι τὸ γνω­ρί­ζουν στὸ σύ­νο­λό του. Πε­ρι­λαμ­βά­νει με­τα­φρά­σεις 60 καὶ πλέ­ον βι­βλί­ων, ἀπὸ τέσ­σε­ρις γλῶσ­σες (γερ­μα­νι­κά, ἀγ­γλι­κά, γαλ­λι­κὰ καὶ ἱσπανι­κά), τό­σο λο­γο­τε­χνι­κῶν/θε­α­τρι­κῶν ὅσο καὶ θε­ω­ρη­τι­κῶν/φι­λο­σο­φι­κῶν, μὲ τὸ ὄνο­μά του καὶ μὲ ψευ­δώ­νυ­μο (Δη­μή­τρης Ρῆ­σος). Ἔχει ἐπί­σης ὑπάρξει ἐπι­με­λη­τὴς/διευ­θυν­τὴς σει­ρῶν σὲ διά­φο­ρα ἐκ­δο­τι­κά, σὲ φο­ρεῖς τo­πι­κὴς αὐ­το­διοί­κη­σης καὶ στὸ ΑΠΘ. Ἀπο­κο­ρύ­φω­μα τῆς με­τα­φρα­στι­κῆς του προ­σφο­ρᾶς εἶ­ναι ἡ πα­ρου­σί­α­ση τῶν Ἁπάν­των τοῦ Νί­τσε (ἀπὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Πα­νο­πτι­κόν) σὲ 16 τό­μους.

       Ἐκτὸς ἀπὸ με­τα­φρα­στὴς εἶ­ναι ὅμως καὶ δη­μιουρ­γι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, ὑπὸ δι­πλῆ μά­λι­στα ἰδιό­τη­τα, λο­γο­τε­χνι­κὴ ὅσο καὶ δο­κι­μιο­γρα­φι­κή. Ἐκτὸς ἀπό τὶς πο­λυ­πλη­θεῖς εἰ­σα­γω­γὲς σὲ δι­κές του με­τα­φρά­σεις καὶ ἄρ­θρα σὲ διά­φο­ρα ἔν­τυ­πα, ἔχει πα­ρου­σιά­σει δύο ση­μαν­τι­κὲς θε­ω­ρη­τι­κὲς με­λέ­τες (Μύ­θοι τῆς τε­χνο­λο­γί­ας. Δο­κί­μια, 1987· Τὸ ὅρα­μα τοῦ ὑπε­ράν­θρω­που. Μιὰ ἐρ­μη­νεία τοῦ ἔρ­γου τοῦ Φρήν­τριχ Νί­τσε, «Ἔτσι μί­λη­σε ὁ Ζα­ρα­τού­στρα», 2014) καὶ τέσ­σε­ρα πε­ζο­γρα­φι­κὰ βι­βλία (Ψί­χου­λα, 1998· Μα­κριὰ ἀπὸ τὸν κο­σμό, 2008· Ἀν­θρώ­πι­νες σκιές, 2013 καὶ Κυ­ρια­κὴ ρε­πό, 2014) στὴ φόρ­μα τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ ἀφο­ρι­σμοῦ, τοῦ μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος καὶ τῆς νου­βέ­λας.


Ξε­χω­ρι­στὸ ἐν­δια­φέ­ρον ἔχει γιὰ τὸ Ἱστο­λό­γιό μας ἡ πε­ζο­γρα­φι­κὴ δου­λειὰ τοῦ συγ­γρα­φέα στὸ εἶ­δος  τοῦ μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος, ὅπως αὐ­τὴ κα­τα­γρά­φε­ται στὰ βι­βλία του Ψί­χου­λα (1998) καὶ Μα­κριὰ ἀπὸ τὸν κό­σμο (2008) ποὺ τὸν κα­τα­τάσ­σει ἀνά­με­σα στοὺς κα­λύ­τε­ρους μι­κρο­δι­η­γη­μα­το­γρά­φους στὴν γλώ­σσα μας. Μὲ λό­γο πυ­κνό, κα­θα­ρὸ καὶ εὐ­θύ­βο­λο, μέ­σα σὲ ἐλά­χι­στες πα­ρα­γρά­φους, σ’ ἕνα σύ­νο­λο λέ­ξε­ων ποὺ κυ­μαί­νε­ται ἀπὸ τὶς ἑκα­τὸ (καὶ κά­πο­τε πολ­ὺ λι­γό­τε­ρες) ἕως τὶς πε­ρί­που τρια­κό­σιες, ὁ Σα­ρί­κας ἀπο­φε­να­κί­ζει τὴν νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα —ἑστιά­ζον­τας ἰδιαί­τε­ρα στὸν δη­μό­σιο χῶ­ρο— ὅπως αὐ­τὴ ἐκτυ­λί­χτη­κε στὴν Με­τα­πο­λί­τευ­ση ἕως τὴν πρώ­τη δε­κα­ε­τία τοῦ νέ­ου αἰ­ώ­να.

       Ἐκ­κι­νών­τας ἀπὸ τὸ συγ­κε­κριμ­μέ­νο βιω­μέ­νο πε­ρι­στα­τι­κό, ὁ συγ­γρα­φέ­ας ἀνα­δει­κνύ­ει τὴν κου­φό­τη­τα, τὴν ἀσυ­ναρ­τη­σία, τὴν κε­νό­τη­τα καὶ ἐπι­φα­νεια­κό­τη­τα ποὺ χα­ρα­κτη­ρί­ζει τὸν κό­σμο τῆς Με­τα­πο­λί­τευ­σης σὲ πολ­λὲς καὶ ποι­κί­λες πτυ­χὲς τῆς ἀν­θρω­πο­γε­ω­γρα­φί­ας της. Πί­σω ἀπὸ τὰ κεί­με­να τοῦ Ζή­ση Σα­ρί­κα ζοῦ­με συ­χνὰ τὴν σιω­πη­λὴ πα­ρου­σία τοῦ αὐ­τό­πτη καὶ αὐ­τή­κο­ου τρί­του τῆς κα­θη­με­ρι­νῆς συ­να­να­στρο­φῆς μας στὰ ἀπει­ρά­ριθ­μα σκη­νι­κά της στὴν πε­ρί­ο­δο αὐ­τή. Οἱ  χα­ρα­κτῆ­ρες του εἶ­ναι σπαρ­τα­ρι­στὰ ζων­τα­νοί: εἶ­ναι οἱ δι­πλα­νοί μας ἄν­θρω­ποι, οἱ δι­κοί μας, ἐμεῖς οἱ ἴδιοι. Ἡ ἐξαι­ρε­τι­κὴ ψυ­χο­γρα­φία ποὺ τοὺς συ­νο­δεύ­ει ὑπο­γραμ­μί­ζει τὴν μα­τιὰ τοῦ ἀν­θρώ­που ποὺ ἔχει ζή­σει ἐξί­σου τὸν λαϊ­κὸ ἄν­θρω­πο τοῦ χω­ριοῦ, τὸν μι­κρο­α­στι­κὸ κό­σμο τῆς πό­λης ἀλ­λὰ καὶ τὸν δια­νο­ού­με­νο τοῦ σα­λο­νιοῦ. Αἰ­σθα­νό­μα­στε πρω­τί­στως ἕναν πα­ρα­τη­ρη­τὴ ἰδιαί­τε­ρα εὐ­αι­σθη­το­ποι­η­μέ­νο καὶ εἰ­ρω­νι­κὰ ἐπι­κρι­τι­κὸ σὲ ἐκεῖ­να τὰ κοι­νω­νι­κὰ στρώ­μα­τα ποὺ ὑπὸ τὸ ἔν­δυ­μα μιᾶς ἀνεύ­ρε­της τε­λι­κὰ κοι­νω­νι­κῆς ἀλ­λα­γῆς με­ταλ­λα­χθή­κα­νε στὶς πα­ρα­σι­τι­κὲς ἐλὶτ ποὺ τὶς τε­λευ­ταῖ­ες δε­κα­ε­τί­ες ὁδή­γη­σαν τὴν χώ­ρα στὸν γκρε­μὸ τῆς πτώ­χευ­σης καὶ τῆς ἀν­τι­λαϊ­κῆς ἐξάρ­τη­σης ἀπὸ τὰ εὐ­ρω­παϊ­κὰ ἐκμε­ταλ­λευ­τι­κὰ χρη­μα­το­πι­στω­τι­κὰ κέν­τρα.

       Σὲ μιὰ τέ­τοια ἀν­τι-­μυ­θευ­τι­κὴ μα­τιὰ ἀν­τι­στοι­χεῖ καὶ ἕνας ἀλη­θι­νὸς ἀν­τι-χα­ρα­κτή­ρας, μιὰ συ­νεί­δη­ση τοῦ ἑαυ­τοῦ ἀνε­ξάρ­τη­τη μὲ τὴν κοι­νω­νι­κό­τε­ρη ἀν­τια­το­μι­κι­στι­κὴ ση­μα­σία, ἀν­τιε­ξου­σια­στι­κὴ καὶ ἐλευ­θε­ρια­κὴ καὶ ταυ­τό­χρο­να ὑπο­ψια­σμέ­νη ἀπέ­ναν­τι στὸν μυ­θευ­τι­κὸ φε­να­κι­σμὸ ποὺ καὶ οἱ ἴδιες αὐ­τὲς οἱ χει­ρα­φε­τη­τι­κὲς ἀξί­ες μπο­ρεῖ νὰ ὑπο­στοῦν στὴν πρά­ξη! Ἀπέ­ναν­τι στὴν ἐπι­θε­τι­κὴ χυ­δαιό­τη­τα μιᾶς ἄρ­ρι­ζης μα­ζι­κο­ποι­η­μέ­νης ἀ­ντι­κοι­νω­νί­α­ς συ­ναν­τᾶ­με, ταυ­τό­χρο­να, στὸ ἔρ­γο τοῦ Σα­ρί­κα κεί­με­να ποὺ προ­ϋ­πο­θέ­τουν τὸ ἀγα­πη­τι­κὸ πλη­σί­α­σμα πρὸς τὸν κό­σμο τῶν ἀνυ­πε­ρά­σπι­στων πε­ρι­θω­ριο­ποι­η­μέ­νων τῆς κα­θη­με­ρι­νῆς ζω­ῆς, κεί­με­να ποὺ δια­θέ­τουν τὸ σθέ­νος τῆς εὐ­γέ­νειας νὰ ἀν­τι­με­τω­πί­ζουν ὡς ἰσό­τι­μα στὴν ἀξιο­πρέ­πεια ὄν­τα τό­σο τοὺς κα­θη­με­ρι­νούς μας συ­νοί­κους, τὰ ζῶα τῆς πό­λης, τὰ οἰ­κό­σι­τα, αἰχ­μά­λω­τα, ἀδέ­σπο­τα καὶ κρυ­πτό­με­να, ὅσο καὶ αὐ­τὸν τὸν πε­ρια­στι­κὸ χῶ­ρο, τὴν ἴδια τὴν φύ­ση, τὴν πο­δο­πα­τη­μέ­νη ἀπὸ τὴν παμ­φά­γα ἀνα­πτυ­ξια­κὴ ἀπλη­στία!


Ὅσο καὶ νὰ μᾶς ἐνο­χλεῖ ἡ λέ­ξη δι­δα­κτι­σμός, στὶς ὁλο­ζών­τα­νες μι­νια­τοῦ­ρες τοῦ Σα­ρί­κα, ὁ ὅρος ἀπο­κτᾶ τὴν βα­θύ­τε­ρη καὶ πιὸ ἀναγ­καία ση­μα­σία του, ἐν ὄψει ἰδί­ως μιᾶς ἐκ τῶν ἄνω κα­θο­δη­γού­με­νης ἀπορ­ρύθ­μι­σης τῶν πιὸ ζω­τι­κῶν ἀν­θρώ­πι­νων κοι­νω­νι­κῶν δε­σμῶν τὴν ὁποία προ­ω­θεῖ καὶ ἐπι­βάλ­λει ἡ νέα με­τάλ­λα­ξη τοῦ παγ­κό­σμιου κα­πι­τα­λι­στι­κοῦ συ­στή­μα­τος τῶν ἡμε­ρῶν μας. Ἡ ἀν­τί­στα­ση ποὺ προ­βάλ­λει σ’ αὐ­τὸν καὶ τὶς συ­νέ­πειές του τὸ ἦθος μιᾶς τέ­τοιας συ­νεί­δη­σης καί δι­δά­σκει καί, μὲ τὴν ὕπαρ­ξή της, πα­ρη­γο­ρεῖ καί στη­ρί­ζει σὲ στά­ση κοι­νω­νι­κὴ καὶ πο­λι­τι­κή, ἀνα­λό­γως ἀν­τι­στα­σια­κή!

       Ἕνα ζων­τα­νὸ πα­ρά­δειγ­μα τῆς πα­ρα­κμῆς αὐ­τοῦ τοῦ τό­που καὶ τῶν θε­σμῶν του, τὴν πα­ρακ­μὴ ἀκρι­βῶς ποὺ στη­λι­τεύ­ουν τὰ κεί­με­να τοῦ Ζή­ση Σα­ρί­κα, ὑ­πῆρ­ξε καὶ ἡ τύ­χη ποὺ ἐπι­φυ­λά­χθη­κε πρὶν ἀπὸ με­ρι­κὰ χρό­νια στὸ ἴδιο τὸ ἔρ­γο τοῦ συγ­γρα­φέα κα­τὰ τὴν εἰ­σή­γη­ση τῆς ὑπο­ψη­φιό­τη­τας του ὡς μέ­λους στὴν Ἑται­ρεία Συγ­γρα­φέ­ων, τὴν ὑπο­γε­γραμ­μέ­νη ἀπὸ ὀκτὼ ἄλ­λα ἐνερ­γὰ μέ­λη της: ἡ ὑπο­ψη­φιό­τη­τα ἀπορ­ρί­φθη­κε πα­νη­γυ­ρι­κῶς ἀπὸ τὸ σῶ­μα τῆς Γε­νι­κῆς Συ­νέ­λευ­σης! Δυ­στυ­χῶς ὄχι ἀπὸ γνώ­ση καὶ ἄπο­ψη πά­νω στὸ ἔρ­γο τοῦ συγγραφέα, ἔτσι ὅπως θὰ εἶ­χε ἴσως κά­ποιο νόη­μα, ἀλ­λὰ ἀπὸ τὴν σχε­δὸν πλή­ρη καὶ πα­χυ­λὴ ἄγνοιά του. Ἕνα εὐ­φυὲς ΔΣ ἔσω­σε τὴν ἑπό­με­νη χρο­νιὰ τὰ προ­σχή­μα­τα τοῦ ἱστο­ρι­κοῦ σω­μα­τεί­ου, ἀνα­γνω­ρί­ζον­τας ἐμ­μέ­σως τὴν ἄστο­χη ‘κρί­ση’ του, μὲ τὴν ἀ­πο­νο­μὴ τοῦ με­γά­λου του βρα­βεί­ου «Δι­δώ Σω­τη­ρί­ου» στὸν συγ­γρα­φέα τὸν ἀπορ­ρι­φθέν­τα ἀπὸ τὴν Γε­νι­κὴ του Συ­νέ­λευ­ση!


Σ’ ἕνα λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος, ὅπως τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα καὶ τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα, ὅπου, εἴ­τε ὡς ἑλ­λη­νι­κὴ εἴ­τε ὡς παγ­κό­σμια στα­θε­ρά, πλε­ο­νά­ζει ἡ ψυ­χο­γρα­φία τοῦ ἰδιω­τι­κοῦ βί­ου μὲ τὶς πο­λυ­ποί­κι­λες τρο­πι­κό­τη­τές της, ἄλ­λες θε­μα­το­λο­γί­ες ποὺ ἀπο­σκο­ποῦν νὰ ἐκ­θέ­σουν πα­θο­γέ­νειες τῆς κοι­νω­νι­κῆς ζω­ῆς μὲ τὰ πο­λι­τι­κὰ αἰ­τή­μα­τα τῆς ἀξιο­πρέ­πειας τοῦ πο­λί­τη ἢ τῆς ἀν­τί­στα­σης στὸν ἐπι­χει­ρού­με­νο ἐξαν­δρα­πο­δι­σμό του ἀπὸ ἀδια­φα­νῆ καὶ ἀνε­ξέ­λεγ­κτα κέν­τρα ἐκ­με­τά­λλευ­σης καὶ χει­ρα­γώ­γη­σής του, ὑλι­κῆς καὶ πνευ­μα­τι­κῆς, μειο­ψη­φοῦν.

       Γι’ αὐ­τὸ τὸ Ἱστο­λό­γιο, στὴν δε­κα­πεν­τα­ε­τία τῆς ὕπαρ­ξής του, βρῆ­κε πο­λύ­τι­μο κα­τα­φύ­γιο σὲ κεί­με­να ἢ μι­κρὰ ἀφιε­ρώ­μα­τα σὲ δη­μιουρ­γοὺς πού, ἐλαυ­νό­με­νοι ἀπὸ τὸ μί­σος τοῦ κα­να­πέ, ἔδω­σαν στὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ μι­κρο­κεί­με­νά τους προ­τε­ραιό­τη­τα στὸν ὀξὺ κοι­νω­νι­κο­πο­λι­τι­κὸ προ­βλη­μα­τι­σμό, κερ­δί­ζον­τας τὴν ἀγά­πη ὅσων ἀνη­συ­χοῦν γιὰ τὴν τύ­χη τό­σο τῶν λαϊ­κῶν ὅσο καὶ τῶν προ­σω­πι­κῶν ἐλευ­θε­ριῶν, ἀνα­ζη­τών­τας τὴν ἀκη­δε­μό­νευ­τη σκέ­ψη καὶ ἔκ­φρα­ση ποὺ συ­νή­θως τὶς συ­νο­δεύ­ουν. Ἔτσι ἀνα­ζή­τη­σε καὶ πρό­βα­λε ἀπὸ τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ πα­ρά­δειγ­μα φω­νὲς έλευ­θε­ρια­κῶν συ­νει­δή­σε­ων ὅπως τοῦ Πε­ρι­κλῆ Κο­ρο­βέ­ση, τοῦ Τζί­μη Πα­νού­ση, τοῦ Τέο Ρόμ­βου, ἐνῶ, μὲ τὴν βο­ή­θεια ἐξαι­ρε­τι­κῶν με­τα­φρα­στῶν καὶ ἐπι­με­λη­τῶν, συγ­κρό­τη­σε, ἀπὸ τὴν διε­θνῆ πα­ρα­γω­γή, ἀφιε­ρώ­μα­τα μὲ θέ­μα τὴν Ἀναρ­χι­κὴ Λο­γο­τε­χνία καὶ τὸ κοι­νω­νι­κὸ Κου­βα­νι­κὸ Δι­ή­γη­μα.

       Ἀπὸ τὶς φω­νὲς αὐ­τὲς δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ λεί­πει καὶ ἐκεί­νη τοῦ Ζή­ση Σα­ρί­κα. Ὁλο­κλη­ρών­τας τὸν κύ­ριο δια­δι­κτυα­κὸ ἱστο­λο­γι­κό τους κύ­κλο, οἱ Ἱστο­ρί­ες Μπον­ζάϊ νιώ­θουν ἰδιαί­τε­ρη χα­ρὰ καὶ τι­μὴ νὰ τὴν πα­ρου­σιά­σουν στοὺς φί­λους ἀνα­γνῶ­στες τους μὲ μιὰ ἐκτε­νῆ ἀν­θο­λο­γία ἀπὸ τὸ ἔρ­γο του!


       Νέα Σμύρνη, 22.12.2025


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

*Γιάν­νης Πα­τί­λης. Γεν­νή­θη­κε στὴν Ἀθή­να τὸ 1947, ἀπὸ γο­νεῖς κα­τα­γό­με­νους ἀπὸ τὸ χω­ριὸ Πε­ρί­στα τῆς ὀρει­νῆς Ναυ­πα­κτί­ας. Ἔζη­σε τὰ παι­δι­κά του χρό­νια στὸν Κο­λω­νὸ καὶ τὴν ἐφη­βεία του στὰ Πα­τή­σια. Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γία στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἄθη­νῶν. Ἐργά­στη­κε ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Δη­μό­σια Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε δέ­κα συλ­λο­γὲς ποι­η­μά­των καὶ τρεῖς συγ­κεν­τρω­τι­κές. Τε­λευ­ταία ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γή του: Σο­νέ­τα μὲ Ση­μαία Εὐ­και­ρί­ας. Ἐγ­κώ­μια καὶ ψό­γοι ἐκ τοῦ ἰδιω­τι­κοῦ καὶ δη­μό­σιου βί­ου (Πα­ρα­σκή­νιο, Ἄθή­να, 2022). Τε­λευ­ταία συγ­κεν­τρω­τι­κή του Τὸ Σπα­σμέ­νο εἶ­ναι πιὸ Ἀν­θε­κτι­κό ([Ποι­ή­μα­τα 1970-2022], ὕψι­λον/βι­βλία, Ἀθή­να 2023). Ἐπι­με­λή­θη­κε τὴν ἔκ­δο­ση: Ἂγ­γε­λου Θ. Ση­μη­ριώ­τη, Τὰ Ποι­ή­μα­τα [1893-1943], Τό­μοι Α’+Β’ (μὲ τὴν Ἔλ­σα Λια­ρο­πού­λου, Πνευ­μα­τι­κό Κέν­τρο Νέ­ας Ιω­νί­ας Ἀτ­τι­κῆς, Νέα Ἰω­νία, 1995) καὶ δη­μο­σί­ευ­σε πλη­θώ­ρα ἄρ­θρων, σχο­λί­ων, κρι­τι­κῶν καὶ δο­κι­μί­ων. Ὑπῆρ­ξε συ­νι­δρυ­τὴς του πε­ριο­δι­κοῦ Τὸ Δέν­τρο (1978), συ­νεκ­δό­της τῶν πε­ριο­δι­κῶν Νῆ­σος, Μου­σι­κὴ καὶ Ποί­η­ση (1983-85) καὶ Κρι­τι­κὴ καὶ Κεί­με­να (1984-85), καὶ ἐκ­δό­της τοῦ πε­ριο­δι­κοῦ Πλα­νό­διον (1986-2012, τχ. 1-52) καὶ τῶν ἐκ­δό­σε­ών του, ἑνὸς πα­ρεμ­βα­τι­κοῦ ἐν­τύ­που ἀφιε­ρω­μέ­νου στὴν λο­γο­τε­χνία, τὸ δο­κί­μιο, τὴν κρι­τι­κὴ τοῦ βι­βλί­ου καὶ γε­νι­κό­τε­ρα τοῦ πο­λι­τι­σμοῦ. Τὶς ἐμ­πει­ρί­ες ἀπὸ τὴν δρά­ση του στὸ χῶ­ρο τῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν πε­ριο­δι­κῶν συγ­κέν­τρω­σε στὸν τό­μο Μι­κρὸς Τύ­πος: Τὸ Λο­γο­τε­χνι­κὸ Πε­ριο­δι­κό. Θε­ω­ρία καὶ Ἀ­σκή­σεις. Κεί­με­να 1978-2013 (ὕψι­λον/βι­βλία, Ἂθή­να 2013). Τὸ 1996 ὑπῆρ­ξε κα­λε­σμέ­νος ποι­η­τὴς τοῦ Προ­γράμ­μα­τος Ἐλ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Πρίν­στον καὶ τὸ 2000 κα­λε­σμέ­νος στὸ 31ο Διε­θνὲς Φε­στι­βὰλ Ποί­η­σης τοῦ Ρότ­τερ­­νταμ. Τὸν Ἀπρί­λιο τοῦ 2010 ἵδρυ­σε τὸν ἱστό­το­πο γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζάϊ, τὸν ὁποίο συν­διεύθυ­νε μὲ τὴν εἰ­κα­στι­κὸ καὶ συγ­γρα­φέα Ἡ­ρὼ Νι­­κο­­πού­λου ἕως τὴν ἀ­πο­φα­σι­στι­κὴ γιὰ τὴν συ­νέ­χειά του Στρο­φή στὶς 31 Ἰ­ου­λί­ου 2025. Ἀπὸ τὸ 1999 δρα­στη­ριο­ποιεῖ­ται στὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πράγ­μα­τα τοῦ Δή­μου Νέ­ας Ἰω­νί­ας ὡς μέ­λος τοῦ Δ.Σ. τοῦ Ἱδρύ­μα­τος «Τά­κης Σι­νό­που­λος – Σπου­δα­στή­ριο Νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς Ποί­η­σης», τοῦ ὁποί­ου συγ­κρό­τη­σε καὶ ἐπι­με­λεῖ­ται τὸ Ψη­φια­κὸ Ἀπο­θε­τή­ριο Πε­ριο­δι­κῶν Πο­λι­τι­σμοῦ. Εἶ­ναι ἱδρυ­τι­κὸ μέ­λος τῆς «Ἑται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων» καὶ τοῦ «Κύ­κλου Ποι­η­τῶν». Ἂπό τὸ 2005 ζεῖ στὴ Νέα Σμύρ­νη μὲ τὴ σύ­ζυ­γό του ζω­γρά­φο καὶ συγ­γρα­φέα Ἡρώ Νι­κο­πού­λου. Τὸν Δε­κέμ­βριο τοῦ 2019 δώ­ρι­σαν μὲ τὴν σύ­ζυ­γό του στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Πα­τρῶν καὶ στὸ Ἐρ­γα­στή­ριο Ἀρ­χεια­κῶν Τε­κμη­ρί­ων καὶ Τύ­που (ΕΑΤΤ) τὸ προ­σω­πι­κό τους ἀρ­χεῖο, τὸ ἀρ­χεῖο τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ πε­ριο­δι­κοῦ Πλα­νό­διον μα­ζὶ μὲ τὸ ἀρ­χεῖο του τῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν πε­ριο­δι­κῶν τοῦ 20οῦ αἰ., κα­θὼς καὶ τὸ με­γα­λύ­τε­ρο τμῆ­μα τῆς βι­βλιο­θή­κης τους. Εἶ­ναι γιὰ λό­γους ἀρ­χῆς ἐναν­τί­ον τῶν βρα­βεί­ων καὶ τῶν τι­μη­τι­κῶν δια­κρί­σε­ων στὸν χῶ­ρο τῶν Τε­χνῶν καὶ τοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ καὶ ἔχει ἀπο­ποι­η­θεῖ ὅσα ἀ­ντι­στοί­χως τοῦ ἔγι­ναν.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Ζήσης Σαρίκας: O συγγραφέας που για 20 χρόνια μετέφραζε τα  ΑΠΑΝΤΑ του Νίτσε...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Οι τρεις Αντόνιο του Ιταλικού Μπαρόκ : Βιβάλντι, Λότι και Καλντάρα

Baroque italien - Elbphilharmonie de Hambourg - ARTE Concert  Βιβάλντι, Λότι και Καλντάρα: αυτοί οι τρεις συνθέτες, όλοι με το όνομα Αντόνιο...