Σάββατο, Αυγούστου 18, 2018


http://www.epoxi.gr/%CE%A6%CF%89%CF%84%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AF%CE%B5%CF%82/%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CF%89%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%20%CE%BA%CF%81%CE%AC%CF%84%CE%BF%CF%82.jpg

Θεωρίες ισχύος, συσχετισμός δυνάμεων και η υπο-βέλτιστη επιλογή του ΣΥΡΙΖΑ

Γιάννης Σκλίας
documentonews.gr

Πολύς λόγος έχει γίνει για τον περίφημο συσχετισμό δυνάμεων και πώς αυτός καθορίζει το εύρος πολιτικής που μπορεί να ασκήσει μια κυβέρνηση, ιδιαίτερα όταν αυτή αμφισβητεί το νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα και ακόμα περισσότερο σε συνθήκες επιτροπείας. Πώς διαμορφώνεται όμως αυτός ο συσχετισμός και τι είναι η «ισχύς» στη διεθνή αλλά και στην εγχώρια πολιτική σκηνή;
Οι διεθνολόγοι εν πολλοίς έχουν χωριστεί σε δύο στρατόπεδα όσον αφορά το πεδίο τους, τους ρεαλιστές και τους ιδεαλιστές. Οι ρεαλιστές από τη μία, θεωρούν ότι οι τα έθνη-κράτη είναι οι μόνοι πραγματικοί παίκτες στη διεθνή σκηνή, η οποία είναι σε μια κατάσταση αναρχίας και συνεπώς το δυνατότερο Κράτος επιβάλλεται στο άλλο. Στην αντίπερα όχθη, οι ιδεαλιστές θεωρούν ότι η ισχύς ενός Κράτους δεν έχει πλέον σημασία, καθώς υπάρχουν υπερεθνικοί θεσμοί συνδιαμορφωμένοι με τέτοιον τρόπο έτσι ώστε να υπάρχουν αμοιβαία οφέλη για όλες τις εμπλεκόμενες πλευρές. Συνεπώς, η ύπαρξη των θεσμών και η αυξανόμενη αλληλεξάρτηση των δρώντων διασφαλίζει την ειρήνη και την ευημερία σε διεθνές επίπεδο.
Τι είναι όμως η «ισχύς»;
Κατά τη ρεαλιστική προσέγγιση είναι όταν ένας παίκτης (μια κυβέρνηση στη συγκεκριμένη περίπτωση) χρησιμοποιεί τους πόρους του για να εξαναγκάσει έναν άλλον να κάνει κάτι, που διαφορετικά δεν θα έκανε.
Αυτή η θεώρηση αγνοεί σοβαρές πτυχές της παγκόσμιας ισορροπίας και το κατά πόσο οι δρώντες έχουν τη δυνατότητα ή κατά πόσο περιορισμένοι είναι να καθορίζουν τη μοίρα τους. Οι ιδεαλιστές δεν συμπεριλαμβάνουν καθόλου την έννοια της ισχύος για το αποτέλεσμα ενός διεθνούς παιγνίου, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια οι νεοφιλελεύθεροι θεσμιστές (institutionalists) προσπαθούν να πείσουν ότι αυτός ο παράγοντας δεν παίζει κανένα ρόλο στο παραγόμενο αποτέλεσμα, θεωρούν ότι οι χώρες με συγκλίνοντα συμφέροντα δημιουργούν θεσμούς και συμφωνίες που τιθασεύουν την ισχύ του εκάστοτε παίκτη, υπερθεματίζοντας την κοινή συνισταμένη ως τρόπο λήψης απόφασης σε τέτοιου είδους οργανισμούς καθιστώντας τους ως αντίδοτο στην πολιτική δύναμη.
Οι νεοφιλελεύθεροι προσπαθούν να πείσουν δηλαδή ότι λόγω της ύπαρξης τέτοιων θεσμών, ο ορθολογικός λόγος, η πειθώ και η αμοιβαία επωφέλεια έχουν εξοβελίσει τον παράγοντα της ισχύος από τη διεθνή σκηνή και ακριβώς επειδή η ανάλυσή τους είναι ανταγωνιστική με αυτήν του ρεαλισμού, η οποία είναι συνυφασμένη με την ιδέα της ισχύος όπως εκφράστηκε παραπάνω, αγνοούν παντελώς τη μεταβλητή που εξετάζουμε μέσα στις θεωρίες τους.
Το πώς δηλαδή οι ισχυροί επιβάλλοντα μέσω των θεσμών.
Σε αυτό το σημείο οφείλουμε να φωτίσουμε όλες τις πτυχές και τις εκφάνσεις της έννοιας που εξετάζουμε. Η ισχύς είναι μια πολύπλοκη και αμφισβητήσιμη έννοια κυρίως επειδή υπάρχουν πολλοί αλλά και ξεχωριστοί τρόποι για να αναγνωρίσουμε την επίδρασή της πάνω στο πως διαμορφώνει τις κοινωνικές σχέσεις αλλά και τις επιλογές των δρώντων.
Απορρίπτοντας εν μέρει και τις δύο προσεγγίσεις, δηλαδή τον μονοδιάστατο ορισμό της ισχύος κατά τον ρεαλισμό, αλλά και τον ενδογενή χαρακτήρα των θεσμών κατά των ιδεαλισμό και τη νεοφιλελεύθερη αντίληψη, επιχειρείται να εισαχθούν και άλλες διαστάσεις στην υπό εξέταση έννοια. Οι κρίσιμες διαστάσεις οι οποίες διαφοροποιούν την έννοια είναι δύο: Η μία αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο επιχειρείται η άσκηση επιρροής. Για παράδειγμα μπορεί κάποιος να σημαδέψει με όπλο κάποιον και να τον διατάξει να κάνει κάτι, ή να καταστήσει οποιαδήποτε άλλη εναλλακτική επιλογή πιο κοστοβόρα. Συνεπώς υπάρχει η άμεση επιβολή και η έμμεση.
Η δεύτερη αναφέρεται στο ποιος επιχειρεί να συρρικνώσει τις επιλογές ενός άλλου δρώντος. Στη διεθνή θεωρία οι δρώντες είναι τα κράτη, σε αυτήν τη διάσταση θα προστεθούν και οι θεσμοί ως διαμορφωμένα πλαίσια πολιτικής.
Η ισχύς είναι η πηγή της παραγωγής αποτελέσματος ενός παιγνίου που διαμορφώνει τις δυνατότητες των δρώντων να κάνουν τις επιλογές τους και εν τέλει τη μοίρα τους.
Συνεπώς από αυτές τις δύο διαστάσεις προκύπτουν τέσσερις διακριτές μεταξύ τους δυνάμεις.
1. Καταναγκαστική ισχύς
Η καταναγκαστική ισχύς συναντάται όταν συγκεκριμένοι παίκτες επιχειρούν άμεσα , χρησιμοποιώντας τους πόρους τους, να αλλάξουν τις επιλογές άλλων παικτών. Για τον Dahl η ισχύς είναι η δυνατότητα του Α να βάλει τον Β να κάνει κάτι, που εάν δεν εμπλεκόταν ο Α, δεν θα έκανε. Είναι δηλαδή η ρεαλιστική προσέγγιση της έννοιας η οποία ταυτίζεται και με το παραπάνω σχήμα. Είναι συχνά ορατή σε πολεμικές συγκρούσεις κατά τις οποίες έχουν προηγηθεί τελεσίγραφα.
2. Θεσμική ισχύς
Ενώ η καταναγκαστική αναφέρεται στον άμεσο έλεγχο των επιλογών ενός παίκτη από άλλον συγκεκριμένο παίκτη, η θεσμική ισχύς αναφέρεται στον έμμεσο έλεγχο. Ειδικότερα εστιάζεται στους άτυπους και επίσημους θεσμούς που μεσολαβούν μεταξύ του Α και του Β. Η διαφορά τους είναι ότι ο Α δεν ασκεί την ισχύ του μέσω των δικών του πόρων στον Β αλλά ασκεί την επιρροή του στον θεσμό (αλλάζοντάς τον ή δημιουργώντας ένα πλαίσιο μέσω της διαδικασίας λήψης αποφάσεων ευνοϊκό για τον ίδιο)εναντίον του Β.
Ο Α ενδεχομένως να είναι κυρίαρχος παίκτης στη διαδικασία λήψης αποφάσεων του εν λόγω θεσμού και η ατζέντα να ορίζεται από τον ίδιο.
3. Δομική Ισχύς
Η δομική ισχύς είναι άμεση δύναμη επιβολής η οποία προέρχεται από θεσμούς και όχι μόνο. Ενώ στη θεσμική δύναμη τονίστηκε ο ρόλος των ισχυρότερων στη διαμόρφωση του αποτελέσματος κατά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων σε θεσμούς, εδώ η έμφαση έγκειται στη δημιουργία των θεσμών αυτών. Η ύπαρξη κάθε θεσμού εξυπηρετεί τη διατήρηση της δομής του κόσμου, συνεπώς δεν είναι μια ενδογενή διαδικασία κατά την οποία όλα τα μέρη ισοδυνάμως συναποφάσισαν τους κανόνες του παιχνιδιού, αλλά μια αναπαραγωγή συγκεκριμένων συμφερόντων. Η ύπαρξή τους καθιστά τα συμφέροντα αυτά πιο ασφαλή (όπως οι σχέσεις αγοράς- εργασίας) με τον άμεσο περιορισμό των δυνατοτήτων ενός παίκτη και στη συγκεκριμένη περίπτωση μιας κυβέρνησης.
Άρα μια κυβέρνηση έχει ένα συγκεκριμένο εύρος επιλογών που εάν αποκλίνει από αυτό επεμβαίνουν άμεσα οι θεσμοί, είτε είναι η Κομισιόν (Σύμφωνο Δημοσιονομικής Σταθερότητας), είτε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ή ακόμα και το ΣτΕ.
Όσον αφορά τη δομική ισχύ, δεν υπάρχει κάποιος (φυσικό πρόσωπο) που ασκεί επιρροή, αλλά υπάρχουν ήδη διατυπωμένοι κανόνες και πλαίσια που έχουν άμεσο χαρακτήρα.
4. Παραγωγική Ισχύς
Η παραγωγική ισχύς πολλές φορές επικαλύπτει τη δομική, συνεπώς μπορεί να δημιουργηθεί σύγχυση των δύο. Και στις δύο περιπτώσεις το σημείο αναφοράς είναι το πώς οι δυνατότητες κάθε παίκτη είναι κοινωνικά κατασκευασμένες και πως αυτή η διαδικασία διαμορφώνει τα συμφέροντά του. Επιπλέον καμία από τις δύο δεν ενέχει το στοιχείο της ένοπλης σύρραξης (ενάντια σε ποιόν άλλωστε; Στο ΔΝΤ;), παρ’ όλο που η αντίσταση είναι το βασικό συστατικό στοιχείο της δυναμικής που αναπτύσσεται για την αλλαγή.
Όμως η θεσμική και η παραγωγική ισχύ διαφέρουν διακριτά: Ενώ η θεσμική ασκείται άμεσα από τις αντικειμενικές δομικές σχέσεις, η παραγωγική ασκείται εμμέσως από τις κοινωνικές διεργασίες. Η δομική ισχύς είναι η αναπαραγωγή της κυριαρχίας των ελίτ ενώ (αρκετές φορές αντιθέτως) η παραγωγική είναι η ισχύς που παράγει ιδέες, ταυτότητες, αντιλήψεις, νοήματα.
Ενδεχομένως, αυτή η παραγωγή να είναι εναρμονισμένη με τη δομή της κοινωνίας αλλά δεν είναι δομή. Η παραγωγική ισχύς αναφέρεται στην υποκειμενικότητα του «πως θα έπρεπε να είναι ο κόσμος» και όχι του πως είναι.
Είναι δηλαδή η βάση στην οποία χτίζεται το υπόδειγμα μέσω της ηθικής, της κοινωνικής νόρμας, της συλλογικής ταυτότητας, της καθημερινής πρακτικής, της επιθυμητής πολιτικής. Η επανανοηματοδότηση λέξεων όπως δημοκρατία, πολίτης, εθνική ασφάλεια, δυτικός πολιτισμός, Ευρώπη είναι μια παραγωγική ισχύς. Η παραγωγική ισχύς είναι η δύναμη της αλλαγής μέσω εντυπωμένων και νέων αντιλήψεων.
Εν τέλει, η παραγωγική ισχύς είναι η πηγή νομιμοποίησης κάθε εξουσίας.
Τι σχέση έχουν όλα αυτά με την κυβέρνηση;
Στις 21 Αυγούστου του 2018 η χώρα εξέρχεται από τα προγράμματα «διάσωσης» που της είχαν επιβληθεί. Η κυβέρνηση της Αριστεράς είναι αυτή που κατάφερε να συρρικνώσει τους περιορισμούς στην άσκηση πολιτικής και να ανακτήσει μέρος της κυριαρχίας της χώρας. Όμως, η επιτυχία αυτής της κυβέρνησης δεν έγκειται εκεί.
Η επιτυχία της κυβέρνησης ήταν ότι ανέδειξε ότι δεν της επιβαλλόταν μια θεσμική ισχύς αλλά μια καταναγκαστική και ότι δεν υιοθέτησε την επιβαλλόμενη πολιτική ως δική της θέση.
Γιατί έχει αυτό σημασία;
Διότι ξεπέρασε το ρητό του Schauble “Die Regeln sind die Regeln” (οι κανόνες είναι κανόνες) και την ηθική του διάσταση. Ηθική διάσταση που λέει ότι η τιμωρία είναι δίκαιη καθώς συλλογικά αποκλίναμε από τους κανόνες. Απεμπόλησε τον ρόλο του θύτη και κατέλαβε τη θέση του θύματος. Αυτό με τη σειρά του έφερε εξελίξεις στην πολιτική σκηνή άλλων χωρών. Από τον Αύγουστο του 2015, το ευρωπαϊκό οικοδόμημα δεν ήταν μια ένωση κρατών που συναποφάσιζαν για το μέλλον τους αλλά μια σύγκρουση δυνάμεων που αναζητούσαν την ηγεμονία και αυτό ήταν έκδηλο στα μάτια των λαών πλέον.
Μην εγκαταλείποντας τη θέση της για τη λιτότητα κέρδισε επιμέρους πολιτικές και θέσεις που ειδάλλως δεν θα είχαν γίνει αποδεκτές. Αυτό όμως είχε συνοδευθεί από ένα τεράστιο κόστος. Το κόστος της ήττας σε πολιτικό επίπεδο με την εφαρμογή του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής. Ενώ δηλαδή μέσα στη χώρα είχε κερδίσει την ηγεμονία στο χώρο των ιδεών, είχε με το μέρος της την παραγωγική ισχύ, δεν κατάφερε να την μετουσιώσει εξ ολοκλήρου σε εφαρμοσμένη πολιτική.
Σε αυτήν την τρίχρονη πορεία ο ΣΥΡΙΖΑ έχασε μέρος του πολιτικού του κεφαλαίου, αλλά το σημαντικότερο είναι η απώλεια του κοινωνικού του κεφαλαίου. Διότι οι ψηφοφόροι έρχονται και φεύγουν, η πίστη όμως για μια εναλλακτική πορεία της χώρας μακριά από τον νεοφιλελευθερισμό δύσκολα επανακτάται. Η συσπείρωση των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ αν και χαμηλή, φαίνεται ότι μπορεί να αυξηθεί, ένα μικρό μέρος του «έχει γυρίσει την πλάτη» αλλά το υπόλοιπο τηρεί στάση αναμονής.
Η παραγωγική ισχύς του ΣΥΡΙΖΑ είναι ακόμα εκεί, αρκεί να την ενεργοποιήσει. Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ έκανε μια φαινομενικά υποβέλτιστη επιλογή με την εφαρμογή του προγράμματος,  αλλά δεδομένων των συσχετισμών δυνάμεων, ενδεχομένως εκ των υστέρων συλλογιζόμενοι, να ήταν η βέλτιστη.
Σημαντικότερο είναι τι πιστεύουν οι πολίτες για το πώς θα έπρεπε να λειτουργεί ο κόσμος απ’ το τι πιστεύουν για το πώς λειτουργεί.
Τώρα αρχίζουν τα δύσκολα για την κυβέρνηση, διότι τώρα δεν υπάρχει άλλοθι. Ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να επιδοθεί σε έναν πόλεμο θέσεων και να τον κερδίσει, να αποδείξει τη διαφορά του από την αξιωματική αντιπολίτευση, να δημιουργήσει και να υλοποιήσει μέρος του συλλογικού του οράματος . Να παραθέσει ένα σύνολο αξιών που μετουσιώνεται σε πολιτική και αντιτίθεται πλήρως στο δόγμα της λιτότητας. Το ηθικό πλεονέκτημα της Αριστεράς δεν είναι η προς το παρόν ανοσία που διατείνεται ότι έχει στην ασθένεια της διαφθοράς, αλλά η πίστη ότι ένας δικαιότερος κόσμος είναι εφικτός. Η έννοια του δικαίου διαφοροποιείται ανάλογα με τον πολιτικό χώρο και όπου είναι ταυτόσημη, διαφοροποιείται στο κατά πόσο υλοποιήσιμη είναι.
Ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός; Ιδού η απορία.
Αποτέλεσμα εικόνας για Γιάννης Σκλίας*Ο Γιάννης Σκλίας είναι πολιτικός επιστήμoνας, επικεφαλής της Vox Pop Analysis

Δεν υπάρχουν σχόλια: