Τετάρτη, Φεβρουαρίου 08, 2017

Το χάος είναι «η φυσική κατάσταση του κόσμου» και η αντίσταση τελικά του ανθρώπου παραμένει μελαγχολική...

 Αποτέλεσμα εικόνας για «Μελαγχολία της αντίσταση

Λάσλο Κρασναχορκάι

 «Η μελαγχολία της αντίστασης»

 Μτφρ. Ιωάννα Αβραμίδου, εκδόσεις «Πόλις», σελίδες 401.

Το σκοτεινό σύμπαν του Κρασναχορκάι



Δήμητρα Ρουμπούλα
anagnostis,gr

«Το χάος πολύ απλά ήταν η φυσική κατάσταση του κόσμου». Ένα τέτοιο χάος περιγράφει ο Κράσνο Κρασναχορκάι και προσπαθεί να το βάλει σε τάξη με λέξεις. Λέξεις που σχηματίζουν χειμαρρώδεις, σχεδόν παραληρηματικούς, ποταμούς λόγου, μέσα στους οποίους εγκιβωτίζονται  ευάλωτοι άνθρωποι, επιθετικά και βίαια όντα, φιγούρες αυταρχισμού και φυσιογνωμίες διανόησης, αλλά και υποβλητικές ποιητικές εικόνες που σε παρασύρουν σε μια απόκοσμη πραγματικότητα.
«Η μελαγχολία της αντίστασης» είναι το δεύτερο βιβλίο του Ούγγρου συγγραφέα που κυκλοφορεί στη χώρα μας, μετά το «Πόλεμος και πόλεμος», πάντα από τις εκδόσεις «Πόλις» και σε μετάφραση της έμπειρης  Ιωάννας Αβραμίδου. Και ήδη έχει αποκτήσει ένα φανατικό κοινό, σίγουρα απαιτητικό και ψαγμένο, καθώς ο Κρασναχορκάι είναι ένας δύσκολος συγγραφέας, ακριβώς λόγω της γραφής του που χαρακτηρίζεται από τον μακροπερίοδο λόγο του, αλλά και την θεματική του. Εδώ βρίσκεται όλη η γοητεία του: στην αποδέσμευση της γλώσσας από τους κανόνες της γραμματικής και της σύνταξης, από το σύμπλεγμα των σημείων στίξης. Οι δαιδαλώδεις φράσεις του εκτείνονται σε ολόκληρες σελίδες, όπου περιπλέκονται τα γεγονότα, τα πρόσωπα, οι σκέψεις, ο χρόνος. Το  στυλ του είναι πυκνό, η αφηγηματική φωνή μεταβάλλεται συνεχώς και μετατοπίζεται από το ένα πρόσωπο στο άλλο, ακόμα και στο μέσο της ατελείωτης πρότασης, ο χρόνος επίσης εναλλάσσεται συχνά. Οι επιλογές αυτές εξυπηρετούν το στόχο του συγγραφέα, να καταδείξει την χαοτική πραγματικότητα, να μιλήσει για τον ενδημικό φόβο, για τον κόσμο από τον οποίο απουσιάζει η ανθρωπιά. Σίγουρα ο αναγνώστης πρέπει πρώτα να εξοικειωθεί με τη γραφή του μέχρι να παρασυρθεί στη ροή μιας παράδοξης, μαγευτικής ιστορίας, που πραγματεύεται την ίδια τη φύση του ανθρώπου και της κοινωνίας, μέχρι να γευτεί την «συναρπαστική ένταση και το φωνητικό εύρος» του «οραματιστή συγγραφέα που συλλαμβάνει την υφή της ύπαρξης της εποχή μας σε σκηνές που είναι τρομακτικές, παράξενες, τρομερά κωμικές και συχνά σπαρακτικά όμορφες», όπως ανέφερε στο σκεπτικό της η επιτροπή για το Διεθνές Βραβείο Man Booker με το οποίο τιμήθηκε το 2015 και ήταν ο πρώτος Ούγγρος συγγραφέας που το κέρδισε ποτέ.
Στην «Μελαγχολία της αντίστασης», ο συγγραφέας μάς μιλάει για την βία και την αγριότητα που ελλοχεύει γύρω μας  και μέσα μας, για την αυθαιρεσία της εξουσίας,  για την αντίσταση της γνώσης, της τέχνης και του πνεύματος εναντίον του χάους και της αταξίας. Η ιστορία εξελίσσεται σε μια μικρή απομονωμένη κωμόπολη στην παγωμένη λεκάνη των Καρπαθίων, καλυμμένη διαρκώς είτε από πυκνή ομίχλη, είτε από καταχνιά ή ακόμα από αδιαπέραστα σύννεφα. Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον από την πρώτη κιόλας σελίδα  πλανάται η απειλή μιας επικείμενης καταστροφής. «Το αδάμαστο χάος είχε διαταράξει τους καθημερινούς μηχανισμούς, το μέλλον ήταν ύπουλο, το παρελθόν παρωχημένο, η λειτουργία της καθημερινής ζωής απρόβλεπτη, σε τέτοιο βαθμό, ώστε οι άνθρωποι, εντελώς παρατημένοι, να μην εκπλήσσονται ακόμα κι αν το σιτάρι φύτρωνε ανάποδα…», διαβάζουμε στη δεύτερη σελίδα. Στην περιοχή εμφανίζεται ένα περίεργο τσίρκο, με κύριο αξιοθέατο το άδειο κήτος της πιο μεγάλης φάλαινας στον κόσμο, καθώς και μια μυστηριώδης, αθέατη φιγούρα χωρίς πρόσωπο, ο λεγόμενος «Πρίγκιπας». «Προς τι τελικά ένα τσίρκο; Όταν η ίδια η πόλη είναι γεμάτη απειλές;»  Παρά  τη «θανατερή σιωπή της έρημης πόλης» και το σιβηρικό ψύχος, σκυθρωπά πλήθη κατακλύζουν τους δρόμους με σκοπό να δουν το θέαμα, διασαλεύοντας την υποτιθέμενη ισορροπία. Οι φόβοι, το αίσθημα ανασφάλειας και απειλής διαδίδονται σε ελάχιστο χρόνο. Όταν η δημόσια εμφάνιση του «Πρίγκιπα» ματαιώνεται, τότε το πλήθος εξεγείρεται και με την εισβολή μέσα σ΄ αυτό ύποπτων ατόμων, ξεσπούν άγριες βιαιότητες, δίνοντας την ευκαιρία στην αδίστακτη Τούντε  Έστερ να υλοποιήσει, με συνεργό τον αρχηγό της αστυνομίας, το σχέδιό της: καλώντας την αστυνομία και τα τανκς του στρατού να επέμβουν, να αναλάβει τα ηνία της εξουσίας στην πόλη.
Το σχέδιο της δαιμόνιας  γυναίκας μοιάζει με δολοπλοκία. Αυτή η «δέσποινα του μέλλοντος, που θωρούσε την πόλη με τα τολμηρά μάτια μιας κληρονόμου της πόλης» δεν πτοείται από την ανεξέλεγκτη βία και τους βανδαλισμούς, από τη φρενήρη διάλυση, τον φόβο και τον τρόμο που παραλύει τους κατοίκους. Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα, η εξουσία είναι το παν. Ο εν διαστάσει σύζυγός της, ο οποίος έχει καταλάβει τους σκοπούς της, την χαρακτηρίζει «εμετικό απολίθωμα», που γνωρίζει μόνο έναν ρυθμό, εκείνο «των καταναγκαστικών εμβατηρίων».
Στον πυρήνα αυτού του μελαγχολικού, σκοτεινού και αινιγματικού σύμπαντος, ξεχωρίζουν δύο μοναδικές φωνές λογικής και ευαισθησίας, ο σύζυγος της Τούντε, μια σοφή προσωπικότητα με ποιητική ευαισθησία και λεπτότητα, και ο αλαφροΐσκιωτος νεαρός ταχυδρόμος Γιάνος Βάλουσκα. Η δύναμη της φωνής, ή η (μελαγχολική) αντίσταση του κυρίου  Έστερ πηγάζει από τη βαθιά πίστη του στη μουσική. Διευθυντής στο Ωδείο της πόλης, μια ζωή κατέφευγε στη μουσική για να αποφεύγει τη βλακεία.  Είναι ένας αφοσιωμένος μουσικός που μελετά τη μουσική των ουράνιων σωμάτων – αναφορά του Κρασναχορκάι στον μουσικό του 17ου αιώνα Αντρέας Βέρκμαϊστερ, ο οποίος επιχείρησε να υποδιαιρέσει τη μουσική κλίμακα σε δώδεκα ίσα διαστήματα, προσπαθώντας να σχηματίσει ένα νέο σύστημα από κύριες και δευτερεύουσες νότες. «Αρμονίες του Βέρκμαϊστερ» τιτλοφορεί το δεύτερο μέρος του μυθιστορήματος ο συγγραφέας και έτσι ονομάζει την δεξιοτεχνική ταινία του (2000) ο επιστήθιος φίλος και συνεργάτης του Μπέλα Ταρ, εμπνεόμενος από την «Μελαγχολία της αντίστασης».
Όποτε ο Έστερ δεν μιλάει για τα ουράνια σώματα στρέφεται στη γη: «σε διαρκή περιστροφή, είναι εντελώς λογικό η ανθρωπότητα να πασχίζει εδώ και αιώνες να βρει τον εαυτό της, εφόσον περνά τον περισσότερο χρόνο της να κρατηθεί όρθια…» Κι όταν στρέφεται στα ενδότερα της κοινωνίας και του πολιτικού συστήματος, ίσως αυτού της πατρίδας του Κρασναχορκάι που κατέρρευσε το 1989, τότε που εξέδωσε το παρόν βιβλίο, λέει: «…αυτή η πόλη και αυτή η χώρα είχαν καταστραφεί από τις κυρίαρχες ιδέες που με βλακώδη αλαζονεία αγωνίζονταν να διευθετήσουν την τάξη των ανθρωπίνων σχέσεων (…) κάθε κυρίαρχη ιδεολογία, κάθε έμμονη ιδέα και κάθε κρίση που δεν βλέπει τον «κόσμο» παρά μόνο μέσα από τις παρωπίδες που φόρεσε μόνη της, καταστρέφουν τη ζωή». Δεν είναι τυχαίο ότι ο Έστερ θεωρεί φίλο και μαθητή του τον Βάλουσκα, συνδέεται μαζί του, τον προστατεύει και ανησυχεί για αυτόν που οι άλλοι αντιμετωπίζουν ως διανοητικά καθυστερημένο και η ίδια του η μάνα έχει διώξει από το σπίτι επειδή δεν υιοθετούσε έναν «κανονικό τρόπο ζωής». Ο Γιάνος ζούσε μια ζωή που συνοψιζόταν σε μια ατελείωτη περιπλάνηση και  παρακολουθούσε «ως μάρτυρας την αργή πορεία των ανθρωπίνων πραγμάτων με μια ακαθόριστη ακατανοησία χρωματισμένη με θλίψη». Για τον σοφό δάσκαλο, είναι ένας «αξιοθαύμαστος καλλιτέχνης της υπαρξιακής έκστασης». Με την αγνότητα και την συγκινητική αθωότητά του πιστοποιούσε «την ύπαρξη του αγγελικού στοιχείου μέσα στους κόλπους των καταστροφικών δυνάμεων της βαθιάς παρακμής» . Ο χαρακτήρας του Βάλουσκα με την αφοπλιστική αθωότητα, την απαράμιλλη ειλικρίνεια και απλότητα δεν μπορεί παρά να θυμίζει τον πρίγκιπα Μίσκιν του μεγάλου ψυχογράφου Ντοστογιέφσκι.
Η έκπληξη βρίσκεται στο τέλος, στις τελευταίες σελίδες του τρίτου μέρους «Η αποδόμηση», όπου οι «αποδομητικοί παράγοντες», όχι της κοινωνίας πλέον αλλά του ανθρώπινου όντος,  βρίσκονται εν δράσει. Εκεί πρυτανεύει «η άπειρη δύναμη ενός χάους που εμπεριείχε τους κρυστάλλους της τάξης», εκεί κυριαρχεί «μια αδιάκοπα μακρινή Δίκη»… Αυτό το φινάλε, μια λογοτεχνική πραγματεία με βιολογικούς όρους της αναπόφευκτης φθοράς, του θανάτου, ένα τα καλύτερα που έχουμε διαβάσει, ο αναγνώστης δεν πρέπει να χάσει.
Η αριστουργηματική  «Μελαγχολία της αντίστασης» ανακηρύχθηκε από τους Γερμανούς «Βιβλίο της χρονιάς» το 1993, τέσσερα χρόνια μετά την ουγγρική έκδοσή του. Ο βραβευμένος στη χώρα του Λάσλο Κρασναχορκάι, 63 ετών σήμερα, ανακαλύφθηκε από τη Δύση μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» και από την κριτική που τον συνέκρινε με τον Κάφκα, τον Μέλβιλ, τον Μπέκετ ή τον Τόμας Μπέρχαρντ, ενώ η Σούζαν Σόνταγκ τον χαρακτήρισε «μετρ της Αποκάλυψης». Όπως και να ΄χει ο Ούγγρος συγγραφέας, υπηρετώντας μια απαιτητική και φιλόδοξη λογοτεχνία, είναι από τους σημαντικότερους συγγραφείς του καιρού μας. Η ματιά του, παρότι άκρως διεισδυτική για τις σύγχρονες κοινωνίες, δεν είναι αισιόδοξη. Το πικρό ερώτημα του Έστερ, το οποίο απορρέει από το δυσανάγνωστο περιεχόμενο του «κόσμου» , το «προς τι όλα αυτά;» δεν είναι για εκείνον παρά «ένα ρητορικό ερώτημα για να χαλιναγωγηθεί το αδάμαστο, ένα δίχτυ για να παγιδευτεί το άπειρο, μια γλώσσα για να μεταφραστεί η σπίθα, κι έτσι ο κόσμος και το νόημά του είναι ένα και το αυτό». Το χάος είναι «η φυσική κατάσταση του κόσμου» και η αντίσταση τελικά του ανθρώπου παραμένει μελαγχολική, όπως υποδηλώνει και ο τίτλος του συγκλονιστικού αυτού μυθιστορήματος.



 ΕΠΤΑ ΑΚΟΜΑ ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

 Θεόδωρος Γρηγοριάδης, Ένας κόσμος αλλόκοτος, ο δικός μας κόσμος, "Τα Νέα"/ "Βιβλιοδρόμιο", 4.2.2017

Λίνα Πανταλέων, Η άρνηση της χαραυγής, http://literature.gr, 18.1.2017
Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης, Χαρτογράφηση του Χάους, www.bookpress.gr, 13.1.2017
Λίλια Τσούβα, «Η μελαγχολία της αντίστασης» ή αλλιώς η γοητεία του Λάσλο Κρασζναχορκάι, "Fractal", Ιανουάριος 2017
Χαρίκλεια Δημακοπούλου, Η μελαγχολία της αντίστασης, "Εστία", 24.12.2016
Κώστας Αγοραστός, Στο εργαστήρι της Ιωάννας Αβραμίδου, www.bookpress.gr, 5.11.2016
Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης, Διαβάζοντας το νέο βιβλίο του Λάσλο Κρασναχορκάι, "Lifo", 1.10.2016

Δεν υπάρχουν σχόλια: