Σάββατο, Δεκεμβρίου 21, 2013

Γιορτάρες μέρες έρχονται

 Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη
Ο Αμερικάνος

Τοῦ Δημήτρη τοῦ Μπέρδε τὸ μαγαζὶ ὠμοίαζε, τὴν ἑσπέραν ἐκείνην, μὲ βάρκαν, κατὰ τὸ φαινόμενον φουρτουνιασμένην, δευτεροπρύμα πλέουσαν, πληττομένην ὑπὸ τῶν κυμάτων τὴν μίαν πλευράν, μὲ τὸ ὕδωρ εἰσπηδῶν ἀπὸ τὴν κωπαστὴν καὶ περιρραντίζον τοὺς δυστυχεῖς ἐπιβάτας, ὅπου ὁ κυβερνήτης καὶ ὁ ναύτης τοῦ φαίνονται περιφρόντιδες, δίδοντες καὶ λαμβάνοντες προστάγματα εἰς ἀκατάληπτον γλώσσαν, ὁ μὲν ἰθύνων μετὰ βίας τὸ πηδάλιον, ὁ δὲ λύων καὶ δένων τὰ ἱστία, βοηθῶν διὰ τῆς κώπης ἐκ τοῦ ὑπηνέμου, ἀμφότεροι τρέχοντες ἀπὸ τὴν πρύμνην εἰς τὴν πρώραν, καταπτοοῦντες τοὺς ἀπειροτέρους τῶν ἐπιβατῶν, περιρραινομένους ἀπὸ τὸ ἀφρίζον κύμα, ὀσφραινομένους ἐγγύθεν καὶ γευομένους τὴν ἅλμην. Ἐξημέρωναν δὲ Χριστούγεννα, καὶ ἕκαστος τῶν πελατῶν ἐπεθύμει νὰ κάμει τὰ ὀψώνιά του. Ὁ κὺρ Δημήτρης ὁ Μπέρδες ἔτρεχεν ἐμπρός, ὀπίσω, ἐκέρνα νοθευμένα τοὺς πελάτας, ἐπώλει ξίκικα εἰς τοὺς ἀγοραστᾶς, μὲ τὴν τρικυμίαν ἐσκορπισμένην εἰς τὴν ὄψιν καὶ τὴν γαλήνην ταμιευμένην ἐν τὴ καρδία, γοητευόμενος ἀπὸ τὰς φωνᾶς τῶν θαμώνων, ἐνθουσιῶν ἀπὸ τὸν κρότον τῶν κερμάτων, τῶν πιπτόντων διὰ τῆς ἄνωθεν ὀπῆς, ὡς τὰ στρουθία εἰς τὴν παγίδα, εἰς τὸ καλῶς κλειδωμένον συρτάρι του. Τὸ παιδί, ὁ δεκαπεντούτης Χρῆστος, ἀνεψιὸς τοῦ ἐξ ἀδελφῆς, δὲν ἐπρόφθανε νὰ γεμίζει φιάλας ἐκ τοῦ βαρελίου, νὰ κακοζυγίζει βούτυρον ἐκ τοῦ πίθου, νὰ κενώνει μέλι ἐκ τοῦ ἀσκοῦ, μὲ τὴν ποδιὰν ὑψηλὰ εἰς τὸ στῆθος περιδεδεμένην, κι ἐξελαρυγγίζετο νὰ φωνάζει ἀμέσως! εἰς ὀκτὼ διαφόρους τόνους καὶ ὕψη• λέξιν τὴν ὁποίαν μὲ τὸν καιρὸν εἶχε κατορθώσει νὰ κολοβώσει εἰς ἀμές! εἴτα νὰ συντάμει εἰς ’μες! καὶ τέλος ν’ ἁπλοποιήσει εἰς ἔς!
Εἰς μίαν γωνίαν τοῦ μαγαζείου ὅμιλος ἐκ πέντε ἀνδρῶν ἐκάθηντο κι ἔπιναν τὴν μαστίχαν τῶν, πρὶν διαλυθῶσι καὶ ἀπέλθωσιν οἴκαδε διὰ τὸ δεῖπνον. Ἤσαν ὅλοι ἐμποροπλοίαρχοι τοῦ τόπου, περιμένοντες τὴν κατάδυσιν τοῦ Σταυροῦ διὰ ν’ ἀποπλεύσωσι, κι ἐδεξιοῦντο ἕνα συνάδελφον τῶν, ἐκείνην τὴν ἑσπέραν φθάσαντα αἰσίως μὲ τὴν σκούναν του, τὸν καπετὰν Γιάννην τὸν Ἰμβριώτην• ἔκαμαν ὅλοι μὲ τὴν σειρὰν τὰ μουσαφιρλίκια, εἴτα ὁ καπετὰν Γιάννης ἠθέλησε καὶ αὐτὸς νὰ τοὺς κάμει τὰ σαλαμετλίκια. Εἴτα εἷς ἕκαστος τῶν φίλων ἐπροθυμήθη νὰ κάμει κι ἐκ δευτέρου τὰ μουσαφιρλίκια, καὶ πάλιν ὁ καπετὰν Ἰμβριώτης ἑξανάκαμε τὰ σαλαμετλίκια. Ἕως ἐδῶ εὐρίσκοντο καὶ ὠμίλουν ζωηρῶς περὶ πραγμάτων τοῦ ἐπαγγέλματος τῶν, περὶ ναύλων, κεσατίων, περὶ σταλίας, περὶ φορτώσεων κι ἐκφορτώσεων, περὶ ναυαγίων καὶ ἀβαριῶν. Ὁ καπετὰν Γιάννης διηγεῖτο διὰ μακρῶν τὰ τοῦ τελευταίου ταξιδίου του, καὶ εἶπεν ὅτι, ἀκουσίως του, ἕνεκα δυστροπίας τῶν τουρκικῶν ἀρχῶν, ἠναγκάσθη νὰ διατρίψει ἐπὶ ἡμέρας ἐν Βόλω, ὅπου εἶχε προσεγγίσει πρὸς μερικὴν ἐκφόρτωσιν.
- Ἅ! δὲν σᾶς εἶπα καὶ ἕνα γιουλτζὴ ποὺ πῆρα ἀπ’ τὸ Βόλο, εἶπε.
- Ἐπῆρες κανέναν ἐπιβάτη ἀπ’ τὸ Βόλο; ἠρώτησεν εἷς τῶν φίλων του.
- Δὲν ἠθέλησε νὰ ξεμπαρκάρει, ἔμεινε μὲς στὴ σκούνα. Τοῦ εἶπα νὰ τὸν πάρω μ’σαφίρη στὸ σπίτι, καὶ δὲ θέλησε.
- Καὶ γιὰ ποῦ πάει;
- Ἕως ἐδῶ, κατὰ τὸ παρόν. Τὸν ἠρώτησα, δὲν ἠθέλησε νὰ μοῦ πεῖ.
- Καὶ τί δουλειὰ ἔχει ἐδῶ;
- Τί ἄνθρωπος εἶναι;
- Πῶς σου φάνηκε; διεσταυροῦντο αἳ ἐρωτήσεις τῶν πλοιάρχων.
- Εἶναι ἄνθρωπος ποὺ ἔχει ξουραφισμένο τὸ μουστάκι καὶ τὰ γένεια, κι ἔχει ἀφημένες μόνον τρίχες ἀποκᾶτ’ ἂπ’ τὸ σιαγόνι καὶ στὸ λαιμό. Μοῦ φάνηκε σὰν Ἐγγλέζος, σὰν Ἀμερικάνος, μὰ ὄχι πάλι σωστὸς Ἐγγλέζος οὔτε σωστὸς Ἀμερικάνος• τὰ ὀλίγα λόγια πού μου εἶπε ρωμέικα, τὰ εἶπε μ’ ἕναν τρόπο δύσκολο καὶ συλλογισμένο, ὄχι καὶ πολὺ ξενικό, σὰν νὰ ἤξερε μία φορὰ ρωμέικα καὶ τὰ ξέχασε. Τὶς πλειότερες φορὲς συνενοηθήκαμε μὲ κάτι λίγα ἰταλικὰ ποὺ ξέρω κι ἐγώ.
- Σοὺ εἶπε τ’ ὄνομά του;
- Στὰ χαρτιὰ τὸν ἐπέρασα ὡς Τζῶν Στόθισον, μὲ ἀμερικάνικο πασαπόρτι.
Τὴν στιγμὴν ἐκείνην ὁ καπετὰν Γιάννης, ὅστις ἐκάθητο ἐρείδων τὰ νῶτα ἐπὶ τοῦ τοίχου, πρὸς τὴν θύραν βλέπων, ἀκουσίως ἀνέκραξεν:
- Ἅ! νὰ τός!

 Ὅλοι ἐστράφησαν πρὸς τὴν θύραν.
Εἶχεν εἰσέλθει ἄνθρωπος ὑψηλός, καλοφορεμένος, ὡς σαρανταπέντε ἐτῶν, ὡραῖος, ἀνοικτοπρόσωπος, ἐξυρισμένος μύστακα καὶ γένειον, πλὴν ὀλίγων τριχῶν ὑπὸ τὸν πώγωνα καὶ πρὸς τὸν λαιμόν, μὲ παχείαν χρυσὴν καδέναν ἐπὶ τοῦ στήθους, ἀφ’ ἢς ἐκρέμαντο μικρὸν ἐγκόλπιον καὶ τινὲς βῶλοι χρυσοῦ. Ποίας φυλῆς, ποίου κλίματος ἦτο, δυσκόλως ἠδύνατο νὰ εἰκάσει τίς. Ἐφαίνετο ἀποκτήσας οἰονεῖ ἐπίχρισμα ἐπὶ τοῦ προσώπου, ὡς προσωπίδα τινὰ ἄλλου κλίματος, εὐζωίας καὶ πολιτισμοῦ, ὑφ’ ἢν ἐλάνθανε κρυπτομένη ἡ ἀληθὴς καταγωγή του. Ἐβάδιζε μὲ βῆμα ἀβέβαιον, ρίπτων βλέμμα ἔτι ἀβεβαιότερον πρὸς τὰ περὶ αὐτὸν πρόσωπα καὶ πράγματα, ὡς νὰ προσεπάθει νὰ κατατοπισθεῖ ὅπου ἦτο.
Ἐνῶ πρὸ τῆς δύσεως τοῦ ἡλίου ἠρνήθη, ὡς διηγεῖτο ὁ πλοίαρχος Ἰμβριώτης, ν’ ἀποβιβασθεῖ εἰς τὴν πολίχνην, ἅμα ἐνύκτωσε παρεκάλεσε τὸν ἐπὶ τοῦ πλοίου μείναντα ναύτην, ὅστις, ἐπειδὴ δὲν ἦτο ἐντόπιος, δὲν εἶχε ποῦ νὰ ὑπάγει, κι ἔμεινε φύλαξ τῆς σκούνας, νὰ τὸν ἀποβιβάσει εἰς τὴν ξηράν. Ὁ ναύτης ὑπήκουσεν. Ὁ ξένος ἄφησε τὴν ἀποσκευήν του, συγκειμένην ἀπὸ τρεῖς ὑπερμεγέθεις κασσέλας, εἰς τὸν θάλαμον τῆς πρώρας, κι ἐξῆλθεν. Ἅμα ἀποβιβασθεῖς, εὑρέθη εἰς τὴν παραθαλάσσιον ἀγοράν, κι ἐκοίταξε δεξιὰ-ἀριστερά, ὡς νὰ μὴ ἐγνώριζε ποῦ εὐρίσκετο. Ἔξω εἰς τὸ ὕπαιθρον ἄνθρωποι δὲν ἤσαν, διότι ἦτο ψύχος δριμύ• τὰ βουνὰ χιονισμένα ὁλόγυρα. Ἦτο τὴ 24 Δεκεμβρίου 187… Ἐκοίταξεν ἐντὸς εἰς δύο ἢ τρία καπηλεία καὶ καφενεῖα, εἴτα εἰς δύο ἐμπορικὸ-παντοπωλεῖα διφυῆ, οἴα τὰ τῶν χωρίων. Ἀλλὰ δὲν ἐφάνη εὐχαριστημένος, ὡς μὴ ἀναγνωρίσας αὐτά, κι ἐξηκολούθησε τὸν δρόμον του. Ἀνέβη εἰς τὴν μικρᾶν πλατείαν, ἔμπροσθέν του ναοῦ τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν. Ἐκεῖ ἐφάνη ὅτι ἀνεγνώρισε τὸ μέρος. Καὶ δὲν ἔκαμε τὸν σταυρόν του, ἅμα εἶδε τὴν ἐκκλησίαν, ἀλλ’ εἰς τὸ σκότος ἔβγαλε τὸ καπέλον του, καὶ πάλιν τὸ ἐφόρεσεν, ὡς νὰ συνήντησε παλαιὸν φίλον καὶ τὸν ἐχαιρέτα. Εἴτα προσέβλεψεν ἀριστερά, εἶδε τὸ μικρὸν οἰνοπαντοπωλεῖον τοῦ Μπέρδε, κι ἐπλησίασεν. Ἐστάθη ἐπ’ ὀλίγας στιγμᾶς κι ἐκοίταξεν ἐντός. Τέλος εἰσῆλθεν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι δὲν εἶχεν ἰδεῖ τὸν πλοίαρχον Ἰμβριώτην, ὅστις, καίτοι πρὸς τὴν θύραν βλέπων, ἐσκιάζετο ἐν μέρει ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς συναδέλφους του, μεθ’ ὧν συνέπινε, τοὺς στρέφοντας τὰ νῶτα πρὸς τὴν θύραν, κι ἐπεπροσθεῖτο ἀπὸ ἄλλον τινὰ ὅμιλον ὀρθῶν ἱσταμένων καὶ πινόντων παρὰ τὸ λογιστήριον, ἔμπροσθέν του ὁποίου ἵσταντο αἳ φιάλαι μὲ τὰ ποτά. Ἐὰν τὸν εἶχεν ἰδεῖ, ἴσως δὲν θὰ εἰσήρχετο.
- Νὰ ὁ Ἀμερικάνος, ἐπανέλαβεν ὁ πλοίαρχος Ἰμβριώτης δείξας τὸν εἰσελθόντα πρὸς τοὺς συναδέλφους του.
Οἱ τέσσαρες ἐμποροπλοίαρχοι ἔστρεψαν τοὺς ὀφθαλμοὺς πρὸς τὸν νεωστὶ ἐλθόντα καὶ τὸν ἐκοίταξαν ἀπλήστως.
- Μπόνο πράτιγο, σινιόρε, ἔκραξεν ὁ Ἰμβριώτης• ἀπεφάσισες, βλέπω, κι ἐβγῆκες.
Ὁ ξένος ἔκαμε σημεῖον χαιρετισμοῦ μὲ τὴν χείρα.
- Πλήιζ κάπτην(ὁρίστε καπετάνιε), εἶπεν εἷς τῶν ἐμποροπλοιάρχων, ὁ καπετὰν Θύμιος ὁ Κουρασάνος, ἰδιοκτήτης μεγάλου βρικίου, ὅστις εἶχε κάμει δύο ταξίδια εἰς τὸν ὠκεανόν, μέχρι Λονδίνου, καὶ εἶχε μάθει ὀκτὼ ἢ δέκα ἀγγλικᾶς φράσεις.
- Θὲγκ-ἰοῦ σὲρ (εὐχαριστῶ, κύριε), ἀπήντησεν εὐγενῶς ὁ ξένος.
Καὶ ἔρριψε μίαν δεκάραν εἰς τὸ λογιστήριον, εἰπῶν εἰς τὸν παίδα μόνον τὴν λέξιν ταύτην: «ρούμ!» Λαβῶν δὲ εἰς τὴν χείρα τὸ ποτήριόν του, διὰ νὰ μὴ δείξει ὅτι ἀπέφευγε συστηματικῶς τοὺς ἀνθρώπους, ἐπλησίασε πρὸς τὸν ὅμιλον, καὶ εἶπεν ἑλληνιστί, μετὰ τινὸς παχυστομίας καὶ δυσκολίας περὶ τὴν προφοράν.
- Εὐχαριστῶ, κύριοι• δὲν εἶμαι νὰ καθίσω νὰ κάμω τώκ, καὶ δύσκολο σ’ ἐμένα νὰ κάμω τὼκ ρωμέικα.
- Τί λέει; εἶπε συνοφρυωθεῖς ὁ καπετὰν Θύμιος ὁ Κουρασάνος• δὲ θέλει νὰ κάμει τόκα μαζί μας;
Ὁ ξένος ἤκουσε, κι ἔσπευσε νὰ ἐπανορθώσει τὴν παρανόησιν.
- Μὲ συμπάθειο, κύριε• εἶπα, νὰ κάμω τώκ, νὰ κάμω κονβερσατσιόνε, πῶς τὸ λένε;
- Θέλει νὰ πεῖ, δυσκολεύεται νὰ κάμει κουβέντα στὴ γλώσσα μας, εἶπεν ἐννοήσας ὁ καπετὰν Ἰμβριώτης.
- Ἅ! ναί, κουβέντα, εἶπεν ὁ ξένος• ξέχασα τὰ λόγια ρωμέικα.
- Ἂντ χουὲρ γιοῦ κόμ; εἶπεν ὁ Κουρασάνος, σολοικίζων ἀγγλιστὶ τό: πόθεν ἔρχεσαι;
- Στὴν ὥρα ἐδῶ ἦρθα, ἀπήντησεν ὁ Ἀμερικάνος• ὕστερα δὲν ξέρω, κι ἄλλα ταξίδια θὰ κάμω.
Ὁ καπετὰν Κουρασάνος τὸν ἐκοίταξε μηδὲν ἐννοῶν.
- Δὲν κάθεσαι, σινιόρε; εἶπεν ὁ Ἰμβριώτης• ποῦ θὰ βρεῖς καλύτερα;
- Δὲν κάθομαι, πάω νὰ κάμω γουώκ, νὰ φέρω γύρο, πῶς τὸ λέτε;
- Νὰ κάμεις σπάτσιο;
- Ά, ναί, σπάτσιο, εἶπεν ὁ ξένος• ναί, βλέπω, σὰν δὲν εἰπεῖ ἕνας λόγια ἰταλικά, δὲν καταλαβαίνει ἄλλος ρωμέικα.
Ἔκαμε νεῦμα ἀποχαιρετισμοῦ, κι ἐστράφη πρὸς τὴν θύραν. Οἱ πέντε πλοίαρχοι ἔμειναν πλέοντες, μετὰ τὴν συνδιάλεξιν ταύτην, εἰς μεγαλύτερον πέλαγος ἀγνοίας, ἢ εἰς ὅσον πρὶν εἶχον ἀναχθεῖ ἐκ τῶν ἐξηγήσεων τοῦ συναδέλφου τῶν Ἰμβριώτη.
Ἐξελθῶν τοῦ καπηλείου ὁ ξένος, διηυθύνθη πρὸς τὴν Κολώναν, τὴν ἱσταμένην ἀπέναντι τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, ἐξ ἢς ἔδενον τὸ πάλαι τὰ πρυμνήσια τῶν παραχειμαζόντων εἰς τὸν λιμένα πλοίων. Ἔστρεφε τὸ βλέμμα δεξιὰ καὶ ἀριστερά, καὶ τέλος τὸ προσήλωσεν ἐπιμόνως εἷς τινὰ μικρᾶν οἰκίαν, τὴν ὁποίαν ἐκοίταξεν ἐπὶ μακρόν, ὡς νὰ προσεπάθει ν’ ἀναμνησθεῖ καὶ ν’ ἀναγνωρίσει τί.
Τέλος εἰσῆλθεν εἰς στενὸν δρομίσκον διασχίζοντα τὴν συνοικίαν, κι ἔγινεν ἄφαντος.
Ἐὰν ἐν τούτοις τὸν παρηκολούθει τίς, θὰ ἔβλεπεν ὅτι, ἀφοῦ προέβη ὀλίγα βήματα, ἐστράφη ὑψηλότερα καὶ ἀνῆλθε, τέσσαρας οἰκίας ἀνωτέρω τοῦ μικροῦ οἴκου, τὸν ὁποῖον ἐπιμόνως ἐκοίταζε πρίν, ὅπου μεταξὺ δύο οἰκιῶν ἐσχηματίζετο κενὸν τί, ἐν μέρει θαπτόμενον ἀπὸ λείψανα δύο τοίχων.
Ἐφαίνετο ὅτι ἦτο χάλασμα, ἐρείπιον οἰκίας οὐ πρὸ πολλοῦ κατεδαφισθείσης. Ὁ ξένος, ἀφοῦ ἐκοίταξε τριγύρω, νὰ ἴδει μήπως τὸν παρετήρει τίς, εἰσῆλθε δειλὸς εἰς τὸ χάλασμα ἐκεῖνο, ὅπου εἰς τὴν γωνίαν τῶν δύο τοίχων ἐφαίνετο κόγχη τὶς μαυρισμένη, ὡς νὰ ὑπῆρχεν ἑστία ἐκεῖ τὸ πάλαι. Εἰσῆλθεν ἀσκεπής, κρατῶν τὸν πίλον εἰς τὰς χείρας, ἐγονάτισε, κι ἐστήριξε τὸ μέτωπον ἐπὶ τῶν ψυχρῶν λίθων τῆς γωνίας ἐκείνης, καὶ ἀφοῦ ἔμεινεν ἐπὶ τρία λεπτὰ γονυκλινής, ἠγέρθη, ἐσπόγγισε τοὺς ὀφθαλμούς του, καὶ ἀπεμακρύνθη βραδέως.
Ἐπανελθῶν πάλιν χαμηλότερον, ἐστάθη εἰς τὸ μέσον του δρομίσκου, οὐ μακράν της οἰκίας, τὴν ὁποίαν πρὶν ἐφαίνετο ὅτι ἐκοίταζεν.
Ἐστάθη, καὶ ἀφοῦ ἔρριψε βλέμμα ὁλόγυρα, ἴνα ἴδει μὴ τὶς τὸν παρηκολούθει, ἔτεινε τὸ οὖς. Τί ἤκουεν ἄρα γέ; Ἴσως ἤκουε τὰ διασταυρούμενα καὶ φεύγοντα κατὰ διαφόρους διευθύνσεις, ὡς λάλημα χειμερινῶν στρουθίων, ἄσματα τῶν παίδων τῆς γειτονιᾶς, οἵτινες ἐπισκεπτόμενοι τὰς οἰκίας, ἔψαλλον τὰ Χριστούγεννα. Ἐδῶ μὲν ἠκούοντο οἱ στίχοι:
Χριστούγεννα, πρωτούγεννα, πρώτη γιορτὴ τοῦ χρόνου,
ἐβγᾶτ’, ἀκοῦστε, μάθετε, τώρα Χριστὸς γεννιέται.
ἐκεῖ δὲ ἀντήχει:
Κυρὰ μ’, τὴ θυγατέρα σου, κυρὰ μ’, τὴν ἀκριβῆ σου.
καὶ ἀλλαχοῦ:
Ν’ ἀσπρίσεις σὰν τὸν Ἔλυμπο, σὰν τ’ ἄσπρο περιστέρι.
φωναὶ ἀθῶαι, ἄχροοι, χαρωπαί, φωναὶ παιδικῆς χαρᾶς καὶ εὐθυμίας.
Αἴφνης ὁ ξένος ἠναγκάσθη νὰ παραμερίσει, διότι ζεῦγος παιδίων, ὧν τὸ ἓν ἐκράτει καὶ φανάριον, ἀρτίως καταβάντα ἀπὸ μίαν κλίμακα, ἤρχοντο πρὸς τὰ ἐδῶ. Ἐπέστρεψε βήματα τινὰ ὀπίσω, πρὸς τὸ μέρος ὀπόθεν εἶχεν ἔλθει. Τὰ παιδία ἦλθαν πλησίον, καὶ οὐδὲ τὸν παρετήρησαν καν. Ἀνέβησαν τὴν κλίμακα ἐκείνης ἀκριβῶς τῆς οἰκίας, τὴν ὁποίαν εἶχε κοιτάξει διὰ μακρῶν ὁ ξένος, Τοῦτο ἰδὼν ἔκαμε κίνημα, κι ἐστράφη ὀπίσω πάλιν, μετὰ ζωηροῦ ἐνδιαφέροντος. Ἐστάθη κι ἔτεινε τὸ οὖς.
Τὰ παιδία ἔκρουσαν τὴν θύραν.
- Νὰ ’ρθούμε νὰ τραγουδήσουμε, θεία;
Μετὰ μίαν στιγμὴν ἠκούσθη ἔνδοθεν βῆμα, ἠνοίχθη ἡ θύρα, καὶ γραία τὶς μὲ μαύρην μανδήλαν προκύψασα, εἶπε μὲ θλιβερὰν φωνήν:
- Ὄχι, παιδάκια μ’, τί νὰ τραγ’δῆστε ἀπό μας; Ἔχουμε μεῖς κανένα; Καλὴ χρονίτσα νὰ’ χετε, κι σύρτε ἀλλοῦ νὰ τρὰγ΄δῆστε.
Τοὺς ἔβαλε μίαν πενταρίτσαν εἰς τὴν χείρα, καὶ τὰ παιδία ἔφυγαν εὐχαριστημένα, διότι, χωρὶς ἄλλον κόπον, εἰμὴ τὴν ἀνάβασιν καὶ κατάβασιν τῆς κλίμακος, ἐκέρδισαν μίαν πεντάραν.
Ὁ ξένος, ἀόρατος ἀπὸ τινὸς γωνίας, εἶδε τὴν ἐρρυτιδωμένην ἐκείνην μορφήν, καὶ ἤκουσε τὴν πικραμένην φωνὴν ἐκείνην. Περίεργον δὲ ὅτι ἀφῆκε στεναγμὸν ἀνακουφίσεως, ἐφάνη ὡς νὰ ἐχάρει.
Τοῦ ἦλθε τότε μία ἰδέα, τὴν ὁποίαν, χωρὶς νὰ συλλογισθεῖ πολύ, ἔβαλεν εἰς ἐνέργειαν. Ἀφοῦ ἐκλείσθη ἡ θύρα καὶ ἡ γραία ἔγινεν ἄφαντος, τὰ παιδία κατέβησαν τὴν κλίμακα ἀνταλλάσσοντα λέξεις τινάς.
- Τώρα ἔχουμε, βρὲ Γληόρ’, μία κι ἐξηνταπέντε.
- Κι ἀπὸ πόσα κάνει νὰ πάρουμε; εἶπεν ὁ ἄλλος, ὅστις ἦτο κάσσα. Ἀπὸ ὀγδόντα λεπτά.
- Δὲ θὲ-μοιραστοῦμε κι τ’ν πεντάρα αὐτ’νὴς τς γριᾶς;
- Ναί, θὲ-τ’νὲ-μοιραστοῦμε, βρὲ Θανάσ’• ὀγδόντα οὐ ἕνας κι ὀγδόντα οὐ ἄλλους.
- Τ’νὲ-παίρνουμε, βρὲ Γληόρ’, καρύδια, κι τὰ μοιραζόμαστε.
- Κι σὰ μᾶς δώσ’νὲ πέντε καρύδια, ἀπὸ πόσα θὲ-πάρουμε;
Αἴφνης ὁ ξένος ἐπαρουσιάσθη ἐνώπιον τῶν παιδίων, προτείνων τὴν χείρα καὶ δεικνύων αὐτοῖς ἓν τάλληρον.
Τὰ παιδία, τὰ ὁποία δὲν εἶχαν ἰδεῖ ἄλλοτε ἄνθρωπον ξυραφισμένον γένεια-μουστάκια, ἑξαφνίσθησαν, καὶ τὸ ἕν, τὸ κρατοῦν τὸν φανόν, ἀφῆκε μικρᾶν κραυγήν, ἐνῶ τὸ ἄλλο, τοῦ ὁποίου ἡ τσέπη ἐβρόντα, ἐτρέπετο εἰς φυγήν. Τότε ὁ Θανάσης, ὑποπτεύσας ὅτι, ἂν ἔφευγεν ὁ Γληόρης, ἴσως τὴν ἐπαύριον θὰ ἐκρύπτετο καὶ δὲν θὰ τοῦ ἔδιδε λογαριασμόν, ἀφῆκε τὸ φανάρι κατὰ γής, καὶ ἦτο ἕτοιμος νὰ τρέξει, νὰ κυνηγήσει τὸν φεύγοντα. Μεθ’ ἑτοιμότητος τότε ὁ Ἀμερικάνος ἐπρόφτασε νὰ δείξει εἰς τὸ φῶς τοῦ φαναρίου τὸ τάλληρον, τὸ ὁποῖον εἶχεν εἰς τὴν χείρα, καὶ νὰ εἴπει:
- Στάσου• πάρε αὐτὸ ντόλλαρ.
Διχαζόμενον μεταξὺ δύο φόβων καὶ δύο ἐπιθυμιῶν, τὸ παιδίον ἐστάθη ἀποροῦν τί νὰ κάμει, καὶ τὰ μὲν γόνατά του ἔτρεμαν, ἡ δὲ ὄψις τοῦ ἐφαίνετο κάπως φοβισμένη.
- Δυὸ λόγια νὰ μοῦ εἰπεῖς θέλω, εἶπεν ξένος• αὐτὸ σπίτι, ἐπήγατε ἀπάνου, ποιὸς ζεῖ;
Τὸ παιδίον δὲν ἐνόησε καλῶς.
- Τί λές, μπάρμπα; εἶπεν ἀρχίσαν νὰ λαμβάνει θάρρος.
Ὁ ξένος ἔβαλεν εἰς τὴν χείρα τοῦ τὸ τάλληρον, κι ἐπροσπάθησε νὰ ἐξηγηθεῖ εὐκρινέστερα.
- Ἐπήγατε τώρα ἀπάνω σπίτι• ἡ γριὰ στὴν πόρτα ἦρθε, ποιὸς ἄλλος μαζί της ζεῖ αὐτὸ σπίτι;
Ὁ παῖς ἐδυσκολεύετο νὰ ἐννοήσει. Ἐν τούτοις, ἀφοῦ ἔλαβε τὸ τάλληρον, πᾶς φόβος ἔπαυσε παρ’ αὐτῶ.
- Ἐδῶ ἀπάνου, εἶπεν, εἶναι ἡ θεία-Κυρατσού• μᾶς ἔδωκε κι μία πεντάρα. Εἶναι κι ἄλλη μία, δὲ ξέρου τί τ’ν ἔχει.
- Θυγατέρα τῆς ἀπάνου μαζί της εἶναι;
- Θυγατέρα τῆς πρέπει νὰ ’ναι, ναί.
- Εἶναι παντρεμένη θυγατέρα της;
- Δὲ ξέρου ἂν εἶναι παντρεμένη• μὰ δὲ φαίνεται νὰ ’χει ἄνδρα.
- Καὶ πόσα χρόνια εἶναι θυγατέρα της;
- Δὲ ξέρου πόσα χρόνια εἶναι• μὰ πρέπει νὰ ’ναι καθὼς γεννήθηκε ὡς τώρα.
Καὶ ὁ παῖς, ἀναλαβῶν τὸν φανόν του, ἔφυγε τρέχων, σφίγγων εἰς τὴν παλάμην τοῦ τὸ τάλληρον, μὴ ἐμπιστευόμενος νὰ τὸ βάλει εἰς τὴν τσέπην• ἔτρεχε δὲ νὰ εὕρει τὸν Γληόρην, νὰ τοῦ ζητήσει τὸ μερίδιόν του. Ὁ ξένος δὲν ἐδοκίμασε νὰ τὸν ἐμποδίσει.
* * *

Μετὰ ταῦτα ὁ Ἀμερικάνος ἀπεμακρύνθη, κατῆλθε τὴν παραθαλασσίαν ἀγοράν, ὅπου δύο ἢ τρία καφενεῖα εἶχαν φῶς, ἐκοίταξεν εἰς ποῖον τούτων ἤσαν ὀλιγώτεροι θαμῶνες, καὶ εἰσῆλθεν εἰς ἕν, ὅπου ἕνα μόνον ἄνθρωπον εἶδε, τὸν καφετζήν. Ὁ γέρων, ἀρτίως ξυραφισθεῖς, μὲ τὸν μύστακα στριμμένον, μὲ τὴν βράκαν κοντήν, μὲ ὑψηλὰ ὑποδήματα, μὲ τὴν ποδιὰν καθάριον, ἠτοιμάζετο, φαίνεται, νὰ κλείσει, ἀλλ’ ἅμα εἶδεν εἰσελθόντα τὸν Ἀμερικάνον, τὸν ἐκοίταξε μετὰ περιεργείας. Οὗτος παρήγγειλε νὰ τοῦ δώσει ρούμι, ρίψας δεκάραν ἐπὶ τοῦ λογιστηρίου. Ἰδὼν ὁ μπάρμπ’ Ἀναγνώστης τὴν δεκάραν, ἠθέλησε νὰ τοῦ ἐπιστρέψει τὴν πεντάραν, ἀλλ’ ὁ ἄνθρωπος εἶπε: «Νόου! νόου!», καὶ τότε ὁ καφετζὴς τοῦ ἔβαλε κι ἄλλο ρούμι, διὰ νὰ κλείσει τὴν πεντάραν, ὡς ἐνόμιζεν• ἀλλ’ ὁ ξένος ἔρριψεν ἐπὶ τῆς τραπέζης καὶ ἄλλην δεκάραν. «Δὲ θὰ ξέρει ρωμέικα, ὡς φαίνεται», ἐσυλλογίσθη ὁ μπάρμπ’ Ἀναγνώστης, καὶ διὰ νὰ δοκιμάσει τοῦ ἀπέτεινεν τὸν λόγον:
- Τώρα, νεοφερμένος εἶστε;
- Ἐγὼ σήμερα ἔφθασα, μὲ καπετὰν Γιάννη γολέτα.
- Τοῦ καπετὰν Γιάννη τοῦ Ἰμβριώτη;
- Ναί, ἠμπορεῖς ἐλόγου σου νὰ κάμεις πόντς;
- Μετὰ χαρᾶς, εἶπεν ὁ μπάρμπ’ Ἀναγνώστης.
Καὶ προσπαθήσας ν’ ἀνακαλέσει εἰς τὴν μνήμην τὰς ἀρχαίας γνώσεις του, ἐδοκίμασε νὰ κατασκευάσει πόντσι, ἀλλὰ τὸ ρούμι δὲν ἤναπτε, καὶ οὕτω τὸ προσέφερεν ὅπως-ὅπως εἰς τὸν ξένον. Οὗτος δὲν ἔκαμε παρατήρησιν, κι ἔρριψεν ἀργυροῦν σελλίνι ἐπὶ τῆς τραπέζης.
Ὁ μπάρμπ’ Ἀναγνώστης τὸ ἔλαβε.
- Πόσο πάει αὐτό;
- Δὲν ξέρω ἐγὼ μονέδα τοῦ τόπου, εἶπεν ὁ ἄγνωστος.
Ὁ γέρων ἤνοιξε τὸ συρτάρι του, κι ἐζήτει ἂν θὰ εἶχεν ἀρκετὰ κέρματα διὰ νὰ δώσει τὰ ρέστα, ἀλλὰ δὲν ἔβρισκε πλείονα τῶν ὀγδοήκοντα λεπτῶν εἰς δεκάρες, πεντάρες καὶ δίλεπτα. Ἐν τούτοις δὲν τοῦ ἐσυγχώρει ἡ συνείδησις νὰ δολιευθεῖ τὸν πελάτην, καὶ εἶπε:
- Σφάντζικο δὲν σᾶς βρίσκεται, κύριε;
- Δὲν ἔχω ἐγὼ μονέδα ἄλλη ἀπὸ Ἀγγλία καὶ Ἀμέρικα, εἶπεν ὁ ξένος.
- Δὲν βγαίνουν τὰ ρέστα, κύριε. Πάρτε τὸ ἀσημένιο σας. Αὐτὸ θὰ πάει, πιστεύω, ὡς μία καὶ τριανταπέντε, μία καὶ σαράντα. Αὔριόν μου δίνετε εἴκοσι λεπτά.
- Κράτησε τὸ σίλλιν, δὲ θέλω ρέστα.
Ὁ μπάρμπ’ Ἀναγνώστης ἔμεινε χάσκων, θεωρῶν ἀπλήστως τὸν ξένον. Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην εἰσῆλθεν ὅμιλος ἐκ τριῶν ἀνθρώπων, καὶ σταθέντες ἔμπροσθέν του λογιστηρίου, διέταξαν νὰ τοὺς δώσει ἀπὸ ἕνα ποτόν. Ὁ εἷς τῶν τριῶν τούτων ἀνθρώπων, οἰνόφλυξ, ἐτραγουδοῦσεν ἀτάκτως:
Ντελμπεντέρισσα Βασίλω,
στρώσ’ τὸ μπράτσο σου νὰ γείρω…
Ὁ δεύτερος, γυμνὸς τὸ στῆθος καὶ ἀνυπόδητος, μὲ τοιοῦτον ψύχος, ἤρχισε νὰ κοιτάζει ἐπιμόνως τὸν ξένον.
- Κάπου τὸν εἶδα ἐγὼ αὐτόν, ἐμορμύρισε μασημένα.
Οὗτοι ἤσαν οἱ ἀχθοφόροι τῆς πόλεως, οἱ ἴδιοι καὶ διαλαληταί, τριμελὴς φαιδρὰ συντεχνία, περνῶντες τὸν καιρὸν τῶν νὰ πίνωσι τὸ βράδυ πᾶν ὅ,τι ἐκέρδιζαν τὴν ἡμέραν. Ὁ τραγουδιστῆς, ἀλλάξας αἴφνης ρυθμὸν καὶ ἦχον, ἐπανέλαβεν:
Ἔβγα νὰ ἰδεῖς, ἔβγα νὰ ἰδεῖς,
σκύλα, κορμὶ ποὺ τυραγνεῖς.
- Ἐβίβα, παιδιά! καὶ συνέκρουσαν θορυβωδῶς τὰ ποτήρια. Καὶ ὁ ἄλλος, ὁ γυμνόστερνος καὶ γυμνόπους, δὲν ἔπαυε νὰ κοιτάζει ἐπιμόνως τὸν ἄγνωστον. Καὶ ὁ πρῶτος ἐξηκολούθησε νὰ τραγουδεῖ:
Βασίλω μ’, τὰ κουμπούρια σου
μὲ τί τὰ ’χεις γεμάτα;
βαριά, π’ ἀνάθεμα τά!
Τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἠκούσθη βαρὺ βῆμα ἔνδοθεν τῆς ἀγούσης ἄνω εἰς τὴν οἰκίαν ξυλίνης κλίμακος, ἤτις φρακτὴ μὲ σανίδωμα ἔκοπτε μίαν τῶν γωνιῶν τοῦ καφενείου. Καὶ εἰς τὰ ἄνω του σανιδώματος ὑπὸ τὸ πάτωμα ἠνοίχθη θυρίς, καὶ μία κεφαλὴ μὲ ἄσπρον σκοῦφον, μὲ λευκὸν μύστακα καὶ μὲ χονδροὺς χαρακτήρας ἐπρόβαλεν ἐκ τῆς θυρίδος.
- Μὰ πόσες φορὲς σ’ τὸ εἶπα, Ἀναγνώστη, ἐξῆλθε διὰ τῆς θυρίδος ἐκ τῆς κεφαλῆς τῆς ἐπιφανείσης χονδρὴ φωνὴ συμπληροῦσα τοὺς χονδροὺς χαρακτήρας• δὲ θὰ βάλεις γνώση; Χαλνᾶς τὴν ἡσυχίαν τῶν νοικοκυραίων! Τί μέρα ξημερώνει αὔριο, κι ἔχουμε τραγούδια καὶ φωνὲς πάλι; Καὶ ὥρα εἶναι τώρα;
Ἦτο δὲ ὀγδόη καὶ ἠμισεια. Ὁ τραγουδιστῆς της ἀχθοφορικῆς τριανδρίας, λαβῶν τὸν λόγον, μετὰ κωμικῆς σοβαρότητος, εἶπε:
- Τώρα θὰ φύγουμε, καπετὰν Ἀναστάση, θὰ κλείσω. Δὲν τὸ καταδεχόμαστε μεῖς νὰ σᾶς χαλάσουμε τὴν ἡσυχία σας.
- Σώπα ἐσύ, ζῶ! ἔκραξεν ὁ Ἀναστάσης.
- Τώρα ἀμέσως, καπετὰν Ἀναστάση, θὰ κλείσω. Δὲν μπορῶ, βλέπεις, νὰ διώξω τοὺς ἀνθρώπους, ἐφώνησεν ὁ καφετζής.
- Τέτοια τίμια μοῦτρα! ἀνεκάγχασεν ἀπὸ τῆς θυρίδος ὁ καπετὰν Ἀναστάσης. Χρειάζονται μεγάλες τσεριμόνιες μαζί τους.
- Ἅ! ἐμεῖς δὲν σᾶς προσβάλαμε, καπετὰν Ἀναστάση• ἡ ἀφεντιά σου, βλέπω, μᾶς προσβάλλεις, εἶπεν ὁ ἀχθοφόρος.
Καὶ ταπεινὴ τὴ φωνὴ ἐμορμύρισε:
- Τὸ νοίκι τὸ θέλεις σωστό, καὶ ξέρεις νὰ τὸ γυρεύεις καὶ μπροστά• μὰ σὰ δὲ βγάλει κι αὐτὸς ὁ φτωχὸς μία πεντάρα, πῶς θὰ σ’ τὸ πληρώσει;
- Σιωπᾶτε, τώρα ἔχει δίκιο, γιατί ξημερώνει Χριστούγεννα, εἶπεν ὁ εὐσυνείδητος καφετζής• ἄλλες φορὲς φαίνεται σκληρός, ὁ βλοημένος.
Ἡ κεφαλὴ μὲ τὸν ἄσπρον σκοῦφον ἐν τῷ μεταξὺ εἶχε γίνει ἄφαντος ἀπὸ τὴν θυρίδα, ὁ δὲ μπάρμπ’ Ἀναγνώστης ἠτοιμάσθη νὰ κλείσει. Οἱ τρεῖς ἀχθοφόροι ἐξῆλθον κρατούμενοι ἐκ τῶν χειρῶν καὶ ἄδοντες. Ὁ ξένος ἔκαμε νεῦμα ἀποχαιρετισμοῦ διὰ τῆς κεφαλῆς καὶ εἶχεν ἐξέλθει πρὸ αὐτῶν, ἀλλ’ ὁ καφετζὴς τὸν ἀνεκάλεσε καὶ τοῦ εἶπε:
- Καὶ ποῦ θὰ κοιμηθεῖτε ἀπόψε; ἔχετε μέρος νὰ μείνετε; Ποῦ εἶστε, κύριε; ἐγὼ ἐδῶ θὰ πλαγιάσω. Ἂν θὰ πάτε μὲς στὴ σκούνα, καλά, εἰδεμή, ἂν ἀγαπᾶτε, μείνατε ἐδῶ, ἔχει ζέστη.
- Δὲν ἔχω ὕπνο, εἶπεν ὁ ξένος• ἐγὼ θὰ φέρω γύρο, καὶ ὕστερα, βλέπουμε.
- Ὅποτε ἀγαπᾶτε, χτυπῆστε μου τὴν πόρτα, νὰ σηκωθῶ νὰ σᾶς ἀνοίξω. Ἔχω καὶ ροῦχα νὰ σᾶς δώσω.
* * *
Τὴν φορὰν ταύτην ὁ Ἀμερικάνος, διευθυνθεῖς εἰς τὴν συνοικίαν ἐκείνην δὶ’ ἄλλου μικροτέρου δρομίσκου, ἔβλεπε τὴν οἰκίαν ἐκείνην, ἤτις ἦτο τὸ ἀντικείμενον τῆς μερίμνης του, ἐκ τῆς ἑτέρας πλευρᾶς, τῆς νοτιοδυτικῆς. Ἀντικρύ του μικροῦ οἰκίσκου, παρὰ τινὰ γωνίαν γειτονικῆς οἰκίας, ὑπῆρχε σωρὸς τὶς ξύλων καὶ πετρῶν, ἀποκείμενος ἐκεῖ τὶς οἶδε πρὸ πόσων χρόνων ὡς ἐκ κατεδαφισθείσης οἰκίας ἢ ἐρειπίου καταρρεύσαντος. Ἐπὶ τῆς πρὸς τὰ ἐκεῖ προσόψεως τοῦ οἰκίσκου ἔφεγγε μικρὸν παραθυρον, μὲ τὸ ἓν φύλλον κλειστόν, μὲ τὸ ἄλλο ἀνοικτόν, καὶ διὰ τῆς ὑέλου ἠδύνατο τὶς νὰ ἴδει τὸ ἐσωτερικόν, ἀνερχόμενος ἐπὶ τινὸς ὑψώματος. Ἰδὼν ὁ ξένος ὅτι ὁ δρόμος ἦτο ἔρημος, καὶ οὐδὲ σκιὰ διαβάτου ἐφαίνετο, ἀνέβη εἰς τὸ ὕψος τοῦ σωροῦ ἐκείνου, καὶ μὲ παλμὸν καρδίας κατεσκόπευσε τὰ ἔσω τοῦ οἰκίσκου. Ἀντικρύ της ὑέλου τοῦ μικροῦ παραθύρου, τοῦ ἔχοντος τὸ ἐν παραθυρόφυλλον ἀνοικτόν, ἦτο ἡ ἑστία, μὲ ἀσθενὲς πῦρ καῖον, μὲ ἕνα δαυλὸν σπινθηρίζοντα, μὲ τὸ κανδήλι ἀνημμένον πρὸ τῶν ἱερῶν εἰκόνων ἐκεῖ ὑψηλά. Παρὰ τὴν ἑστίαν ἐκάθητο γυνὴ τίς, νέα ἀκόμη, ὡς ἐφαίνετο, στηρίζουσα τὴν κεφαλὴν τῆς ἐπὶ τῆς χειρός, συλλογισμένη, θλιμμένη. Ἐκίνει δὲ τὰ χείλη, καὶ ἡ φωνὴ τῆς ἐψιθύριζε κάτι, καὶ ὁ ψίθυρος ἀπετέλει ἐλαφρὸν μινύρισμα ἄσματος μὲ ἀσθενῆ φωνήν, καθαρὰν μὲν καὶ παρθενικήν, ἀλλὰ μαραμμένην• καὶ εἰς τὰ ὦτα τοῦ ξένου ἔφθασαν εὐκρινῶς οἱ δύο οὗτοι στίχοι:
Ἀλλοίμονον κι ἀλλοὶ-καημός!
τοῦ γεμιτζῆ ξενιτεμός…
Ὁ ξένος ἠσθάνθη πόνον εἰς τὴν καρδίαν καὶ δάκρυ εἰς τὸ βλέφαρον. Τοῦ ἦρθε τότε ἀποτόμως νὰ καταβεῖ ἀπὸ τὸν σωρόν, νὰ τρέξει καὶ ἀνέλθει εἰς τὴν οἰκίαν• διὰ νὰ κάμει τί; Κι αὐτὸς καλὰ δὲν ἐγνώριζεν. Ἐν τοσούτω ἐκρατήθη. Τὴν ἰδίαν στιγμὴν ἠκούσθη ἐλαφρὸς κρότος εἰς τὸ πάτωμα, τριγμός, ὡς ν’ ἀνέβαινε τὶς ἐσωτερικὴν κλίμακα, ὡς νὰ ἐκλείετο κλαβανὴ τίς. Δευτέρα γυνή, κυρτή, μὲ μαύρην μανδήλαν, γερόντισσα, ἦλθε πλησίον της ἑστίας, καὶ γονατίσασα πρὸ αὐτῆς, ἔρριπτε ξυλάρια εἰς τὸ πῦρ. Ἦτο αὐτὴ ἐκείνη, ἤτις εἶχε δώσει τὴν πεντάραν εἰς τὰ δύο παιδία καὶ τὰ ἀπέπεμψεν.
- Δὲ μαζώνεις τὸ νοῦ σ’, θὰ πῶ, δυχατέρα; Οὖλο θὰ κλαῖς, πλιο;… Τά! τί λογᾶτε;… Σὰ σ’ ἀκούω, δυχατέρα!…ξεχωρίσαμε ἀπ’ τὸν κόσμο, πλιο… Τί, μοναχὴ σ’ εἴσι;… Ὄντις σ’ ἐγυρεύανε, τότες ποῦ ἤτανε σ’νέχ’, ποῦ πῆε σ’ν Ἀμέρικα οὐ προκομμένους, γιατί δὲ θέλησες κανένανε; Δὲ σ’ τὰ ’λεγα ἐγώ; Γιατί δὲν ἀκοῦς τ’ μάννα; Σ’ τὰ ’λεγα, ἕνα κιριμέ. Τώρα, σὰ μεγάλωσες, ποιὸς φταίει; Κι μοναχὴ σ’ τάχα εἴσι; Εἲν’ ἄλλες μεγαλύτερις. Τοῦ Μυγδαλιῶ τς Μάχους, κι τοῦ Κρουσταλλιῶ τς Γιώργινας, τί σ’νέριο τς ἔχεις ἐσύ;
Ὁ ξένος ἦτο ὅλος ὦτα, κι ἐφαίνετο παραδόξως ἐννοῶν τί ἔλεγεν ἡ γραία, μᾶλλον ἐξ ἐπιπνοίας καὶ συνειδήσεως, ἢ ἀπὸ τὰ ὀλίγα ἑλληνικὰ ὅσα ἐφαίνετο νὰ ἠξεύρει.
Τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἠκούσθησαν βήματα καὶ ὁμιλίαι εἰς τὸ ἄκρον τῆς ὁδοῦ. Δύο ἄνθρωποι ἤρχοντο πρὸς τὰ ἐδῶ. Ὁ ὠτακουστὴς ἔσπευσε νὰ καταβεῖ ἀπὸ τὴν σκοπιάν του καὶ ν’ ἀπομακρυνθεῖ. Ἔφθασεν εἰς τὸ πέρας τοῦ δρομίσκου, καὶ στραφεῖς δεξιά, εὑρέθη πάλιν εἰς τὴν μικρᾶν πλατείαν πρὸ τοῦ ναοῦ τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν.
* * *
Τὸ μικρὸν καπηλεῖον, ἐξ οὐ ἤρχισεν ἡ παροῦσα διήγησις, ἦτο ἀνοικτὸν ἀκόμη. Ὁ Δημήτρης ὁ Μπέρδες δὲν περιεφρόνει καὶ τὰ μικρὰ κέρδη, δὲν ἀπηξίου καμμίαν πεντάραν οὐδὲ δίλεπτον. Ὠνόμαζε τὰ τοιαῦτα «μικρὰ δολώματα». Τὰ ἄλλα, τὰ ἀφ’ ἑσπέρας, τὰ ὠνόμαζε «παραγαδίσια». Ὅ,τι βγάλει κανεὶς , ἔλεγεν, ἢ μὲ συρτή, ἢ μὲ πεζόβολο, καλὸ εἶναι. Ἐπεριποιεῖτο τὸν κλήτορα καὶ τοὺς χωροφύλακας, ἐκέρνα νερωμένο κρασὶ εἰς τὴν περίπολον ἢ πολιτοφυλακὴν τῆς νυκτός, καὶ τοῦ ἐπέτρεπαν νὰ ἔχει ἀνοικτὰ καὶ ὡς τὰς ἕνδεκα, εὑρίσκοντες μάλιστα μεγαλυτέραν ζέστην νὰ κάθηνται ἐκεῖ, παρὰ νὰ περιέρχωνται τὴν πολίχνην καὶ νὰ κρυώνωσι.
Τὴν ὥραν ἐκείνην ὁ κάπηλος ἵστατο εἰς τὸ λογιστήριόν του, κι ἐμέτρει δεκάρας, εἰκοσιπενταράκια τοῦ Ὄθωνος καὶ σφάντζικα. Τὸ παιδὶ ὁ Χρῆστος, μὲ τὴν ποδιὰν σχεδὸν ὑπὸ τὰς μασχάλας περιδεδεμένην, ἐκοιμάτο ὄρθιον, νευστάζον τὴν κεφαλήν, ὡς μικρὰ δίκωπος φελούκα, σαλευομένη ὑπὸ ἐλαφροῦ νότου εἰς τὴν πλευρὰν τῆς ἠγκυροβολημένης βρατσέρας. Ἐνίοτε τὸν ἐξύπνα ἀποτόμως ἡ κροῦσις τοῦ ποδὸς τοῦ καπήλου, ἐπαναλαμβάνοντος ἠχηροτέρα τὴ φωνὴ τὰς διαταγᾶς τῶν θαμώνων διὰ κεράσματα. Καὶ τότε, ὡς ἐν ὑπνοβασία, ἐκινεῖτο, ἐκέρνα, ἐλάμβανε τὰς δεκάρας, τὰς ἔρριπτε μηχανικῶς εἰς τὸ λογιστήριον, κι ἐπιστρέφων ἐξηκολούθει τὴν συνέχειαν τοῦ ὕπνου.
Ἐν ὀρχηστρικῶ θορύβω, ἐν φωναῖς καὶ ἀλαλαγμῶ, εἰσήλασεν εἰς τὸ καπηλεῖον ἡ εὔθυμος συντεχνία τῶν τριῶν ἀχθοφόρων τῆς πόλεως, μετὰ τὴν ἐκ τοῦ καφενείου τοῦ μπάρμπ’ Ἀναγνώστη ἀποπομπήν της. Ὁ εἷς τῶν τριῶν, ὁ Στογιάννης ὁ Ντόμπρος, σερβομακεδῶν τὴν καταγωγήν, ὑπεκρίνετο τὴν ἀρκούδαν, κι ἐχόρευεν, ὁ δεύτερος ἐκεῖνος ὅστις πρὶν ἔλεγε τὰ τραγούδια, ὁ Παῦλος ὁ Χαλκιάς, εἶχε μουντζουρωθεῖ κι ἔκαμνε τὸν ἀρκουδιάρην. Ἀποκρεως, ναὶ μέν, δὲν ἦτο ἀκόμη, ἀλλ’ ἀφοῦ αὔριον ἐξημέρωναν Χριστούγεννα, μετὰ τὰ Χριστούγεννα «Ἄις Βασίλης ἔρχεται», μετὰ τὸν Ἅι Βασίλη Φῶτα, καὶ μετὰ τὰ Φῶτα ἐμβαίνει τὸ Τριώδι. Ὁ τρίτος, ὁ καὶ πρόεδρος τῆς συντεχνίας, ὁ Βαγγέλης ὁ Παχούμης, λασιόστηθος, γυμνόπους, μὲ τὸ παντελόνι συνήθως ἀνασηκωμένον μικρὸν κάτω του γόνατος ἴσως ἐκ τῆς μακρᾶς ἕξεώς του νὰ θαλασσώνει πρὸς ἐκφόρτωσιν τῶν πλοιαρίων, δὲν ἔπαυέ του νὰ συλλογίζεται τὸν Ἀμερικάνον. «Μὲς στὸ νοῦ μ’ γυρίζει», ἔλεγε.
Ἀλλ’ ἰδοὺ εἰσῆλθε μετ’ ὀλίγον κι ἐκεῖνος ὅστις ἦτο τὸ ἀντικείμενον τοῦ διαλογισμοῦ του. Διηυθύνθη εἰς τὸ λογιστήριον, διέταξε ρούμι, κι ἔρριψεν ἀργυροῦν σελλίνιον ἐπὶ τοῦ κασσιτέρου τοῦ λογιστηρίου. Ὁ Μπέρδες τὸ ἔλαβε.
- Πόσα πάει αὐτό;
Ὁ Ἀμερικάνος ἔκαμε χειρονομίαν ἀδιαφορίας καὶ εἶπε:
- Δὲν γνωρίζω τοῦ τόπου μονέδα ἐγώ.
- Αὐτὸ δὲν εἶναι σύμφωνο μὲ τὴν μονέδα μας καὶ δὲν περνάει, εἶπεν ὁ κάπηλος• ἂν θέλετε νὰ σᾶς τὸ πάρω γιὰ δραχμή.
- Ἅι ντὸν΄τ κέαρ, ἐμορμύρισεν ὁ Ἀμερικάνος. Καὶ εἴτα ἑλληνιστὶ εἶπε:
- Δὲ μὲ μέλει ἐμένα αὐτό.
Ὁ Μπέρδες τοῦ ἐπέστρεψεν ἐνενήντα πέντε λεπτά.
Ἐν τούτοις ὁ Βαγγέλης ὁ Παχούμης δὲν ἔπαυσε νὰ κοιτάζει τὸν ἄγνωστον. Τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἐστράφη πρὸς τοὺς ἐν τῷ καπηλείω καὶ εἶπε μεγαλοφώνως:
- Βρὲ παιδιά, θυμάστε, κανένας ἀπό σας, τὸ Γιάννη τ’ μπάρμπα-Στάθη τ’ Μοθωνιού, ποῦ λείπει στὴν Ἀμέρικα ἐδῶ κι εἴκοσι χρόνια;
* * *
Ἀκούσας τὸ ὄνομα τοῦτο ὁ ξένος ἀνεσκίρτησε κι ἐστράφη ἄκων πρὸς τὸν λαλοῦντα. Ἐν τούτοις ἐκρατήθη, προσεπάθησε νὰ δείξει ἀδιαφορίαν, κι ἐλθῶν ἐκάθισε παρὰ τινὰ γωνίαν τοῦ καπηλείου. Ἤναψε ποῦρον κι ἐκάπνιζεν.
Οὐδεὶς ἀπήντησεν εἰς τὴν ἐρώτησιν τοῦ ἀχθοφόρου, ἢς ἡ ὑποκεκρυμμένη ἔννοια ἐλάνθανε πάντας. Ὁ Βαγγέλης ἐξηκολούθησε:
- Ποῦ νὰ θυμάστε σεῖς! Εἶσθε ὅλοι μικρότεροί μου, ἐξὸν ἀπ’ τὸν μπάρμπα-Τριαντάφυλλο, ποὺ δὲν εἶναι ντόπιος, κι ἐγὼ κοντεύω τώρα νὰ σαραντίσω. Ἤμουν ὡς δεκαοχτὼ χρονῶν ὅταν ἐξενιτεύθηκε ὁ γυιὸς τοῦ Μοθωνιοῦ, κι ἐκεῖνος τότε θὰ ἦτον ὡς εἰκοσιπέντε. Μά μου φαίνεται, νὰ τὸν ἔβλεπα τώρα-δά, θὰ τὸν ἐγνώριζα. Ἀπέθαναν μὲ τὸν καημὸ τοῦ Γιάννη τους, κι ὁ καημένος ὁ μπάρμπα-Στάθης, κι ἡ γυναίκα του, Θεὸς σχωρέσ’ τους! Καὶ τὸ σπιτάκι τοὺς ἀπόμεινε ρείπιο καὶ χάλασμα μὲ δύο μισοὺς τοίχους ἐδῶ παραπάνου, στῆς ἐκκλησιᾶς τὸ μαχαλά, καὶ μ’ ἕνα μαῦρο βαθούλωμα στὴ γωνιὰ ποὺ ἦτον ἕναν καιρὸ ἡ παραστιά τους. Καὶ ὁ γυιὸς τοὺς ἔρριξε πέτρα πίσω του. Μὰ ὡς πόσος κόσμος χάνεται, ὡς τόσο, καὶ στὴν Ἀμέρικα! Ξέρετε ποὺ ἦταν καὶ ἀρραβωνιασμένος;
- Καὶ ποιὰ εἶχε; ἠρώτησε μετ’ ἀδιαφορίας ὁ κλήτωρ τῆς δημαρχίας, ἀρχηγὸς τῆς πολιτοφυλακῆς τῆς νυκτός.
Ὁ ξένος ἤκουε μετὰ βαθυτάτης προσοχῆς, ἀλλ’ ἐφυλάττετο νὰ στρέψει βλέμμα πρὸς τὸν λαλοῦντα.
- Εἶχε τὸ Μελαχρῶ τῆς θεία-Κυρατσῶς τῆς Μιχάλαινας. Καὶ σὰν ἔφυγε καὶ ἀπέρασαν δύο-τρία χρόνια, τὴν ἐγύρεψαν πολλοί, γιατί τὸ κορίτσι εἶχε χάρες κι ἐμορφιές, καὶ τιμημένη ἦτον, καὶ μορφοδούλα, ἡ μόνη κεντήστρα τοῦ χωριοῦ μας, καὶ προικιὰ εἶχε καλά. Μὰ τὸ Μελαχρῶ δὲ θέλησε κανέναν, ὅσο ποὺ ἀπέρασαν τὰ χρόνια κι ἔγινε κι αὐτὴ γεροντοκόριτσο. Καὶ μὲ τὸ ἂχ καὶ μὲ τὸ βάχ, ἀδυνάτισε τώρα κι ἐχλώμιανε, μὰ ὡς τόσο, ὅταν ἡ γυναίκα ἔχει καλὸ σκαρί, δύσκολα γεράζει. Ἀκόμα τὸ λέει, βρὲ παιδιά, θὰ εἶναι παραπάν’ ἀπὸ τριανταπέντε, καὶ φαίνεται νὰ εἶναι ὡς εἰκοσιπέντε• ἔτυχε μία μέρα νὰ τὴν ἰδῶ, ποὺ τοὺς κουβάλησα ἕνα σακκὶ ἀλεύρι• ὅσο τὴν κοιτάζεις, τόσο νοστιμίζει!
- Ἔλα, ἂφ’σὲ τὰ αὐτά, Βαγγέλη, εἶπεν αὐστηρῶς ὁ κλήτωρ τῆς δημαρχίας• δὲν πάει στὰ μαγαζιὰ μέσα νὰ λέμε γιὰ φαμίλιες καὶ γιὰ κορίτσα.
- Ἔχεις δίκιο, μπάρμπα-Τριαντάφυλλε, εἶπεν ὁ ἀχθοφόρος• μὰ δὲν τὸ εἶπα γιὰ κακό.
Ἡ ὄψις τοῦ Ἀμερικάνου ἐφαιδρύνθη, καὶ ἀκτὶς εὐτυχίας, διαπεράσασα τὸ ἐπίχρισμα ἐκεῖνο καὶ τὴν οἰονεῖ προσωπίδα, περὶ ἢς εἴπομεν ἐν ἀρχή, ἠγλάισε τὸ πρόσωπόν του.
Ὁ μπάρμπα- Τριαντάφυλλος μὲ τὸν χωροφύλακα καὶ τοὺς δύο πολίτας φρουρούς, μὲ τὰ τουφέκια τῶν, ἠγέρθη καὶ εἶπεν ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν κάπηλον:
- Ἔλα κάμε γλήγορα, Δημήτρη, κάμετε φρόνιμα, ἀφῆστε τοὺς χοροὺς καὶ τὰ τραγούδια, παιδιά, δὲν εἶναι ἀπόκριες. Τί μέρα ξημερώνει αὔριο; Κλεῖσε γλήγορα, Δημήτρη, νὰ κοιμηθοῦν ὁ κόσμος, θὰ σηκωθοῦν τὶς δύο ἀπ’ τὰ μεσάνυχτα νὰ πᾶν στὴν ἐκκλησιά. Καὶ ὁ κύριος ἔχει μέρος νὰ κοιμηθεῖ τάχα; ἠρώτησε δείξας τὸν Ἀμερικάνον.
- Ἔννοια σ’, μπάρμπα-Τριαντάφυλλε, εἶπεν ὁ Βαγγέλης• τοῦ εἶπε ὁ μπάρμπ’ Ἀναγνώστης ὁ καφετζὴς νὰ πάει στὸν καφενέ του νὰ πλαγιάσει. Μὴ σὲ μέλει ὡς τόσο γιὰ τὸν κύριο, προσέθηκε παίξας τὴν ματιὰ εἰς τὸν κλήτορα• ἂν θέλει μέρος νὰ κοιμηθεῖ, ἔχει καὶ παραέχει.
- Τί τρέχει; ἠρώτησε μυστηριωδῶς ὁ κλήτωρ.
- Εἶναι ἀπὸ δῶ, ντόπιος, τοῦ εἶπεν εἰς τὸ οὖς ὁ Παχούμης.
- Καὶ πῶς τὸ ξέρεις;
- Εἶχα δὲν εἶχα, τὸν γνώρισα.
- Καὶ ποιὸς εἶναι;
- Ἐκεῖνος ποὺ σᾶς ἔλεγα πρίν, ὁ Γιάννης τ’ μπάρμπα-Στάθη τ’ Μοθωνιού. Ὅταν ἦρθες κι ἀποκαταστάθηκες ἐδῶ τουλόγου σου, ἦταν φευγάτος, καὶ γι’ αὐτὸ δὲν τὸν θυμᾶσαι. Μὰ τὸν πατέρα του, τὸ μπάρμπα-Στάθη, τὸν ἔφθασες, θαρρῶ.
- Τὸν ἔφτασα. Κάμε γλήγορα, Δημήτρη, ἐπανέλαβε μεγαλοφώνως ὁ κλήτωρ, κι ἐξῆλθεν.
Οἱ δύο συναχθοφόροι τοῦ Βαγγέλη εἶχαν παύσει τὸ ἄσμα καὶ τὴν ὄρχησιν, καὶ ἠτοιμάζοντο ν’ ἀπέλθωσιν. Ἀλλ’ αἴφνης ὁ Βαγγέλης, ἐλθῶν πλησίον του Ἀμερικάνου, τοῦ λέγει ταπεινὴ τὴ φωνή:
- Τί μ’ δίνεις, ἀφεντικό, νὰ πάω νὰ πάρω τὰ σ’ χαρίκια;
* * *
Ὁ ξένος δὲν ἔβαλε τὴν χείρα εἰς τὴν τσέπην. Ἀλλὰ μεταξύ του ἀντίχειρος, τοῦ λιχανοῦ καὶ τοῦ μέσου της δεξιᾶς εὑρέθη κρατῶν μίαν ἀγγλικὴν λίραν. Τὴν ἔρριψε πάραυτα εἰς τὴν παλάμην τοῦ Βαγγέλη μὲ τόσην προθυμίαν καὶ χαράν, ὡς νὰ ἦτο ὁ λαμβάνων καὶ ὄχι ὁ δίδων.
* * *
Ὅταν οἱ γείτονες τῆς θεία-Κυρατσῶς τῆς Μιχάλαινας ἐξύπνησαν μετὰ τὰ μεσάνυχτα διὰ νὰ ὑπάγουν εἰς τὴν ἐκκλησίαν, τῆς ὁποίας οἱ κώδωνες ἐκλάγγαζον θορυβωδῶς, πόσον ἐξεπλάγησαν ἰδόντες τὴν οἰκίαν τῆς πτωχῆς χήρας, ἐκεῖ ὅπου δὲν ἐδέχοντο τὰ παιδία νὰ τραγουδήσουν τὰ Χριστούγεννα ἀλλὰ τὰ ἀπέπεμπον μὲ τὰς φράσεις, «δὲν ἔχουμε κανένα», καὶ «τί θὰ τραγουδῆστε ἀπό μας;», κατάφωτον, μὲ ὅλα τὰ παραθυρόφυλλα ἀνοικτά, μὲ τὰς ὑέλους ἀστραπτούσας, μὲ τὴν θύραν συχνὰ ἀνοιγοκλειομένην, μὲ δύο φανάρια ἀνηρτημένα εἰς τὸν ἐξώστην, μὲ ἐλαφρῶς διερχομένας σκιᾶς, μὲ χαρμοσύνους φωνᾶς καὶ θορύβους. Τί τρέχει; Τί συμβαίνει; Δὲν ἤργησαν νὰ πληροφορηθῶσιν. Ὅσοι δὲν τὸ ἔμαθαν εἰς τὴν γειτονιάν, τὸ ἔμαθαν εἰς τὴν ἐκκλησίαν. Καὶ ὅσοι δὲν ὑπῆγαν εἰς τὴν ἐκκλησίαν, τὸ ἔμαθαν ἀπὸ τοὺς ἐπανελθόντας οἴκαδε τὴν αὐγήν, μετὰ τὴν ἀπόλυσιν τῆς θείας λειτουργίας.
Ὁ ξενιτευμένος γαμβρός, ὁ ἀπὸ εἰκοσαετίας ἀπῶν, ὁ ἀπὸ δεκαετίας μὴ ἐπιστείλας, ὁ ἀπὸ δεκαετίας μὴ ἀφήσας ποὺ ἴχνη, ὁ μὴ συναντήσας ποὺ πατριώτην, ὁ μὴ ὁμιλήσας ἀπὸ δεκαπενταετίας ἑλληνιστί, εἶχε γυρίσει πολλὰ μέρη εἰς τὸν Νέον Κόσμον, εἶχεν ἐργασθεῖ ὡς ὑπεργολάβος εἰς μεταλλεῖα καὶ ὡς ἐπιστάτης εἰς φυτείας, κι ἐπανῆλθε μὲ χιλιάδας τινὰς ταλλήρων εἰς τὸν τόπον τῆς γεννήσεώς του, ὅπου ἐπανεῦρεν ἠλικιωθείσαν, ἀλλ’ ἀκμαίαν ἀκόμη, τὴν πιστήν του μνηστήν.
Ἓν μόνον εἶχε μάθει, πρὸ δεκαπέντε ἐτῶν, τὸν θάνατον τῶν γονέων του. Περὶ τῆς μνηστῆς τοῦ εἶχε σχεδὸν τὴν πεποίθησιν ὅτι θὰ εἶχεν ὑπανδρευθεῖ πρὸ πολλοῦ• ἐν τούτοις διετήρει ἀμυδρᾶν τινὰ ἐλπίδα. Ἐκ δεισιδαίμονος φόβου, ὅσον ἐπλησίαζεν εἰς τὴν πατρίδα του, τόσον ἐδίσταζε νὰ ἐρωτήσει ἀπ’ εὐθείας περὶ τῆς μνηστῆς του, μὴ δίδων ἄλλως γνωριμίαν εἰς κανένα τῶν πατριωτῶν του, ὅσους τυχὸν συνήντησεν ἅμα φθάσας εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἐπροτίμα ν’ ἀγνοεῖ τί ἔγινεν ἡ μνηστή του, μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς, καθ’ ἢν θ΄ἀπεβιβάζετο εἰς τὸν τόπον τῆς γεννήσεώς του καὶ θὰ προσήρχετο εἰς εὐλαβῆ ἐπίσκεψιν εἰς τὸ ἐρείπιον, ὅπου ἦτο ἄλλοτε ἡ πατρώα οἰκία του.
* * *
Μετὰ τρεῖς ἡμέρας, τὴ Κυριακὴ μετὰ τὴν Χριστοῦ Γέννησιν, ἐτελοῦντο, ἐν πάση χαρὰ καὶ σεμνότητι, οἱ γάμοι τοῦ Ἰωάννου Εὐσταθίου Μοθωνιοῦ μετὰ τῆς Μελαχροινῆς Μιχαὴλ Κουμπουρτζῆ.
Ἡ θεία-Κυρατσῶ, μετὰ τόσα ἔτη, ἐφόρεσεν, ἐπ’ ὀλίγας στιγμᾶς, χρωματιστὴν «πολίτικην» μανδήλαν, διὰ ν’ ἀσπασθεῖ τὰ στέφανα. Καὶ τὴν παραμονὴν τοῦ Ἁγίου Βασιλείου ἑσπέρας, ἱσταμένη εἰς τὸν ἐξώστην, ἠκούσθη φωνοῦσα πρὸς τοὺς διερχομένους ὁμίλους τῶν παίδων:
- Ἐλᾶτε, παιδιά, νὰ τραγ’δῆστε!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

"Οι διαβολογυναίκες" (1955): ένα από τα καλύτερα αστυνομικά ψυχολογικά θρίλερ όλων των εποχών

ΟΙ ΔΙΑΒΟΛΟΓΥΝΑΙΚΕΣ    Γαλλία, 1955, Ασπρόμαυρη Παραγωγή: Ανρί-Ζορζ Κλουζό, Λουί Ντε Μασίρ Σκηνοθεσία: Ανρί-Ζορζ Κλουζό Σενάριο: ...