Κυριακή, Δεκεμβρίου 30, 2012

ΟΙ ΜΑΡΙΝΕΣ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ


MARINA
By T.S. Eliot
 
(1888-1965)


First published September 25, 1930.

Numbered 29 in the series.

Drawings by E. McKnight Kauffer.

Numbered A17 in Gallup’s bibliography of Eliot’s works

***************

Quis hic locus, quae regio, quae mundi plaga?



What seas what shores what grey rocks and what islands

What water lapping the bow

And scent of pine and the woodthrush singing through the fog

What images return

O my daughter.


Those who sharpen the tooth of the dog, meaning

Death

Those who glitter with the glory of the hummingbird, meaning

Death

Those who sit in the sty of contentment, meaning

Death

Those who suffer the ecstasy of the animals, meaning

Death


Are become insubstantial, reduced by a wind,

A breath of pine, and the woodsong fog

By this grace dissolved in place


What is this face, less clear and clearer

The pulse in the arm, less strong and stronger—

Given or lent? more distant than stars and nearer than the eye

Whispers and small laughter between leaves and hurrying feet

Under sleep, where all the waters meet.


Bowsprit cracked with ice and paint cracked with heat.

I made this, I have forgotten

And remember.

The rigging weak and the canvas rotten

Between one June and another September.

Made this unknowing, half conscious, unknown, my own.

The garboard strake leaks, the seams need caulking.

This form, this face, this life

Living to live in a world of time beyond me; let me

Resign my life for this life, my speech for that unspoken,

The awakened, lips parted, the hope, the new ships.


What seas what shores what granite islands towards my timbers

And woodthrush calling through the fog

My daughter.



 *********************************************

ΜΑΡΙΝΑ
του Τ.Σ. Έλιοτ
[Σημ.Geront.: Ένα ποίημα συνειδητής απόσυρσης από τα εγκόσμια του πολυταξιδεμένου ευαίσθητου  και στοχαστικού διανοούμενου, που γνώρισε  από κοντά την υποκρισία και τη σκληρότητα του κόσμου των ισχυρών.]

 Μετάφραση: Γιάννης Αντιόχου
(Από το blog: http://poetrybookshop.wordpress.com)


Quis hic locus, quae regio, quae mundi plaga?



Ποιες θάλασσες ποιες ακτές ποια γκρίζα βράχια και ποια νησιά

Ποιο νερό γλείφοντας την πρώρα

Και ποιο άρωμα πεύκου κι η κίχλη τραγουδώντας μέσα απ’ την ομίχλη

Ποιες εικόνες επιστρέφουν

Ω κόρη μου εσύ.


Αυτοί που ακονίζουν το δόντι του σκύλου, εννοώντας

Θάνατο

Αυτοί που απαστράπτουν με τη δόξα του κολιμπριού, εννοώντας

Θάνατο

Αυτοί που κάθονται στο αχούρι της ικανοποίησης, εννοώντας

Θάνατο

Αυτοί που υποφέρουν την έκσταση των ζώων, εννοώντας

Θάνατο


Αυτοί εξαϋλώνονται, ελαττωμένοι από έναν άνεμο,

Μία του πεύκου αναπνοή, και την ομίχλη του δασώδους τραγουδιού

Από τη χάρη τούτη ξεθώριασαν επί τόπου


Ποιο είναι αυτό το πρόσωπο, ολοένα λιγότερο και λιγότερο καθαρό

Ο σφυγμός στο χέρι, ολοένα λιγότερο και λιγότερο δυνατός—

Δοσμένο ή δανεισμένο; περισσότερο μακρινό απ’ ότι τα αστέρια και πιο κοντά από ένα βλέμμα

Ψίθυροι και κρυφά γελάκια ανάμεσα στα φύλλα και επιταχύνοντας το βήμα

Στον ύπνο μέσα, εκεί που όλα τα νερά ενώνονται.



Πρόβολος σπασμένος με πάγο και μπογιά σκασμένη από τη ζέστα,

Εγώ το έκανα αυτό, το είχα ξεχάσει

Και το θυμάμαι.

Τα άρμενα αδύναμα και το καραβόπανο σάπιο

Ανάμεσα σε ένα Ιούνη και σ’ άλλο Σεπτέμβρη.

Αυτό το έκανα χωρίς να το ξέρω, μισοσυνείδητος, άγνωστος, εγώ ο ίδιος.

Των πιστρόφιων η σειρά μπάζει νερά, οι αρμοί χρειάζονται καλαφάτισμα.

Αυτό το σχήμα, αυτό το πρόσωπο, αυτή η ζωή

Ζώντας για να ζει σ’ ένα κόσμο του καιρού πέρα από μένα˙ ας

Παραιτηθώ απ’ τη ζωή μου γι’ αυτή τη ζωή, η λαλιά μου γι’ αυτό που δεν ειπώθηκε,

Αυτό που αφυπνίστηκε, χείλη μισανοιγμένα, την ελπίδα, τα νέα πλοία.



Ποιες θάλασσες ποιες ακτές ποια γρανιτένια νησιά μπροστά στα μαδέρια μου

Και η κίχλη καλώντας μέσα απ’ την ομίχλη

Κόρη μου.

 **************************************
ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

 (1911-1996)

Η ΜΑΡΙΝΑ ΤΩΝ ΒΡΑΧΩΝ (1)
[ Η περιπέτεια της ενηλικίωσης. Η  καθημερινότητα με τις γλυκόπικρες
στιγμές της προσφέρει τη δυνατότητα για βαθύτερη επικοινωνία με τον
εαυτό μας  και ουσιαστική κατανόηση του αντιφατικού κόσμου των ανθρώπων.
Η οδύνη από την απώλεια της αθωότητας μαλακώνει από τις πρωτόγνωρες
εμπειρίες που δοκιμάζουν οι αισθήσεις, αφημένες στη δίνη των παρορμήσεων.]



Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη - Μα πού γύριζες
Ολημερίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
Αετοφόρος άνεμος γύμνωσε τους λόφους
Γύμνωσε την επιθυμία σου ως το κόκαλο
Κι οι κόρες των ματιών σου πήρανε τη σκυτάλη της Χίμαιρας
Ριγώνοντας μ' αφρό τη θύμηση!
Πού είναι η γνώριμη ανηφοριά του μικρού Σεπτεμβρίου
Στο κοκκινόχωμα όπου έπαιζες θωρώντας προς τα κάτω
Τους βαθιούς κυαμώνες των άλλων κοριτσιών
Τις γωνιές όπου οι φίλες σου άφηναν αγκαλιές τα δυοσμαρίνια

- Μα πού γύριζες
Ολονυχτίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
Σού 'λεγα να μετράς μέσ' στο γδυτό νερό τις φωτεινές του
μέρες
Ανάσκελη να χαίρεσαι την αυγή των πραγμάτων
Η πάλι να γυρνάς κίτρινους κάμπους
Μ' ένα τριφύλλι φως στο στήθος σου ηρωίδα ιάμβου.

Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη
Κι ένα φόρεμα κόκκινο σαν το αίμα
Βαθιά μέσ' στο χρυσάφι του καλοκαιριού
Και τ' άρωμα των γυακίνθων - Μα πού γύριζες

Κατεβαίνοντας προς τους γιαλούς τους κόλπους με τα
βότσαλα
Ήταν εκεί ένα κρύο αρμυρό θαλασσόχορτο
Μα πιο βαθιά ένα ανθρώπινο αίσθημα που μάτωνε
Κι άνοιγες μ' έκπληξη τα χέρια σου λέγοντας τ' όνομα του
Ανεβαίνοντας ανάλαφρα ως τη διαύγεια των βυθών
Όπου σελάγιζε ο δικός σου ο αστερίας.

Άκουσε, ο λόγος είναι των στερνών η φρόνηση
Κι ο χρόνος γλύπτης των ανθρώπων παράφορος
Κι ο ήλιος στέκεται από πάνω του θηρίο ελπίδας
Κι εσύ πιο κοντά του σφίγγεις έναν έρωτα
Έχοντας μια πικρή γεύση τρικυμίας στα χείλη.

Δεν είναι για να λογαριάζεις γαλανή ως το κόκαλο άλλο
καλοκαίρι
Για ν' αλλάξουνε ρέμα τα ποτάμια
Και να σε πάνε πίσω στη μητέρα τους,
Για να ξαναφιλήσεις άλλες κερασιές
Ή για να πας καβάλα στο μαΐστρο
Στυλωμένη στους βράχους δίχως χτες και αύριο,
Στους κινδύνους των βράχων με τη χτενισιά της θύελλας
Θ' αποχαιρετήσεις το αίνιγμά σου


 ************************************
ΜΑΡΙΝΑ (2)
[Ερωτικό ποίημα  πλημμυρισμένο από φυσικά σύμβολα
που θυμίζουν έντονα ερωτικά  δημοτικά τραγούδι.
Ο λυρικός λόγος του Ελύτη δένει ιδανικά με τη μουσική
του πλωθωρικού σε ηχοχρώματα  Θεοδωράκη 
και αναδεικνύεται υπέροχα από την ανεπανάληπτη ερμηνεία 
της (πρώτης διδαξάσης το άσμα) Ντόρας Γιαννακοπούλου
  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

  ΣΧΙΖΟΦΡΕΝΕΙΑ Το κακοηθέστατο  αυτό σχόλιο  γράφτηκε από τον δημοσιογράφο Δημήτρη Κουκλουμπέρη στη στήλη "Πολιτικά Παρασκήνια" τη...