Παρασκευή, Φεβρουαρίου 03, 2017

Θέληση για ζωή κόντρα στην άγρια φύση


ΑΓΑΠΗ ΓΙΑ ΤΗ  ΖΩΗ



Το σύντομο διήγημα του Τζακ Λόντον, "Αγάπη για τη ζωή" μιλά για δύο χρυσοθήρες . Ο Μπιλ και ένας ανώνυμος  άνθρωπος  αγωνίζονται να επιβιώσουν στην παγωμένη τούνδρα του Καναδά. Διασχίζουν την τούνδρα ψάχνοντας για τροφή, υποφέροντας συνεχώς  από την πείνα και την έκθεση στις  αφόρητα δυσμενείς καιρικές συνθήκες. Όταν ο ανώνυμος άνθρωπος παθαίνει διάστρεμμα , ο Μπιλ  τον εγκαταλείπει και προχωρά μέσα στην άγρια  ερημιά, βάζοντας πάνω απ΄όλα την προσωπική του επιβίωση.

Όμως η  ιστορία έχει απρόβλεπτη εξέλιξη όταν  ο Μπιλ πεθαίνει από τις κακουχίες μεταφέροντας όλο το χρυσάφι  μέχρι το τέλος. Ο ανώνυμος άνθρωπος που έχει υποστεί το  διάστρεμμα φτάνει στο σημείο όπου κείται νεκρός  ο σύντροφός του ,  περπατώντας μέσα σε άγριες συνθήκες, αλλά παραμελεί να πάρει το χρυσό . Διασχίζει σερνόμενος  την τούνδρα, χωρίς όπλα και δεχόμενος επιθέσεις από λύκους , ώσπου αναλύπτεται αναίσθητος  από μια ομάδα εξερευνητών που ταξιδεύουν με πλοίο. Τελικά θα γιατρευτεί , ενώ ταξιδεύει ασφαλής στο πλοίο που θα τον φέρει πίσω στην οργανωμένη ανθρώπινη ζωή.

Η "Αγάπη για τη ζωή" είναι μια καθαρή  ιστορία επιβίωσης . Πρόκειται για την "εξερεύνηση" της βούλησης του ανθρώπου να επιβιώσει. Ο Τζακ Λόντον  αφηγείται την  ιστορία με  λεπτομέρειες, αποτυπώνοντας με δεξιοτεχνία τις δραματικές στιγμές του  φόβου, της αγωνίας και της πείνας  των  πρωταγωνιστών  του.

Gerontakos
Αποτέλεσμα εικόνας για Jack London - Love of Life
Αγάπη  για τη ζωή


Ένα συγκλονιστικό διήγημα του Τζακ Λόντον

Απόδοση: Βασίλης Κ. Μηλίτσης

«Απ’ όλα αυτό μόνο θα μείνει –

Έζησαν κι έπαιξαν κορώνα – γράμματα:

Και μεγάλο μέρος του παιχνιδιού θα είναι κέρδος,

Αν και των ζαριών ο χρυσός χάθηκε».

Κατέβηκαν κουτσαίνοντας οδυνηρά την όχθη, και κάποια φορά ο προπορευόμενος από τους δυο άντρες έπεσε τρεκλίζοντας ανάμεσα στις ανώμαλες πέτρες, σκορπισμένες εδώ κι εκεί. Ήταν και οι δυο τους εξαντλημένοι και αδύναμοι, και στα ρουφηγμένα πρόσωπά τους ήταν ζωγραφισμένη η έκφραση της υπομονής, επακόλουθο της μακράς ταλαιπωρίας που είχαν υπομείνει. Ήταν βαριά φορτωμένοι με αποσκευές από κουβέρτες ζωσμένες σε δέματα στους ώμους τους. Κεφαλόδεσμοι περασμένοι μπροστά από το μέτωπό τους, βοηθούσαν στη στήριξη αυτών των δεμάτων. Ο καθένας τους κουβαλούσε ένα όπλο. Βάδιζαν σκυφτοί, με τους ώμους τεντωμένους προς τα μπρος και το κεφάλι τους ακόμη πιο μπροστά, με τα μάτια να κοιτάζουν το έδαφος.
«Μακάρι να είχαμε κάμποσα από εκείνα τα φυσίγγια που αφήσαμε σ’ εκείνη την κρυψώνα μας», είπε ο δεύτερος άντρας.
Η φωνή του βγήκε εντελώς αχρωμάτιστη και πένθιμη. Μιλούσε χωρίς καμιά ζωηράδα, και ο προπορευόμενος άντρας μπαίνοντας με χωλό βήμα μέσα στο γαλακτερό νερό του ρέματος που έρεε αφρίζοντας πάνω από τις πέτρες δεν του έδωσε καμιά απάντηση.
Ο άλλος τον ακολουθούσε κατά πόδας. Δεν έβγαλαν την υπόδησή τους αν και το νερό ήταν κρύο – τόσο κρύο που οι αστράγαλοί τους άρχισαν να πονούν ενώ τα πόδια τους είχαν μουδιάσει αμέσως. Κατά τόπους το νερό ανέβαινε ξαφνικά μέχρι τα γόνατα, κάνοντάς τους να τρεκλίζουν και να πασχίζουν να πατήσουν σταθερά.
Ο άντρας που ακολουθούσε γλίστρησε πάνω σε μια ολισθηρή κοτρώνα, παραλίγο να πέσει, όμως κρατήθηκε καταβάλλοντας μια βίαια προσπάθεια, αλλά συγχρόνως βγάζοντας μια δυνατή κραυγή πόνου. Έδειχνε ζαλισμένος κι έτοιμος να λιποθυμήσει και άπλωσε το ελεύθερο χέρι παραπαίοντας, λες και ζητούσε στον αέρα κάτι να κρατηθεί. Όταν σταθεροποιήθηκε, έκανε μερικά βήματα προς τα μπρος, αλλά κλονίστηκε πάλι και παρά λίγο να πέσει. Κατόπιν στάθηκε ακίνητος και κοίταξε τον άλλον άντρα, ο οποίος ούτε γύρισε το κεφάλι του να τον δει.
Για ένα ολόκληρο λεπτό έμεινε ακίνητος, σαν να διαπραγματευόταν με τον εαυτόν του. Κατόπιν φώναξε:
«Έι, Μπιλ, στραμπούλιξα το κότσι μου».
Ο Μπιλ προχωρούσε τρεκλίζοντας μέσα από το γαλακτερό νερό. Ούτε καν γύρισε να τον κοιτάξει. Ο άντρας τον έβλεπε να απομακρύνεται και μολονότι το πρόσωπό του ήταν ανέκφραστο όπως πάντα, τα μάτια ήταν σαν τα μάτια ενός πληγωμένου ελαφιού.
Ο άλλος προχώρησε παραπαίοντας μέχρι την απέναντι όχθη χωρίς να κοιτάξει πίσω του. Ο άντρας στο ποτάμι τον κοίταξε για λίγο. Τα χείλη του τρεμούλιασαν έτσι που το πυκνό, αχτένιστο καστανό τσουλούφι του που τα κάλυπτε κουνήθηκε ορατά. Έβγαλε ακόμη και τη γλώσσα του για να τα υγράνει.Αποτέλεσμα εικόνας για Jack London - Love of Life
«Μπιλ!» φώναξε
Ήταν η  παρακλητική κραυγή ενός δυνατού ανθρώπου ευρισκομένου σε απελπιστική θέση, αλλά ο Μπιλ δε γύρισε το κεφάλι του. Ο άντρας τον έβλεπε να συνεχίζει την πορεία του, να τρεκλίζει αλλόκοτα και γέρνει προς τα μπρος με κλονισμένο βήμα και να ανηφορίζει προς τον ορίζοντα του χαμηλού λόφου. Τον έβλεπε να προχωράει μέχρι που πέρασε πάνω από την κορυφή κι εξαφανίστηκε. Κατόπιν ο άντρας γύρισε το βλέμμα του και κοίταξε γύρω του τον κύκλο του κόσμου όπου βρισκόταν τώρα που ο Μπιλ είχε φύγει.
Κοντά στον ορίζοντα ο ήλιος φώτιζε αμυδρά, μισοκρυμμένος μέσα στην άμορφη ομίχλη και την υγρασία, πράγματα που έδιναν την εντύπωση μιας μάζας και πυκνότητας χωρίς απτά σκιαγράμματα. Ο άντρας έβγαλε το ρολόι του, στηρίζοντας όλο το βάρος του στο ένα του πόδι. Έδειχνε τέσσερις και καθώς η εποχή πλησίαζε τα τέλη του Ιουλίου ή τις αρχές Αυγούστου – δεν ήξερε την ακριβή ημερομηνία με περιθώριο μιας ή δυο βδομάδων – διαπίστωνε όμως πως ο ήλιος ήταν σε μια βορειοδυτική θέση. Κοίταξε προς το Νότο και ήξερε ότι κάπου πέρα από εκείνους τους ζοφερούς λόφους ήταν η Λίμνη Γκρέιτ Μπέαρ. Ήξερε επίσης ότι προς την κατεύθυνση εκείνη ο Αρκτικός Κύκλος διέγραφε την απαγορευτική του διέλευση από τις απέραντες  Άγονες Καναδικές Πεδιάδες. Το ρέμα αυτό όπου στεκόταν τροφοδοτούσε τον ποταμό Κοπερμάιν, ο οποίος με τη σειρά του έρεε προς βορρά και χυνόταν στον Κόλπο Κορονέισιον και τον Αρκτικό Ωκεανό. Δεν είχε ποτέ πάει εκεί, αλλά κάποτε είχε δει την τοποθεσία σ’ έναν χάρτη της Εταιρίας Χάτσον Μπέι.
Ξανά το βλέμμα του συμπλήρωσε τον κύκλο του κόσμου γύρω του. Δεν ήταν και τόσο ενθαρρυντικό θέαμα. Ολόγυρα δέσποζε το περίγραμμα του ορίζοντα και οι χαμηλοί λόφοι. Δεν υπήρχαν ούτε δέντρα, ούτε θάμνοι, ούτε ποώδης βλάστηση – τίποτε παρά μια τεράστια και τρομακτική ερήμωση που γρήγορα τον έπιανε φόβος βλέποντας αυτό το τοπίο.
«Μπιλ!» ψιθύρισε μια ή δυο φορές. «Μπιλ!»
Στάθηκε ακίνητος στο γαλακτερό νερό τρέμοντας από φόβο, λες κι αυτή η απεραντοσύνη τον πλάκωνε με αφόρητη δύναμη, και τον σύνθλιβε με την αυτάρεσκή της απειλή. Άρχισε να τρέμει σαν σε κρίση πυρετού μέχρι το όπλο τού έφυγε από το χέρι κι έπεσε στο νερό. Ο παφλασμός τον έκανε να συνέλθει. Κατανικώντας τον φόβο του, ανάκτησε την αυτοκυριαρχία του και ψάχνοντας μέσα στο νερό  ανάσυρε το όπλο του. Ζαλώθηκε το φορτίο του ψηλότερα πάνω απ’ τον αριστερό του ώμο έτσι που ο πληγωμένος του αστράγαλος να απελευθερωθεί από ένα μέρος του βάρους. Κατόπιν προχώρησε αργά και προσεκτικά, μορφάζοντας από τον πόνο, προς την όχθη.
Δε σταμάτησε. Με μια απόγνωση που ήταν σκέτη τρέλα, αγνοώντας τον πόνο, ανηφόρισε βιαστικά την πλαγιά μέχρι την κορυφή του λόφου πάνω από την οποία είχε εξαφανιστεί ο σύντροφός του – κατά πολύ πιο αλλόκοτα και κωμικά κουτσαίνοντας από ό, τι κούτσαινε και παράπαιε ο άλλος. Όμως από την κορυφή είδε μόνο μια ρηχή κοιλάδα, άδεια από ζωή. Αντιστάθηκε στον φόβο του και τον κατανίκησε, φορτώθηκε το δέμα του ακόμη πιο πάνω στον αριστερό του ώμο και έγειρε με αστάθεια προς τα μπρος για να κατεβεί την πλαγιά.
Στο έδαφος της κοιλάδας φύτρωναν πυκνά βρύα και λειχήνες διαποτισμένες με νερό, που το κρατούσαν σαν σφουγγάρι στην επιφάνειά τους. Το νερό αυτό τιναζόταν κάτω από τα πόδια και τα πιτσίλιζε σε κάθε του βήμα. Κάθε φορά που σήκωνε ένα πόδι, η κίνηση αυτή ολοκληρωνόταν σ’ έναν ήχο αναρρόφησης καθώς η υγρή πρασινάδα με απροθυμία ξεκολλούσε από τις σόλες των παπουτσιών του. Διάλεξε το δρόμο του από τούφα σε τούφα ακολουθώντας τις πατημασιές του άλλου κατά μήκος και εγκάρσια των επίπεδων λιθαριών που ξεπετάγονταν σαν νησίδες μέσα από τη θάλασσα των βρύων και λειχήνων.
Αν και ολομόναχος, δεν είχε χαθεί. Πιο πέρα ήξερε πως θα συναντούσε νεκρά έλατα, πολύ μικρά και ζαρωμένα, που περιέβαλλαν τις όχθες μιας μικρής λίμνης, την Τίτσιν-Νίτσιλι στη γλώσσα των αυτοχθόνων, που σημαίνει «η χώρα των μικρών κλαδιών». Και μέσα σ’ εκείνη τη λίμνη χυνόταν ένα ποταμάκι που το νερό του δεν ήταν γαλακτερό. Στο ποταμάκι αυτό υπήρχαν βούρλα – τούτο το θυμόταν καλά – αλλά καθόλου δέντρα, και θα το ακολουθούσε μέχρι την απορροή του σε μια νεροχωρίστρα. Θα διέσχιζε τη νεροχωρίστρα μέχρι την απορροή ενός άλλου μικρού ποταμιού, το οποίο κυλούσε προς τα δυτικά και θα το ακολουθούσε μέχρι τη συμβολή του στον ποταμό Ντις, όπου θα εύρισκε μια κρυψώνα κάτω από ένα αναποδογυρισμένο κανό καλυμμένο από έναν λιθοσωρό. Και σ’ αυτή την κρυψώνα θα εύρισκε πυρομαχικά για το άδειο του όπλο, αγκίστρια και πετονιές για ψάρεμα, μια απόχη – όλα τα αναγκαία για να κυνηγήσει και να παγιδεύσει την τροφή του. Θα εύρισκε επίσης αλεύρι – όχι πολύ – ένα κομμάτι μπέικον και λίγα φασόλια.
Μπορεί ο Μπιλ να τον περίμενε εκεί και μαζί θα κωπηλατούσαν προς τα νότια κατά μήκος του ποταμού Ντις μέχρι τη λίμνη Γκρέιτ Μπέαρ. Και πάλι προς νότια κατεύθυνση διασχίζοντας τη λίμνη, κι ακόμη νοτιότερα, μέχρι να φτάσουν στον ποταμό Μακένζι. Κι όλο και περισσότερο νότια θα πήγαιναν, ενώ ο χειμώνας του κάκου θα τους κυνηγούσε πίσω τους και θα σχημάτιζε πάγους στις δίνες, και οι μέρες όλο θα ψύχραιναν και θα πάγωναν. Αυτοί όμως θα ακολουθούσαν την πορεία τους προς το νότο σε κάποιον σταθμό της Εταιρίας Χάτσον Μπέι, όπου τα δέντρα ήταν ψηλά και γενναιόδωρα και υπήρχε ατέλειωτο φαγητό.
Έτσι σκεφτόταν ο άντρας καθώς πάσχιζε προς τα μπρος. Αλλά όσο πάσχιζε με το κορμί του, άλλο τόσο πάσχιζε και με το νου του, προσπαθώντας να σκεφτεί πως ο Μπιλ δεν τον είχε εγκαταλείψει, ότι ο Μπιλ στα σίγουρα θα τον περίμενε στην κρυψώνα. Ανάγκαζε τον εαυτόν του να κάνει τέτοιες σκέψεις, αλλιώς δεν άξιζε να πασχίζει και καλά θα έκανε να παραιτηθεί και να πεθάνει. Και καθώς ο θαμπός δίσκος του ήλιου έδυε αργά στον βορειοδυτικό ορίζοντα, αυτός διάνυε πόντο προς πόντο του Μπιλ και της δικής του φυγής προς νότον πριν τον ερχομό του χειμώνα. Και με προσμονή στοχαζόταν ξανά και ξανά το φαγητό, πρώτα στην κρυψώνα, και κατόπιν στον σταθμό της Εταιρίας του Χάτσον Μπέι. Είχε να φάει δυο μέρες, και για πολύν καιρό δεν είχε φάει όσο ήθελε. Συχνά έσκυβε και μάζευε τα κιτρινωπά μούρα του βάλτου, τα έβαζε στο στόμα του, τα μασούσε και τα κατάπινε. Αυτά τα μούρα αποτελούνται από λίγα σπόρια που περικλείονται σ’ ένα κέλυφος με νερό. Μέσα στο στόμα το νερό διαλύεται και τα σπόρια σαν μασηθούν έχουν μια αψιά και πικρή γεύση. Ο άντρας γνώριζε πως τα μούρα δεν είχαν καμιά θρεπτική αξία, αλλά αυτός τα μασούσε υπομονετικά με μιαν ελπίδα μεγαλύτερη από τη γνώση και σε πείσμα της εμπειρίας.
Στις εννιά η ώρα τα δάχτυλα των ποδιών του σκόνταψαν σε μια βραχώδη προεξοχή και από καθαρή κούραση και αδυναμία κλονίστηκε κι έπεσε. Έμεινε για κάποια ώρα ακίνητος εκεί που έπεσε. Μετά απελευθερώθηκε από τους ζωστήρες του φορτίου του και αδέξια σύρθηκε σε μια καθιστική στάση. Δεν είχε ακόμη σκοτεινιάσει και στο παρατεταμένο λυκόφως έψαξε ανάμεσα στις πέτρες να βρει ξερά βρύα. Αφού μάζεψε και σχημάτισε έναν μικρό σωρό, άναψε φωτιά – μια φωτιά που σιγόκαιγε και κάπνιζε – κι έβαλε ένα τενεκεδένιο σκεύος με νερό πάνω της να βράσει.
Άνοιξε το δέμα του και το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να μετρήσει τα σπίρτα του. Είχε εξήντα εφτά. Τα μέτρησε τρεις φορές για να βεβαιωθεί. Τα χώρισε σε αρκετές δέσμες τυλίγοντάς τα σε λαδόκολλα. Έβαλε μια δέσμη στην άδεια καπνοσακούλα του, μια άλλη στην εσωτερική κορδέλα του καπέλου του, μια τρίτη κάτω από το πουκάμισό του κατάσαρκα στο στήθος του. Με το που τέλειωσε μ’ όλο αυτό, καταλήφτηκε από πανικό και ξετυλίγοντας όλα τα σπίρτα, τα ξαναμέτρησε. Τα βρήκε πάλι εξήντα εφτά.
Στέγνωσε τη μουσκεμένη υπόδησή του στη φωτιά. Τα μοκασίνια του ήταν σαν μουσκεμένα κουρέλια. Οι χοντρές του κάλτσες είχαν τρύπες σε αρκετά μέρη ενώ τα πόδια του ήταν σκασμένα κι έτρεχαν αίμα. Ο αστράγαλός του πήγαινε να σπάσει από έναν παλλόμενο πόνο και είχε πρηστεί στο μέγεθος του γόνατού του. Έσκισε μια λουρίδα από τη μια από τις δυο κουβέρτες του κι έδεσε τον αστράγαλό του σφικτά. Έσκισε κι άλλες λουρίδες και τις έδεσε γύρω από τα πόδια του αντί για τα μοκασίνια και τις κάλτσες. Κατόπιν ήπιε το ζεστό, αχνιστό νερό από το δοχείο, κούρδισε το ρολόι του και σύρθηκε ανάμεσα στα σκεπάσματά του. Κοιμήθηκε σαν κούτσουρο. Το σύντομο σκοτάδι γύρω στα μεσάνυχτα ήρθε κι έφυγε. Ο ήλιος ανέτειλε στα βορειοανατολικά – τουλάχιστον πρέπει να ξημέρωνε σ’ εκείνο το σημείο του ορίζοντα γιατί τον ήλιο τον σκέπαζαν γκρίζα σύννεφα.
Ξύπνησε στις έξη η ώρα και χουζούρεψε ξαπλωμένος. Ατένισε ίσια τον γκρίζο ουρανό και συνειδητοποίησε πως πεινούσε. Καθώς γύρισε στηριζόμενος στον αγκώνα του να σηκωθεί, ξαφνιάστηκε από ένα δυνατό ρουθούνισμα και είδε ένα αρσενικό καριμπού να τον παρατηρεί μ’ επιφύλαξη και περιέργεια. Το ζώο ήταν δεν ήταν καμιά δεκαπενταριά μέτρα πιο πέρα, και ξάφνου στο μυαλό του άντρα έλαμψε η φαντασία και η απόλαυση μιας μπριζόλας από το κρέας του να τηγανίζεται τσιτσιρίζοντας πάνω στη φωτιά. Μηχανικά άπλωσε το χέρι του στο άδειο του όπλο, στόχευσε και τράβηξε τη σκανδάλη. Το ζώο ρουθούνισε κι έφυγε με ποδοβολητό, ενώ οι οπλές του κροτάλιζαν πάνω στις πέτρινες προεξοχές.
Ο άντρας βλαστήμησε την τύχη του και πέταξε το όπλο του θυμωμένος. Βόγκησε δυνατά από τον πόνο καθώς πάσχισε να συρθεί όρθιος στα πόδια του. Ήταν μια αργή και επίπονη διαδικασία.
Οι αρθρώσεις του έμοιαζαν με σκουριασμένους αρμούς. Δούλευαν δύσκολα και με πολλή τριβή μέσα στους θύλακες και κάθε φορά που έσκυβε και ανορθωνόταν, το έκανε μόνο με καθαρή προσπάθεια της θέλησής του. Όταν τελικά κατόρθωνε να σταθεί στα πόδια του, χρειαζόταν περίπου ένα λεπτό ακόμη να ισιώσει το κορμί του για να σταθεί όρθιος σαν κανονικός άνθρωπος.
Σύρθηκε ανεβαίνοντας έναν λοφίσκο και επισκόπησε την περιοχή. Ούτε δέντρο, ούτε θάμνος, παρά μόνο μια γκρίζα θάλασσα από βρύα και λειχήνες που κάπου-κάπου διαφοροποιούταν από γκρίζες πέτρες, γκρίζους νερόλακκους και γκρίζα ρυάκια. Κι ο ουρανός, κι αυτός γκρίζος. Ούτε ήλιος, ούτε ίχνος ήλιου. Δεν ήξερε που έπεφτε ο βορράς κι είχε ξεχάσει από ποια κατεύθυνση είχε έρθει στο μέρος που βρισκόταν την προηγούμενη νύχτα. Δεν είχε όμως χαθεί. Αυτό το ήξερε. Σύντομα θα έφτανε στη ‘χώρα των μικρών κλαδιών’. Το αισθανόταν πως βρισκόταν κάπου προς τα αριστερά, όχι μακριά – πιθανόν λίγο πιο πέρα από τον επόμενο λοφίσκο.
Γύρισε πίσω να τακτοποιήσει τα πράγματά του και να συνεχίσει την πορεία του. Σιγουρεύτηκε για την ύπαρξη των τριών δεσμών από τα σπίρτα του, αν και δε στάθηκε αυτή τη φορά να τα μετρήσει. Όμως στάθηκε διστάζοντας εάν έπρεπε να πάρει μαζί του ένα μικρό, κοντόχοντρο σακούλι από δέρμα βίσωνα. Δεν ήταν μεγάλο. Θα μπορούσε να τον κρύψει μέσα στα δυο του χέρια. Ήξερε ότι ζύγιζε γύρω στα εφτά κιλά – όσο και τα υπόλοιπα πράγματά του – αλλά τούτο τον στενοχωρούσε. Τελικά το έβαλε κατά μέρος και βάλθηκε να τυλίγει τα πράγματά του. Στάθηκε για λίγο να κοιτάζει το δερμάτινο σακούλι. Το σήκωσε βιαστικά και ρίχνοντας μια ματιά γύρω του, αψηφώντας την ερημιά λες κι αυτή ήθελε να του πάρει το σακούλι. Κι όταν σηκώθηκε στα πόδια του να συνεχίσει τρεκλίζοντας την πορεία του με το φως της μέρας, το σακούλι αποτελούσε μέρος του δέματος που είχε φορτωθεί στους ώμους του.
Ξεκίνησε παίρνοντας μια αριστερή κατεύθυνση, σταματώντας κάπου-κάπου να φάει μούρα. Ο αστράγαλός του είχε γίνει άκαμπτος, και κούτσαινε πιο πολύ, αλλά ο πόνος του δε συγκρινόταν με τίποτε μ’ εκείνον στο στομάχι του. Οι σουβλιές της πείνας ήταν βασανιστικές. Τον κατέτρωγαν ολοκληρωτικά σε βαθμό που δεν μπορούσε να κρατήσει το νου του σταθερά στην πορεία που έπρεπε ν’ ακολουθήσει για να φτάσει στη ‘χώρα των μικρών κλαδιών’. Τα μούρα του βάλτου δεν απάλυναν τον βασανισμό του στομαχιού του, ενώ ερέθιζαν τη γλώσσα  και τον ουρανίσκο του με την αψιά τους γεύση.
Έφτασε σε μια κοιλάδα όπου μερικές πετροπέρδικες σηκώθηκαν και φτεροκόπησαν  ξαφνιασμένες από τις πέτρινες προεξοχές και τις βαλτομουριές κρώζοντας κερ-κερ-κερ. Τις πέταξε πέτρες αλλά δεν μπόρεσε να πετύχει καμιά. Ακούμπησε το φορτίο του στο έδαφος και παραμονεύοντας τις πλησίασε έρποντας αθόρυβα όπως παραμονεύει μια γάτα ν’ αρπάξει ένα σπουργίτι. Οι κοφτερές πέτρες του έσκισαν τα μπατζάκια του παντελονιού του και τον πλήγωσαν σε βαθμό που τα γόνατά του άφησαν πίσω μια γραμμή από αίμα. Αλλά ο πόνος αυτός χανόταν μπροστά στον πόνο της πείνας του. Σύρθηκε με το σώμα του πάνω στην υγρή πόα, μουσκεύοντας τα ρούχα του και κρυώνοντας το κορμί του. Αλλά ούτε που το ένιωθε – τόσο έντονος ήταν ο πυρετός του για φαγητό. Και όλο και σηκώνονταν οι πετροπέρδικες με φτεροκόπημα, μέχρι που το κερ-κερ-κερ το έπαιρνε για χλευασμό και άρχισε να τις βρίζει και να μιμείται κι αυτός δυνατά τα κρωξίματά τους.
Μια στιγμή καθώς σερνόταν έπεσε σε κάποια που πιθανόν κοιμόταν. Δεν την είδε παρά μόνο αφού το πουλί πέταξε κατευθείαν στο πρόσωπό του από την πέτρινη φωλιά του. Έκανε να την αρπάξει όσο κι αν τον ξάφνιασε το απότομο πέταγμά της, αλλά το μόνο που έμεινε στα χέρια του ήταν τρία φτερά από την ουρά της. Καθώς την έβλεπε ν’ απομακρύνεται πετώντας, τη μίσησε τόσο πολύ σαν να του είχε κάνει το μεγαλύτερο κακό. Μετά ξαναγύρισε όπου είχε αφήσει το δέμα του και το ζαλώθηκε.
Καθώς η μέρα προχωρούσε μπήκε μέσα σε μικρές κοιλάδες ή μάλλον εδαφικές κοιλότητες, όπου το κυνήγι ήταν άφθονο. Ένα κοπάδι καριμπού, καμιά εικοσαριά ζώα ήταν δεν ήταν, βασανιστικά πέρασε από κοντά του εντός του βεληνεκούς του όπλου του. Ένιωσε μια άγρια επιθυμία να τρέξει ξωπίσω τους, με μια βεβαιότητα πως θα μπορούσε να ρίξει ένα απ’ αυτά κάτω. Μια μαύρη αλεπού τότε τον πλησίασε κρατώντας μια πετροπέρδικα στο στόμα της. Ο άντρας ξεφώνησε. Έβγαλε μια τρομακτική κραυγή, αλλά η αλεπού, ξέφυγε πηδώντας τρομαγμένη χωρίς ν’ αφήσει τη λεία της.Αποτέλεσμα εικόνας για Jack London - Love of Life
Αργά το απόγευμα ακολούθησε ένα ρυάκι, γαλακτερό από ασβεστώδες ίζημα. Το ρυάκι διέσχιζε αραιές συστάδες από βούρλα. Αδράχνοντας τα βούρλα σφικτά κοντά στη ρίζα τους, έβγαλε από το έδαφος έναν βολβό που έμοιαζε με κρεμμυδάκι, όχι μεγαλύτερο από ένα καρφί. Ήταν τρυφερό και τα δόντια του χώθηκαν τραγανιστά στο στέλεχός του με προσμονή μιας νόστιμης τροφής. Όμως οι ίνες του ήταν σκληρές. Το φυτό αποτελούταν από ινώδη νήματα κορεσμένο με νερό, όπως τα μούρα, και χωρίς καμιά θρεπτική αξία. Ξεφορτώθηκε την αποσκευή του κι έπεσε με τα χέρια και τα πόδια μέσα στα βούρλα, μασουλώντας σαν ένα  βοοειδές.
Ήταν πολύ κουρασμένος και συχνά του ερχόταν να ξεκουραστεί – να πλαγιάσει και να κοιμηθεί, αλλά κάτι συνεχώς τον έσπρωχνε να προχωρήσει – όχι τόσο η λαχτάρα του να φτάσει στη ‘χώρα των μικρών κλαδιών’ όσο η πείνα. Έψαξε στους νερόλακκους για βατράχια και έσκαψε το λασπωμένο χώμα με τα νύχια του για σκουλήκια, αν και ήξερε πως δεν υπήρχαν ούτε βατράχια ούτε σκουλήκια τόσο βόρεια.
Του κάκου κοίταξε μέσα σε κάθε νερόλακκο μέχρι που, καθώς έπεφτε το παρατεταμένο λυκόφως, βρήκε σε μια λακκούβα ένα μοναχικό ψαράκι στο μέγεθος ενός μικρού κυπρίνου, που δεν έκανε ούτε για δόλωμα. Βούτηξε το χέρι του μέσα στο νερό μέχρι τον ώμο του, αλλά το ψαράκι του ξέφυγε. Βούτηξε τότε και τα δυο του χέρια να το πιάσει και ανατάραξε το ασβεστώδες ίζημα στον πάτο. Στην ταραχή του έπεσε μέσα στο νερό και μουσκεύτηκε μέχρι τη μέση. Το νερό έτσι παραέγινε θολό για να μπορέσει να δει το ψάρι, κι αναγκάστηκε να περιμένει μέχρι να κατακαθίσει το ίζημα.
Επανέλαβε την αναζήτησή του, μέχρι που θόλωσε το νερό εκ νέου. Μη μπορώντας να περιμένει άλλο, έλυσε από πάνω του το τενεκεδένιο δοχείο και άρχισε ν’ αδειάζει τον νερόλακκο. Στην αρχή άδειαζε μανιασμένα, πιτσιλίζοντας τον εαυτόν του και ρίχνοντας το νερό σε πολύ κοντινή απόσταση έτσι που ξανακυλούσε μέσα στον λάκκο. Μετά άρχισε να δουλεύει μεθοδικότερα, πασχίζοντας να είναι πιο ψύχραιμος, αν και η καρδιά του χτυπούσε τρελά στο στήθος του και τα χέρια του έτρεμαν. Μετά από μισή ώρα ο λάκκος είχε εντελώς αδειάσει. Ούτε μια χούφτα νερό δεν έμεινε. Κι όμως δεν υπήρχε κανένα ψάρι. Παρατήρησε μια κρυμμένη σχισμάδα ανάμεσα στις πέτρες μέσα από την οποία το ψαράκι είχε διαφύγει στον διπλανό μεγαλύτερο νερόλακκο, που δε θα μπορούσε να αδειάσει ούτε σ’ ένα μερόνυχτο. Αν ήξερε πως υπήρχε η σχισμάδα, θα την έκλεινε με μια πέτρα από την αρχή και το ψάρι τώρα θα ήταν δικό του.
Συλλογιζόμενος αυτό, σωριάστηκε πάνω στο υγρό χώμα. Άρχισε να κλαίει σιγανά, και μετά ξέσπασε σε δυνατό κλάμα για την αδυσώπητη μοναξιά που τον περιέβαλλε. Κι για πολλή ώρα μετά συγκλονιζόταν από δυνατούς χωρίς δάκρυα λυγμούς.
Άναψε φωτιά και ζεστάθηκε πίνοντας λίτρα ζεστό νερό κι έστρωσε να κοιμηθεί πάνω σε μια προεξοχή από πέτρες όπως είχε κάνει και την προηγούμενη νύχτα. Το τελευταίο πράγμα που έκανε ήταν να εξετάσει αν τα σπίρτα του ήταν στεγνά και να κουρδίσει το ρολόι του. Οι κουβέρτες ήταν μούσκεμα και γλιτσιασμένες. Ο αστράγαλός του χτυπούσε από τον πόνο. Αυτό όμως που τον ένοιαζε ήταν πως πεινούσε, και μέσα στον ταραγμένο του ύπνο έβλεπε φαγοπότια και τσιμπούσια με φαγητά απλωμένα και σερβιρισμένα σε κάθε ευφάνταστο τρόπο.
Ξύπνησε τρέμοντας από το κρύο νιώθοντας άρρωστος. Η γκρίζα γη κι ο μουντός ουρανός προμήνυαν κάτι βαθύτερο και πιο βαρύ. Είχε σηκωθεί ένας άγριος αέρας και τα πρώτα κύματα του χιονιά άρχισαν να ασπρίζουν τις κορυφές των λόφων. Η ατμόσφαιρα γύρω του θόλωσε με μια ασπράδα ενώ αυτός άναβε φωτιά για να βράσει περισσότερο νερό. Έριχνε ένα υγρό χιόνι, μισό σε βροχή, και οι νιφάδες ήταν μεγάλες και υγρές. Στην αρχή έλιωναν μόλις έρχονταν σ’ επαφή με τη γη, αλλά συνέχιζαν να πέφτουν πιο συχνά, καλύπτοντας το έδαφος, σβήνοντας τη φωτιά και με την υγρασία τους κατέστρεφαν το απόθεμα ξηρών βρύων που φύλαγε για καύσιμα.
Τούτο ήταν ένα σημάδι να δέσει το φορτίο στον ώμο του και να ξεκινήσει προς τα μπρος με αβέβαιο βήμα χωρίς να ξέρει προς τα πού να πάει. Δε νοιαζόταν πια για τη ‘χώρα των μικρών κλαδιών’, ούτε για τον Μπιλ και την κρυψώνα κάτω από το αναποδογυρισμένο κανό στην όχθη του ποταμού Ντις. Το ρήμα ‘τρώω’ τον είχε στοιχειώσει. Είχε τρελαθεί από την πείνα. Δεν έδινε προσοχή στην πορεία που ακολουθούσε όσο εκείνη η πορεία τον οδηγούσε μέσα από βαλτώδεις περιοχές. Πήγαινε σαν υπνωτισμένος μέσα από το νερουλό χιόνι και μάζευε τα άνοστα βαλτόμουρα και προχωρούσε με οδηγό τη διαίσθησή του καθώς ξερίζωνε τα βούρλα. Όλα αυτά δεν είχαν καμιά γεύση και δεν καταλάγιαζαν την πείνα του. Βρήκε μερικά χορταρικά με μια ξινή γεύση και έφαγε όσα μπορούσε να βρει, αλλά δεν ήταν αρκετά, γιατί αποτελούσαν μια ποώδη βλάστηση και ήταν καλά καλυμμένα κάτω από αρκετούς πόντους χιόνι.
Εκείνη τη νύχτα δεν είχε φωτιά, ούτε ζεστό νερό, και σύρθηκε ανάμεσα στις κουβέρτες του σ’ έναν ύπνο διακεκομμένο από την πείνα. Το χιόνι γύρισε σε μια κρύα βροχή. Ξύπνησε πολλές φορές νιώθοντάς την πάνω στο πρόσωπό του, κοιμόταν ανάσκελα. Έφεξε η μέρα – μια γκρίζα μέρα χωρίς ήλιο. Σταμάτησε να βρέχει. Δεν αισθανόταν πια την οξύτητα της πείνας.  Η αισθαντικότητα, όσον αφορά τη λιγούρα για φαγητό, είχε εξαντληθεί. Ένιωθε μια μουντή, βαριά ενόχληση στο στομάχι του, αλλά δεν τον ενοχλούσε πολύ. Ήταν τώρα περισσότερο λογικός και για μια φορά ακόμη πάνω απ’ όλα ενδιαφέρθηκε για τη ‘χώρα των μικρών κλαδιών’ και την κρυψώνα κοντά στον ποταμό Ντις.
Έσκισε σε λουρίδες τα απομεινάρια μιας από τις κουβέρτες του κι έδεσε τα ματωμένα του πόδια. Επίσης, ξανάδεσε σφικτά τον εξαρθρωμένο αστράγαλό του και προετοιμάστηκε για μιας μέρας πορεία. Όταν πήγε να πάρει το δέμα του, δίστασε πολύ για το αν πάρει μαζί του το σακουλάκι από δέρμα βίσωνα, και τελικά το πήρε.
Η βροχή είχε λιώσει το χιόνι και μόνο οι κορυφές των λόφων ήταν άσπρες. Βγήκε και ο ήλιος, που τον βοήθησε να προσανατολιστεί, αν και ήξερε ότι είχε χαθεί. Ίσως οι περιπλανήσεις του της προηγούμενης μέρας τον είχαν απομακρύνει πολύ προς τα αριστερά. Και τώρα πήρε μια δεξιά κατεύθυνση για να ισοφαρίσει μια πιθανή παρέκκλιση από την κανονική του πορεία.
Αν και οι σουβλιές της πείνας δεν ήταν πλέον τόσο ακραίες, διαπίστωσε πως ήταν αδύναμος.  Κάθε λίγο ήταν αναγκασμένος να κάνει στάσεις για να ξεκουράζεται, και τότε ριχνόταν στα βαλτόμουρα και στα βούρλα για να βάλει κάτι στο στόμα του. Αισθανόταν τη γλώσσα του ξερή και πρησμένη σαν να είχε καλυφθεί από μια τριχωτή μεμβράνη και το στόμα του ήταν πικρό σαν φαρμάκι. Επίσης είχε ένα σωρό προβλήματα με την καρδιά του. Δεν προλάβαινε να περπατήσει για λίγα λεπτά κι άρχιζε ένα αδυσώπητο τακ, τακ, τακ και κατόπιν την ένιωθε να πετάγεται με μια οδυνηρή αρρυθμία που του έκοβε την ανάσα και τον έκανε να ζαλίζεται μέχρι λιποθυμίας.
Το μεσημέρι βρήκε δύο μικροσκοπικούς κυπρίνους σε μια μεγάλη λακκούβα. Του ήταν αδύνατο να την αδειάσει, αλλά τώρα ήταν πιο ψύχραιμος και κατάφερε να τους πιάσει μέσα στο τενεκεδένιο του δοχείο. Δεν ήταν μεγαλύτεροι από το μικρό του δαχτυλάκι και ο ίδιος δεν πεινούσε ιδιαίτερα.  Η μουντή ενόχληση στο στομάχι του όλο και άμβλυνε και βαθμιαία πήγαινε να εξαφανιστεί. Το στομάχι του φαινόταν σαν να είχε πέσει σε λήθαργο. Έφαγε τα ψαράκια ωμά, μασουλώντας τα με μεγάλη προσοχή, διότι η πράξη του μασήματος γινόταν πια από καθαρή λογική. Ενώ δεν είχε καθόλου όρεξη για φαγητό, ήξερε πως έπρεπε να φάει για να ζήσει.
Το βράδυ έπιασε κι άλλους τρεις μικρούς κυπρίνους, και αφού έφαγε τους δύο, άφησε τον τρίτο για το επόμενο πρωινό. Ο ήλιος είχε στεγνώσει εδώ κι εκεί λουρίδες από βρύα, κι έτσι μπόρεσε να ζεσταθεί πίνοντας ζεστό νερό. Τη μέρα εκείνη είχε διανύσει λίγο πιο πάνω από δεκαπέντε χιλιόμετρα. Την επόμενη μέρα, όσο τον επέτρεπε η καρδιά του, κάλυψε λιγότερα από δέκα. Το στομάχι του όμως έπαψε να τον ενοχλεί εντελώς. Είχε πλέον πέσει σε λήθαργο. Ο άντρας ανακάλυψε, επίσης, πως βρισκόταν σε μια άγνωστη περιοχή και τα καριμπού όλο και γίνονταν πολυπληθέστερα καθώς και οι λύκοι. Μέσα σ’ εκείνη την ερημιά συχνά ακούγονταν τα ουρλιαχτά του και μια φορά είδε τρεις απ’ αυτούς να λοξοδρομούν από το διάβα του.
Μια ακόμη νύχτα πέρασε. Το άλλο πρωί, όντας περισσότερο στα συγκαλά του, έλυσε το δερμάτινο σχοινάκι που έδενε το σακουλάκι από δέρμα βίσωνα. Από το ανοιχτό του στόμιο ξεχύθηκε σαν ένας μικρός κίτρινος χείμαρρος από χρυσόσκονη και  βόλους χρυσού. Μοίρασε την ποσότητα περίπου στα δυο, κρύβοντας το μισό, τυλιγμένο σ’ ένα κομμάτι από κουβέρτα, κάτω από μια πέτρινη προεξοχή, και κρατώντας το άλλο μισό μέσα στο σακουλάκι. Μετά άρχισε να σκίζει σε λουρίδες την κουβέρτα που του έμεινε για να τυλίξει τα πόδια του. Συνέχισε επίσης να κουβαλάει το όπλο του, γιατί θα εύρισκε φυσίγγια στην κρυψώνα, κοντά στον ποταμό Ντις.
Η μέρα ήταν μια μέρα με ομίχλη και μέρα που το στομάχι του βγήκε από τον λήθαργο. Ήταν πολύ αδύναμος και τον έπιανε μια ζαλάδα που μερικές φορές τον τύφλωνε. Δεν ήταν τώρα ασυνήθιστο πράγμα να σκοντάφτει και να πέφτει. Και μια φορά που σκόνταψε έπεσε πάνω σε μια φωλιά πετροπέρδικας. Μόλις είχαν εκκολαφθεί τέσσερις νεοσσοί – ήταν δεν ήταν μιας ημέρας – τέσσερα κομματάκια ζωής που έσφυζε, όχι περισσότερα από μια χαψιά. Τα έφαγε σαν λυσσασμένος, βάζοντάς τα στο στόμα του και τσακίζοντάς τα σαν τσόφλια αυγού ανάμεσα στα δόντια του. Η μητέρα τους φτεροκοπούσε γύρω του κρώζοντας άγρια. Χρησιμοποίησε το όπλο του σαν ρόπαλο να τη χτυπήσει, αλλά αυτή του ξέφυγε σε απόσταση ασφάλειας. Της πέταξε πέτρες και κατά τύχη τής έσπασε μια φτερούγα. Αυτή φτερούγισε φεύγοντας, τρέχοντας και σέρνοντας στο έδαφος τη σπασμένη της φτερούγα, ενώ αυτός την πήρε στο κυνηγητό.
Οι νεοσσοί μόλις που του άνοιξαν την όρεξη. Πηδώντας και τρεκλίζοντας αδέξια πάνω στον τραυματισμένο του αστράγαλο, πετώντας πέτρες και ενίοτε ουρλιάζοντας βραχνά, κι άλλοτε πηδώντας και τρεκλίζοντας χωρίς να βγάζει άχνα, σηκωνόμενος σκυθρωπά όταν έπεφτε ή τρίβοντας τα μάτια του όταν απειλούσε να τον καταβάλει η ζάλη, πάσχιζε να φτάσει το πληγωμένο πουλί.
Το κυνηγητό τον οδήγησε μέσα από ένα βαλτώδες μέρος στον πάτο μιας κοιλάδας, όπου παρατήρησε πατημασιές πάνω στα υγρά βρύα. Δεν ήταν δικές του – ήταν σίγουρος γι’ αυτό. Πρέπει να ήταν του Μπιλ. Αλλά δεν μπορούσε να σταματήσει, γιατί η πετροπέρδικα συνέχιζε να τρέχει. Να τη έπιανε πρώτα και μετά να γύριζε για να εξακριβώσει.
Εξάντλησε την πετροπέρδικα. Όμως εξαντλήθηκε κι ο ίδιος. Το πουλί είχε σταματήσει λαχανιάζοντας και πεσμένο στο πλευρό του. Κι αυτός λαχανιάζοντας, ξάπλωνε  στο πλευρό του, πέντε μέτρα μακριά και ανήμπορος να συρθεί να το πιάσει. Ανακάμπτοντας αυτός, ανέκαμψε και η πετροπέρδικα και φτεροκοπώντας ξέφυγε από τα πεινασμένα του χέρια. Το κυνηγητό ξανάρχισε. Έπεσε όμως η νύχτα και το πουλί ξέφυγε εντελώς. Από την αδυναμία του σκόνταψε κι έπεσε με το κεφάλι μπροστά μπρούμυτα και με το φορτίο στην πλάτη, κόβοντας το μάγουλό του. Για ώρα έμεινε ακίνητος. Κατόπιν γύρισε πάνω στο πλευρό του, κούρδισε το ρολόι του και έμεινε εκεί μέχρι το πρωί.
Μια άλλη μέρα με ομίχλη. Η μισή από την τελευταία κουβέρτα του χρησιμοποιήθηκε για να τυλίξει τα πόδια του. Δεν μπόρεσε να βρει τα ίχνη του Μπιλ, αλλά δεν τον ένοιαζε. Η πείνα του τον οδηγούσε στην τρέλα – μόνο – μόνο αναρωτιόταν  αν είχε χαθεί κι ο Μπιλ. Το μεσημέρι η ενόχληση της αποσκευής του παραέγινε βασανιστική. Για μια φορά ακόμη χώρισε τον χρυσό του, μόνο που τη φορά αυτή απλά έχυσε τον μισό στο έδαφος. Το απόγευμα πέταξε και τον υπόλοιπο, και του έμειναν η μισή κουβέρτα, το τενεκεδένιο δοχείο και το όπλο του.
Μετά μια παραίσθηση του τριβέλιζε το μυαλό. Ήταν σίγουρος πως του είχε απομείνει ένα φυσίγγι. Ήταν μέσα στο θάλαμο του τουφεκιού του και το είχε παραβλέψει. Ήξερε πολύ καλά όμως πως ο θάλαμος ήταν άδειος. Αλλά η παραίσθηση συνέχιζε να τον βασανίζει. Για ώρες πάσχιζε να τη διώξει από τον νου του, κατόπιν άνοιγε τον θάλαμο του όπλου του και δυστυχώς το έβρισκε άδειο. Δοκίμαζε τότε μια πικρή απογοήτευση λες και πραγματικά προσδοκούσε να βρει το φυσίγγι στη θέση του. Με πολλή δυσκολία προχώρησε για ένα μισάωρο, όταν καταλήφθηκε εκ νέου από την ίδια παραίσθηση. Ξανά προσπάθησε να την καταπολεμήσει, και για να καθησυχάσει τον εαυτόν του, άνοιξε πάλι το όπλο του. Ενίοτε το μυαλό του περιπλανιόταν αλλού, και προχωρούσε σαν ρομπότ, παράξενες ιδέες και φαντασιώσεις σαν σκουλήκια του κατέτρωγαν τον νου. Αλλά αυτά τα εξωπραγματικά παραληρήματα δε διαρκούσαν πολύ, γιατί οι σουβλιές της πείνας ολοένα τον προσγείωναν στην πραγματικότητα.  Μια φορά ήρθε στα συγκαλά του ξαφνικά μετά από μια τέτοια φαντασίωση που παρά λίγο να λιποθυμήσει. Τρεκλίζοντας και παραπαίοντας σαν μεθυσμένος, μόλις και μετά βίας κρατήθηκε να μην πέσει. Μπροστά του έστεκε ένα άλογο. Για φαντάσου, ένα άλογο! Δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του, που είχαν θαμπώσει από μια πυκνή θολούρα, στην οποία παιχνίδιζαν φωτεινά σημαδάκια. Έτριψε τα μάτια του μανιασμένα να καθαρίσει την όρασή του, και να μπροστά του δεν ήταν άλογο, αλλά μια μεγάλη καφετιά αρκούδα. Το ζώο τον μελετούσε με εχθρική περιέργεια.
Ο άντρας σήκωσε το όπλο του στη μισή απόσταση από τον ώμο του πριν θυμηθεί πως δεν είχε πυρομαχικά. Το κατέβασε και τράβηξε το κυνηγητικό του μαχαίρι από τη θήκη, που ήταν ζωσμένη στο ισχίο του. Μπροστά του υπήρχε κρέας και ζωή. Το μαχαίρι του ήταν κοφτερό και στην κόψη και στην αιχμή του. Θα ορμούσε καταπάνω στην αρκούδα και θα τη σκότωνε. Η καρδιά του όμως άρχισε να χτυπάει ένα προειδοποιητικό τακ, τακ, τακ. Κατόπιν ακολούθησε το άγριο και άρρυθμο φτεροκόπημά της, ένα σιδερένιο δόκανο να σφίγγει το μέτωπό του και η ανατριχιαστική ζάλη να έρπει μέσα στο μυαλό του.
Ένα μεγάλο κύμα φόβου διέλυσε την απεγνωσμένη του τόλμη. Αναρωτήθηκε τι θα συνέβαινε εάν το ζώο τον επιτίθετο. Ορθώθηκε επιβλητικά σ’ όλο του το ανάστημα, αδράχνοντας το μαχαίρι και ατενίζοντας με σκληρό βλέμμα την αρκούδα. Η αρκούδα έκανε προς τα μπρος με αδέξια βήματα, ορθώθηκε κι αυτή κι έβγαλε ένα διστακτικό γρύλισμα. Εάν ο άντρας έκανε να τρέξει, θα έτρεχε κι αυτή ξωπίσω του. Αυτός όμως έμεινε στη θέση του. Τη φορά αυτή τον εμψύχωσε το θάρρος του φόβου. Κι αυτός έβγαλε ένα γρύλισμα, άγριο και τρομακτικό, δίνοντας έκφραση στον φόβο, που είναι συνυφασμένος με τη ζωή και που βρίσκεται δεμένος στις βαθύτερες  ρίζες της.
Η αρκούδα λοξοδρόμησε γρυλίζοντας απειλητικά, τρομαγμένη κι η ίδια μπροστά σ’ αυτό το μυστηριώδες πλάσμα που στεκόταν ολόρθο κι έδειχνε άφοβο. Ο άντρας στεκόταν ακίνητος σαν άγαλμα, κι αφού πέρασε ο κίνδυνος, παραδόθηκε σ’ έναν παροξυσμό τρόμου και σωριάστηκε πάνω στα βρεγμένα βρύα.
Ανακτώντας την αυτοκυριαρχία του, συνέχισε την πορεία του, νιώθοντας τώρα ένα καινούριο φόβο. Δεν ήταν ο φόβος ενός παθητικού θανάτου λόγω έλλειψης τροφής, αλλά ενός βίαιου θανάτου, πριν η πείνα εξαντλήσει και τη τελευταία ικμάδα της προσπάθειάς του για επιβίωση. Κι αυτός ο φόβος προερχόταν από την ύπαρξη λύκων. Μπρος πίσω  μέσα στην ερημιά ακούγονταν τα ουρλιαχτά τους, υφαίνοντας τον ίδιο τον αέρα σ’ ένα υφαντό απειλής που ήταν τόσο χειροπιαστό ώστε να βρίσκεται, με τα χέρια στον αέρα, και να τον πιέζει στα νώτα του όπως τα τοιχώματα μιας σκηνής που την παρασέρνει ο άνεμος.
Κάθε λίγο οι λύκοι, δυο ή τρεις μαζί, διέσχιζαν το διάβα του, αλλά τον απέφευγαν εντελώς. Δεν ήταν σε ικανοποιητικούς αριθμούς για να τον επιτεθούν, κι εξάλλου είχαν καριμπού να κυνηγήσουν, γι’ αυτό δεν ήθελαν να τα βάλουν μ’ αυτό το παράξενο πλάσμα που περπατούσε όρθιο και μπορούσε πιθανόν να τους δαγκώσει ή να τους τραυματίσει.
Αργά το απόγευμα έπεσε πάνω σε σκορπισμένα κόκκαλα όπου οι λύκοι είχαν φάει τη λεία τους. Τα απομεινάρια ανήκαν σ’ ένα μικρό καριμπού, που πριν μια ώρα μουγκάνιζε και έτρεχε σφύζοντας από ζωή. Μελέτησε τα οστά, καθαρά και γυαλισμένα, κοκκινωπά με ζωντανά τα κύτταρα της ζωής που δεν είχαν ακόμη πεθάνει. Μήπως άραγε πριν φύγει η μέρα να γίνει κι ο ίδιος έτσι; Έτσι λοιπόν είναι η ζωή; Ένα μάταιο και φευγαλέο πράγμα. Αυτό που πονούσε ήταν η ζωή. Δεν υπήρχε πόνος στον θάνατο. Θάνατος σήμαινε ύπνο. Σήμαινε αποχώρηση, ανάπαυση. Γιατί τότε να μην είναι ευχαριστημένος που θα πεθάνει;
Όμως δε στάθηκε να φιλοσοφήσει για πολύ. Καθόταν οκλαδόν πάνω στα βρύα μ’ ένα κόκκαλο στο στόμα του να ρουφάει τα υπολείμματα της ζωής που ακόμη το χρωμάτιζαν με απαλό ροδαλό χρώμα. Η γλυκιά γεύση του κρέατος,  λεπτή και φευγαλέα σαν μια αμυδρή ανάμνηση, τον τρέλαινε. Έκλεισε τα σαγόνια του στο κόκκαλο και μασούλισε τραγανιστά. Μερικές φορές ήταν το κόκκαλο που έσπαγε, κι άλλες τα δόντια του. Στο τέλος, έσπασε τα κόκκαλα με πέτρες, τα κοπάνισε και τα έκανε έναν πολτό, που τον κατάπιε. Κοπάνισε επίσης και τα δάχτυλά του πάνω στη βιασύνη του, κι όμως ούτε μια στιγμή εξεπλάγη από το γεγονός που τα δάχτυλά του δεν πόνεσαν κάτω από την πέτρα που χτύπησε πάνω τους.
Ακολούθησαν τρομακτικές μέρες από χιόνι και βροχή. Δεν ήξερε πότε έπεφτε να κοιμηθεί και πότε σηκωνόταν. Προχωρούσε τόσο τη νύχτα όσο και τη μέρα. Ξεκουραζόταν εκεί που έπεφτε, σερνόταν κάθε φορά που η ζωή μέσα του άναβε τρεμουλιαστά κι έκαιγε σιγανά. Ο ίδιος, σαν ανθρώπινη ύπαρξη, δεν πάσχιζε πια. Ήταν η σπίθα της ζωής μέσα του, αρνούμενη να σβήσει, που τον οδηγούσε εμπρός. Δεν υπέφερε. Τα νεύρα του είχαν αμβλυνθεί, νεκρώσει, ενώ ο νους του είχε γίνει έρμαιο αλλόκοτων φαντασιώσεων και γλυκών ονείρων.
Συνέχισε να ρουφάει και να μασάει τα τριμμένα κόκκαλα του νεαρού καριμπού, που και τα ελάχιστα απομεινάρια του τα μάζεψε και τα κουβαλούσε μαζί του. Δε διέσχισε άλλους λόφους ούτε νεροχωρίστρες, αλλά αυτομάτως ακολούθησε ένα μεγάλο ρέμα που κυλούσε μέσα από μια πλατιά και ρηχή κοιλάδα. Δεν έβλεπε ούτε το ρέμα ούτε την κοιλάδα. Δεν έβλεπε τίποτε εκτός από οράματα. Ψυχή και σώμα, περπατούσαν ή άλλοτε σέρνονταν, δίπλα – δίπλα, κι όμως χώρια, τόσο λεπτό ήταν το νήμα που τα κρατούσε ενωμένα.
Κάποτε ξύπνησε και ήρθε στα λογικά του. Βρέθηκε ξαπλωμένος σε μια πέτρινη προεξοχή. Ο ήλιος έλαμπε, ζωηρός και ζεστός. Πέρα μακριά άκουγε τα μουγκανίσματα των νεαρών καριμπού. Του ήρθαν στον νου αμυδρές αναμνήσεις από βροχή, άνεμο και χιόνι. Αλλά αν είχε ταλαιπωρηθεί από μπόρες δυο μέρες ή δυο βδομάδες δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει.
Για κάποια ώρα έμεινε ξαπλωμένος χωρίς να κινείται. Η καλοσυνάτη λιακάδα έπεφτε πάνω του και έλουζε το εξαθλιωμένο του κορμί με ζεστασιά. Υπέροχη μέρα, σκέφτηκε. Ίσως να μπορούσε να προσανατολιστεί και να δει πού βρισκόταν. Με μια οδυνηρή προσπάθεια έγειρε πάνω στο πλευρό του. Κάτω απ’ αυτόν έρρεε ένας φαρδύς και νωχελικός ποταμός. Η τέλεια άγνοιά  για πού βρισκόταν τον εξέπληξε. Με το βλέμμα του ακολούθησε αργά την ελικοειδή ροή του ποταμού που συστρεφόταν σε ευρείες απλωσιές ανάμεσα στους έρημους και γυμνούς λόφους – πιο έρημους, πιο γυμνούς και πιο χαμηλούς απ’ όσους είχε μέχρι τώρα συναντήσει. Αργά, σκόπιμα, χωρίς ενθουσιασμό πάρα μόνο από περιστασιακό ενδιαφέρον, ακολουθούσε με τα μάτια του την πορεία της παράξενης υδάτινης αρτηρίας προς τον ορίζοντα και τον έβλεπε να εκβάλλει σε μια λαμπερή και αστραφτερή θάλασσα. Κι όμως δεν του έκανε εξαιρετική εντύπωση. Πολύ ασυνήθιστο θέαμα, σκέφτηκε. Φαντασίωση ή αντικατοπτρισμός – κατά πάσα πιθανότητα φαντασίωση, μια οφθαλμαπάτη του ταραγμένου του μυαλού. Και τούτο το επιβεβαίωσε η παρουσία ενός πλοίου στο κέντρο της αστραφτερής θάλασσας. Έκλεισε τα μάτια του για λίγο και μετά τα ξανάνοιξε. Παράξενο πώς η φαντασίωσή του επέμενε! Κι όμως, καθόλου παράξενο. Ήξερε πως δεν υπήρχαν θάλασσες κι ούτε καράβια στην καρδιά γυμνών περιοχών, ακριβώς όπως ήξερε πως δεν υπήρχε κανένα φυσίγγι στο θάλαμο του όπλου του.
Άκουσε ένα ρουθούνισμα από πίσω του – ένα πνιχτό αγκομαχητό ή κάτι σαν βήξιμο. Πολύ αργά, γιατί ήταν υπερβολικά αδύναμος και άκαμπτος, έγειρε προς την άλλη του μεριά. Δεν έβλεπε τίποτε κοντά του, αλλά περίμενε υπομονετικά. Άκουσε ξανά το ρουθούνισμα και το βήξιμο, και τότε σε φόντο ανάμεσα σε δύο ακανόνιστους βράχους, λιγότερο από δέκα μέτρα μακριά, διέκρινε το γκρίζο κεφάλι ενός λύκου. Τα μυτερά του αυτιά ήταν τόσο τσιτωμένα που δεν είχε ξαναδεί έτσι σ’ άλλους λύκους. Τα μάτια του ήταν τσιμπλιασμένα και κατακόκκινα, και το κεφάλι του έδειχνε να χαμηλώνει σε μια χαλαρή και απελπισμένη στάση. Το ζώο ανοιγόκλεινε συνέχεια τα μάτια του στο φως του ήλιου. Φαινόταν άρρωστο. Καθώς τον κοίταξε ρουθούνισε και έβηξε πάλι.
Τούτο τουλάχιστον ήταν πραγματικό, σκέφτηκε, και γύρισε από την αντίθετη μεριά για να εξακριβώσει την πραγματικότητα του κόσμου που πριν από λίγο τοn είχε καλύψει σαν πέπλο η φαντασίωσή του. Κι όμως η θάλασσα λαμποκοπούσε ακόμη στο βάθος και το πλοίο ήταν ευκρινώς ορατό. Συνέβαιναν όλα αυτά στην πραγματικότητα; Έκλεισε τα μάτια του για αρκετή ώρα και σκέφτηκε, και τότε κατάλαβε. Είχε προχωρήσει βορειοανατολικά, μακριά από τη νεροχωρίστρα του Ντις μέσα στην κοιλάδα του Κοπερμάιν. Τούτος ο πλατύς και νωχελικός ποταμός ήταν ο Κοπερμάιν. Εκείνη η αστραφτερή θάλασσα ήταν ο Αρκτικός Ωκεανός. Εκείνο το πλοίο ήταν ένα φαλαινοθηρικό που είχε απομακρυνθεί πολύ ανατολικά από τις εκβολές του ποταμού Μακένζι και είχε αγκυροβολήσει στον Κόλπο Κορονέισιον. Θυμήθηκε τον χάρτη της Εταιρίας Χάτσον Μπέι που είχε δει πριν από πολύν καιρό, και τώρα του φαίνονταν όλα ξεκάθαρα και λογικά.
Ανακάθισε και έστρεψε την προσοχή του στα άμεσα του προβλήματα. Είχε ολότελα φθείρει στα πόδια του τα κουρέλια από τις κουβέρτες, και τα πόδια του ήταν σαν άμορφα κομμάτια ωμού κρέατος. Είχε χάσει και την τελευταία του κουβέρτα καθώς και το μαχαίρι του μαζί με το ντουφέκι. Κάπου αλλού του έπεσε και το καπέλο του με τις δέσμες από σπίρτα μέσα στην εσωτερική του λωρίδα, αλλά τα σπίρτα που κουβαλούσε κατάσαρκα ήταν ασφαλή και στεγνά μέσα στην καπνοσακούλα τυλιγμένα σε λαδόκολλα.  Κοίταξε το ρολόι του. Έδειχνε έντεκα και δούλευε ακόμη. Προφανώς μηχανικά το κούρδιζε.
Ήταν ήρεμος και συγκεντρωμένος. Αν και υπερβολικά αδύναμος, δεν είχε καμιά αίσθηση πόνου. Κι ούτε ένιωθε πείνα. Η σκέψη του φαγητού δεν του ήταν καν ευχάριστη, κι ό, τι έκανε, το έκανε από καθαρή λογική. Έσκισε τα μπατζάκια του παντελονιού του από τα γόνατα και κάτω και τα έδεσε γύρω από τα πόδια του. Κατά περίεργο τρόπο κατόρθωσε να περισώσει το τενεκεδένιο δοχείο. Σκόπευε να πιει λίγο ζεστό νερό πριν ξεκινήσει την πορεία του προς το πλοίο, την οποία προέβλεπε να είναι βασανιστική.
Οι κινήσεις του ήταν αργές. Έτρεμε σαν να είχε πάθει παραλυσία. Όταν άρχισε να μαζεύει ξερά βρύα, ανακάλυψε πως δεν μπορούσε να σταθεί στα πόδια του. Προσπάθησε ξανά και ξανά να σηκωθεί, αλλά του κάκου και συμβιβάστηκε με το να συρθεί εδώ κι εκεί πάνω στα χέρια και τα γόνατα. Κάποια στιγμή σύρθηκε κοντά στον άρρωστο λύκο. Το ζώο τραβήχτηκε απρόθυμα από τον δρόμο του, και ξερογλείφτηκε βγάζοντας μια άκαμπτη γλώσσα που έδειχνε να μην έχει καμιά ευλυγισία. Ο άντρας παρατήρησε ότι η γλώσσα του λύκου δεν είχε το συνηθισμένο υγιές  κόκκινο χρώμα. Είχε μια κιτρινωπή προς το καφετί χροιά και ήταν καλυμμένη με μια τραχιά και μισοξεραμένη βλέννα.
Αφού ήπιε περίπου ένα λίτρο ζεστό νερό, ο άντρας βρήκε τη δύναμη να σταθεί στα πόδια του, ακόμη και να περπατήσει όπως μπορεί κάποιος στα πρόθυρα του θανάτου. Κάθε λεπτό και λιγότερο αναγκαζόταν να ξεκουράζεται. Τα βήματά του ήταν αδύναμα και αβέβαια, όπως ακριβώς και του λύκου που τον ακολουθούσε κατά πόδας. Εκείνη τη νύχτα, όταν έπεσε το σκοτάδι μαύρο και σκέπασε την αστραφτερή θάλασσα, ήξερε πως δεν απείχε περισσότερο από έξη χιλιόμετρα.
Κατά τη διάρκεια της νύχτας άκουγε συνεχώς το βήξιμο του άρρωστου λύκου, και κάπου – κάπου τα μουγκανητά των νεαρών καριμπού. Υπήρχε ζωή τριγύρω του, αλλά μια ζωή δυνατή, με σφρίγος και υγεία, και ήξερε καλά πως ο άρρωστος λύκος ακολουθούσε στενά τα βήματά του, γνωρίζοντας πως κι ο άντρας ήταν άρρωστος, με την ελπίδα να πεθάνει πρώτος. Το πρωί, ανοίγοντας τα μάτια του, αντίκρισε τον λύκο να τον κοιτάζει μ’ ένα στοχαστικό και πεινασμένο βλέμμα. Ήταν σκυφτός με την ουρά του ανάμεσα στα σκέλη, μοιάζοντας μ’ έναν ψωραλέο και αξιοθρήνητο σκύλο. Τουρτούριζε στον ψυχρό πρωινό αέρα, και άνοιξε το στόμα του σαν σ’ ένα αποκαρδιωμένο μειδίαμα όταν ο άντρας του μίλησε με μια φωνή που δεν έβγαινε περισσότερο από έναν βραχνό ψίθυρο.
Ο ήλιος σκάλωσε στον ορίζοντα λαμπρός, και όλο το πρωινό ο άντρας κλονιζόταν κι έπεφτε προχωρώντας προς το πλοίο στην αστραφτερή θάλασσα. Ο καιρός ήταν έξοχος. Ήταν η εποχή του σύντομου Ινδιάνικου Καλοκαιριού στα βόρεια αυτά γεωγραφικά πλάτη. Μπορεί και να διαρκούσε μια βδομάδα. Ίσως όμως την επόμενη ή τη μεθεπόμενη μέρα να τελείωνε.
Το απόγευμα ο άντρας συνάντησε ανθρώπινα ίχνη. Ήταν τα ίχνη ενός άλλου άντρα, ο οποίος δε βάδιζε, αλλά σερνόταν στα τέσσερα. Σκέφτηκε ίσως να ήταν του Μπιλ, αλλά το σκέφτηκε μ’ έναν νωθρό κι αδιάφορο τρόπο. Δεν είχε καμιά περιέργεια. Αντιθέτως η αίσθηση και η συγκίνηση τον είχαν εντελώς εγκαταλείψει. Ήταν πλέον αδιάφορος στον πόνο. Το στομάχι του και τα νεύρα είχαν πέσει σε λήθαργο. Κι όμως η ικμάδα ζωής που είχε μέσα του τον παρότρυναν να προχωρεί. Ήταν κατακουρασμένος, αλλά δεν ήθελε να πεθάνει. Κι επειδή δεν ήθελε να πεθάνει, συνέχιζε να τρώει βαλτόμουρα και μικροσκοπικούς κυπρίνους, να πίνει το ζεστό του νερό, και να έχει τα μάτια του ανοιχτά στον άρρωστο λύκο.
Ακολούθησε τα ίχνη του άλλου άντρα που σερνόταν πριν απ’ αυτόν και σύντομα έφτασε στο τέλος τους – λίγα κόκκαλα που πρόσφατα είχαν  γλειφτεί εκεί όπου στα υγρά βρύα υπήρχαν πατημασιές πολλών λύκων. Είδε επίσης ένα κοντόχοντρο σακουλάκι από δέρμα βίσωνα, ίδιο με το δικό του, σχισμένο από κοφτερά δόντια. Το σήκωσε παρόλο που το βάρος του ήταν υπερβολικό για τα αδύναμα δάχτυλά του. Ο Μπιλ το είχε κουβαλήσει μέχρι το τέλος. Χα! Χα! Γελάει καλά ο τελευταίος, καημένε Μπιλ. Αυτός θα επιβίωνε και θα το έπαιρνε μαζί του μέχρι το πλοίο στην αστραφτερή θάλασσα. Το γέλιο του ήταν βραχνό και αποτρόπαιο, σαν το κρώξιμο του κορακιού, κι ο άρρωστος λύκος τον συνόδεψε μ’ ένα πένθιμο ουρλιαχτό. Ο άντρας σταμάτησε απότομα. Πώς μπόρεσε να γελάσει με το τραγικό τέλος του Μπιλ, εάν αυτό που είδε ήταν όντως ο Μπιλ; Εάν εκείνα τα κόκκαλα, καθαρισμένα, ροδαλά και άσπρα, ήταν του Μπιλ;
Απομακρύνθηκε από κει. Ναι μεν, ο Μπιλ τον είχε εγκαταλείψει, αλλά δε θα του έπαιρνε το χρυσάφι του, κι ούτε θα έγλειφε τα κόκκαλα του Μπιλ. Ο Μπιλ όμως θα το έκανε, αν ήταν αλλιώς τα πράγματα. Με τέτοιες σκέψεις προχώρησε παραπαίοντας.
Έφτασε σε μια λιμνούλα με νερό. Σκύβοντας πάνω της για να βρει μικρούς κυπρίνους, τίναξε το κεφάλι του προς τα πίσω σαν να τον είχε δαγκώσει κάτι. Είχε δει την αντανάκλαση του προσώπου του στο νερό. Ήταν τόσο φρικαλέο που αφυπνίστηκε η ευαισθησία του αρκετά για να σοκαριστεί. Υπήρχαν τρεις μικροί κυπρίνοι στη λιμνούλα, αλλά παραήταν μεγάλη για να την αδειάσει. Μετά από αρκετές αποτυχημένες προσπάθειες να τους πιάσει μέσα στο τενεκεδένιο δοχείο, τα παράτησε. Φοβήθηκε μήπως από τη μεγάλη του αδυναμία πέσει μέσα και πνιγεί. Γι’ αυτόν τον λόγο δεν εμπιστευόταν τον εαυτόν του να διασχίσει το ποτάμι καβάλα σ’ ένα κούτσουρο από εκείνα που είχαν παρασυρθεί στις αμμώδεις όχθες του.
Εκείνη τη μέρα μείωσε την απόσταση ανάμεσα σ’ αυτόν και το πλοίο κατά λιγότερα από πέντε χιλιόμετρα. Την επόμενη θα του έμειναν ένα με δύο έτσι καθώς σερνόταν τώρα όπως ο Μπιλ. Στο τέλος της πέμπτης μέρας ανακάλυψε πως το πλοίο ήταν ακόμη πάνω από δέκα χιλιόμετρα μακριά κι ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να διανύσει ούτε ένα τη μέρα. Το Ινδιάνικο Καλοκαιράκι βαστούσε ακόμη, κι αυτός ολοένα σερνόταν, λιποθυμούσε, εύρισκε τις αισθήσεις του, κοίταζε πίσω του, κι ο λύκος όλο και να βήχει και να λαχανιάζει κατά πόδας. Τα γόνατά του είχαν γίνει μια μάζα κρέας σαν τα πόδια του, και παρόλο που τα τύλιγε με το πουκάμισό του που έσκισε από πάνω του, άφηναν πίσω τους ένα κόκκινο διάβα πάνω στα βρύα και τις πέτρες. Κάποια φορά, κοιτώντας πίσω του, είδε τον λύκο να γλείφει πεινασμένα τα ματωμένα του ίχνη. Τότε διαπίστωσε καθαρά ποιο μπορούσε να είναι και το δικό του τέλος – εκτός κι αν – εκτός κι αν – μπορούσε ο ίδιος να ορμήσει στο λύκο. Έτσι άρχισε μια ζοφερή τραγωδία για επιβίωση που δεν είχε πότε παιχθεί – ένας άρρωστος άνθρωπος που σερνόταν, κι ένας άρρωστος λύκος που ακολουθούσε χωλαίνοντας, δυο πλάσματα που έσερναν τα ετοιμοθάνατα κουφάρια τους μέσα στην ερημιά και που το ένα επιβουλευόταν τη ζωή του άλλου.
Αν ο λύκος ήταν υγιής, δε θα είχε και μεγάλη σημασία για τον άντρα. Αλλά η σκέψη να ταΐσει το στόμα εκείνου του αηδιαστικού και σχεδόν πεθαμένου πράγματος του ήταν αποκρουστική.  Άρχισε πάλι να ζαλίζεται. Το μυαλό του περιπλανιόταν ξανά και έβλεπε παραισθήσεις, ενώ τα διαστήματα διαύγειας γίνονταν σπανιότερα και πιο σύντομα.
Κάποια φορά συνήλθε από ένα ανεπαίσθητο λαχάνιασμα κοντά στο αυτί του. Ο λύκος έκανε πίσω φοβισμένος και κουτσαίνοντας. Έχασε έτσι την ισορροπία του και από την αδυναμία του ο λύκος σωριάστηκε στο έδαφος. Το περιστατικό ήταν γελοίο, αλλά ο άντρας δε γέλασε, κι ούτε τρόμαξε. Είχε ξεπεράσει και το γέλιο και το φόβο. Αλλά για μια στιγμή το μυαλό του καθάρισε κι και κάθισε και σκέφτηκε. Το πλοίο δεν ήταν πάνω από έξι χιλιόμετρα μακριά. Το έβλεπε καθαρά κάθε φορά που έτριβε τα μάτια του για να διώξει τη θολούρα. Διέκρινε το άσπρο πανί μια μικρής λέμβου να διασχίζει την αστραφτερή θάλασσα. Όμως αυτός δεν μπορούσε πια να συρθεί σ’ αυτή τη μικρή απόσταση. Το ήξερε και ήταν πολύ ήρεμος με τη γνώση αυτή. Ήξερε πως ούτε ένα χιλιόμετρο δεν μπορούσε να συρθεί. Κι όμως ήθελε να ζήσει. Του ήταν παράλογο να πεθάνει μετά από όσα υπέφερε. Η μοίρα του ζητούσε παραπάνω από όσα έπρεπε. Αν και ετοιμοθάνατος, δεν είχε καμιά διάθεση να πεθάνει. Ίσως να ήταν σκέτη τρέλα, αλλά στην αρπάγη του Χάρου, αψηφούσε τον ίδιο τον Θάνατο και αρνούταν να πεθάνει.
Έκλεισε τα μάτια του και ηρεμώντας πήρε κάθε προφύλαξη. Χαλυβδώθηκε με τέτοια δύναμη ώστε να κρατηθεί πάνω από την αποχαύνωση που τον έπνιγε και πλημμύριζε σαν μια ανερχόμενη παλίρροια κάθε πηγή του είναι του. Αυτή η θανάσιμη αποχαύνωση έμοιαζε σαν μια θάλασσα που όλο φούσκωνε κι έπνιγε λίγο – λίγο τη συνείδησή του. Μερικές φορές βυθιζόταν ολόκληρος, κολυμπώντας μέσα σε μια λήθη με αδέξιες απλωσιές. Και ξανά από κάποια παράξενη αλχημεία της ψυχής, εύρισκε εάν θραύσμα της θέλησής του και κολυμπούσε πιο δυνατά.
Ξαπλωμένος και ακίνητος, άκουγε να τον πλησιάζει όλο και πιο κοντά η λαχανιασμένη ανάσα του λύκου. Τον πλησίαζε όλο και περισσότερο, μέσα από τα άπειρα σημεία του χρόνου που περνούσε, αλλά αυτός έμεινε ακίνητος. Ο λύκος έφτασε στο αυτί του. Η τραχιά του γλώσσα τρίφτηκε σαν σμυριδόχαρτο πάνω στο μάγουλό του. Και τη στιγμή εκείνη τα χέρια του τινάχτηκαν προς τα πάνω – τουλάχιστον έβαλε όλη του τη δύναμη της θέλησης να τα κάνει να τιναχτούν. Τα δάχτυλά του κουλουριάστηκαν σαν νύχια αρπακτικού, αλλά δεν έπιασαν παρά μόνο άδειο αέρα. Γρηγοράδα και ακρίβεια απαιτούν δύναμη και ο άντρας δεν είχε αυτή τη δύναμη.
Η υπομονή του λύκου ήταν φοβερή. Και η υπομονή του άντρα δεν ήταν λιγότερο φοβερή. Για μισή μέρα έμεινε στη θέση του ξαπλωμένος και ακίνητος, πολεμώντας τη λιποθυμία και περιμένοντας το πράγμα που επρόκειτο να τραφεί απ’ αυτόν και που κι αυτός επιθυμούσε να τραφεί απ’ αυτό. Μερικές φορές η θάλασσα της αποχαύνωσης φούσκωνε και τον κατάκλυζε και τότε έβλεπε όνειρα που κρατούσαν πολλή ώρα. Αλλά πάντα μέσα απ’ όλα αυτά – στον ξύπνιο του ή στα όνειρά του – περίμενε τη συριστική ανάσα και το τραχύ χάιδεμα της γλώσσας.
Δεν άκουσε την ανάσα, και ξυπνώντας αργά από κάποιο όνειρο, ένιωσε την αφή της γλώσσας στο μάκρος του χεριού του. Περίμενε. Τα δόντια πίεζαν απαλά. Η πίεσή του άρχισε να μεγαλώνει. Ο λύκος έβαζε και την ύστατη δύναμή του σε μια προσπάθεια να μπήξει τα δόντια του στην τροφή που τόσο πολύ περίμενε. Όμως ο άντρας περίμενε κι αυτός πολύ και το δαγκωμένο του χέρι άρπαξε αμέσως το σαγόνι του λύκου. Αργά, ενώ ο λύκος αντιστεκόταν αδύναμα, και το ένα χέρι του έσφιγγε άτονα, το άλλο του χέρι σύρθηκε και άδραξε το σαγόνι σε μια λαβή. Πέντε λεπτά αργότερα ολόκληρο το βάρος του κορμιού του ήταν πεσμένο πάνω στον λύκο. Τα χέρια του δεν είχαν αρκετή δύναμη να τον στραγγαλίσουν, αλλά πίεσε το πρόσωπό του κοντά στο λαιμό του λύκου και το στόμα του γέμισε τρίχες. Μετά από ένα ημίωρο ο άντρας  ένιωσε ένα θερμό στάλαγμα στον λαιμό του. Δεν ήταν ευχάριστο. Είχε τη γεύση λιωμένου μολυβιού που με το ζόρι έμπαινε στο στομάχι του, και μόνο η θέλησή του το ανάγκαζε να το καταπιεί. Μετά ο άντρας γύρισε ανάσκελα και κοιμήθηκε.Αποτέλεσμα εικόνας για Jack London - Love of Life
Πάνω στο φαλαινοθηρικό Μπέντφορντ υπήρχαν μερικά μέλη μιας επιστημονικής αποστολής. Από το κατάστρωμα παρατηρούσαν ένα παράξενο αντικείμενο στην ακτή. Κατηφόριζε την αμμουδιά προς τη θάλασσα. Δεν μπορούσαν να το κατατάξουν σε κάποια κατηγορία, και σαν επιστήμονες, επιβιβάστηκαν στη λέμβο του καραβιού και βγήκαν στην ακτή να δουν. Και είδαν κάτι ζωντανό που με δυσκολία θα το έλεγαν άνθρωπο. Αυτό το κάτι ήταν σαν τυφλό, αναίσθητο. Αναδευόταν στο έδαφος σαν ένα τερατώδες σκουλήκι. Οι προσπάθειές του ήταν κατά κύριο λόγο αναποτελεσματικές, αλλά επίμονες. Σπαρταρούσε και συστρεφόταν καθώς προχωρούσε προς τα μπρος με μια πιθανή ταχύτητα γύρω στα πέντε με έξι μέτρα την ώρα.
Επί τρεις βδομάδες μετά ο άντρας είχε συνέλθει  και ξαπλωμένος σε μια κουκέτα στο φαλαινοθηρικό Μπέντφορντ, με δάκρυα να κυλούν πάνω στα κάτισχνα μάγουλά του τους είπε ποιος ήταν και τους εξιστόρησε τι είχε περάσει. Μουρμούριζε επίσης ασυνάρτητα για τη μητέρα του, για την ηλιόλουστη Νότια Καλιφόρνια και για ένα σπίτι πνιγμένο μέσα σε πορτοκαλεώνες και λουλούδια.
Και μετά απ’ αυτό δεν πέρασαν πολλές μέρες όταν ήταν σε θέση να καθίσει στο ίδιο τραπέζι με τους επιστήμονες και τους αξιωματικούς του πλοίου. Έμενε εμβρόντητος με το θέαμα τόσου φαγητού και το παρατηρούσε με αγωνία να χάνεται στα στόματα των άλλων. Με την εξαφάνιση κάθε μπουκιάς, μια έκφραση βαθιάς λύπης καθρεφτιζόταν στα μάτια του. Ήταν εντελώς στα λογικά του, κι όμως μισούσε όλους αυτούς τους άντρες την ώρα που γευμάτιζαν. Τον στοίχειωνε ο φόβος ότι τα τρόφιμα δε θα έφταναν. Ρωτούσε τον μάγειρα, τον καμαρότο, τον καπετάνιο αναφορικά με τα αποθέματα τροφής. Τον διαβεβαίωναν αμέτρητες φορές να μην ανησυχεί, όμως αυτός δεν τους πίστευε και στα κρυφά κοίταζε στην αποθήκη για να εξακριβώσει με τα ίδια του τα μάτια.
Έπεσε στην προσοχή όλων πως ο άντρας άρχισε να παχαίνει. Μέρα με τη μέρα γινόταν παχύτερος. Οι άνθρωποι της επιστήμης κουνούσαν το κεφάλι τους και πρότειναν θεωρίες. Του περιόρισαν την ποσότητα των γευμάτων του, αλλά η ζώνη του όλο φάρδαινε και φούσκωνε υπερβολικά κάτω από το πουκάμισό του.
Οι ναύτες χαμογελούσαν με σημασία. Ήξεραν. Και όταν οι επιστήμονες έβαλαν και τον παρακολούθησαν, έμαθαν κι αυτοί. Τον είδαν να σουλατσάρει προς την πλώρη μετά το πρωινό και σαν ζητιάνος ν’ απλώνει το χέρι του αποτεινόμενος σ’ έναν ναύτη. Ο ναύτης χαμογέλασε και του έδωσε ένα κομμάτι γαλέτας. Ο άντρας το άρπαξε άπληστα, το κοίταξε όπως κοιτάζει ο φιλάργυρος το χρυσάφι, και το έχωσε στο στήθος του κάτω από το πουκάμισο. Παρόμοιες δωρεές έγιναν κι από άλλους χαμογελαστούς ναύτες.
Οι επιστήμονες ήταν διακριτικοί. Τον άφηναν στην ησυχία του. Όμως κρυφά εξέτασαν την κουκέτα του. Ήταν γεμάτη γαλέτες. Το στρώμα ήταν παραγεμισμένο με γαλέτες. Κάθε τρύπα και γωνιά είχε γεμίσει γαλέτες. Κι όμως τα είχε τετρακόσια. Απλά έπαιρνε προφυλάξεις ν’ αντιμετωπίσει μια άλλη πιθανή πείνα – αυτό ήταν όλο. Γρήγορα θα συνερχόταν, έτσι έλεγαν οι άνθρωποι της επιστήμης. Κι έτσι έγινε, πριν το Μπέντφορντ ρίξει άγκυρα στον Κόλπο του Σαν Φραντσίσκο.














Δεν υπάρχουν σχόλια: