φύρα θηλυκό (ο πληθυντικός αδόκιμος)
- η ελάττωση του όγκου ή του βάρους ή γενικά της ποσότητας ενός υλικού
από φυσικά και άλλα αίτια (π.χ. από εξάτμιση, τριβή, τεχνική
επεξεργασία, μεταφορές κ.λπ.)
- (μεταφορικά) ο επιζήμιος, ο μη χρήσιμος, αυτό που είναι για πέταμα
[Ο ορισμός από το Βικιλεξικό]
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου