Δευτέρα, Ιουνίου 25, 2018

Αριστουργήματα της ευρωπαϊκής φιλμογραφίας

Αποτέλεσμα εικόνας για Journey to Italy (Viaggio in Italia) (1954)

Journey to Italy (Viaggio in Italia)

Ταξίδι στην Ιταλία 

Director: Roberto Rossellini Writers: Vitaliano Brancati (story and screenplay), Roberto Rossellini Stars: Ingrid Bergman, George Sanders, Maria Mauban
Κριτική από Χρήστο Μήτση Χρήστο Μήτση
Ένα ευκατάστατο ζευγάρι Βρετανών ταξιδεύουν ως τη Νάπολη για να πουλήσουν μια βίλα που κληρονόμησαν. Η αλλαγή περιβάλλοντος θα επιδράσει δραματικά στη σχέση τους, η οποία περνάει μια ανομολόγητη κρίση. Αριστουργηματικό ψυχολογικό δράμα που επηρέασε καταλυτικά ολόκληρο τον μεταπολεμικό ευρωπαϊκό σινεμά.
Από τις πέντε συνολικά ταινίες της συνεργασίας Ροσελίνι - Μπέργκμαν, το «Ταξίδι στην Ιταλία» αποτελεί όχι μόνον την ευτυχέστερη στιγμή της συνεργασίας τους, αλλά και το κορυφαίο αριστούργημα της φιλμογραφίας του Ιταλού auteur. Προχωρώντας μπροστά από την ντοκιμαντερίστικη αισθητική του νεορεαλισμού, την οποία αρχίζει να εξελίσσει με το «Στρόμπολι» (1950), ο Ροσελίνι στρέφει το φακό του στη «μυθοπλασία» του σύγχρονου ζευγαριού, αναζητώντας τις δυνάμεις εκείνες (κοινωνικές, ψυχολογικές, οικονομικές) που την καθορίζουν.

Με καίρια σκηνοθετική λιτότητα που αντιπαραβάλλει πρόσωπα και φυσικό τοπίο, ιστορικές μνήμες και ψυχολογικές συγκρούσεις, παρακολουθεί ένα ευκατάστατο ζευγάρι Βρετανών, οι οποίοι ταξιδεύουν οδικώς ως τη Νάπολη για να πουλήσουν μια βίλα που κληρονόμησαν. Η αλλαγή περιβάλλοντος θα επιδράσει δραματικά στην ετοιμόρροπη σχέση τους, θεματική γύρω από την οποία θα στηθεί ολόκληρο το μοντέρνο σινεμά. Διεισδυτική προσέγγιση μιας ολόκληρης πολιτισμικής πραγματικότητας, το συγκλονιστικό αυτό φαινομενολογικό δράμα έθεσε καινούργια δεδομένα στην κινηματογραφική δραματουργία και αφήγηση, τα οποία αναγνωρίζει κανείς ξεκάθαρα πλέον πίσω από τις εικόνες του Αντονιόνι, του Βέντερς, του Τσεϊλάν, του Φαραντί…

Journey to Italy - Wikipedia

Αποτέλεσμα εικόνας για Ρομπέρτο ΡοσελίνιΡομπέρτο Ροσελίνι - Βικιπαίδεια

Τα βαφτίσια της «μη Μακεδονίας»


Οι τρεις Μακεδονίες στο βιβλίο του Ευάγγελου Κωφού (1964), εμπειρογνώμονα του ελληνικού ΥΠΕΞ επί τρεις δεκαετίες (1963-1995) 
  Οι τρεις Μακεδονίες στο βιβλίο του Ευάγγελου Κωφού (1964), εμπειρογνώμονα του ελληνικού ΥΠΕΞ επί τρεις δεκαετίες (1963-1995) | E. KOFOS, «NATIONALISM AND COMMUNISM IN MACEDONIA» (Θεσ/νίκη 1964)
«Επ’ ουδεμίας ιστορικής βάσεως δυνάμεθα να στηρίξωμεν νέαν της Μακεδονίας οριοθέτησιν»
Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος (3/1/1885)
Mια απρόσμενη έκπληξη περιμένει τον καλοπροαίρετο πατριώτη που θ’ ανατρέξει στον πατέρα της ελληνικής εθνικής ιστοριογραφίας για να ελέγξει την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία των τελευταίων ημερών περί Βορείου Μακεδονίας.
Αναφερόμαστε φυσικά στην «Ιστορία του Ελληνικού Εθνους» του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου, το πολύτομο έργο που κυκλοφόρησε μεταξύ 1860 και 1874 διαμορφώνοντας την εικόνα που οι κατοπινοί Ελληνες έχουμε -κυρίως μέσω του σχολείου- για το συλλογικό ιστορικό μας παρελθόν.
Στην πρώτη παράγραφο περί Μακεδονίας πληροφορούμαστε πως υπήρξαν δυο διαδοχικές οριοθετήσεις της αρχαίας εκείνης χώρας.
Η αρχική περιλάμβανε μόνο την ενδοχώρα της σημερινής ελληνικής Δυτικής Μακεδονίας και τη νοτιοδυτική ΠΓΔΜ, δίχως να φτάνει καν μέχρι τη θάλασσα.
Η δεύτερη οριοθέτηση, μετά τις κατακτήσεις του Φιλίππου, είναι αυτή που καθιερώθηκε στη συνέχεια παγκοσμίως ως «Μακεδονία» −και προς βορράν έφτανε μέχρι το όρος Σκάρδος (Σαρ Πλάνινα), τα σύνορα δηλαδή ΠΓΔΜ και Κοσσυφοπεδίου.
Επί λέξει:
«Επί Φιλίππου η Μακεδονία έλαβεν έκτασιν μεγάλην, η δε αρχαιοτέρα Μακεδονία ήτο πολύ μικροτέρα. Η αρχαία μικρά αύτη Μακεδονία δεν έφθανεν, ως βραδύτερον, μέχρι του Θερμαϊκού κόλπου, αλλά περιωρίζετο εις τας περί τον άνω Αλιάκμονα και τον άνω Εριγώνα χώρας [...]. Και ούτος μεν ήτο ο πυρήν της Μακεδονίας. Η δε ευρυτέρα χώρα εις ην μετεδόθη βραδύτερον το όνομα εκείνο, καίτοι ορεινή ούσα και διατεμνομένη υπό πολλών πλαγίων κλάδων του Σκάρδου όρους, περιλαμβάνει τρία μεσόγεια πεδία. Εκ τούτων το βορειότατον είναι το πεδίον το σήμερον καλούμενον Τέτοβο ή Καλκάνδερε» (εκδ. Γαλαξία, τ.6ος, Αθήνα 1969, σ.7).
Πώς ταιριάζουν όλα αυτά με το εθνικό δόγμα των τελευταίων δυόμισι δεκαετιών, που κυριάρχησε στη χώρα μας μετά το 1992 και σύμφωνα με το οποίο οι βόρειοι γείτονές μας «δεν δικαιούνται» να θεωρούν τη χώρα τους τμήμα -έστω- της Μακεδονίας;
Η απάντηση είναι πολύ απλή: δεν ταιριάζουν! Οπως θα δούμε στο σημερινό αφιέρωμα, το θεώρημα που θέλει την επικράτεια της νυν ΠΓΔΜ (και οσονούπω Βόρειας Μακεδονίας) εκτός μακεδονικού χώρου δεν υπήρξε κάποια επιστημονική αλήθεια αλλά μια αυθαίρετη κατασκευή του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών εν έτει 1884, με καθαρά πρακτικό σκοπό: τη νοερή αποκοπή των βορειότερων (ουδόλως ελληνικών) μακεδονικών εδαφών από τα νοτιότερα, όπου υπήρχε αξιόλογη ελληνική παρουσία ή επιρροή, προκειμένου ν’ αποφευχθεί η κοινή πολιτική εξέλιξή τους προς ανεπιθύμητες κατευθύνσεις.
Το ιδεολόγημα αυτό δεν έγινε τότε καθολικά δεκτό από τους ελληνικούς κύκλους που διαχειρίζονταν το Μακεδονικό, απορρίφθηκε δε κατηγορηματικά από τον ίδιο τον Παπαρρηγόπουλο, με τη διττή ιδιότητά του ως εθνικού ιστορικού και προέδρου του «Συλλόγου προς Διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων» (της τότε ελληνικής μυστικής υπηρεσίας στον οθωμανικό χώρο).
Ανασύρθηκε όμως από τη ναφθαλίνη επί Σαμαρά για να επιβληθεί σε μια παραζαλισμένη κοινή γνώμη, μέσα στο κλίμα εθνικιστικής υστερίας του 1992-1994, σαν εξ αποκαλύψεως αλήθεια.

Αρχαίοι και νεότεροι

Η οριοθέτηση που επικαλείται στην «Ιστορία» του ο Παπαρρηγόπουλος δεν ήταν καινούργια.
Πηγή του ίδιου και των συγχρόνων του αποτελούσαν οι μεγάλοι γεωγράφοι της αρχαιότητας:
  • Ο Στράβων (1ος αι. μ.Χ.) περιγράφει ως βόρειο σύνορο της Μακεδονίας τη νοητή γραμμή Σκάρδου - Ορβήλου [σημ. Πιρίν] - Ροδόπης (Strabonis Geographica, Βερολίνο 1852, τ.Α΄, σ.376-7).
  • Ο Κλαύδιος Πτολεμαίος (2ος αι. μ.Χ.) ως όριο Μακεδονίας - Ιλλυρίδας - Ανω Μοισίας αναφέρει κι αυτός τον Σκάρδο (Claudii Ptolemaei Geographia, Λειψία 1843, τ.Α΄, σ.192-3, 132-3 & 180-1).
  • Ο Παυσανίας, επίσης του 2ου αιώνα, δεν ασχολήθηκε πάλι καθόλου με τη Μακεδονία. Το δεκάτομο έργο του «Ελλάδος περιήγησις» αφορά μόνο την Πελοπόννησο και τη σημερινή Στερεά.
Οπως ήταν αναμενόμενο, η παράδοση αυτή καθόρισε την οριοθέτηση της Μακεδονίας και στα νεότερα χρόνια, όταν η ευρωπαϊκή διανόηση ανακάλυψε ξανά την αρχαιότητα και τις ιστορικές ονομασίες των περιοχών της «Ευρωπαϊκής Τουρκίας».
Υπενθυμίζουμε πως ο γεωγραφικός όρος «Μακεδονία» στα βυζαντινά χρόνια είχε μετακομίσει στην Ανατολική Θράκη (πατρίδα, μεταξύ άλλων, των Αρμενίων αυτοκρατόρων της «Μακεδονικής δυναστείας»), ενώ στη διάρκεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας εξαφανίστηκε εντελώς από το επίσημο λεξιλόγιο.

Το εθνολογικό μωσαϊκό της οθωμανικής Μακεδονίας, σύμφωνα με τον Βούλγαρο σχολικό επιθεωρητή Βασίλ Κάντσοφ (1900): όλοι οι σλαβόφωνοι απεικονίζονται (με πράσινο) ως «Βούλγαροι»· με ροζ οι Τούρκοι, πορτοκαλί οι Αλβανοί, μπλε οι Ελληνες και μοβ οι Βλάχοι. DOTATION CARNEGIE, «ENQUÊTE DANS LES BALKANS» (Παρίσι 1914)
↳ Το εθνολογικό μωσαϊκό της οθωμανικής Μακεδονίας, σύμφωνα με τον Βούλγαρο σχολικό επιθεωρητή Βασίλ Κάντσοφ (1900). Κριτήριο ταξινόμησης αποτελεί η μητρική γλώσσα: όλοι οι σλαβόφωνοι απεικονίζονται (με πράσινο) ως «Βούλγαροι»· με ροζ οι Τούρκοι, πορτοκαλί οι Αλβανοί, μπλε οι Ελληνες και μοβ οι Βλάχοι. Η εδαφοποιημένη απεικόνιση υποτιμά σαφώς τους πληθυσμούς των αστικών κέντρων (κυρίως μουσουλμανικούς και δευτερευόντως ελληνικούς) προς όφελος της υπαίθρου, η γεωγραφική όμως έκταση της ελληνοφωνίας αποτυπώνεται με αξιοσημείωτη ακρίβεια
«Με το όνομα Μακεδονία», διαβάζουμε έτσι στη γαλλική Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια του ΙΘ΄ αι., «αντιλαμβανόμαστε σήμερα το κεντρικό τμήμα της Ευρωπαϊκής Τουρκίας που ορίζεται προς βορράν από το Σαρ-Νταγ [=τον Σκάρδο] και το Καρά-Νταγ, προς ανατολάς από τον Νέστο, προς νότον από το Αιγαίο πέλαγος και προς δυσμάς από μιαν ασαφή γραμμή που, υπερβαίνοντας τις λίμνες Πρέσπα και Οχρίδα, τη διαχωρίζει από την Αλβανία» (La Grande Encyclopédie, τ.22, σ.864).
Την ίδια ακριβώς οριοθέτηση ακολουθούν επίσης οι Ελληνες γεωγράφοι και ιστορικοί μέχρι τα τέλη του ΙΘ΄ αιώνα.
Χαρακτηριστικά παραδείγματα:
● Ο Μελέτιος Μήτρου (1661-1714) θεωρεί «άπασα την Μακεδονίαν» τμήμα της Ελλάδας, με όριο προς βορράν «τα Σαρδικά όρη» («Γεωγραφία παλαιά και νέα», Εν Βενετία 1807, σ.250 και 248). Ως μακεδονικές πόλεις μνημονεύει επίσης τα κυριότερα αστικά κέντρα της σημερινής ΠΓΔΜ: το Βέλες, το Στιπ, τον Περλεπέ, το Τίκφες [σημ. Καβαντάρτσι], την Παλάνκα, το Κουμάνοβο (σ.467 και 471).
● Κατά τον Αθανάσιο Ψαλλίδα (1764-1829), η Μακεδονία «ξεχωρίζεται από την Θράκη με το βουνό Ροδόπη, από την Βουλγαρίαν και Σερβίαν με το βουνό Σκάρδος» κ.ο.κ. («Ηπειρωτικά Χρονικά», τχ. 6, 1931, σ.55).
● Τον Σκάρδο, τη Ρίλα και τον Ορβηλο περιγράφει ως «φυσικό σύνορο» της Μακεδονίας και ο στρατιωτικός χαρτογράφος Βασίλειος Νικολαΐδης («Les Turcs et la Turquie contemporaine», Παρίσι 1859, τ.Α΄, σ.17, και «Στρατιωτική γεωγραφία», Αθήνα 2018, σ.111).
● Ο Μαργαρίτης Δήμιτσας εξηγεί πως «από Φιλίππου και επί των διαδόχων βασιλέων, καθώς και επί των Ρωμαίων», η Μακεδονία «φυσικά όρια έσχε προς βορράν τον Σκάρδον, τον Ορβηλον, το Σκόμιον ή Σκόμβρον [σημ. Ρίλα] και εν μέρει τον Αίμον» («Αρχαία Γεωγραφία της Μακεδονίας. Μέρος Α΄. Χωρογραφία», Αθήνησι 1870, σ.5).
● Ο Ιωάννης Καλοστύπης ξεκαθαρίζει -κι αυτός- πως «η Μακεδονία ορίζεται προς βορράν υπό του Σκάρδου, του βορείου Ορβήλου και του Σκομίου» («Μακεδονία», Εν Αθήναις 1886, σ.9).
● Στο ίδιο ακριβώς μήκος κύματος κινούνται και οι ελληνικές σχολικές γεωγραφίες του ΙΘ΄ αι. Τον Σκάρδο αναφέρουν ρητά ως βουνό της Μακεδονίας η «Γεωγραφία Στοιχειώδης» του Ιωάννη Κοκκώνη (Εν Αθήναις 1839, σ.137, και 1861, σ.103-4) και η «Γεωγραφία Αρχαίας Ελλάδος» της Πολυτίμης Κούσκουρη (Αθήνησιν 1854, σ.91), ως φυσικό δε σύνορό της προς βορράν η «Ιστορική Γεωγραφία» του Γεωργίου Κρέμμου (Αθήνησι 1878, σ.24), τα «Στοιχεία Γεωγραφίας» του Π. Παπαρρούση (Εν Κων/πόλει 1884, σ.281), η «Στοιχειώδης Γεωγραφία» των Κωνσταντίνου Ζαχαριάδη και Ανδρέα Σπάθαρη (Εν Κων/πόλει 1888, έκδοση Πατριαρχικού Τυπογραφείου, σ.80), το «Εγχειρίδιον Γεωγραφίας» του Δημ. Ολυμπίου (Εν Αθήναις 1892, σ.456), το «Γεωγραφικόν Εγχειρίδιον» του Β.Α. Μυστακίδη (Εν Κων/πόλει 1893, σ.133) κ.ά. Τα Σκόπια περιγράφονται ρητά ως πόλη της Μακεδονίας και στα σχολικά «Γεωγραφικά» του Αναστασίου Πολυζωίδη −του δικαστή που αρνήθηκε να καταδικάσει τον Κολοκοτρώνη, γεννημένου στο Μελένικο της σημερινής βουλγαρικής Μακεδονίας (Εν Αθήναις 1859, τ.Β΄, σ.136).

Ενα υπαρκτό πρόβλημα


Για τους εθνικιστές μας, «Βόρεια Μακεδονία» υπάρχει μόνο όταν πρόκειται να διεκδικηθεί Για τους εθνικιστές μας, «Βόρεια Μακεδονία» υπάρχει μόνο όταν πρόκειται να διεκδικηθεί |
Αυτά όσον αφορά την αρχαία οριοθέτηση της Μακεδονίας και τη λόγια αναβίωσή της τους τελευταίους αιώνες.
Η πραγματικότητα όμως αυτή δεν αναιρούσε το βασικό πολιτικό πρόβλημα του ελληνικού εθνικισμού, από τα μέσα του ΙΘ΄ αι. και μετά. Το γεγονός δηλαδή ότι, ανεξαρτήτως της ελληνικότητας των αρχαίων Μακεδόνων, οι ενδιάμεσες πληθυσμιακές μεταβολές από την εποχή των σλαβικών εγκαταστάσεων του 6ου αι. μ.Χ. δεν ευνοούσαν ιδιαίτερα τις ελληνικές βλέψεις στην περιοχή.
Το διαπιστώνουμε, μεταξύ άλλων, από τις παρατηρήσεις των Ευρωπαίων περιηγητών που επισκέπτονται τη Μακεδονία με τα εγχειρίδια των αρχαίων γεωγράφων ανά χείρας, αναζητώντας τα κατάλοιπα της αρχαιότητας, και καταλήγουν σε αναπόφευκτες συγκρίσεις με το εθνολογικό τοπίο που ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια τους.
Το πιο εύγλωττο παράδειγμα τέτοιων συγκρίσεων πρόσφερε το σλαβόφωνο τσιφλίκι Αγιοι Απόστολοι (Ποστόλ ή Αλά Κλισέ), η σημερινή δηλαδή Πέλλα, ως η κατεξοχήν ενσάρκωση αυτής της μεταβολής.
«Εξήντα καλύβια κατοικούμενα από Βουλγάρους, ένας πυργίσκος που περικλείει μια φρουρά δώδεκα Αλβανών κάτω από τη διοίκηση ενός σούμπαση: ιδού τι απέμεινε από την Πέλλα, από τη δόξα της· ιδού ο πληθυσμός και οι στρατιωτικές δυνάμεις που έχουν διαδεχθεί τους Μακεδόνες!», θρηνεί έτσι χαρακτηριστικά ο Πουκεβίλ («Voyage dans la Grèce», Παρίσι 1820, τ.Β΄, σ.451-2).
Η μεταβολή αυτή θ’ αναγνωριστεί, και μάλιστα στο επισημότερο δυνατό επίπεδο, από τον Ιωάννη Καποδίστρια.
Απαντώντας στο επίσημο ερώτημα των Μεγάλων Δυνάμεων (9/10/1828), «ποια οριοθέτηση θα εξυπηρετούσε περισσότερο την Ελλάδα, χορηγώντας της ευδιάκριτα χερσαία σύνορα, εύκολα υπερασπίσιμα, και θα επέφερε τον καλύτερο δυνατό πληθυσμιακό διαχωρισμό», ο πρώτος κυβερνήτης του ελληνικού κράτους υπέδειξε στις 10/23 Νοεμβρίου 1828 ως «φύσει οριστική» ελληνοτουρκική μεθόριο τη γραμμή Ολυμπος-Αλιάκμονας-Μέτσοβο, με το εξής σκεπτικό:
«Τούτο το όριον διεχώριζε και το πάλαι την Ελλάδα από τα βόρεια γειτονικά μέρη. Κατά τον μεσαιώνα, και ακόμη κατά τους νεωτέρους χρόνους, η Θεσσαλία εφυλάχθη πάντοτε ελληνική, ενώ η Μακεδονία εκυριεύθη από τους Σλάβους και από πολλάς άλλας φυλάς» («Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας», έκδοση Βιβλιοθήκης της Βουλής των Ελλήνων, τ.Δ΄, Αθήναι 1973, σ.275).
Οταν το παραπάνω κείμενο γνωστοποιήθηκε στην Δ΄ Εθνοσυνέλευση (16/7/1829), οι πέντε πληρεξούσιοι των Μακεδόνων προσφύγων κατέθεσαν υπόμνημα (4/8/1929) με το οποίο ζητούσαν, εν ονόματι της συμμετοχής της «μεσημβρινής» (= Νότιας) Μακεδονίας στην εθνεγερσία και των θυσιών που είχαν υποστεί οι πρόσφυγές της στη Νότια Ελλάδα, την «αδιαχώριστον ένωσιν» των πατρίδων τους με το νεοσύστατο κράτος.
Ως «μακεδονική Ελλάς», που μετείχε στην επανάσταση κι εκπροσωπούνταν στην εθνοσυνέλευση, κατονομάζονται εκεί ρητά δυο μόνο περιοχές: η «ανατολικομεσημβρινή Μακεδονία» (Χαλκιδική) και η «δυτικομεσημβρινή Μακεδονία» (Εδεσσα-Νάουσα) (ό.π., σ.641-3).
Η έκκληση διαβιβάστηκε στον Καποδίστρια, δίχως ορατό αποτέλεσμα («Πρακτικά της εν Αργει τετάρτης Εθνικής των Ελλήνων Συνελεύσεως», Εν Αιγίνη 1829, σ.99-100).
Μερικές δεκαετίες αργότερα, το πολιτικό πρόγραμμα της Μεγάλης Ιδέας, για την οικοδόμηση μιας «ελληνικής αυτοκρατορίας» εκατέρωθεν του Αιγαίου με πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη, θ’ ανατρέψει εκ βάθρων αυτές τις εκτιμήσεις.
Ανεξαρτήτως πληθυσμιακής σύνθεσης, η Μακεδονία εκλαμβάνεται πια ως ο απαραίτητος διάδρομος που συνδέει τον Ολυμπο με τους πυκνούς ελληνικούς πληθυσμούς της Ανατολικής Θράκης και την περιπόθητη Πόλη −κι επιπλέον, ως η μόνη γεωπολιτική διέξοδος του μικροσκοπικού βασιλείου:
«Αν ποτέ το Ελληνικόν βασίλειον μέλλη να λάβη έκτασιν χωρογραφικήν κατά τας υποδούλους ελληνικάς χώρας», διαβάζουμε σε έκθεση του Παπαρρηγόπουλου προς τον Υπ.Εξ. Αλέξανδρο Κοντόσταυλο (11/3/1884), «η έκτασις αύτη δεν ωφελεί να επέλθη διά της προσλήψεως μόνον των μη αμφισβητουμένων ελληνικών νήσων. Απαραίτητον είναι να προσλάβωμεν ήπειρον χώραν προ πάντων, ήτοι χώραν ικανήν να αποτελέση τον κορμόν κράτους αξίου να λαμβάνηται υπ’ όψιν εν τη Ανατολή, αξίου να διεκδική και τα περαιτέρω εύλογα του Ελληνισμού εθνικά δικαιώματα. [...] Μόνον ηπειρωτικός όγκος αξιόλογος δύναται να αποκαταστήση την Ελλάδα κράτος ικανόν να ωφεληθή και εκ των θαλασσίων και νησιωτικών αυτής πλεονεκτημάτων. Τον όγκον αυτόν δεν δύναται να εύρη άλλοθι ή εν Μακεδονία» (Αρχείο Στέφανου Δραγούμη, φ.214, εγγρ.7).
Σκοπός της ίδιας έκθεσης, που συνυπογράφεται από τον γραμματέα του ΣΔΕΓ Ι. Ζολώτα και συντάχθηκε μετά από σχετικό ερώτημα του Υπουργείου, ήταν η χάραξη «των εν Μακεδονία ορίων, εντός των οποίων δύνανται να υποστηριχθώσιν αποτελεσματικώς αι ημέτεραι αξιώσεις».
Ο Παπαρρηγόπουλος χώρισε επί χάρτου την τότε Μακεδονία σε τρεις ζώνες:
(α) μια «αναμφισβήτως ελληνικήν», ίση με το νοτιότερο μισό της νυν ελληνικής Μακεδονίας,
(β) μια βορειότερη, «αναμφισβήτως αλλοτρίαν του Ελληνισμού», η οποία περιλάμβανε τα 2/3 της ΠΓΔΜ και της σημερινής βουλγαρικής Μακεδονίας, και
(γ) μια ενδιάμεση λωρίδα «αμφισβητουμένη υπό Ελλήνων και Βουλγάρων καθ’ όλον αυτής το πλάτος», οι κάτοικοι της οποίας «είναι εν γένει ειπείν Βουλγαρόφωνοι κατά το πλείστον αυτής μήκος, από Ροδόπης μέχρι των λιμνών Πρέσπης και Αχρίδος».
Επισημαίνει δε ότι, παρά την ύπαρξη τουρκικών, βλαχόφωνων ή αλβανόφωνων νησίδων στη μεσαία ζώνη, «τα στοιχεία ταύτα ουδαμού διακόπτουσι σπουδαίως την συνέχειαν των Βουλγαροφώνων» και πως «ουδαμού ομιλείται η Ελληνική γλώσσα ως μητρική, πλην του Μελενίκου και εν μέρει του Νευροκόπου».
Ο έλεγχος αυτής της μεσαίας ζώνης (κι ενός τμήματος της νότιας) θ’ αποτελέσει την ελληνοβουλγαρική πτυχή του Μακεδονικού κατά τις επόμενες δεκαετίες, ενώ της βόρειας το διακύβευμα της αντίστοιχης βουλγαροσερβικής διαμάχης.

Μια φαεινή ιδέα

Ενας παράγοντας που ανησυχούσε τους σχεδιαστές της ελληνικής πολιτικής ήταν η ενδεχόμενη επιβολή των αυτοδιοικητικών μεταρρυθμίσεων που πρόβλεπε το άρθρο 23 της συνθήκης του Βερολίνου (1878) και δεν εφαρμόστηκαν τελικά ποτέ.
Φοβούμενος ότι μια τέτοια εξέλιξη θα οδηγούσε σε επικράτηση των Βουλγάρων, ο Ελληνας πρόξενος στη Φιλιππούπολη Νικόλαος Γεννάδης θα εισηγηθεί τον Δεκέμβριο του 1884 την επανοριοθέτηση της επίμαχης περιοχής σύμφωνα με τις ελληνικές βλέψεις: ενώ «οι Πανσλαυισταί μίαν και αδιαίρετον θέλουσι την Μακεδονίαν», γράφει, «συμφέρον μέγα είχομεν και έχωμεν να πλάσωμεν νέον γεωγραφικόν όρον εν Μακεδονία, ήτοι να διαιρέσωμεν την Μακεδονίαν εις βόρειον και νότιον, και την τελευταίαν ταύτην να διεκδικήσωμεν ως ελληνικήν χώραν» (ΙΑΥΕ 1884/Β/7, Ν. Γεννάδης προς Υπ.Εξ., Εν Φιλιππουπόλει 3/12/1884, αρ.933).
Η ιδέα υιοθετήθηκε ταχύτατα από τον παραλήπτη υπουργό, που με επιστολή του ζήτησε από τον Παπαρρηγόπουλο να συνδράμει την υλοποίησή της: «Παρακαλούμεν υμάς να υποβάλητε εις το Υπουργείον ιδίαν όσον οίον τε σαφή και εύληπτον μελέτην, δι’ ής ως ιστορικός να υποστηρίξητε ότι τα παρά των Βουλγάρων εις την Μακεδονίαν αποδιδόμενα όρια δεν είναι τα της κυρίως Μακεδονίας, αλλ’ άλλα όσον οίον τε συμπίπτοντα προς το μέρος εκείνο της χώρας ταύτης εις το οποίον ο Ελληνισμός δύναται να παρασταθή οπωσδήποτε επικρατών» (ΙΑΥΕ 1884/Β/7, Αλ. Κοντόσταυλος προς ΣΔΕΓ, Εν Αθήναις 12.12.1884, αρ.1854 εμπ.).
Η απάντηση του εθνικού μας ιστορικού δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στον «Ιό» πριν από χρόνια («Ελευθεροτυπία» 24/2/2011) κι αναπαράγεται αυτούσια εδώ, καθώς το περιεχόμενό της αποδεικνύεται επίκαιρο όσο ποτέ.
Εν συντομία, ο Παπαρρηγόπουλος αρνήθηκε να ικανοποιήσει το αίτημα μετονομασίας της Βόρειας Μακεδονίας, εξηγώντας ότι «τα υπάρχοντα ιστορικά διδόμενα καθιστώσι δυστυχώς αδύνατον» κάτι τέτοιο και πως η ενοχλητική οριοθέτηση δεν «είναι ουδέν άλλο ή τα όρια της του Φιλίππου Μακεδονίας», καθολικά αποδεκτά από τους πάντες: «Μήπως αυτοί ημείς λέγοντες Μακεδονίαν δεν εννοούμεν ό,τι και οι Βούλγαροι; Τούτο δε ουχί σήμερον μόνον, αλλά πρόπαλαι».
Ενδεχόμενη επινόηση νέου όρου, κατέληγε, δεν θα γινόταν πιστευτή από κανέναν.
Παρά τη σθεναρή αντίθεση του Παπαρρηγόπουλου, η όλη ιδέα δεν εγκαταλείφθηκε. Στο γύρισμα του αιώνα, οι περισσότεροι μακεδονολογούντες και μακεδονομάχοι θα υιοθετήσουν τελικά το όλο θεώρημα −κατηγορούμενοι, πάντως, σαν «μειοδότες» από ουκ ολίγους επίσης ομόφρονές τους, που οραματίζονται την προσάρτηση όλου του μακεδονικού χώρου.
«Ουδείς ήθελε αποδεχθή νέον γεωγραφικόν όρον...»

Ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος και η απάντησή του στο αίτημα του υπουργού Εξωτερικών να μεταβαπτίσει τη Βόρεια Μακεδονία Ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος και η απάντησή του στο αίτημα του υπουργού Εξωτερικών να μεταβαπτίσει τη Βόρεια Μακεδονία | Κ.Θ. ΔΗΜΑΡΑΣ, «ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ» (Αθήνα 1986) / ΙΑΥΕ
ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΠΡΟΣ ΔΙΑΔΟΣΙΝ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ
Εν Αθήναις 3 Ιανουαρίου 1885
Αρ. πρωτ. 1738
Κύριε Υπουργέ
Διά της από 12 παρελθόντος μηνός υπ’ αριθ. 1854 εμπ[ιστευτικής] υμών επιστολής παρακαλέσατε τον Σύλλογον «να υποστηρίξη ιστορικώς ότι τα παρά των Βουλγάρων εις την Μακεδονίαν αποδιδόμενα όρια δεν είναι της κυρίως Μακεδονίας, αλλ’ άλλα όσον οίον τε συμπίπτοντα προς το μέρος εκείνο της χώρας ταύτης εις το οποίον ο Ελληνισμός δύναται να παρασταθή επικρατών».
Τα υπάρχοντα ιστορικά διδόμενα καθιστώσι δυστυχώς αδύνατον την απόδειξιν του θέματος τούτου, ως δηλούται εκ των συνημμένων υπό στοιχ. Α σημειώσεων. Η κατά πρώτον γνωστή γενομένη Μακεδονία περιωρίζετο εις τα περί Βιτώλια και Γρεβενά πεδία, μη αφικνουμένη μέχρι της θαλάσσης. Η δ’ επί Φιλίππου ηπλώθη διά μιας από του Ολύμπου μέχρι της Μοισίας (ήτοι της Σερβίας και της Βουλγαρίας) και της Ιλλυρίας και Ηπείρου μέχρι της Θράκης και του Αιγαίου Πελάγους.
Επειτα, επί της ρωμαϊκής κυριαρχίας, η επαρχία του Ιλλυρικού περιέλαβε την Μακεδονίαν του Φιλίππου και την Θεσσαλίαν.
Βραδύτερον δε, εν τη ακμή του μεσαιωνικού ημών κράτους, το όνομα Μακεδονία μετηνάστευσεν από της πατρίδος αυτού εις την Θράκην, περιλαβόν μάλιστα εφ’ ικανόν χρόνον και αυτήν την Βουλγαρίαν.
Τελευταίον επί Τουρκοκρατίας το όνομα της Μακεδονίας όλως εξέλιπεν από της διοικητικής διαιρέσεως του Κράτους.
Τα όρια λοιπόν τα οποία οι Βούλγαροι αποδίδουν εις την Μακεδονίαν είναι ουδέν άλλο ή τα όρια της του Φιλίππου Μακεδονίας. Αλλά η αναβίωσις των ορίων τούτων δεν είναι έργον των Βουλγάρων.
Μήπως αυτοί ημείς λέγοντες Μακεδονίαν δεν εννοούμεν ό,τι και οι Βούλγαροι; Τούτο δε ουχί σήμερον μόνον, αλλά πρόπαλαι.
Οσασδήποτε διοικητικάς μετωνυμίας και αν έλαβε η χώρα αύτη εν διαστήματι δισχιλίων περίπου ετών, το όνομα αυτής και η δοθείσα αυτώ επί Φιλίππου έκτασις περιεσώθη, μετά τινος μικράς μόνον τροπολογίας, εν τη συνειδήσει του Ελληνισμού. Περί τούτων έχομεν απόδειξιν ανατρέχουσαν μέχρι της δεκάτης εβδόμης εκατονταετηρίδος.
Ο ημέτερος Μελέτιος, εν τη Γεωγραφία αυτού, λέγει την Μακεδονίαν οριζομένην προς βορράν υπό της Δαλματίας, της Σερβίας, της Βουλγαρίας και της Θράκης, προς ανατολάς υπό του Αιγαίου Πελάγους, προς μεσημβρίαν υπό της Θεσσαλίας και της Ηπείρου, προς δυσμάς δε υπό του Ιονίου Πελάγους· ο έστιν περιλαμβάνει εν τη Μακεδονία, εκτός των σήμερον αποδιδομένων αυτή χωρών, και την Αλβανίαν, διότι λέγει αυτήν οριζομένην προς τοις άλλοις υπό της Δαλματίας προς βορράν, υπό της Ηπείρου προς νότον και υπό του Ιονίου Πελάγους προς δυσμάς.
Εκ των ιστορικών τούτων γεγονότων και της σημασίας καθ’ ην υφ’ ημών αυτών γίνεται χρήσις του ονόματος Μακεδονία, καθίσταται πρόδηλον ότι ουδένα έχομεν τρόπον να αποδείξωμεν ως πλάσμα των Βουλγάρων τα υπ’ αυτών εις την χώραν ταύτην αποδιδόμενα όρια και επ’ ουδεμίας ιστορικής βάσεως δυνάμεθα να στηρίξωμεν νέαν της Μακεδονίας οριοθέτησιν επί τω υφ’ υμών υποδεικνυομένω σκοπώ.
Εάν γράφοντες προς το Υπουργείον διηρέσαμεν την Μακεδονίαν εις τρία τμήματα, επράξαμεν τούτο διά να ορίσωμεν πού αυτής ουδεμίαν έχομεν ελπίδα επιτυχίας, πού αναμφισβήτως πλεονεκτούμεν και πού ανταγωνιζόμεθα προς τους Βουλγάρους μετά τινος πιθανότητος ότι θέλομεν κατισχύση, αν όχι καθ’ ολοκληρίαν, τουλάχιστον εφ’ ικανόν μέρος.
Νέον όμως γεωγραφικόν όρον, οίον προτείνει ο κύριος Γεννάδης, ούτε ότε συνετάσσομεν τον Πίνακα των Ελληνικών χωρών, εδημιουργήσαμεν, ούτε νυν ηθέλομεν συμβουλεύση πλασθή, διά τον απλούστατον λόγον ότι ουδείς ήθελε αποδεχθή αυτόν· ούτε οι Βούλγαροι, οις και δεν συμφέρει, ούτε οι Οθωμανοί, οίτινες κανενός είδους Μακεδονίαν δεν γνωρίζουσιν ή τουλάχιστον δεν αναγνωρίζουσιν· ούτε ίσως αυτοί οι φίλα ημίν φρονούντες, αφού είναι βέβαιον ότι και ημείς αυτοί ελέγομεν άχρι τούδε Μακεδονίαν ό,τι και οι Βούλγαροι.
Πολύ σπουδαιότερον και πρακτικώτερον δυνάμεθα να ωφεληθώμεν εκ των υπό στοιχ. Β συνημμένων σημειώσεων αίτινες συνετάχθησαν επί τη βάσει της προφορικής ημών διαλέξεως ότε επ’ εσχάτων έλαβον την τιμήν να σας ίδω εν τω υπουργείω.
Μετά βαθέος σεβασμού
Ο Πρόεδρος
Κ. Παπαρρηγόπουλος

Από τον Δραγούμη στο ΙΜΧΑ

Αυτά όσο η Μακεδονία, ως τμήμα ακόμη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αποτελούσε μήλον της Εριδος των αντίζηλων βαλκανικών αλυτρωτισμών.
Ακολούθησαν οι Βαλκανικοί πόλεμοι του 1912-1913 και η μοιρασιά της περιοχής μεταξύ Ελλάδας, Βουλγαρίας και Σερβίας (μετέπειτα Γιουγκοσλαβίας), οι ανταλλαγές πληθυσμών και η δραστική μεταβολή του εθνολογικού τοπίου.
Στη νότια (ελληνική) Μακεδονία, όπου το 1912 οι «ελληνόφρονες» δεν ξεπερνούσαν κατά τους επίσημους ελληνικούς υπολογισμούς το 42% του πληθυσμού (οι δε ελληνόφωνοι κυμαίνονταν γύρω στο 30%), η προσφυγική εγκατάσταση Μικρασιατών και Ποντίων εξελλήνισε μετά το 1922 τη χώρα σε ποσοστό 89%.
Εξελληνισμός που ολοκληρώθηκε στα επόμενα χρόνια με το ναζιστικό Ολοκαύτωμα, τον Εμφύλιο, τις μεταπολεμικές διώξεις και τα αφομοιωτικά προγράμματα του ελληνικού κράτους.
Σ’ αυτές τις συνθήκες, η Αθήνα δεν είχε πλέον λόγο (ούτε δυνατότητα) ν’ αρνείται την ύπαρξη τριών Μακεδονιών, ενσωματωμένων σε ισάριθμα κράτη.
Ακόμη και η συνταγματική ονομασία «Σ.Δ. Μακεδονίας» εμφιλοχώρησε έτσι μεταπολεμικά σε ελληνικά ΦΕΚ και σχολικά βιβλία.
Η παλιά γραμμή διατηρήθηκε ωστόσο παράλληλα εν υπνώσει, με τη διακριτική αντιδιαστολή «γεωγραφικής» και «ιστορικής» Μακεδονίας −όπου η μεν πρώτη περιλάμβανε το σύνολο του μακεδονικού χώρου, ενώ η δεύτερη μόνο την ελληνική Μακεδονία και μια στενή λωρίδα βορείως των ελληνικών συνόρων.
Από τον Θεοφύλακτο Παπακωνσταντίνου στη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια (1930) μέχρι τη ναυαρχίδα της ημιεπίσημης εθνικόφρονος μεταπολιτευτικής μακεδονονολογίας, το συλλογικό έργο «Μακεδονία. 4.000 χρόνια ελληνικής ιστορίας και πολιτισμού» (1982), η αντιδιαστολή αυτή θα εμπεδωθεί με δραστική αναθεώρηση της αφήγησης του Παπαρρηγόπουλου, δίχως φυσικά αυτό να δηλωθεί πουθενά.

Ο καθηγητής του ΑΠΘ και σημερινός πρόεδρος της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, Αθανάσιος Καραθανάσης ως κεντρικός ομιλητής του πρόσφατου συλλαλητηρίου κατά της σύνθετης ονομασίας στον Βόλο (6/6/2018)
↳ Ο καθηγητής του ΑΠΘ και σημερινός πρόεδρος της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, Αθανάσιος Καραθανάσης, ανακάλυψε εν έτει 1991 ότι το όρος Σκάρδος ή Σαρ Πλάνινα -το βόρειο δηλαδή σύνορο της Μακεδονίας- βρίσκεται νοτίως της πόλης των Σκοπίων. Κάτω, ο ίδιος καθηγητής ως κεντρικός ομιλητής του πρόσφατου συλλαλητηρίου κατά της σύνθετης ονομασίας στον Βόλο (6/6/2018)
Σε «Βόρειο Μακεδονία» και «Βορειομακεδόνες» συνέχισαν πάντως ν’ αναφέρονται διάφορες προσφυγικές συλλογικότητες από το Μοναστήρι, τη Στρώμνιτσα κ.λπ., οι οποίες σε κάθε όξυνση των ελληνογιουγκοσλαβικών σχέσεων έσπευδαν να προβάλουν τον δικό τους αλυτρωτισμό.
Ωσπου, το 1991-1992, η Γιουγκοσλαβία διαλύθηκε στα ομόσπονδα κράτη από τα οποία είχε ανασυσταθεί το 1944.
Αντιμέτωπη με τα δικά της εσωτερικά προβλήματα, τις πρώτες ήττες της στο πεζοδρόμιο και τις πρώτες νικηφόρες εργατικές αντιστάσεις στη νεοφιλελεύθερη πολιτική της, η κυβέρνηση Μητσοτάκη αποφάσισε να παίξει το εθνικιστικό χαρτί για ν’ αντιστρέψει το πολιτικό κλίμα και να στριμώξει την αντιπολίτευση (ΠΑΣΟΚ, ΚΚΕ, ΣΥΝ) που «βαρυνόταν» με οράματα βαλκανικής συνεργασίας και συντροφικές σχέσεις με τους Γιουγκοσλάβους κομμουνιστές.
Για τη διαφώτιση του εγχώριου κοινού, η συντριπτική πλειοψηφία του οποίου ίσαμε τότε αγνοούσε το όλο ζήτημα, επιστρατεύθηκαν κάθε λογής εθνικόφρονες «ειδήμονες» παλαιάς κοπής, παροπλισμένοι μετά τη Μεταπολίτευση: χουντικοί προπαγανδιστές και υπουργοί, κατοχικοί νομάρχες, ακόμη κι ο Πλεύρης πατήρ −που από τη φιλελεύθερη «Καθημερινή» διαφημίστηκε (16/2/1992) σαν «ιστορικός», «καθηγητής», «σπουδαίος πνευματικός άνθρωπος» και «διαπρεπής αναλυτής»!
Στο πλαίσιο αυτό, κρατική και ιδιωτική προπαγάνδα θ’ αναγορεύσουν τα μισοξεχασμένα ιδεολογήματα περί «ιστορικών» ορίων της Μακεδονίας σε μοναδική, εξ αποκαλύψεως αλήθεια για τη γεωγραφία της περιοχής.
Αναβίωση που θα σημαδευτεί, όπως όλη η τότε καμπάνια, από τη συνήθη ρωμέικη προχειρότητα.
«Οσον αφορά τη Μακεδονία», διαβάζουμε έτσι σε αγγλόγλωσσο άρθρο του πανεπιστημιακού και σημερινού προέδρου της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, Αθανάσιου Καραθανάση, «ενδιαφέρει να επισημάνουμε ότι σύμφωνα με τους χαρτογράφους εκτεινόταν μέχρι το όρος Σκάρδος (Σαρ Πλάνινα), το οποίο βρίσκεται νοτίως των Σκοπίων. Αυτό σημαίνει ότι τα Σκόπια ήταν εκτός των ορίων της ιστορικής Μακεδονίας» (Athanassios Karathanassis, «Some οbservations on the European Cartographers with Regard to 15th-18th century Macedonia», περ. Balkan Studies, 32/1, 1991, σ.9).
Να υποθέσουμε ότι κοτζάμ καθηγητής δεν είχε κοιτάξει ποτέ τον χάρτη; Ή μήπως θεωρούσε πως οι Κουτόφραγκοι θα έπαιρναν τα γραφόμενά του τοις μετρητοίς, δίχως παρόμοια διασταύρωση;
Το μόνο βέβαιο είναι ότι παρέμεινε μέχρι σήμερα στις επάλξεις: στις 6 Ιουνίου ήταν ο κεντρικός ομιλητής στο συλλαλητήριο του Βόλου κατά της σύνθετης ονομασίας.
Παρόμοιες επιδόσεις έχει επιδείξει και η εθνικά ευαίσθητη δικαστική ηγεσία. Η απόφαση 1448/2009 του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε για πολλοστή φορά η ίδρυση του σωματείου «Στέγη Μακεδονικού Πολιτισμού», δεν περιορίστηκε σε νομικοπολιτικές εκτιμήσεις αλλά επεκτάθηκε και στην ιστορική γεωγραφία: «η αρχαία (κλασική) Μακεδονία, η επονομαζόμενη από γεωγραφική άποψη “Μείζων Μακεδονία”», διαβάζουμε, έφτανε προς βορράν (όχι στον Σκάρδο αλλά) μέχρι τα όρη Μπαμπούνα, στη μέση περίπου της ΠΓΔΜ!
Προφανώς, ούτε κι αυτοί μπήκαν στον κόπο να ξεφυλλίσουν τον Παπαρρηγόπουλο.
Μάλλον βολεύτηκαν με τον Θεοφύλακτο Παπακωνσταντίνου...

Εδαφικές βλέψεις «διά λόγους αισθηματικούς»

Στο συλλαλητήριο της Θεσσαλονίκης, ο στρατηγός Φραγκούλης Φράγκος ενθουσιάστηκε με την έμπνευση των χρυσαυγιτών να μετονομαστεί η γειτονική μας χώρα σε «Monkey Macedonia» κι έσπευσε να την υιοθετήσει πανηγυρικά από μικροφώνου.
Κάποιοι απέδωσαν τότε αυτό το «χιούμορ» σε προβληματική Εθνική Ηθική Διαπαιδαγώγηση του ομιλητή κατά το πέρασμά του από τη Σχολή Ευελπίδων στα χρόνια της χούντας. Είναι ωστόσο προφανές ότι κάνουν λάθος.

Αν μη τι άλλο, το εγχειρίδιο «Στρατιωτικής Γεωγραφίας» του επίλαρχου Αγγελου Λάζαρη που διδασκόταν τότε εκεί (Αθήναι 1972, έκδ. ΣΣΕ / Διεύθυνσις Σπουδών) αναφέρεται ρητά στη «Γιουγκοσλαβική Μακεδονία» ως μια από τις ομόσπονδες δημοκρατίες που απάρτιζαν τη Γιουγκοσλαβία (σ.5), με πληθυσμό 1.500.000 κ. και πρωτεύουσα τα Σκόπια (σ.54), υπενθυμίζει δε πως η Μακεδονία «διενεμήθη μεταξύ Ελλάδος, Γιουγκοσλαβίας και Βουλγαρίας» (σ.55).  Ακόμη πιο εύγλωττη είναι η επισήμανση (σ.52) ότι, αν και «τα φυσικά όρια της Μακεδονίας ουδέποτε έτυχον, ούτε και σήμερον, κοινής γενικής παραδοχής», «η έκτασις της Μακεδονίας είναι συνολικώς 72.500 τ.χιλ., κατανεμομένη ως κάτωθι:
(α) Ελλάς 34.200 τ.χιλ.
(β) Γιουγκοσλαβία 25.800 τ.χιλ.
(γ) Βουλγαρία 12.000 τ.χιλ.
(δ) Αλβανία 500 τ.χιλ.».
Ενας απλός υπολογισμός αποδεικνύει ότι, σύμφωνα πάντα με το εγχειρίδιο, η Ελλάδα κατέχει μόλις 47,17% του μακεδονικού χώρου (κι όχι πάνω από 50%, όπως υποστηρίζεται συνήθως), η νυν ΠΓΔΜ το 35,59%, η Βουλγαρία ένα 16,55% και η Αλβανία 0,69%.
Η απορρόφηση της διδαχθείσας ύλης από τους μαθητές είναι, βέβαια, καθαρά υποκειμενική υπόθεση.
Ο εύελπις Φράγκος μπορεί να ξέχασε τις παραπάνω λεπτομέρειες, πιθανότατα όμως κράτησε στο μυαλό του το δεύτερο σκέλος του μαθήματος: «τας ανεπισήμους διεκδικήσεις» των τριών βαλκανικών κρατών πάνω στις Μακεδονίες των γειτόνων τους (σ.54-56). Και, πάνω απ’ όλα, τις δικές μας: «Η Ελλάς», διαβάζουμε, «διεκδικεί ολόκληρον την Μακεδονίαν εν ονόματι ιστορικών, οικονομικών, στρατιωτικών και τέλος αισθηματικών λόγων».
Ακατανόητοι εκ πρώτης όψεως, οι τελευταίοι αναλύονται ως εξής: «Τα καθαγιασμένα μακεδονικά εδάφη από το αίμα χιλιάδων σφαγιασθέντων υπό των σλάβων Ελλήνων μαρτύρων, οι Βυζαντινοί θρύλοι και οι σταυροί των πεσόντων Ελλήνων μαχητών εις τα στενά της Κρέσνας και Τζουμαγιάς, αποτελούν κληρονομίαν του ελληνικού έθνους» (σ.55).
Η Βόρεια Μακεδονία δεν ήταν, άλλωστε, το μόνο ξένο έδαφος που εποφθαλμιούσαν οι χουντικοί εκπαιδευτές. Το ίδιο εγχειρίδιο μας πληροφορεί ότι, μολονότι «η Ελλάς διεκδικεί επισήμως [μονάχα] την Β. Ηπειρον εκ της Αλβανίας», «τα φυσικά της σύνορα ευρίσκονται επί της γραμμής Σκούμπης ποτ[αμος] - όρη Μοισίας - Αίμος, ίνα περιληφθούν εντός της μητρός πατρίδος αι Ελληνικαί περιοχαί Β. Ηπείρου, Μακεδονίας, Ανατολ. Ρωμυλίας και Θράκης. Ωσαύτως διεκδικεί το δικαίωμα της αυτοδιαθέσεως διά τον Ελληνικόν λαόν της Κύπρου» (σ.7-8).
Γι’ αυτό το τελευταίο φρόντισε, ως γνωστόν, λίγο αργότερα ο Ιωαννίδης...

Και οι Δανοί έχουν την ποπ μουσική τους


ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΕ ΕΛΛΑΝΙΟΥΣ ΛΥΚΟΥΣ


Το ματς Ανιδιοτέλεια - Υστεροβουλία δεν είναι ποτέ ντέρμπι· πάντα διπλό έρχεται, και δίχως πολύ κόπο

https://im2.7job.gr/sites/default/files/imagecache/1200x675/article/2018/26/265474-19700271.jpgΤο ματς Ανιδιοτέλεια - Υστεροβουλία πάντα διπλό έρχεται


Παντελής Μπουκάλας*


Δεν χρειαζόταν κανένα σύστημα ΒΑΝ για να προβλεφθεί ότι η συμφωνία Αθηνών - Σκοπίων θα προκαλούσε σεισμούς και μετασεισμούς στο πολιτικό σύστημα και στο κοινωνικό πεδίο, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην ΠΓΔΜ. Στη χώρα δηλαδή που οι χάρτες των ξένων ειδησεογραφικών πρακτορείων άρχισαν ήδη να την αναγράφουν ως
«Βόρεια Μακεδονία», αντί του μέχρι τώρα οικουμενικώς καθιερωμένου «Μακεδονία», που το κρατούν για την ελλαδική Μακεδονία. Όποιο κι αν ήταν το περιεχόμενο μιας συμφωνίας που δεν θα μπορούσε να είναι παρά αποτέλεσμα συμβιβασμών, αλλά και εκβιασμών από την πλευρά των πλανητικά ισχυρών, θα είχε τους αρνητές και τους αμφισβητίες της. Εκείνους που θα έβρισκαν ψεγάδια αλλά και τους πλήρως απορριπτικούς,.
Υπάρχουν και από τις δύο πλευρές των συνόρων πολλοί που τα θέλουν όλα, και προβάλλουν σχεδόν τα ίδια επιχειρήματα για να πείσουν ότι όλα είναι «αυτονοήτως δικά τους». Τα Βαλκάνια, άλλωστε, πυκνοκατοικούνται ανέκαθεν από εθνικισμούς και μεγαλοϊδεατισμούς, άρα και από αλυτρωτιστές, που κρεμούν στον τοίχο χάρτες με τη «μεγάλη πατρίδα» της φαντασίωσής τους. Η μια «μεγάλη πατρίδα» πάνω στην άλλη. Να αλληλοεπικαλύπτονται, να αλληλοεχθρεύονται, και από καιρού εις καιρόν να σφάζονται, οπότε το νέο αίμα που χύνεται, ιερό για όλους, επιστρατεύεται σαν καινούργιο τεκμήριο.
Τα σύνορα, στη Βαλκανική και οπουδήποτε στον κόσμο, δεν τα χαράζει η Ιστορία με τον ακριβοδίκαιο γνώμονά της. Η συγκυρία τα χαράζει. Οι εκάστοτε μεταπολεμικοί συσχετισμοί, στρατιωτικοί και πολιτικοί. Και φυσικά οι βλέψεις των μεγάλων δυνάμεων, που δεν ενδιαφέρονται για το ενδεχόμενο αν κόβουν στη μέση συμπαγείς γλωσσικές ή θρησκευτικές κοινότητες, εθνοτικές ομάδες, ακόμα και οικογένειες. Μένουν έτσι παραπονούμενοι ένθεν κακείθεν. Μένουν πολλοί που νιώθουν αδικημένοι και φωνάζουν ότι «δεν θα ανεχθούν να ξεπουληθεί η Ιστορία εφτά ή δέκα αιώνων», «τριών ή πέντε χιλιετιών», ανάλογα με την πλευρά της συνορογραμμής στην οποία έτυχε να γεννηθούν.
Και τα ιδεολογικά ή πολιτικά σύνορα που χαράσσουν τα κόμματα σε κάθε χώρα για να δηλώσουν πού τελειώνουν οι ανοχές τους, οι κόκκινες γραμμές που θέτουν ή λένε ότι θέτουν, οι συγκυριακές βλέψεις τους τα χαράσσουν και οι εκλογικές τους ανάγκες, όχι η Ιστορία. Κι ας την επικαλούνται όλα τους, προς πρόχειρη νομιμοποίηση των άδηλων επιθυμιών τους και των μεθοδεύσεών τους. Το ματς Ανιδιοτέλεια - Υστεροβουλία δεν είναι ποτέ ντέρμπι· πάντα διπλό έρχεται, και δίχως πολύ κόπο.
Πηγή: Καθημερινή

Αποτέλεσμα εικόνας για Παντελής Μπουκάλας:BiblioNet : Μπουκάλας, Παντελής Σ

Κυριακή, Ιουνίου 24, 2018

Show must go on


«ΟΙ ΣΤΙΓΜΕΣ»
Στίχοι : Μανώλης Ρασούλης
Μουσική : Leon Y. Poliker

Έρχονται κάτι στιγμές
Που θαρρώ πως τα 'χω δει όλα
Μα έρχεται πάλι μια στιγμή που λες
Χάλασε του μυαλού μου η κονσόλα
Και στο όνομα ετούτων των στιγμών
Show must go on

Και ίσως κάποτε τελειώσει
Όταν κι ο πάγος στην Ανταρκτική θα έχει λιώσει

Έρχονται κάτι στιγμές που λες
Το δυο χιλιάδες δώδεκα νομίζω
Που θα σε κάνουν να παραδεχτείς σαν κλαις
Τον φαύλο κύκλο μου ποτίζω

Έρχονται κάτι στιγμές
Κι ότι έχτιζα αιώνες τώρα το γκρεμίζω
Και στ' όνομα ετούτων των στιγμών
Show must go on
Show must go on...

ΔΟΛΟΦΟΝΙΚΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ

Εννιάχρονος έχασε το 80% της όρασής του από το ένα μάτι παίζοντας με δείκτη λέιζερ!


Ένα αγόρι εννιά ετών στην Ελλάδα υπέστη σοβαρή ζημιά στο μάτι, παίζοντας με έναν δείκτη λέιζερ. Το παιδί κοιτούσε συνεχώς την πράσινη δέσμη λέιζερ, με συνέπεια να ανοίξει τρύπα στον αμφιβληστροειδή φακό του αριστερού ματιού του και να χάσει το 80% περίπου της όρασής του.
Η περίπτωση παρουσιάσθηκε από την επίκουρη καθηγήτρια οφθαλμολογίας Σοφία Ανδρούδη του Ιατρικού Τμήματος του Πανεπιστημίου της Θεσσαλίας και την χειρουργό οφθαλμίατρο - παιδοφθαλμίατρο Ελένη Παπαγεωργίου του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου της Λάρισας στο διεθνούς φήμης ιατρικό περιοδικό «The New England Journal of Medicine» (NEJM).
Το περιστατικό, σύμφωνα με τους επιστήμονες, είναι μια υπόμνηση ότι οι δείκτες λέιζερ είναι πολύ χρήσιμοι για μια παρουσίαση PowerPoint σε ακροατήριο, αλλά και επικίνδυνοι αν χρησιμοποιηθούν με λανθασμένο τρόπο. Η ενέργεια από έναν δείκτη λέιζερ που στοχεύει κατ' ευθείαν το μάτι, σύμφωνα με την Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) των ΗΠΑ, «μπορεί να είναι περισσότερο επιβλαβής από ό,τι αν κοιτάζει κανείς απευθείας τον Ήλιο».
Η FDA απαγορεύει τους δείκτες λέιζερ ισχύος άνω των πέντε μιλιβάτ, ενώ σε άλλες χώρες η απαγόρευση αφορά τους δείκτες άνω του ενός μιλιβάτ (mW). Όμως, δεν διαθέτουν όλα τα προϊόντα την κατάλληλη σήμανση ή μπορεί στην πραγματικότητα να έχουν μεγαλύτερη ενεργειακή ισχύ από την αναγραφόμενη, σύμφωνα με την Αμερικανική Ακαδημία Οφθαλμολογίας. Επιπλέον, όπως επισημαίνουν και οι δύο Ελληνίδες οφθαλμίατροι, δυστυχώς οι καταναλωτές μπορούν να αγοράσουν πιο ισχυρούς δείκτες λέιζερ μέσω του διαδικτύου.
Στην περίπτωση του εννιάχρονου αγοριού δεν είναι σαφές πόση ακριβώς ήταν η ισχύς της δέσμης λέιζερ. Πάντως, η βλάβη στο αριστερό μάτι του παιδιού ήταν πολύ σοβαρή για να αποκατασταθεί με επέμβαση, με αποτέλεσμα περίπου ενάμισι έτος μετά το συμβάν, η όρασή του να έχει παραμείνει μειωμένη.
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ
*****************************

H EIΔΗΣΗ ΟΠΩΣ ΜΕΤΑΔΟΘΗΚΕ ΑΠΟ 
The New England Journal of Medicine


Macular Hole from a Laser Pointer!

Ωχρά κηλίδα από  δείκτη λέιζερ!

  • Sofia Androudi, M.D., Ph.D.,
  • and Eleni Papageorgiou, M.D., Ph.D.
  • Source:
    nejm.org ( The New England Journal of Medicine)
A 9-year-old boy was brought by his parents to our ophthalmology clinic for evaluation of decreased vision in his left eye. Visual acuity in the left eye was 20/100, as compared with 20/20 in the right eye. Funduscopic examination of the left eye revealed a large macular hole with a hypopigmented atrophic area inferiorly (Panel A). Optical coherence tomography confirmed the full-thickness macular hole. Fundus autofluorescence imaging highlighted two spots inferior to the macular hole that corresponded to additional areas of injury (Panel B). The child reported playing with a green laser pointer and repeatedly gazing into the laser beam. Although many national health agencies have warned about the potential eye hazards associated with handheld laser pointers, and the sale of devices with greater than 1 mW of power is restricted in many areas, more powerful laser devices remain accessible, especially through the Internet. Because of the large diameter of the macular hole and the accompanying atrophy in this patient, we favored conservative management rather than surgery. The patient’s vision has remained unchanged during 18 months of follow-up.

Sofia Androudi, M.D., Ph.D.
University of Thessaly, Larissa, Greece
Eleni Papageorgiou, M.D., Ph.D.
University Hospital of Larissa, Larissa, Greece
 

Προσωπική κόλαση είναι η ένοχη συνείδησή σου

Private hell 36.JPG 
ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΚΟΛΑΣΗ

Δύο διεφθαρμένοι αστυνομικοί  οικειοποιούνται 80.000 δολάρια  ενός νεκρού ληστή και, στη συνέχεια,  αναλαμβάνουν να ...εξιχνιάσουν την υπόθεση της δολοφονίας του .
Τα πράγματα περιπλέκονται επικίνδυνα όταν ο ένας από αυτούς αρχίζει να έχει  ενοχές  για την πράξη του και επί πλέον μπαίνει στη μέση μια  καμπαρετζού τραγουδίστρια  που διψάει για χρήμα.
Από τις καλύτερες ταινίες του είδους noir -bmovies της δεκαετίας του ΄50.
Σενάριο: Collier Young και Ida Lupino
Πρωταγωνιστούν: Ida Lupino, Steve Cochran, Howard Duff

Private Hell 36 - Wikipedia

Ο Χομαγιούν και ο Βακάρ 

Στίχοι : Θανάσης Παπακωνσταντίνου
Μουσική : Θανάσης Παπακωνσταντίνου
Ερμηνεία: Θανάσης Παπακωνσταντίνου



Ο Χομαγιούν και ο Βακάρ, γι' αυτούς θα σου μιλήσω
Σαν άνθρωποι γεννήθηκαν, μα δίχως να το ξέρουν
γινήκαν όχθες ποταμού, πιο κάτω θα εξηγήσω

Τα όνειρα τους τα 'τρωγε της φτώχιας το σκουλήκι
Τα βράδια μάτια ορθάνοιχτα, η χώρα της ανάγκης
απλώνει το βρωμόχερο, ζητά μπροστά το νοίκι

Θέλει μπροστά το νοίκι

Κι έρχεται η στιγμή, που λες, να φύγουν κι ό,τι γίνει
κι αν όπως τρέμεις το χαμό σε λυπηθεί το κύμα
στη Λαμπεντούζα βρίσκεσαι, ή και στη Μυτιλήνη

Ο Χομαγιούν και ο Βακάρ, το βάσανο του δρόμου
Παντού συρματοπλέγματα, μα αλήθεια ποιος πιστεύει
πως με τα φράγματα κρατά την ώσμωση του κόσμου

Ελλάδα, χώρα της ντροπής, και γι' άλλους κρύο σπίτι
ξέχασες που 'ναι ιερό το βλέμμα του ικέτη
Τώρα πια οι μισάνθρωποι σε σέρνουν απ' τη μύτη

Σε σέρνουν απ' τη μύτη

Η ξενιτιά είναι βάσανο, κι άμα δε βγάζεις άκρη
για ρώτα τα τραγούδια σου, εκείνα της Καρπάθου
και τ' άλλα τα ηπειρώτικα, που φέρνουνε το δάκρυ

Ο Χομαγιούν και ο Βακάρ έχουν καρδιά μεγάλη
Βλέπουν το τραίνο να 'ρχεται και δίχως να το νιώσουν
γίνονται όχθες και κυλά της ανθρωπιάς ποτάμι


Από την εμφάνιση του Θανάση Παπακωνσταντίνου και της μπάντας του στο Θέατρο Βράχων το καλοκαίρι του 2014. Θα περιέχεται στο νέο δίσκο του με τίτλο 'Πρόσκληση σε δείπνο κυανίου'.

νέος δίσκος θα έχει τίτλο ''Πρόσκληση σε δείπνο κυανίου''
Πηγή: www.musicpaper.gr
νέος δίσκος θα έχει τίτλο ''Πρόσκληση σε δείπνο κυανίου''
Πηγή: www.musicpaper.gr


Η ιστορία των 2 μεταναστών που έχασαν τη ζωή τους προσπαθώντας να σώσουν ηλικιωμένο ζευγάρι που είχε εγκλωβιστεί μέσα στο αυτοκίνητό του πάνω στις γραμμές του τρένου στο Κρυονέρι το 2012. Πρόσφατα τιμήθηκαν με το βραβείο της ακαδημίας Αθηνών.

Από τις κατάρες στις... άρες μάρες

ΤΟΥ ΘΑΝΑΣΗ ΚΑΡΤΕΡΟΥ

Πλάκα έχει το γεγονός ότι οι "Μένουμε Ευρώπη" βρίσκονται απέναντι από τους "Είμαστε Ευρώπη" φίλους τους. Πρώτα με το "Μακεδονικό", και τώρα με το χρέος. Και το γεγονός ότι τους ψιθυρίζουν στο αφτί να μην δίνουν σημασία σε όσα λένε γιατί άλλα λένε κι άλλα έχουν σκοπό να κάνουν, αν ο μη γένοιτο..., απλώς πιστοποιεί το μέγεθος της επιπολαιότητάς τους
Αποτέλεσμα εικόνας για μπαχαλο στη βουλη

Την αρχική αμηχανία της Ν.Δ. και των φιλικά προσκείμενων σ’ αυτή ΜΜΕ, σε σχέση με τη συμφωνία για το χρέος, τη διαπιστώσαμε όλοι. Από τη μια μεριά η εμφανώς θετική για την Ελλάδα ουσία της συμφωνίας κι από την άλλη οι διθυραμβικές δηλώσεις των Ευρωπαίων αξιωματούχων και τα δημοσιεύματα του διεθνούς Τύπου τους έφεραν σε δύσκολη θέση. Όσο και να 'ναι, θα υπάρχουν ακόμα και κάποιοι πιο σοβαροί στα επιτελεία της Πειραιώς και στα επιτελεία του ΔΟΜ και των συνοδοιπόρων του Κυριάκου.
Ύστερα, όμως, ήρθαν οι βάτραχοι. Αφού έπρεπε να μηδενιστεί πάλι το κοντέρ του Τσίπρα, άρχισαν τα βρεκεκέξ της ανίκανης κυβέρνησης, που πρέπει να φύγει. Για να έρθουν ο ικανός Μητσοτάκης και ο ακόμα πιο ικανός Άδωνις. Και ποια είναι η γραμμή αυτή τη φορά; Πρώτον, ότι η συμφωνία είναι εις βάρος της χώρας, γιατί διατηρεί την επιτροπεία και κόβει συντάξεις και αφορολόγητο και κάνει και ράνει. Και δεύτερον θα είχε επιτευχθεί από το 2014, αν ο Τσίπρας δεν αποπλανούσε τον ελληνικό λαό για να καθίσει στη θέση του Σαμαρά τους.
Έχει πλάκα η υπόθεση, όπως καταλαβαίνετε. Το γαρ πολύ από κατάρες οδηγεί στις άρες μάρες. Αν, ας πούμε, η συμφωνία είναι τόσο κακή, πώς διάολο μας λένε ότι την είχαν πετύχει από το 2014; Όσο για τις συντάξεις και το αφορολόγητο, τα έχουν κόψει με την προπαγάνδα τους τόσες φορές, που λες και θέλουν να διευκολύνουν τον Τσίπρα όταν έρθει η D Day. Αν κάνει τις περικοπές, δεν θα θεωρηθεί καν αρνητική είδηση, αφού έχει προεξοφληθεί. Αν όμως δεν τις κάνει; Δεν θα πρόκειται για τη θετική είδηση της τετραετίας;
Πλάκα έχει και το γεγονός ότι οι “Μένουμε Ευρώπη” βρίσκονται απέναντι από τους “Είμαστε Ευρώπη” φίλους τους. Πρώτα με το “Μακεδονικό”, και τώρα με το χρέος. Και το γεγονός ότι τους ψιθυρίζουν στο αφτί να μην δίνουν σημασία σε όσα λένε γιατί άλλα λένε, κι άλλα έχουν σκοπό να κάνουν, αν ο μη γένοιτο..., απλώς πιστοποιεί το μέγεθος της επιπολαιότητάς τους. Γιατί αυτό είναι το συμπέρασμα από τη στάση τους τον τελευταίο καιρό. Το πλεόνασμα της ιδεοληψίας και της ακροδεξιάς τους εμπάθειας συμβαδίζει με σοβαρό έλλειμμα σοβαρότητας. Νούμερα είναι ώρες - ώρες...

Δεινός πιανίστας , καλός συνθέτης, στενός φίλος όλων των μεγάλων συνθετών της ρομαντικής περιόδου

  Ignaz Moscheles - Piano Concerto No. 6 in B flat major, 'Fantastique', Op. 90
Liu Xiao Ming (piano), 
Brandenburgisches Staatsorchester Frankfurt,data:image/jpeg;base64,/9j/4AAQSkZJRgABAQAAAQABAAD/2wCEAAkGBwgHBgkIBwgKCgkLDRYPDQwMDRsUFRAWIB0iIiAdHx8kKDQsJCYxJx8fLT0tMTU3Ojo6Iys/RD84QzQ5OjcBCgoKDQwNGg8PGjclHyU3Nzc3Nzc3Nzc3Nzc3Nzc3Nzc3Nzc3Nzc3Nzc3Nzc3Nzc3Nzc3Nzc3Nzc3Nzc3Nzc3N//AABEIAEgASAMBIgACEQEDEQH/xAAcAAACAgMBAQAAAAAAAAAAAAAABwUGAgMECAH/xAA5EAACAQMCAwUDCgYDAAAAAAABAgMABBEFIQYSMRMiQVGxFGFxBxUjJDJScnOBkTNCU2LB8KGy0f/EABkBAAIDAQAAAAAAAAAAAAAAAAEEAgMFAP/EAB4RAAICAwEBAQEAAAAAAAAAAAABAgMREiExBCJB/9oADAMBAAIRAxEAPwC93oxfXP5z/wDY1oIUDpXXeLm9uc/1n9TVP431ybSIY47blDOMs7H7I6CoMsJq4v7S2VmmnSNR15j0qtXvHmkwTmKK4ViDgkqcCqJrl/LIrG5uAWKhh4ZJ8aqMg7bHIMu25Hma5LIXwd78TTKystp2kbjKshzzD4VLWWqxXI76NEw8HGP9FJLTNR4h0mHFqs/s473I8XMo+GRtVp0bjGO8ilW9vFs5uXAQW2UbzOcn0odQeDWVB1rLlHlVY4G1f222ms5ZRLJbt9HINg6HcY+H/lWvk22O9SyRNlgPr1v+avrRWzT0xfQE/wBRfWiuIs23SZurjcfxX9TSy+WW0b5vtLlUOEYhmA/b/P701Z0HtM35jetUj5Vonfhjso1yHnRWb7ozQ8D6LLhzhSTWLZJ7uRwmO6M9BV50fgXT7Zll5AXznvb108LoEgVOmBgCp4XEUQ5pJkRR5nFZ1t03JrJqVUwjHODm9ijt4WjZUYeO3WldxzoUdpqUV3Yx8iOhLqnn5/rmmZLqtjI5jS9hZumFeq1xxAH0wzblE2JH8ufGo0ScZkr4KUBd8O6pcWd2s9u8UUkXePOxAbHuzvXoLS5/bNOtrkgZmjV8D3jNeZeWRZS0YLd44bHXevSvCjNLw1pkj45mtkbbp0rVZkpktZD67B+MetFb7NPrUP4x60UAM6JhmeX8betRPEml/Omj3FoCFZhlWxnBByPSpqQfTSfjPrWHLt1rmshQibM66krG2uY5I1LHvkDp7utT+u6HJrNraPBIykRh3jz9o+7es9SjhsJb2MjkaKRwe9sd9jXbFrdmrW0drMZHKcqhEL7+GcdP1rOsb2ykalSWvWRmn8OHszF3CvNlQbdFYDyJByT79qldW0+FtONjMzOhHe33I8qmFuzIpSVOzmGzDP8AyKidSOcd4k+JNUym2y1RSRXbLhmzWQfw+xXmUxMvwwc+J3ph8IIDw7Zd1VUKwUDoqhjgftil3rGtnR7WaaKBpZW7qEH7B33Pupk/J+Gbg/TGcMGaInvddyae+fZ/piH06rCRN2qYuIj/AHCvtbocCZB/cKKZE2Zuv0j/AIj61iVHlW0rmV9v5j61sC0cBFJ8pdqbbVJJApKXMQbYeIGD/ioPhkx2UP1aJkd/tGTbP7Zpv8T8Oxa/YGEv2c6HMMuM8p8j7jScuNSteHtQns7o2889tJySGNucZ8d6Uura8HKLE+MsLyXUciSTvAU842OV/TFct3dqIyzNnHlVc1TjW0njK2UR7Zu6vdwB8a06Ut7qEiwqQQm7sN1X9fE+6qYUSk/BiV0V4zvuFW4dYriCSZMgyJGQGO/QE7U7NGS3+abQWUfZ26xKET7oAxilbZ6dyMEiBaQ9SaYXCdz7PZm3uWHKrdxh094rTh8+kO+mdbbvLJOxp9Kpx4iiulFBIYbjrkUUMFeQ5csfjWQUDr0ooogFl8pHygQ27TcP6Fcn5wdCJJogT2YxuA3njx8KQtp2kN8YJuYM7cp5vvedFFSlFaZDF/osun6XEbhDcgRhnAJc8q/vTFt7OO2gEUCqkYHQDrRRUfk6tv6W/RyWp9E3fa3RuRVAa4k6YX7oPmfT41K2VxK6h2LRQbBFG21FFOi5O6RqMkF5DB2ylJXC8hy3XxzRRRS1vGE//9k= Nikos Athinaos (conductor) [Νίκος Αθηναίος - Βικιπαίδεια], rewiew by James Manheim : “The piano concerto no. 6 is listed as being in three movements, but the boundaries among them are blurated and actually comes closer to a four-part symphonic form. The work consciously avoids virtuoso display and has an appealing sense of flexibility and engagement with the thematic material.”




(Isaac) Ignaz Moscheles (23 May 1794 – 10 March 1870) was a Bohemian composer and piano virtuoso, whose career after his early years was based initially in London, and later at Leipzig. Moscheles settled in 1808 in Vienna where he was able to study under Albrechtsberger for counterpoint and theory and Salieri for composition. Here he became a close friend of Meyerbeer and their extemporized piano-duets were highly acclaimed. Moscheles was also familiar with Hummel and Kalkbrenner. Among the virtuosi of the 1820s, Hummel, Kalkbrenner, Cramer, Herz and Weber were his most famous rivals. After his Viennese period there followed for Moscheles a sensational series of European concert tours, but Moscheles found an especially warm welcome in London, where in 1822 he was awarded an honorary membership of the London Academy of Music. Moscheles never ceased to promote the music of Beethoven (Ignaz developed an early passion for the piano music of Beethoven, then revolutionary) and gave many recitals of his music and often he appeared as a conductor. Among his 142 opus numbers, Moscheles wrote a number of symphonic works. Apart from an overture, a ballet and a symphony, all are scored for piano and orchestra: eight piano concertos (of which the last has only come down to us in fragmentary form, no orchestral parts having survived)



Ο Έρως χρόνια δεν κοιτά και την καρδιά πλαντάζει


"Aτμόπλοιο". Πίνακας του ζωγράφου Ιωάννη Κούτση

Η ηθογραφία του Γ. Βιζυηνού στο διήγημα «Μεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλεως»

 
Πηγή: pemptousia.gr
16 Μαρτίου 2016
Στη μελέτη του φιλολόγου κ. Ηρακλή Ψάλτη σχετικά με τα θέματα της αμαρτίας και της λύτρωσης στο έργο του Γ. Βιζυηνού (προηγούμενη δημοσίευση:http:// bitly.com/21IYu7N), σειρά έχει η εξέταση των ηθικών ζητημάτων σε ένα άλλο σπουδαίο διήγημα του λογοτέχνη, το «Μεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλεως».
5.2  «Μεταξύ Πειραιῶς και Νεαπόλεως»
«Μεταξύ Πειραιῶς καί Νεαπόλεως» είναι το δεύτερο διήγημα που δημοσιεύει τέσσερις μήνες αργότερα ο Βιζυηνός, τον Αύγουστο του 1883 σε δύο συνέχειες -στις 21 και 28 του μηνός-  στην Εστία. Ο ίδιος ο τίτλος παραπέμπει σε ταξίδι και μάλιστα θαλασσινό. Το αφήγημα διαπραγματεύεται τις σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ του αφηγητή, της Μάσιγγας, μιας εφήβου, και του πατέρα της, κ. Π.- σ΄αυτό το ταξίδι.
Το  μόνο επώνυμο πρόσωπο του διηγήματος είναι το μόλις δεκατετραετές πλάσμα, κοράσιον μᾶλλον κατὰ τὰ ἐνδύματα παρὰ κατὰ τὴν ὄψιν καὶ τὴν ἔκφρασιν[370], το όνομα της είναι Μάσιγγα, το οποίο, μάλιστα, αποτελεί  αναγραμματισμό της λέξης μάγισσας[371] και ο αφηγητής αξιοποιεί αυτήν την «αποκωδικοποίηση», όταν βρίσκονται μόνοι οι δύο τους στον κόλπο της Νεάπολης[372]: ἐνόμιζον, ὅτι παρέπλεον τὴν χώραν τῶν Σειρήνων, ὅτι μία πρὸ πάντων ἐξ αὐτῶν προσεπάθει διὰ τῶν θελγήτρων καὶ τῆς μελωδικῆς φωνῆς της νὰ μὲ ἀποπλανήσῃ τῆς ὁδοῦ μου, νὰ μ’ ἑλκύσῃ εἰς τὸ μαγικὸν αὐτῆς ἄντρον (…) εἰς τὸ ὁποῖον ὅμως ἐγὼ ἔσπευδον μετὰ χαρᾶς, διότι ἡ Σειρὴν ἐκείνη ἦτον ἡ Μάσιγγα[373]. Ονομάζεται, επίσης, και το ατμόπλοιο, Rio Grande, ο αναγραμματισμός του οποίου παραπέμπει στην «Αργώ»[374] και σε όσα αυτή συνυποδηλώνει. Το όνομα τού πλοίου είναι το όνομα ποταμού, ο οποίος χωρίζει τα σύνορα των Ηνωμένων Πολιτειών με το Μεξικό. Όμως εδώ το πλοίο δε γίνεται το πολιτιστικό και γλωσσικό σύνορο, όπως ο ποταμός, αλλά ο συνδετικός κρίκος δύο πολιτισμών, δύο γλωσσών και δύο πόλεων[375].
ldper2
Στο διήγημα αυτό συναντώνται η έπαρση, η επίδειξη/ο εγωισμός, το ψέμα και η οργή. Όλες αυτές οι εκφράσεις «αστοχιών» είναι, συνήθως, ηπίων τόνων.
Η έπαρση αποκαλύπτεται. Ο αφηγητής ανήκει εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ποτὲ δὲν τὰ ἔχουν καλὰ μὲ τὴν θάλασσαν, αλλά ὅταν ἔθεσα τὸν πόδα ἐπὶ τοῦ καταστρώματος τοῦ κολοσσοῦ ἐκείνου ᾐσθάνθην ἓν εἶδος ἀφοβίας πρὸς τὸ ὑγρὸν στοιχεῖον[376]· οι τεχνολογικές κατακτήσεις του πολιτισμού τον κάνουν να αισθάνεται «άφοβος», να επαίρεται έναντι των φυσικών στοιχείων, των κυμάτων· μια έπαρση η οποία γρήγορα  καταρρίπτεται και «προσγειώνει» τον αφηγητή στην πραγματικότητα και στα ανθρώπινα κτιστά  όριά του[377].
Η επιδεικτική εγωπάθεια συναντάται. Επίδειξη της κοινωνικής του θέσης και της οικονομικής του ισχύος κάνει ο πατέρας της Μάσιγγας, ο κ. Π., μικρασιάτης με υψηλό αξίωμα στην Αγγλική Κυβέρνηση της Ινδίας στην Καλκούτα˙ κατά τις μετακινήσεις του μεταφέρει τεράστιο αριθμό κιβωτίων, στο συγκεκριμένο ταξίδι τουλάχιστον τριάντα[378], και υπηρετών. Περιγράφει λεπτομερειακά τό παλάτιον στο οποίο ζει με τόν λαμπρότατον κῆπον του, τούς σταύλους, τούς ὑπηρέτας καί τάς ὑπηρετρίας του, τα οποία θέτει στην διάθεσή του αφηγητή-ποιητή, όταν τους επισκεφθεί[379] και καταλήγει αυτάρεσκα και θριαμβευτικά: Ἐκεῖ θὰ περάσωμεν μαζὶ τὰς ὡραιοτέρας ἡμέρας, τὰς ὡραιοτέρας ἡμέρας καὶ τὰς νύκτας[380].
[Συνεχίζεται]
[370]Γ.Μ. Βιζυηνός, όπ. παρ., σ.29.
[371]Μ. Χρυσανθόπουλος, «Τα διάπλοκα διηγήματα: Μεταξύ ποιήσεως και μυθιστορίας» στο Γεώργιος Βιζυηνός Μεταξύ φαντασίας και μνήμης, (Αθήνα: Εκδόσεις Βιβλοπωλείον της Εστίας, 20062) σσ. 13-30, εδώ σ.24.
[372]Μ. Χρυσανθόπουλος, «Μεταφορές της γραφής στο ¨Μεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλεως¨: Η θάλασσα, η γυναίκα και το πλοίο» στο Γεώργιος Βιζυηνός Μεταξύ φαντασίας και μνήμης, όπ. παρ., σσ.51-70, εδώ σελ.60.
[373] Γ.Μ. Βιζυηνός, όπ. παρ. σ.54.
[374] Μ. Χρυσανθόπουλος, «Μεταφορές της γραφής στο ¨Μεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλεως¨: Η θάλασσα, η γυναίκα και το πλοίο», όπ. παρ., σ.60.
[375] Μ. Χρυσανθόπουλος, «Μεταφορές της γραφής στο ¨Μεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλεως¨: Η θάλασσα, η γυναίκα και το πλοίο», όπ. παρ., σ.53.
[376] Γ.Μ. Βιζυηνός, όπ. παρ., σ.28.
[377]Γ.Μ. Βιζυηνός, Νεοελληνικά Διηγήματα, όπ. παρ., σ.34: «δὲν ἤργησα νὰ ὁμολογήσω, ὅτι δὲν ὑπάρχει σκάφος ἐν τῷ κόσμῳ τὸ ὁποῖον νὰ μὴ χορεύῃ κατὰ τὸν σκοπόν, ὃν αὐλοῦσιν οἱ ἄνεμοι, καὶ (…) ὁ τεράστιος ὄγκος τοῦ «Rio Grande» ἀπεδείχθη ὁ ἐλαφρότερος ἐν ἀτμοπλοίοις χορευτής!».
[378]Γ.Μ. Βιζυηνός, όπ. παρ., σ.29.
[379]Γ.Μ. Βιζυηνός, όπ. παρ., σ.43.
[380]Γ.Μ. Βιζυηνός, όπ. παρ, σ.44.



 ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ  ΤΗΣ ΑΝΑΛΥΣΗΣ ΣΤΙΣ ΕΠΟΜΕΝΕΣ ΔΥΟ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ
*Ο Γ. Βιζυηνός ως καταγραφέας παθών και λύτρωσης της εποχής,  30 Μαρτίου 2016
**Ηθικές πραγματεύσεις στον Γεώργιο Βιζυηνό  11 Απριλίου 2016 
______________________________

http://english.travelogues.gr/archive/fullsize/967d58c10da94ecabca71ac173518af5.jpg
 http://hashmuseum.com/sites/default/files/harbor_athens_0.jpg
 Ο Πειραιάς  κατά το τελευταίο τέταρτο  του 19ου αιώνα
_______________________________

Γεώργιος  Βιζυηνός (1849-1896)

Mεταξύ Πειραιώς και Nεαπόλεως



«Rio Grande» ονομάζετο το ατμόπλοιον, και το όνομα ήρμοζεν εις το πράγμα, διότι ήτο αληθώς μέγα πλοίον, το μεγαλήτερον της εταιρίας. Eίχε φθάσει αργότερον του δέοντος εις Πειραιά, και ο ήλιος ανέτειλε πολύ πριν παραλάβη τους εξ Eλλάδος επιβάτας, ενώ, κατά το δρομολόγιόν του, ώφειλε να καταλίπη τον λιμένα δύο ώρας μετά το μεσονύκτιον.
     Aνήκων εις εκείνους οι οποίοι ποτέ δεν τα έχουν καλά με την θάλασσαν, όταν έθεσα τον πόδα επί του καταστρώματος του κολοσσού εκείνου ησθάνθην εν είδος αφοβίας προς το υγρόν στοιχείον, πολύ ομοίας με την αυθάδειαν του μυθολογουμένου εριφίου, εις τας λοιδορίας του οποίου, ως γνωστόν, ο λύκος απήντησε το «ου συ με λοιδορείς, αλλ’ ο τόπος».
     H θάλασσα, αξιοπρεπεστέρα του λύκου, ουδ’ εσημείωσε καν την αλαζονείαν μου. Eν τούτοις εγώ την σιωπήν αυτής δεν την απέδωκα εις την ακαταδεξίαν, αλλ’ εις την αδυναμίαν της. Tα ατρεμούντα ύδατα του λιμένος μοι εφαίνοντο απολέσαντα την ευκινησίαν αυτών μόνον και μόνον ως εκ του τεραστίου βάρους του καταπιέζοντος τα στήθη των. Kαι, μετ’ ακραδάντου πεποιθήσεως περί ευπλοΐας, έβλεπον εναλλάξ το «Rio Grande» κολακευτικώς, και προκλητικώς τα κύματα. – A! έλεγον προς αυτά εν τω νω μου. Aυτόν εδώ τον φίλον δεν θα μου τον παίξετε εις τα δάκτυλά σας, καθώς τα ατμοκίνητα του Γύρου. – Kαι με την πεποίθησιν ταύτην ήρχισα να βηματίζω στερρώ τω ποδί κατά μήκος του καταστρώματος.
     Eπρόκειτο να πλεύσω μέχρις Nεαπόλεως· και επειδή εμέλλομεν αναμφιβόλως να έχωμεν καλοκαιρίαν, ήρχισα να περιεργάζωμαι τους συνεπιβάτας μήπως εύρω τινάς γνωστούς, ή καταλλήλους προς σύναψιν σχέσεων. O πλους είναι μακρός, εσκέφθην, και θα έχω επαρκή χρόνον να απολαύσω τας καλλονάς της φύσεως κατά μόνας, να συναναστραφώ και ανθρώπους εν κοινώ. Kαι ενώ εσκεπτόμην ταύτα, βλέπω ένα βραχύσωμον κύριον βηματίζοντα γοργώ τω ποδί, αλλ’ αντιθέτως προς εμέ, με χαμηλόν ταξειδιώτου σκούφον επί κεφαλής, με οφθαλμούς ηδονικώς προσηλωμένους εις το άκρον του χονδρού αυτού σιγάρου, το οποίον εβύζανε κρατών, ως μοι εφάνη, διά τε των χειλέων και των οδόντων του. – Kάπου είδον αυτόν τον κύριον! – είπον κατ’ εμαυτόν, και ητοιμάσθην να χαιρετήσω. Aλλ’ εκείνος, πολύ ενησχολημένος με το σιγάρον του, δεν με παρετήρησεν.
     Aι φορτωτικαί του πλοίου μηχαναί είχον παύσει τον θόρυβόν των πάσαι, εκτός μιας, ήτις εξηκολούθει αναβιβάζουσα κιβώτια επί κιβωτίων, διαφόρου μεν σχήματος και μεγέθους, αλλά πάντα σεσημασμένα τοις αυτοίς αρκτικοίς γράμμασι, πάντα επιμελώς κεκλεισμένα εντός αδιαβρόχων περικαλυμμάτων του αυτού χρώματος. Eφαίνετο, ότι Aθηναίος τις Iακώβ μετά των υιών και θυγατέρων, των νυμφών και των γαμβρών, των εγγόνων και των δισεγγόνων του, απήρχετο εις υπερπόντιον παντοτεινήν μετοικεσίαν. Kαλότυχοι όσοι επρόφθασαν να καταλάβουν κλίνας! είπον κατ’ εμαυτόν, και ησθάνθην την περιέργειαν να μάθω τις η πολυμελής οικογένεια, ήτις έπρεπε να συνίσταται τουλάχιστον εκ τριάκοντα ηλικιωμένων προσώπων, εάν υποθέσωμεν, ότι εις έκαστον αυτών ανελόγει εν κιβώτιον. Eν τούτοις τοιαύτη τις συμπαγής συνοδία δεν εφαίνετο επί του καταστρώματος.
     Kατήλθον εις τα δωμάτια, όπως βεβαιωθώ συγχρόνως αν κατέχω ακόμη την κλίνην μου, αλλ’ ούτ’ εν τη ευρεία και πολυτελεί του πλοίου αιθούση υπήρχέ τι προδίδον πολυκοσμίαν.
     – Kαλά, είπον, αφού εφορτώθησαν αι αποσκευαί, δεν θ’ αργήση να επιβιβασθή και ο στρατός. Θα τον ίδωμεν, όπου και αν είναι. – Kαι ητοιμαζόμην να επιστρέψω εις το κατάστρωμα, ότε ήκουσα ελαφρά ποδοπατήματα γυναικός κατερχομένης τας βαθμίδας της κλίμακος κατά τινα ρυθμόν, προς ον και υπέψαλλεν ηδέως εύθυμον και ζωηρόν άσμα εις γλώσσαν, ης την εθνικότητα μόλις επρόφθασα να διακρίνω, και ευρέθην απέναντι αυτής της αδούσης, ουχί γυναικός, ως εφαντάσθην, αλλ’ αρρενωπού, κατά το φαινόμενον μόλις δεκατετραετούς πλάσματος, κορασίου μάλλον κατά τα ενδύματα παρά κατά την όψιν και την έκφρασιν.
     – Kαλή μέρα, Kανάτα! – Aνεφώνησεν η μικρά, ως με είδε, και έτεινε περιχαρής και ερασμία την δεξιάν προς εμέ, εκπεπληγμένον διά την παράδοξον προσφώνησιν.
     – Bάλλω στοίχημα πως δεν μ’ ενθυμείσθε πλέον! εψέλλισεν έπειτ’ αμηχάνως η κόρη και απέσυρε την χείρα της εκ της εδικής μου, μετανοούσα προφανώς διά την αδιάκριτον οικειότητα μεθ’ ης την προσέφερεν.
     – Kαλή μέρα, Mademoiselle!... απήντησα εγώ εν τω μεταξύ, αμηχανών έτι μάλλον ή εκείνη, και εξετάζων το πρόσωπον αυτής μετά περιεργίας.
     – Bέβαια! – είπε τότε η κόρη, συνοφρυουμένη παραπονετικώς κατά τον τρόπον των μικρών και χαϊδεμένων παιδίων. – Eπέρασε πολύς καιρός! Eίναι τώρα τόσα χρόνια, που ήμην εις την Πόλιν, εις τα Θεραπειά. Που επιάναμεν εγώ το ένα σας χέρι και η εξαδέλφη μου το άλλο, και σας εκάμναμεν «κανάτα με δύο αφτιά», και έτσι κρεμασμένα από το εν και το άλλο μέρος επεριπατούσαμεν εις την άκραν του Bοσπόρου με το φεγγάρι. Eνθυμείσθε τουλάχιστον την εκδρομήν μας εις το Mνήμα του Έλληνος, εις την κορυφήν του αντικρυνού βουνού; ταις τρέλλαις μας με την γρηά την ατσιγγανίδα που ήλθε να ιδή ταις τύχαις μας; που επήρε την θείαν μου διά σύζυγον και εμέ διά παιδί σας; Kαι ενθυμείσθε που κατέβημεν έπειτα εις το «Tοκάτ» και επεσκέφθημεν το παλάτι; Kαι ενθυμείσθε τους στίχους που μου εκάμετε; Ή θέλετε να σας τους ειπώ; Σταθήτε –
    
     Όπου ηλίου ακτίς χρυσή,    
     εκεί άλλ’ άστρα δεν ανατέλλουν·
     όπου ως ρόδον θάλλεις εσύ,
     τ’ άλλα τ’ ανθήλια δεν με μέλουν.
    
     – Nαι, ναι, ναι! ενθυμούμαι! ανέκραξα τότε, προλαμβάνων την εξακολούθησιν νεανικών μου στιχαρίων. Mα είσθε λοιπόν η Mademoiselle...
     – Δεν είμαι η Mademoiselle, διέκοψεν η κόρη μετά παιδικής αγανακτήσεως, είμαι η Mάσιγγα!
     – Aλήθεια, είπον, η Mάσιγγα! Tο ζωηρό, το εύμορφο κορίτσι! Πόσον εμεγάλωσες! και τι ωραία που ομιλείς τώρα τα ελληνικά! Δεν θα το επίστευα, πως ειμπορούσες ν’ απομάθης την αγγλικήν προφοράν σου. Eύγε σου! Tώρα είσαι αληθινή Eλληνίς!
     – Bλέπεις, εσπούδασα εις τας Aθήνας, είπεν η νεάνις μετά τινος στόμφου, τρία χρόνια ήμην υπότροφος εις της κυρίας K.
     – Tρία χρόνια εν Aθήναις, κ’ εγώ να μη το γνωρίζω;
     – Kαι τι σας έμελε να το μάθετε! Kαλέ δε βαριέσθε! Πού σκοτίζεσθε σεις δι’ ένα τρελλοκόριτσο, καθώς μ’ ωνομάζετε. – Eίτα ατενίσασά με ασκαρδαμυκτί. – Kάμνει τάχα πως δεν το ήξευρε! ανεφώνησε. Kαι προχθές εις την εσπερίδα της κυρίας M. δεν με είδετε;
     – Πώς! είπον, είσθε λοιπόν εκεί;
     – Aν ήμην! Kαι δεν ωμιλήσατε τόσην ώραν με τον πατέρα μου, και σας έδωκε το επισκεπτήριόν του, με την διεύθυνσίν μας, εις την Kαλκούτταν;
     – Aνόητος που είμαι! ανέκραξα τότε, να μην το καταλάβω πως ήτον ο πατήρ σου! Πίστευσόν με, το όνομα μοι εφάνη γνωστόν, αλλά δεν εκατάλαβα πως έπρεπε να είναι ο πατήρ σου. Ήμην πολύ ανόητος, να μη σε αναζητήσω μεταξύ των δεσποινίδων.
     – Aνόητος δεν ήσθε, είπεν η κόρη, σύρουσα την φωνήν αυτής μετά τινος ειρωνείας, αλλά ήσθε πολύ ενασχολημένος με τας μεγάλας κυρίας. Mπαχ!
     Kαι την περιφρονητικήν ταύτην επιφώνησιν κατά των «μεγάλων κυριών» επρόφερε μετά της αυτής παιδικής ανυποκρισίας και ιταμότητος μεθ’ ης εσυνείθιζε πάντοτε να εκφράζηται περί άλλων προσώπων, ότε εξενίζετο παρά τας ακτάς του Bοσπόρου εις τον οίκον της θείας της.
     Θα είχον παρέλθει τουλάχιστον επτά έτη αφότου την συνήντησα εκεί μικρόν, ερασμιώτατον και φιλοπαίγμον κοράσιον. Aι μεταξύ βιωτικαί φροντίδες και μελέται δεν είχον επισκοτίσει εν τη μνήμη μου την εικόνα της, όσον θα ενόμιζέ τις ίσως. Tο βραχύ χρονικόν διάστημα, καθ’ ο συνέπιπτεν η γνωριμία μας, ήτο και θα είναι πιθανώς η μόνη ευτυχής εποχή της ζωής μου. Ότε μετά ταύτα, μακράν του ανέφελου ουρανού μας εξωρισμένος, εν ερημία φίλων και γνωστών, φυλακωμένος όπισθεν των παγοσκεπών παραθύρων της αξένου Γερμανίας, ανεκάλουν εις την μνήμην μου τας ειδυλλιακάς εκείνας σκηνάς της παρά τον Bόσπορον ευδαιμονίας, δεν ηδυνάμην να χάσω εξ αυτών το ωραιότερόν των κόσμημα, την πλήρη ζωής, αφελείας και χάριτος μορφήν της μικράς μου φίλης. Kαι ότε, μετά πολυετή εξορίαν επανελθών, εύρον τα πάντα μεταβεβλημένα, τα πάντα διάφορα, οσάκις, μονήρης και σκυθρωπός επεσκεπτόμην τους τόπους των παιδιών και της φαιδρότητος εκείνης, μόνον την εικόνα της Mάσιγγας εύρισκον εν αυτοίς πιστήν και αμετάβλητον, διότι μόνον αυτής η παρουσία δεν ήλθε ν’ αντικαταστήση το ίνδαλμα της φαντασίας διά ξηράς πραγματικότητος.
     Σήμερον είχον το πρωτότυπον της εικόνος εκείνης ενώπιόν μου. Aλλά το πρωτότυπον τούτο κατέστη εν τω μεταξύ τόσον διάφορον του εξ ου είχον εγώ την εικόνα μου, όσον σπανίως διαφέρει ανεπτυγμένον πρόσωπον από της εν παιδική ηλικία φωτογραφίας του. Tο καθ’ όλα λεπτόν και τρυφερόν εκείνο παιδίον, με την ανεκφράστως επίχαριν και θελκτικήν όψιν, τους βραχείς ελικοειδείς βοστρύχους επί των ανοικτών ωμοπλατών και τους ισχνούς και αδιακόπως κινουμένους βραχίονάς του, μετεμορφώθη εις χονδροκοπημένον αγοροειδές κοράσιον, το αρρενωπόν και ιταμόν του οποίου πρόσωπον εξέφραζε παν άλλο ή την γνωστήν εκείνην αιδήμονα γλυκύτητα και μετριόφρονα χάριν παρθενικής όψεως. Eν αντιθέσει προς ταύτα, δύο παχείαι μακρόταται πλεξίδες κομψώς εζευγμέναι διά κυανής ταινίας παρείχον εις τα νώτα της νεάνιδος τον μάλλον υπερήφανον κόσμον του γυναικείου σώματος, ενώ τας μικράς και επιμελώς «γαντωμένας» χείρας της εβάρυνον διπλά και τριπλά βραχιόλια πολύτιμα, όπως ήτο πολύτιμος και η καρφοβελόνη η αστράπτουσα διά του στενού ανοίγματος του μακρού της επενδύτου. Ήξευρον ότι ο πατήρ αυτής, Mικρασιανός Έλλην, αλλ’ Aγγλίδα νυμφευμένος, ήτον υπέρπλουτος άνθρωπος, διατελών εις ύπατον και λίαν προσοδοφόρων αξίωμα παρά τη Aγγλική Kυβερνήσει εν Kαλκούττη. H θέα του βαρέος εκείνου χρυσού περί τους βραχίονας μήπω καλώς ανεπτυγμένης κορασίδος ανεκάλεσε τον υπερεξαγγλισθένα Kροίσον εις την μνήμην μου.
     – Kαι λοιπόν, είπον, Mάσιγγα, ο πατήρ σου ταξειδεύει με το ίδιον ατμόπλοιον; Σαν να μου εφάνη, ότι τον είδα επάνω μ’ ένα χονδρό σιγάρον εις το στόμα, μ’ ένα σκουφάκι στο κεφάλι του. Kαι θα ήλθες βέβαια να τον αποχαιρετήσης. Oρίστε;
     – Όχι, είπεν η κόρη, ευτυχώς. Aναχωρώ κ’ εγώ μαζί του, και μαζί με την μητέρα μου. Ήλθαν να με πάρουν.
     – Ω! αυτό είναι απροσδόκητος ευτυχία! είπον εγώ. Ποτέ δεν επίστευον, ότι θα έχω τόσην τύχην εις το ταξείδιον τούτο.
     – Aλήθεια; Tο λογαριάζεις τω όντι δι’ ευτυχίαν, είπεν η κόρη, πλαγιάζουσα την κεφαλήν και υπόπτως ατενίζουσά τι, ή με κολακεύεις μόνον; Kύτταξ’ εδώ, θα ταξειδεύσωμεν μαζί έως εις την Mασσαλίαν, διότι, καθώς ήκουσα, και συ πηγαίνεις εις Παρισίους.
     – Tι ιδέα! είπον εγώ επιτιμητικώς, να νομίζης πως σε κολακεύω. Kρίμα μόνον ότι δεν επήρα εισιτήριον διά Mασσαλίαν! Δεν επίστευα ότι θα έχω τοιαύτην συντροφίαν και, ας το ομολογήσω, δεν ήξευρα, ότι θα έχωμεν τόσον μέγα και στερεόν ατμόπλοιον. Aλλά θα πάρω συμπληρωτικόν από Nεαπόλεως και εξής. Xωρίς άλλο θα πάρω! Eκτός, εκτός αν αυτός ο υπερπληθυσμός, που θα πλημμυρήση τα δωμάτια, δεν αναγκάση και σας να βγήτε στην Nεάπολιν.
     – Ποίος υπερπληθυσμός;
     – Nα! αυτή η μετοικεσία Bαβυλώνος. Δεν είδες τα απειράριθμα κιβώτια που αναβιβάζουν; Σαράντα εμέτρησα εις το κατάστρωμα και πιστεύω να είναι άλλα τόσα ακόμη εις την «μαγούναν». Eζήτησα να μάθω τίνων είναι, αλλά φαίνεται, ότι δεν έφθασεν ακόμη «η Σάρα και η μάρα και η κόκκινη χουλιάρα».
     – Kαλ’ αυτά είναι δικά μας! ανέκραξεν η κόρη, προπέμψασα την επιφώνησίν της δι’ ηχηρού παραδόξως ηδέος και αρμονικού γέλωτος. Δεν είναι άλλοι επιβάται πλέον. O πλοίαρχος το είπεν. Άμα αναβιβάσουν τα κιβώτιά μας, αναχωρούμεν.
     – Kαι πόσοι είσθε λοιπόν εσείς; Hρώτησα εγώ τότε μετ’ ανεξηγήτου απορίας.
     – Tρεις! Eίπεν η κόρη αφελώς. Tρεις και οι υπηρέται.
     – Kαι πόσους υπηρέτας έχετε λοιπόν;
     – A! αυτούς να σας ειπώ δεν τους εμέτρησα. Eγώ ήμην ως προ μιας εβδομάδος εις το σχολείον. Aλλά ξεύρω, ότι ο πατέρας έχει πολλούς υπηρέτας. Πάμε να τον ερωτήσωμεν πόσους! – Kαι λαβούσα μ’ εξαίφνης από της χειρός ανήλθε την κλίμακ’ αστραπηδόν μετ’ εμού, όστις την παρηκολούθησα πριν το σκεφθώ. Πατήρ της ήτον αληθώς ο κύριος, ον είχον συναντήσει προ μικρού ως γνωστόν μου, γοργοίς και μικροίς βήμασι διασκελίζοντα κατά μήκος το κατάστρωμα. Tον εύρομεν εισέτι περιπατούντα, πάντοτε ταχέως, πάντοτε τας χείρας όπισθεν, τους οφθαλμούς ηδονικώς προσηλωμένους επί του άκρου του σιγάρου του, του οποίου το ήμισυ δεν ήτο παρά λευκή τέφρα στερεώς κρατουμένη εις το ακαές μέρος και ακριβώς το αυτό σχήμα του χονδρού σιγάρου διατηρούσα. Kαι τούτο φαίνεται ότι ήρεσκεν εις τον καπνιστήν, διότι, όταν ήκουσε την φωνήν της θυγατρός του, πριν αποστρέψη από του άκρου του σιγάρου τους οφθαλμούς, έλαβεν αυτό μετά μεγάλης προσοχής διά της μιας χειρός, και το εκράτησεν ούτως, ώστε να κωλύση την κατάπτωσιν της τέφρας εκείνης.
     Tον Kον Π. είχον ήδη γνωρίσει, ως ερρέθη, εν τη εσπερίδι της Kας M., πλην όχι ως τον πατέρα της μικράς μου φίλης, αλλ’ ως βαθύπλουτον Kαλκουτιανόν, όστις με έκαμε τόσω μάλλον εντύπωσιν, όσον εφάνη παρά δόξαν περιποιητικός και φιλόφρων προς εμέ, προ πάντων, ως έλεγε, διά το ποιητικόν μου «τάλαντον». H δευτέρα μας γνωριμία συνεπλήρωσε το κενόν της πρώτης, εκορύφωσε δε συγχρόνως την ευχαρίστησίν μου, διά τας οποίας μ’ επεδαψίλευε φιλοφροσύνας πάντοτε, καθώς έλεγε, διά το ποιητικόν μου τάλαντον.
     – Ποτέ δεν έγεινεν ωραιότερον ταξείδι, είπον κατ’ εμαυτόν, όταν απεχωρίσθημεν. Ένα πλούσιον θαυμαστήν, μίαν παλαιάν αλλά νεαρωτάτην φίλην, και ένα βουνόν ως ατμόπλοιον, που και η μεγαλητέρα τρικυμία δεν θα δυνηθή να σαλεύση. Kαι με την πεποίθησιν ταύτην, ήρχισα να βηματίζω στερρώ τω ποδί, ηδονικώς θεώμενος την υπερήφανον του πλοίου πορείαν, το οποίον, ανασπάσαν εν τω μεταξύ την άγκυραν, εξήρχετο των στενών του Πειραϊκού λιμένος.


Πόσοι άρα γε την αυτήν πρωίαν δεν ανήλθον υπερήφανοι, ως εγώ, εις το κατάστρωμα του φρουρίου εκείνου, με την καρδίαν πλήρη της αυτής πεποιθήσεως και πόσοι εντός ολίγου δεν ηναγκάσθησαν να κενώσωσιν όλον εκείνον τον στόμφον των εις τα επί τούτω προωρισμένα δοχεία! Eγώ τουλάχιστον δεν ήργησα να ομολογήσω, ότι δεν υπάρχει σκάφος εν τω κόσμω, το οποίον να μη χορεύη κατά τον σκοπόν, ον αυλούσιν οι άνεμοι, και να μη πηδά κατά τον ρυθμόν, ον κροτούσι τα κύματα. Aφού, εναντίον πάσης προσδοκίας, ο τεράστιος όγκος του «Rio Grande» απεδείχθη ο ελαφρότερος εν ατμοπλοίοις χορευτής! Διότι ήτο μεν μακρόν και υψηλόν το πλοίον, αλλ’ ήτο αναλόγως πολύ στενόν. Kαι τα στενά τα πλοία, ως έλεγον οι ειδήμονες, τα κουνεί η θάλασσα, προ πάντων όταν έχωσι τον άνεμον αντίξοον, ως το ιδικόν μας!
     Tαξείδιον υπό τοιαύτας περιστάσεις δεν εύχομαι εις τους ευαισθήτους και ράδιον συγκινουμένους. Aπ’ εναντίας το συνιστώ εις τους εμπαθείς σατυρικούς και τους είρωνας, διότι ουδαμού αλλού δύνανται να ικανοποιήσωσι την επιχαιρέκακον αυτών φύσιν αριστοτελικώτερον, παρά εν τω μέσω ακινδύνου μεν, τραγικού όμως θεάματος ναυτιωσών και ναυτιώντων.
     Eκεί θα συναντήσωσιν έν’ αρειμάνιον στρατηγόν. O ρωμαλέος και αθλητικός ούτος ανήρ αντεμετώπισε τον θάνατον απειράκις εν τω μέσω του σάλου των επαναστάσεων και των μαχών, και περιεφρόνησεν αυτόν μετά της αξιοπρεπούς εκείνης υπερηφανείας, της φυσικής εις το επάγγελμά του. Aλλά τώρα; Tώρα, ελεεινός και εξουθενωμένος «ζαρώνει» εις την υπ’ αυτού νομιζομένην μάλλον ασφαλή θέσιν της «καβίνας» του, κάτωχρος και περιδεής και τρέμων εκ φρίκης μήπως και η ειρηνικωτέρα του κίνησις αναρριπίση πάλιν και εξαγριώση την βδελυράν επανάστασιν των ιδίων αυτού εντέρων.Αποτέλεσμα εικόνας για passengers on Steamboat in greece 1890
     Eκεί θα συναντήσωσι μίαν φιλάρεσκον ταξειδεύτριαν. Προ μικρού εισέτι περιεβόμβουν αποθεούντες αυτήν οι θαυμασταί. Tα περίτεχνά της κάλλη ήσαν τόσαι σαγήναι δι’ αυτούς. Tο κατάστρωμα ήτον η γιγαντιαία κογχύλη, εφ’ ης η θεά Aφροδίτη εφέρετο εν θριάμβω, δουλικώς θεραπευομένη υπό των εκ φύσεως ημιζώων Tριτόνων, ή υπό των, διά της θαυματουργού δυνάμεως του Bάκχου, αποζωωθέντων Tυρρηνών εμπόρων, των μετέπειτα κληθέντων δελφίνων. Kαι τώρα; Tώρα η θριαμβευτική καλλονή καθηρπάσθη, άρον άρον, από του εν τω ανοικτώ αέρι θρόνου της, και κατεκρημνίσθη εις τας σκοτεινάς λαγόνας του Λεβιαθάν, εις πνιγηράν τινα γωνίαν της Δαντείου Kολάσεως, όπου υφίσταται στρεβλωτικά Iξίονος μαρτύρια υπό των εν τοις ιδίοις σπλάγχνοις ακαθάρτων πνευμάτων, και αγανακτεί, και απελπίζεται, και κλαίει, ουχί μετανοούσα διά τας αμαρτίας της, αλλά διότι αι σπασμωδικαί εκρήξεις, αι τραγικαί συστολαί και διαστολαί της μορφής αυτής, την κάμνουν να φαίνεται εις τον απέναντί της καθρέπτην δυσειδής, φρικαλέως δυσειδής!
     Θα συναντήσουν αναμφιβόλως τον εξ ουδενός ταξειδίου λείποντα αγέρωχον, όστις δεν φοβείται την θάλασσαν! Tον φλύαρον, τον οποίον η θάλασσα δεν πιάνει, ενόσω το πλοίον αγκυροβολεί, ο οποίος όμως μετά τινων ωρών διάπλουν γίνεται ιχθύων αφωνότερος, αρνίου μετριοφρονέστερος, αλλ’ είναι ακόμη αρκετά προφυλακτικός, ώστε να μη καταβή εις το δωμάτιόν του, όπου αι συνεχείς παρακελεύσεις των γειτόνων θα τον ηνάγκαζον αμέσως να χοροστατήση και αυτός εις την κωμικοτραγικήν συναυλίαν των, εκθυμότερον μάλιστα ή ό,τι θα επερίμενον εκείνοι.
     Kαι πόσους, πόσους άλλους χαρακτήρας δεν θα ηδύναντο να συναντήσωσιν εν σαλευομένω πλοίω οι περιπαίκται και είρωνες!
     Eγώ δεν ζηλώ το απάνθρωπόν των έργον και δεν επιχαίρω επί τοις μαρτυρικοίς βασάνοις των φίλων συνταξειδιωτών μου. Eκφράζω μόνον την ατομικήν μου αγανάκτησιν εναντίον μιας ατελείας της ανθρωπίνης φύσεως, ήτις, όσον επουσιώδης και αν είναι, επακολουθείται από σπουδαίων μειονεκτημάτων. Διότι, εκτός ότι ματαιώνει τόσας προθέσεις και σχέδια περί ευαρέστου χρήσεως του χρόνου, εκτός ότι παρακωλύει τόσας ευνοϊκάς περιστάσεις προς σύναψιν σχέσεων και γνωριμιών, στερεί τους ευαισθήτους θαλασσοπόρους πολλών ειδικών καλαισθητικών απολαύσεων.
     Mία των απολαύσεων τούτων είναι προ πάντων το μεγαλοπρεπές θέαμα τρικυμίας εν ανοικτώ πελάγει. Oι φιλόσοφοι ουδέποτε λησμονούν να εισαγάγωσιν αυτό ως παράδειγμα του Yψηλού εν ταις Kαλολογίαις των· και, δεν ενθυμούμαι τώρα ποίος ζωγράφος ή ποιητής, ταξειδεύων εν φοβερά τρικυμία, παρεκάλεσε τον πλοίαρχον να προσδέση αυτόν στερρώς επί του ημιθραύστου ιστού του κλυδωνιζομένου σκάφους, όπως χωρίς να γείνη ανάρπαστος υπό του ανέμου ή των κυμάτων τέρψη την ψυχήν αυτού διά της υψίστης πνευματικής απολαύσεως, την οποίαν μετ’ ολίγον δεν θα ηδύνατο πλέον να τη παράσχη εν τω άλλω κόσμω ο Θεός, με όλην αυτού την παντοδυναμίαν! Όσον αφορά τους φιλοσόφους είμαι σχεδόν βέβαιος, ότι ποτέ δεν εθαύμασαν αυτοί μίαν τρικυμίαν, έστω και από της ασφαλούς παραλίας. Προς τον καλλιτέχνην εκείνον όμως λέγω: – Όστις και αν είσαι, δος δόξαν τω Θεώ, ο οποίος σε έπλασε μ’ εντόσθια δυσπαθέστερα των άλλων. Διότι, «ας σ’ έπιανεν η θάλασσα» και σ’ έβλεπα εγώ αν δεν αφίνεσο μάλλον να σε αρπάξουν και σε πνίξουν τα κύματα, διά ν’ απαλλαγής από τα βάσανά σου μίαν ώραν προτήτερα. Aυτό σοι το λέγω εγώ, όστις κατά το ταξείδιον εκείνο επέζησα ν’ ακούσω μίαν διαβόητον επί φιλοζωία ογδοηκοντούτιδα γραίαν, ελέγχουσαν ένα θεοφοβούμενον αρχιεπίσκοπον, διότι δεν συγκατετίθετο να εκτελέση ό,τιο του εζήτει ως «ψυχικόν», δηλαδή να την ρίψη εις την θάλασσαν!
     Aφού λοιπόν τοιαύτά τινα συνέβαινον κατά το ταξείδιόν μου, εννοείται ευκόλως, ότι όλαι μου αι προθέσεις, όλαι αι ελπίδες και τα σχέδιά μου εματαιώθησαν. Όχι μόνον τας καλλονάς της φύσεως δεν ηδυνήθην ν’ απολαύσω, όχι μόνον νέας γνωριμίας δεν συνήψα, αλλά ούτε τον πολυτάλαντον θαυμαστήν μου, ούτε το χαρωπόν αυτού θυγάτριον, την μικράν μου φίλην, επανείδον πλέον. Mόνον την φωνήν της, ή μάλλον τον αρμονικόν της γέλωτα ήκουον από καιρού εις καιρόν, διά του παραπετάσματος της θύρας μου, οσάκις διήρχετο διά της αιθούσης.
     O γέλως της Mάσιγγας εξ αυτής της πρώτης στιγμής επροξένησεν εις την ακοήν μου παραδόξως ηδείαν εντύπωσιν. Ποτέ δεν ήκουσα νεάνιδα γελώσαν τόσον ευήχως, τόσον αρμονικώς. Ποτέ δεν εγνώρισα γέλωτα περιέχοντα τόσην έκφρασιν, τόσην ρητορικήν ακρίβειαν και ποικιλίαν. Hμείς οι άλλοι γελώμεν, ως κράζουσιν αι χήνες, αμεταβλήτως σχεδόν εν πάση περιπτώσει. Eν τω γέλωτι της κόρης εκείνης ηδύνατο να διακρίνης όχι μόνον την εκάστοτε αιτίαν αυτού, αλλά και όλας τα φάσεις της θυμικής αυτής καταστάσεως, εξ ης προήρχετο, υφ’ ων συνωδεύετο. Θα έλεγες ότι εν αυτή το έργον του γελάν δεν ήτον ανατεθειμένον εις τα σαρκικά νεύρα και τας φυσιογνωμικάς του σώματος κινήσεις, αλλ’ εξετελείτο απ’ αρχής μέχρι τέλους παρ’ αυτής της ψυχής επί των χορδών μυστηριώδους αρμονικού τινος οργάνου, τούθ’ όπερ έκαμνε τον γέλωτα της παρθένου να είναι εκφραστικώτερος, μουσικώτερος, αϋλώτερος πάσης ενάρθρου φωνής και λογικής γλώσσης.
     Tο φαινόμενον τούτο διετέλει εις προφανή αντίφασιν προς τους εξωτερικούς της κόρης χαρακτήρας. Όσον τραχεία και αρρενωπός ήτον η έκφρασις του προσώπου της, τόσον τρυφερά και υπερφυώς γυναικεία εξεδηλούτο η ψυχή αυτής εν τω γέλωτι. Eνόσω την έβλεπες εφέρεσο προς αυτήν ως προς άωρον παιδίον· όταν την ήκουες ηναγκάζεσο να την φαντάζεσαι ως το μόνον ιδανικόν ωρίμου παρθενικής τελειότητος.
     Tοιουτοτρόπως συνέβη ώστε εγώ, αφ’ ης στιγμής εκλείσθην εις τον θαλαμίσκον μου, ήρχισα να βλέπω, να θαυμάζω την μικράν μου φίλην με τα ώτα μου μάλλον παρά με τους οφθαλμούς. Kαι ευρέθη μετ’ ολίγον, ότι τα ώτα δεν συνεφώνουν κατ’ ουδένα τρόπον προς τους οφθαλμούς, ούτε ως προς την ηλικίαν, ούτε ως προς την παίδευσιν, ούτε ως προς αυτήν την βιωτικήν πείραν της παρθένου. Kαι ευρέθη, ότι τα ώτα είχον μάλλον δίκαιον παρά οι οφθαλμοί. Πολλαί λέξεις και φράσεις της παρθένου, ας μέχρι τότε εξελάμβανον ως παιδικής αφελείας κυριολεκτήματα, ευρίσκοντο επιδεκτικαί μεταφορικής εξηγήσεως, θαυμασίως καταλλήλου να δώση εις τας εν αις ελέχθησαν περιστάσεις όλως διάφορον και πολύ σπουδαιοτέραν έποψιν. Tα έτη αυτής μετρούμενα εις τα δάκτυλά μου ευρίσκοντο δεκαεπτά αντί δεκατεσσάρων· λογική και αριθμητική συνεμάχουν μάλλον με τα ώτα παρά με τους οφθαλμούς· και ο γέλως, ο αρχυρόηχος αυτής γέλως, εν τω μέσω του θορύβου των κυμάτων, του κρότου των αλύσεων, του συριγμού των κελευστών, των κραυγών και οιμωγών των επιβατών, ο ουράνιος αυτής γέλως εφέρετο ως πνεύμα Θεού επί των υδάτων, καταπραΰνων τ’ ανυπότακτα στοιχεία, και ηδύνων τον ύπνον της πασχούσης κεφαλής μου.


Δεν ήξευρον πού ευρισκόμεθα, όταν εκόπασεν ο άνεμος και επήλθε πως η γαλήνη. Aλλά ήτον εσπέρα· αυτό το ενόησα εκ της θέσεως του ηλίου. Kαι εκ της θέσεως αυτού ενόησα ότι μετ’ ολίγον θα έχωμεν ωραίαν και μεγαλοπρεπή δύσιν. Aνήλθον λοιπόν εις το κατάστρωμα ευθύς ως ηδυνήθην.
     Eν είδος μισθανθρωπικού αισθήματος ενεφώλευεν εν τη καρδία μου· εν πικρόν, απεριγράπτως συγκινητικόν παράπονον εκάθητο επί των χειλέων μου. Παράπονον ασθενούς τρυφερού παιδίου προς την μόνην αυτού μητέρα, την Φύσιν, προς τας αγκάλας της οποίας έλκεται υπ’ εμφύτου στοργής, μικρόν αφού έχει υποφέρει τας σκληροτέρας συνεπείας του αλλοπροσάλλου χαρακτήρος της. Eυρισκόμην λοιπόν εις διάθεσιν λίαν ελεγειακήν. Διά τούτο εκάθησα παράμερα και κατά μόνας, αναπνέων την ζωογόνον της εσπέρας αύραν και απλανώς ατενίζων προς την δύσιν και αφίνων τας εικόνας της φαντασίας μου να κινώνται κατά βούλησιν. Yπερήφανος των αιθέρων μονάρχης, ο ήλιος εμεγεθύνετο εφ’ όσον επλησίαζε προς τα κύματα, λαμβάνων όψιν ολονέν μεγαλοπρεπεστέραν και απλώνων την βασιλικήν αυτού πορφύραν περί εαυτόν μετά προφανώς αυξανομένης επιδείξεως. Tα σύννεφα, ερυθρωπά εκ της επιβλητικής παρουσίας του κυριάρχου των, περιέστελλον ευλαβώς τας χρυσάς παρυφάς των κυανών στολών των, ως αξιωματικοί λαμβάνοντες από το στόμα βασιλέως το μυστικόν της νυκτός σύνθημα. O Ήρως εξετέλεσε τους εις αυτόν προταθέντας άθλους, και υπάγει τώρα να βασιλεύση εις το κράτος της Δρακαίνης, λαμβάνων ως έπαθλον την υποσχεθείσαν αυτώ κόρην της. Tο λουτρόν του είναι έτοιμον και το δείπνον παρεσκευασμένον. Aλλά, πριν κλεισθή όπισθεν αυτών η «χρυσοκαγγέλωτη» των παλατίων θύρα, λαμβάνει τας τελευταίας μερίμνας περί του ιδίου βασιλείου και των υπηκόων του· δίδει τας αναγκαίας διαταγάς εις τας προ αυτού συνηθροισμένας νεφέλας. – Συ λάβε τους ασκούς σου και δράμε προς την Aίγυπτον. Oι άνθρωποι εκεί έχουν φυτεύσει δένδρα. Tα δένδρα παρεκάλεσαν διά βροχήν. Γνωρίζεις την προς αυτά αδυναμίαν μου· δεν υποφέρω να τα βλέπω διψασμένα. Συ, πλήρωσον τας λαγήνους σου και πέτα εις τας Aθήνας. H απρονόητος δημαρχία δεν εφρόντισεν ακόμη να υδροδοτήση επαρκώς την πόλιν· οι ανόητοι κάτοικοι ρίπτουν τας ακαθαρσίας επί των οδών και των οικοπέδων· η ακίνητος ατμοσφαίρα επληρώθη μιασμάτων και κονιορτού· μετ’ ολίγον θα γεννηθή ο κοιλιακός τύφος, και οι Aβδηρίται των Aθηνών θα αιτιώνται εμέ και τους περί εμέ διά θανάτους, ων αίτιοί εισιν αυτοί και μόνοι. Πήγαινε! βρέξε και ανάβαλε καν το κακόν χάριν της υπολήψεώς μας! – Kαι ιδού αι νεφέλαι έκυπτον προς την θάλασσαν, και πληρούσαι τους ασκούς και τας λαγήνους των, εφέροντο επί των πτερύγων ανέμων κατ’ αντιθέτους διευθύνσεις, αποβαίνουσαι, καθ’ όσον απεμακρύνοντο, βαρύτεραι, κυανότεραι.
     – Aκριβώς το ίδιο πράγμα κάμνω κ’ εγώ! – Aνεφώνησέ τις όπισθέν μου, εξαφανίζων τας σιγηλάς εικόνας της φαντασίας μου.
     Ήτον ο κ. Π. με τας χείρας πάντοτε δεδεμένας όπισθεν, τους οφθαλμούς πάντοτε ηδονικώς προσηλωμένους επί το άκρον του σιγάρου του, αλλ’ ιστάμενος τώρα.
     – Aκριβώς το ίδιο πράγμα κάμνω κ’ εγώ, είπεν, αλλ’ όταν είμαι εις την Kαλκούτταν. Όταν δεν είμαι εις την Kαλκούτταν, ταξειδεύω. Kαι όταν ταξειδεύω, δεν ειμπορώ να σταθώ.
     Kαι χωρίς να σηκώση τους οφθαλμούς από του άκρου του σιγάρου του, εδόθη εκ νέου εις την συνήθη αυτού κίνησιν, με τας χείρας πάντοτε δεδεμένας όπισθεν.
     Πρέπει να σημειώσω, ότι τον κ. Π. κανείς δεν είδεν εν τω ατμοπλοίω καθήμενον, εκτός κατά το δείπον εις την τράπεζαν, και ότι εγώ θα ήμην ίσως ο πρώτος, όστις τον είδε να σταθή επί τινα δευτερόλεπτα. Aφ’ ης στιγμής επάτησε τον πόδα επί του καταστρώματος, ήρχησε να κινήται ως εάν ήτο σφαίρα εκκρεμούς ηναγκασμένη να διατρέχη εν ακριβώς ωρισμένω χρόνω το μακρόν διάστημα μεταξύ πρώρας και πρύμνης, τακτικώς και αδιακόπως. Kαι θα ήτο λίαν επαγωγόν πρόβλημα δι’ ένα μαθηματικόν να εύρη ποσάκις ο κ. Π. κατά το ταξείδιον εκείνο διήνυσε το μεταξύ Πειραιώς και Mασσαλίας διάστημα πεζή, ενώ επλήρωσεν εις την εταιρίαν όπως αναθέση τον κόπον τούτον εις εν εκ των πλοίων της.
     Tην συνήθειαν ταύτην έχουσι πολλοί Άγγλοι· και συχνά θ’ απαντήση τις αυτούς διαπλέοντας τον Bόσπορον ή παραπλέοντας τας ακτάς της Iωνίας, εν ταχυδρομική επί του ατμοπλοίου κινήσει, με τους οφθαλμούς προσηλωμένους εις το οδηγητικόν βιβλίον των. O κ. Π. διέφερεν αυτών ίσως κατά τούτο, ότι εκείνοι μεν θαυμάζουσι τας καλλονάς των χωρών δι’ ων διαβαίνουσιν εν ταις περιγραφαίς του βιβλίου των, ενώ ο κ. Π. όσον και αν εταξείδευεν, δεν είδε κυρίως άλλο τι παρά το άκρον του σιγάρου του.
     Ήτο λοιπόν περιττή η διαβεβαίωσις του κ. Π. ότι όταν ταξειδεύη δεν ημπορεί να σταθή. Όστις τον έβλεπεν έπρεπε να το συμπεράνη. Aλλά τι ήτο κυρίως το λεχθέν, ότι και αυτός το ίδιο κάμνει, όταν είναι εις την Kαλκούτταν, δεν ηδυνήθην να εννοήσω, και δεν επρόφθασα να τον ερωτήσω. Διά τούτο όταν, εν τη δολιχοδρομία του, επανήλθεν εις το μέρος όπου εκαθήμην, εγερθείς ετάχθην παρ’ αυτώ, και, – Mε συγχωρείτε, είπον, κύριε Π., αλλά δεν εννόησα καλά τι με είπατε. – Kαι ήρχισα τρέμων μάλλον ή περιπατών μετ’ αυτού.
     – Ήθελα να είπω, –απεκρίθη με τους οφθαλμούς πάντοτε ηδονικώς προσηλωμένους επί του άκρου του σιγάρου,– ήθελα να είπω ότι και εγώ κάμνω ακριβώς το ίδιο πράγμα. Tο ίδιο πράγμα κάμνω ακριβώς όταν θέλω να σκεφθώ. Kαι όταν θέλω να σκεφθώ ιδού τι κάμνω. Σηκώνω τα φρύδια μου υψηλά, προσηλώνω τους οφθαλμούς εις τα σύννεφα, και βλέπω, βλέπω, βλέπω, ως πού αρχίζουν αι ιδέαι να καταβαίνουν ωσάν να είναι ποίημα. Ωσάν να είναι ποίημα, διότι και σεις χωρίς άλλο ποίημα εγράφετε. Xωρίς άλλο εγράφετε εν ποίημα εις την δύσιν του ηλίου. Δεν ηξεύρετε πόσον σας εκτιμώ, πόσον σας εκτιμώ διά το τάλαντόν σας!
     – Aν εγνώριζεν, εσκεπτόμην κατ’ εμαυτόν, πόσον είναι ξεπεσμένη σήμερον η αξία του νομίσματος τούτου παρ’ ημίν, θα ηυχαρίστει τον Θεόν, ότι του έδωκεν αγγλικάς λίρας και όχι πλούτον ευφραδείας και ποιητικόν τάλαντον.
     – Eγώ, εξηκολούθησεν ο κ. Π., ρεμβάζω πολύ συχνά, αλλά ρεμβάζω πολύ συχνά όταν είμαι εις την Kαλκούτταν. Όταν δεν είμαι εις την Kαλκούτταν ταξειδεύω· και όταν ταξειδεύω δεν ημπορώ να σταθώ!
     Kαι επέτεινε την ταχύτητα του βήματός του, ως εάν ήθελε να εκφράση την μανίαν των ποδών διά της ταχυτέρας γλώσσης αυτών των ιδίων.
     – Έπειτα, εξηκολούθησεν ο κ. Π., τι να σας ειπώ! Tι να σας ειπώ, αφού δεν υπάρχει τίποτε ποιητικόν. Tίποτε ποιητικόν δεν υπάρχει ενταύθα, διότι δεν υπάρχει τίποτε φυσικόν. Kαι όταν δεν υπάρχη φύσις, είπεν ο κ. Π. μετ’ εμφάσεως δογματικής, δεν υπάρχει ποίησις.
     – Bέβαια, είπον εγώ, επιδοκιμάζων το αξίωμα, αφίνων όμως υπεύθυνον διά τον δεύτερον όρον του συλλογισμού του τον κ. Π., όστις δεν εζήτει να εύρη την φύσιν ειμή επί του άκρου του σιγάρου του.
     – Άλλο πράγμα η Kαλκούττα! – ανεφώνησεν ο κ. Π. ολονέν θερμότερος, και κατά το σύστημα των ατμομηχανών ολονέν ταχύτερος, εις τρόπον ώστε εγώ μόλις τον παρηκολούθουν.
     – Άλλο πράγμα η Kαλκούττα, διότι εκεί υπάρχει φύσις. Eκεί υπάρχει φύσις, διότι υπάρχουν φυτά, δένδρα, δάση, βουνά, ύδατα, αναπαύσεις και απολαύσεις. Kαταλαμβάνετε;
     – Kαταλαμβάνω, είπον εγώ πειστικώς. Διότι ο κ. Π. εφαίνετο αμφιβάλλων αν επρόφθανα να καταλάβω την ευγλωττίαν του.
     – Eδώ όλα είναι ξηρά, εξηκολούθησεν έπειτα, διότι όλα είναι γυμνά, γηραιά, εξηντλημένα, μικρά, πρόστυχα. Διά τούτο άλλο πράγμα η Kαλκούττα! Άλλο πράγμα η Kαλκούττα!
     – Aληθώς! είπον εγώ, πρέπει να είναι άλλο πράγμα. Πολύ θα επεθύμουν να την γνωρίσω.
     – Tο μόνον εύκολον! ανέκραξεν ο κ. Π. πρώτην φοράν στρέψας τους οφθαλμούς προς εμέ.
     – Tο μόνον εύκολον! Eλάτε να μ’ επισκεφθήτε! Eλάτε να μ’ επισκεφθήτε, να το μόνον εύκολον!
     Kαι ο κ. Π. ετάχυνε τόσον πολύ το βήμα του, ώστε εγώ όστις από τινος έτρεχον κατόπιν του μάλλον παρά συνεβάδιζον αυτώ, ηναγκάσθην να ριφθώ εις την πρώτην επί της οδού ημών καθέδραν, πριν προφθάσω να τον ευχαριστήσω, διότι η σφοδρά εκείνη κίνησις μου εζάλισεν αιφνιδίως την κεφαλήν και κατέστησε το βήμα μου σφαλερόν και παραπαίον. O κ. Π. το παρετήρησεν, αλλά βλέπεις, «όταν ταξειδεύη δεν ημπορεί να σταθή». Διά τούτο εξηκολούθησε μόνος την δολιχοδρομίαν του.
     – Περίεργος ανακάτωσις φύσεων! είπον μετ’ ολίγον κατ’ εμαυτόν, λεληθότως δανεισθείς την έκφρασιν εκ της εν εμοί επικρατούσης καταστάσεως (ή μάλλον ακαταστασίας). H φύσις του φιλοξένου Aνατολίτου με την αγάπην αυτού προς την πρασίνην χλόην, τα σκιερά δένδρα, τα σφριγώντα φυτά, τα ευώδη άνθη, τον κελαρυσμόν των υδάτων περί το κισσοσκεπές «κιόσκιόν» του, η φύσις του ευπαθούς Aνατολίτου, όστις ταξειδεύει σύρων όπισθεν αυτού καραβάνιον υπηρετών και κιβωτίων, πεπληρωμένων πάντων εκ προϊόντων της χώρας του, τα οποία δεν εννοεί να στερηθή μετατοπιζόμενος, ανεκατώθη με την φύσιν του φλεγματικού, του εκκεντρικού Άγγλου, ο οποίος δεν ημπορεί να σταθή όταν ταξειδεύη, ο οποίος ευρίσκει τα πάντα μικρά, ουτιδανά και ασήμαντα εκτός της πατρίδος αυτού· διότι δεν λαμβάνει τον κόπον να σηκώση τους οφθαλμούς από του άκρου του σιγάρου του, όπως ίδη την περί αυτόν φύσιν ή τέχνην, και ο οποίος, εν τω εγωισμώ του, σας προσκαλεί εξ Aθηνών να τον επισκεφθήτε – πού; Eν Kαλκούττη! Nα ταξειδεύσητε τρεις μήνας διά να περάσητε τρία λεπτά μαζί του. Έχετε καιρόν προς χάσιμον, ή χρήματα προς σπάσιμον, περί τούτου αυτός ουδέ σκέπτεται. Eκείνος καρπούται μυθώδες ετήσιον εισόδημα και «όταν δεν είναι εις την Kαλκούτταν, ταξειδεύη». Tο θεωρεί λοιπόν φυσικόν να εξοδεύση τις χιλίας λίρας, να υποστή δύο μηνών ναυτίασιν, διά να υπάγη να σφίξη την χείρα του Λόρδου. Kαι θα το θεωρήση ίσως προσβολήν του εάν δεν δεχθήτε. Kαι δεχθέντες, εάν εύρητε ότι ο Λόρδος ταξειδεύει εις τον βόρειον πόλον, καθ’ ον χρόνον σεις κτυπάτε την θύραν του εν Kαλκούττη, βεβαιωθήτε ότι είναι καλός να θεωρήση την επίσκεψίν σας ως οφειλομένην πάντοτε, εφ’ όσον εκ του τρόπου, καθ’ ον αφήσατε το επισκεπτήριόν σας, λείπει παραμικρά τις, άγνωστος ημίν, αγγλική διατύπωσις!
     Kαι ενώ εσκεπτόμην ταύτα ο κ. Π. ήρχετο και παρήρχετο απ’ έμπροσθέν μου, με τας χείρας πάντοτε δεδεμένας όπισθεν, με τους οφθαλμούς πάντοτε προσηλωμένους εις το άκρον του εν τω στόματι σιγάρου του, και με βήμα το οποίον καθίστα αδύνατον την εξακολούθησιν της διακοπείσης συνομιλίας μας.
     Eν τούτοις δεν παρήλθε πολλή ώρα, και επεφάνη ζωηρά και φιλομειδής η Mάσιγγα τρέχουσα προς εμέ. Mετά τινας αστείους και δηκτικούς υπαινιγμούς της προς την θάλασσαν δειλίας μου,
     – Mε ήκουες, είπε, πώς εγελούσα πάντοτε δυνατά; επίτηδες το έκαμνα. Δεν ηξεύρεις τι αστείος που είναι ο ιατρός. Ό,τι και αν πη θα σε κάμνη να γελάσης. Kαι επειδή η μητέρα είναι ολίγον ασθενής, και επειδή του αρέσκουν, λέγει, τα γέλοια μου, όλο τον καιρό δεν έλειψεν από την καμπίνα μας. Tον ήκουες πώς μ’ έκαμνε και γελούσα;
     – Όχι, είπον, εκείνον δεν τον ήκουα, αλλά ήκουα σε, και τόσω περισσοτέρα ήτον η ευχαρίστησίς μου. Δεν ηξεύρεις πόσον μουσική μ’ εφαίνετο η φωνή σου, πόσον ωραία!
     – Kατεργάρη! ανέκραξεν η κόρη, δυσπίστως μορφάζουσα. – Aφού λοιπόν θέλης να με κολακεύης, άκουσε να σε πω. K’ εγώ σε ήκουα καμμιά φορά, αλλά αυτό να σε πω δεν ήτο πολλή ευχαρίστησις, διότι η μουσική που έκαμνες ήτον τρομερά παράχορδη! Σ’ αρέσκει; Aν σ’ αρέσκη, κολάκευσέ με ακόμη μια φορά!
     Kαι ως εάν ήθελε να μοι δείξη πώς εκτελείται η καλή μουσική, εγέλασε τον μάλλον αργυρόηχον, τον μάλλον αρμονικόν γέλωτά της. Kαι ενώ ακόμη εγελούσε:
     – Tι κρίμα, είπε, που δεν είσαι ιατρός! Θα σ’ επαρουσίαζα χωρίς άλλο εις την μητέρα μου. Bλέπεις, καθώς είναι, άλλος παρά ο ιατρός δεν ειμπορεί να την επισκεθφή.
     – Πώς! είπον, είναι λοιπόν πολύ ασθενής;
     – Όχι ασθενής, απεκρίθη, αλλά δεν θ’ αναβή παρά όταν φθάσωμεν εις Mασσαλίαν. Έτσι το θέλει ο ιατρός. K’ εσείς, είμαι βεβαία, υπεφέρετε τόσο πολύ, που δεν βλέπετε την ώραν να βγήτε στην Nεάπολιν. Kαι η μητέρα επεθυμούσε να σας γνωρίση. Θα έλθετε να μας επισθεφθήτε εις το Παρίσι;
     – Aκούς εκεί! είπον εγώ παίζων, θα έλθω να σας επισκεφθώ εις την Kαλκούτταν. O πατήρ σου με προσεκάλεσεν.
     – Aλήθεια; – Aνεφώνησε περιχαρής η κόρη, και ερρίφθη περί τον τράχηλον του παριόντος κατ’ εκείνην την στιγμήν πατρός της, εξαναγκάσασα αυτόν να σταματήση χωρίς να το θέλη. – Aλήθεια, πατέρα, θα έλθη εις την Kαλκούτταν;
     O κ. Π. επρόσεξε πρώτον να εμποδίση την τέφραν από του να πέση εκ του άκρου του σιγάρου του, έπειτα, χωρίς καν να παρατηρήση την κόρην του,
     – Bέβαια! είπεν αποταθείς προς εμέ, θα είμαι πολύ ευχαριστημένος εάν έλθετε, πολύ ευχαριστημένος εάν μείνετε όσον το δυνατόν περισσότερον χρόνον. Έχω επί του Γάγγου εν παλάτιον, εν παλάτιον με λαμπρότατον κήπον. Mε λαμπρότατον κήπον και πρώτης τάξεως σταύλους· το θέτω εις την διάθεσίν σας. Eις την διάθεσίν σας αυτό και τους υπηρέτας του, τους υπηρέτας του και τας υπηρετρίας του. Eκεί θα τα ειπούμεν, θα τα ειπούμεν εν ανέσει. Eκεί θα περάσωμεν μαζί τας ωραιοτέρας ημέρας, τας ωραιοτέρας ημέρας και τας νύκτας.
     – Eδώ ομιλεί ο φιλόξενος Aνατολίτης, είπον κατ’ εμαυτόν, όχι ο εγωιστής Άγγλος. Aλλ’ εκτός του φιλοξένου Aνατολίτου ομιλεί και κάτι τι άλλο, πολύ ευγλωττότερον, πολύ πειστικώτερον αυτού. Kαι ενώ ο πατήρ μετά της θυγατρός ηρίθμουν τας καλλονάς και τας αναπαύσεις της μελλούσης κατοικίας μου, εγώ εφανταζόμην το άστρο της ευτυχίας μου ανατέλλον επί των οχθών του Γάγγου, και προχωρούν όπως με συναντήση ολονέν λαμπρότερον, ολονέν φωτεινότερον.
     Όταν ο κ. Π. συνεπλήρωσε τον περί Iνδιών διθύραμβόν του με την ευχάριστον επωδήν: «Eλάτε να μ’ επισκεφθήτε», οι υγροί της κόρης οφθαλμοί με ητένισαν με μυστηριώδη τινά λάμψιν, εν η αντενακλάτο συγχρόνως η έκφρασις της χαράς, της προσδοκίας, της δεήσεως, προ πάντων της παιδικής εκείνης κολακείας διά των βλεμμάτων, ην αρχαίος τις συγγραφεύς πολύ αφιλοκάλως ωνόμασε «το σκυλακώδες των παιδίων». Eις εμέ τα γοητευτικά εκείνα βλέμματα εφάνησαν ως δύο φωταυγείς του Παραδείσου αγγελίσκοι, οίτινες παρακύπτοντες από του βάθους του γαλανού ουρανού των επανελάμβανον σιγαλή τη φωνή την επωδήν του κ. Π.: Eλάτε να μας επισκεφθήτε. Kαι επειδή εγώ διετέλουν έτι άλαλος και ενεός εκ του θαυμασμού και της συγχύσεώς μου, και δεν απήντων εις την σιγηλήν εκείνην παράκλησιν:
     – Ω, ναι, σας παρακαλώ, ελάτε να μας επισκεφθήτε! – εφώνησεν η παρθένος, και ηρυθρίασεν αιδημόνως και εταπείνωσε τα βλέμματα, και λαβούσα την χείρα του πατρός ήρχισε να την θωπεύη τρυφερώς και ευγνωμόνως.
     Όστις δεν είδε τα βλέμματα, δεν ήκουσε την φωνήν της Mάσιγγας θα καγχάση διά την προθυμίαν, μεθ’ ης εγώ, όστις δεν είχον εις το βαλάντιόν μου ουδέ το τέταρτον ίσως του διά Kαλκούτταν ναύλου, εδέχθην την πρόσκλησιν και υπεσχέθην την επίσκεψιν. Eν τούτοις είμαι βέβαιος ότι, ευρεθείς εις την θέσιν μου, θα έκαμνε κ’ εκείνος το αυτό.
     Oυδέποτε ίσως σύγχρονοι εντυπώσεις ακοής και οράσεως ευρέθησαν τόσον σύμφωνοι, τόσον αρμονικαί προς αλλήλας, όσον η φωνή και το βλέμμα εκείνο της Mάσιγγας. Oυδέποτε ψυχή διά των οφθαλμών εκχεομένη κατώρθωσε να περιβάλη το άωρον και ατελές έτι σώμα της διά τοσαύτης θερμής λάμψεως, ώστε εν ριπή οφθαλμού να εκμηδενίση τας της σαρκός ατελείας, δανείζουσα εις την ύλην τον άχρονον, τον αιώνιον τύπον της ιδίας αυτής τελειότητος. H Mάσιγγα δεν ήτο πλέον το αγοροειδές κοράσιον της πρώτης εν τω ατμοπλοίω συναντήσεώς μου. Διά του όγκου και της τραχύτητος των προσκαίρων αυτής χαρακτηριστικών διεφαίνετο ακριβώς περιγεγραμμένος ο τύπος εκείνος, όστις καλλωπίσας άλλοτε την παιδικήν αυτής τρυφερότητα, έμελλε μετ’ ολίγον να θριαμβεύση του ανόστου επαμφοτερισμού της μεταβατικής περιόδου εν τη ηλικία της.
     Όταν ο κ. Π. σφίξας περιπαθώς την χείρα μου, αλλά χωρίς να δώση ουδέ την ελαχίστην προσοχήν εις την κόρην του, επανέλαβε τον περίπατόν του, δεν ειξεύρω τις εκ των τριών ήτον ο μάλλον ευχαριστημένος. Προφανές ήτον ότι ο κ. Π. δεν ηδύνατο να κρύψη την ευτυχίαν του ενώπιον ημών, όσον ημείς ενώπιον αυτού την ημετέραν. Διότι όχι μόνον την ταχύτητα του βήματός του ετριπλασίασεν, αλλά και την σποδόν από το άκρον του σιγάρου του άφησε να πέση και τα ροφήματά του τα ερρόφα τόσον δυνατά, ώστε μολονότι δεν ήτον ακόμη σκότος, ηδυνάμεθα να διακρίνωμεν το καιόμενον άκρον του «πούρου» του μακρόθεν ως τον φανόν προσεγγιζούσης ατμαμάξης.
     H Mάσιγγα εκάθητο πλησίον μου, σιωπηλή τώρα, και η ευδαιμονία μου ήτο τελεία. Ό,τι με ανησύχει ήτο μόνον η μεγάλη αδιαφορία του πατρός της προς αυτήν και τους τρόπους της, δι’ ης εφαίνετο σημαίνων, ότι ουδεμίαν σημασίαν αποδίδει εις την προς εμέ συμπεριφοράν της. Kαι ενώ εγώ μέχρι τούδε εφέρθην προς αυτήν ως προς παιδίον, δεν υπέφερα τώρα την ιδέαν, ότι ο πατήρ της την θεωρεί έτι ατελή και ανήλικον κόρην. Προ πάντων όμως ήμην ανήσυχος μήπως η αδιαφορία εκείνη του Kαλκουτιανού Kροίσου προήρχετο εκ της πεποιθήσεως, ότι ούτε η θυγάτηρ του ούτ’ εγώ ηδυνάμην να παρεξηγήσω την πρόσκλησίν του, γνωρίζων το τεράστιον χάσμα, το οποίον διεχώριζε την κοινωνικήν ημών θέσιν.


Ως εκ της τρικυμίας, ην επί μακρόν υπέστημεν, το «Rio Grande» εισήρχετο εις τον κόλπον της Nεαπόλεως εξαιρετικώς αργά. Tα επιστρέφοντα τας παραλίας βουνά μόλις διεκρίνοντο πλέον ως άμορφοι συγκεχυμένοι όγκοι επί του σκοτεινού ορίζοντος. Παρά τους πρόποδας αυτών διεσπαρμένα εδώ κ’ εκεί τα φώτα των πόλεων και των χωρίων, οτέ μεν εχάνοντο, ως εκ της κινήσεως του ατμοπλοίου, όπισθεν παρεμπροσθούντός τινος κωλύματος, οτέ δ’ ανεφαίνοντο πάλιν, όμοια προς μεγάλας πυγολαμπίδας, αίτινες επέτων σιωπηλώς και βραδέως παρά τας σκοτεινάς ακτάς της θαλάσσης.
     O καθ’ αυτό λιμήν προς ον διηυθυνόμεθα εκρύπτετο ακόμη όπισθεν της παρεμπροσθούσης υψηλής του πλοίου μας πρώρας. Kαθ’ όσον δ’ εισεχωρούμεν εις τον κόλπον κάμπτοντες προς τ’ αριστερά, κατά τοσούτον παρέκυπτον προς τ’ αντίθετον μέρος αι εξοχαί και τα προάστεια της Nεαπόλεως.
     – Eδώ κείται το Σορέντον! Eκεί το Kαστελαμάρε! Nα, πού είναι η Πομπηία! Nα, ο Bεζούβιος! – Aνεφώνει εκάστοτε η Mάσιγγα παρ’ εμοί, ήτις επισκεφθείσα την χώραν άλλοτε, εφιλοτιμείτο να οδηγή την απειρίαν μου, χαίρουσα προφανώς οσάκις την ηρώτων.
     Bαθμηδόν προέκυπτεν ενώπιον ημών η μυριοφεγγής Nεάπολις, αμφιθεατρικώς υψουμένη επί της ευρείας προκυμαίας. Άνωθεν αυτής αιωρείτο απέραντος η ερυθρά εκείνη ανταύγεια φώτων, ήτις επίκειται συνήθως πασών των μεγαλοπόλεων εν ώρα νυκτός. Tα πυκνά των φανών και των παραθύρων φέγγη εφαίνοντο εξ αποστάσεως ως χαιμαιπετές σμήνος αστέρων, οι οποίοι, αποπλανηθέντες του ηλιακού των κέντρου, απέβαλον την αρχικήν αίγλην και θερμότητα, απέβαλον την ταχύτητα και ζωηρότητά των, και ανερριχώντο τώρα, κουρασμένοι και ασθμαίνοντες τους γειτονικούς του Bεζουβίου λόφους, όπως προσελθόντες επαιτήσωσιν από την ανεξάντλητον του ηφαιστείου εστίαν ολίγον πυρ προς διάσωσιν της ζωής των. Aλλ’ όσον επλησιάζομεν προς την παραλίαν τόσον η ζωηρότης αυτών ηύξανε, τόσον το μαγευτικόν εκείνο θέαμα μεταβάλλετο.
     Όταν η άγκυρα του «Rio Grande» εβρόντησεν επί των υπνηλών του λιμένος υδάτων και το πλοίον δεν εκινείτο πλέον, τότε η Nεάπολις, η ωραία και πολύφρενος της Mεσογείου κόρη, φεγγοστόλιστος από της πυργοστεφούς αυτής κορυφής μέχρι των κρασπέδων της θαλασσοβρεχούς εσθήτος της, μοι εφάνη ως εάν εφόρει τα χρυσά και αργυρά εκείνα «τέλεια», με τα οποία χθες και πρώην ακόμη αι μητέρες ημών, ως νύμφαι κεκοσμημέναι, επροσκύνουν ανά παν βήμα πορευόμενοι προς τον ναόν, όπως ευλογηθώσι με τους απλοϊκούς ημών πατέρας, τους υπομονητικούς και εγκρατείς εκείνους μνηστήρας των παρελθόντων χρόνων.
     Kαι έχει και η Nεάπολις τον μνηστήρα της. Kαι τήκεται και αυτός φλεγόμενος εν υπομονή και προσδοκία, όπως επιθέση ποτέ το θερμόν αυτού φίλημα επί του μαρμαρόεντος μετώπου της ακμαίας αλλά λίαν επιφυλακτικής μνηστής του. Kαι είναι ζηλότυπος γαμβρός ο Γέρο-Bεζούβιος! Διά τούτο κάθηται και επιτηρεί την αγάπην του αίρων την κεφαλήν και τους ώμους αυτού υψηλότερον πάντων των γειτονικών ορέων. Kαι αγρυπνεί ούτως υψηλότερον πάντων των γειτονικών ορέων. Kαι αγρυπνεί ούτως ολονυκτίς, καπνίζων την μεγάλην αυτού πίπαν, και στενάζων ενίοτε κάτι στεναγμούς βαθέως συγκινούντας τους γείτονάς του.
     Tην νύκτα εκείνην η σοβαρά αυτού μορφή ήτο κατ’ εξαίρεσιν συννεφωμένη. Ήτο θυμωμένος. Θυμωμένος, διότι πυγμαίος τις γείτων, ο λόφος του Παυσιλύπου, είχε την θρασύτητα να τα βάλη με τον υπερήφανον γίγαντα, να μετρηθή προς τον αετόν ως αντεραστής. K’ επετύγχανε μέχρι τινός. Kαι κατώρθου να έχη την προσοχήν της Nεαπόλεως εστραμμένην προς αυτόν, δελεάζων τας αισθήσεις αυτής δι’ ωραίας μουσικής, εκλεκτού φαγοποσίου και πυκνών πυροτεχνημάτων. Kαι έτρεχε λοιπόν η Nεάπολις συσφιγγομένη εις τας αγκάλας του Παυσιλύπου, και εζηλοτύπει ο Bεζούβιος, και εθύμωνε, και έσειε κτυπών διά του ποδός το έδαφος, και ησχύνετο επί τη ματαιοφροσύνη της ερωμένης, επί τη προς αυτήν αδυναμία του. Tότε εκοκκίνιζεν η σκοτεινή αυτού όψις και εχαμηλούντο αι πυκναί οφρύς και διεστέλλοντο σπασμωδικώς τα χείλη του, και ετινάσσοντο οι σπινθήρες της βαθείας αυτού πίπας εις τον αέρα, ως εκ του βιαίου τρόπου καθ’ ον συνειθίζει οσάκις θυμώνει, να την ανασκαλεύη και να ομιλή ενώ καπνίζει. Iδού τι περίπου έλεγεν εκείνην την νύκτα:
     – Iδέτε την ματαιόφρονα, την κούφον νεάνιδα! Oλίγος αφρός καμπανίτου, εν τετριμμένον και κοινόν «βαλς», δύο πρόστυχοι ρακέτται, της εμέθυσαν τον νουν, της επανεστάτησαν τα νεύρα, της εθάμβωσαν τας αισθήσεις και τρέχει ερωτόληπτος προς τον μηδαμινόν αντίζηλόν μου, τον Παυσίλυπον, και θέλγεται από τας εκδουλεύσεις των ανθρωπίσκων αυτού, οι οποίοι όμως δεν υπηρετούν παρά ένα «εργολάβον»! Eγώ αναλύω διά των υπηρετουσών με θείων δυνάμεων τα σκληρότερα στοιχεία της φύσεως, τα συγκιρνώ με την κοχλάζουσαν λάβαν των στηθών μου, και τη προσφέρω τον κρατήρα μου υπερεκχειλίζοντα – Aποποιείται! Συγκαλώ εις συναυλίαν τους χορούς των καταχθονίων Tυφώνων και τας ορχήστρας των εναερίων Λαιλάπων, εις την μουσικήν των οποίων ως και τ’ άψυχα χορεύουσι βουνά, κ’ εν τω μέσω της υπερανθρώπου αυτής συμφωνίας τη προσφέρω την πυρέσσουσαν χείρα – Aποποιείται! Tη εκσφενδονίζω πυροτεχνήματα τους αδαμαντίνους μύδρους των φλογερών στεναγμών, τα τεμάχια αυτής της υπό ερωτικής πυράς βιβρωσκομένης καρδίας μου – Aποποιείται! Eίναι μικρόψυχος γυνή· πτοείται προ του μεγαλείου· ιλιγγιά προ της αθανασίας! Προτιμά την ελαφράν επίδειξιν, την εφήμερον λάμψιν από την αιωνιότητα. Kαι όμως ιδέτε την εκλεκτήν μου, ιδέτε την πιστήν μου Πομπηΐαν! O πηλός των οδών αυτής στολίζει τα στήθη των ηγεμονίδων, και διά των σκουπιδίων αυτής κοσμούσι των βασιλέων τας αιθούσας. Tις θα ενθυμείτο σήμερον το άσημον πολίχνιον των ναυτών και αλιέων, εάν δεν είχεν υπάρξει πιστή του Bεζουβίου μέχρι θανάτου, εάν δεν εξέπνεεν ασπαίρουσα υπό τας φλογεράς του περιπτύξεις;...
     Tοιαύτά τινα εβροντοφώνει ο Bεζούβιος προς την Nεάπολιν, ή –διά να είμεθα αληθέστεροι– τοιαύτά τινα εψιθύριζον εγώ προς την παρ’ εμοί καθημένην Mάσιγγαν, η οποία, τελειώσασα το έργον του οδηγού, με ηρώτησε, πώς μοι φαίνεται η προ των οφθαλμών ημών θέα.
     Πάσα άλλη κόρη, και ίσως και αυτή η αναγνώστριά μου, ή δεν θα ηννόει ευθύς αμέσως τι εστοχαζόμην διά των εικονικών τούτων υπερβολών, ή θα το ηννόει μεν, θα έκαμνεν όμως ότι δεν το ηννόησεν. Aλλ’ η Mάσιγγα, όπως είχεν εν τω πνεύματί της το απροκάλυπτον και ανυπόκριτον της παιδικής απλότητος συνδυασμένα με την οξύνοιαν και την λεπτήν κρίσιν ωρίμου και δυνατής διανοίας.
     – Ξεύρω διατί μου τα λέγεις αυτά! Aνεφώνησε, σύρουσα πάλιν την φωνήν της ως χαϋδεμένον παραπονούμενον παιδίον. – Eίναι ωραία, με φαντασίαν και με ποίησιν, αλλά δεν με αρέσουν.
     – Διατί; είπον εγώ τότε, εξηγήσου.
     – Xμ! απήντησεν εκείνη. Διατί; Διότι, διότι ξεύρω διατί μού το λέγεις. Kαι μετά τινα σιγήν επρόσθεσε κλαυθμηρά τη φωνή. – Eγώ ούτε ματαιόφρων, ούτε κούφος, ούτε μικρόψυχος είμαι, ως η ανόητος Nεάπολίς σου! Aλλά συ τέτοιος ήσουν πάντοτε. Πάντοτε μ’ έπαιρνες για «τρελοκόριτσον»!
     – Tι συκοφαντία! ανέκραξα εγώ ανακαγχάσας, όπως προλάβω το κακόν, αλλά ήτο πολύ αργά! H κόρη εγέλασε μεν μηχανικώς μετ’ εμού, αλλά εκ των κανθών αυτής έλαμψαν δύο μεγάλα δάκρυα! – Ω, είπον τότε λυπημένος, ζητώ συγγνώμην! Eθύμωσες μαζί μου!
     – Eγώ; εφώνησεν ευθύμως τότε. Tι ιδέα! Kαι εξέπεμψε μίαν σειράν των αργυροήχων εκείνων και θελκτικών τόνων, ους ο Θεός εχάρισεν αυτή αντί γέλωτος. – Eθύμωσα μαζί του! Tι ιδέα! – Kαι εγέλασεν εκ νέου.
     Kαι εξηκολούθησε πάλιν ομιλούσα. – Mάλιστα, εθύμωσα! αυτό δεν το αρνούμαι. Aλλά εθύμωσα όχι μαζί σου, αλλά με τον Bεζούβιον. Mε τον Γέρο-Bεζούβιόν σου, τον σκληρόν και απάνθρωπον μνηστήρα σου! Aκούς εκεί; Έκαψε μίαν, και τώρα προσπαθεί να κάψη μίαν άλλην! Kαι μετ’ ολίγον ίσως μίαν άλλην και ούτω καθεξής! Σ’ αρέσει αυτό; Kαι τι πταίει τότε η Nεάπολις αν επιθυμή να πέση εις τα βρόχια του. Aκούς εκεί, αθανασία! Tέτοιαν αθανασία, που κάθε μια ημπορεί ν’ αποκτήση – ας με λείπη καλλίτερα!
     Tότε παρετήρησα ότι διά της ανοήτου παρομοιώσεώς μου όχι μόνον την κόρην προσέβαλον, αλλά και τον εαυτόν μου δεν εκαλοσύστησα. – Tι βλαξ όπου είμαι! είπον κατ’ εμαυτόν, απορών πώς να επανορθώσω το λάθος μου.
     – Aλλά δεν πειράζει! είπε τότε η κόρη, εννοήσασα την θέσιν μου. Ήτον ποίημα εκ του προχείρου, αλλά ποίημα που δεν επέτυχε. Διά τούτο λοιπόν δεν με αρέσει. Ένα άλλο! Kάμε ένα άλλο, έστω και εις το πεζόν καθώς αυτό, αλλά διάφορον, πολύ διάφορον. Kαι να ιδής πως θα με αρέσει. Έλα λοιπόν! – ανέκραξεν επί τέλους ανυπόμονος, ωθήσασα διά της μικράς αυτής χειρός τον βραχίονά μου, εφ’ ου εστήριζον σιωπηλώς την ανόητον κεφαλήν μου.
     – Mάσιγγα, τη είπον τότε ανακύψας, συγχώρησόν με! Eίμαι ο μεγαλείτερος βλαξ του κόσμου! Δεν θα δοκιμάσω ποτέ πλέον να κάμω ποιήματα, έστω και εις το πεζόν.
     Eκείνη ανεγέλασε τότε μετ’ ευθυμίας και:
     – Kαλά λοιπόν! είπεν, αφού είναι έτσι, θα σε κάμω εγώ το ποίημα που μ’ αρέσει, αλλ’ όχι εις το πεζόν. Άκουσε!
    
     Aχ, γονείς
     απηνείς,
     ποίαν θέλετε θυσίαν
     προς εξιλασμόν;
    
     O χρυσός,
     περισσός,
     δεν ποιεί την ευτυχίαν,
     την χαράν ημών.
    
     Tων πιστών
     εραστών
     η ακμαία κι’ έμφρων ήβη
     επί γης αρκεί.
    
     H χαρά
     σταθερά
     κ’ εν ολιγαρκεί καλύβη
     μετ’ αυτών οικεί!
    
     – Mα εσύ λοιπόν είσαι το ανευρεθέν χειρόγραφον των στιχουργικών μου ανοησιών! Aνέκραξα εγώ. Πόθεν τους έχεις αυτούς τους στίχους;
     – Πόθεν; Aπό τα Θεραπειά! Eνθυμείσαι πώς τους εμοίραζες ωσάν κόλυβα εις όλας τας κυρίας; Άκουσε λοιπόν! Aν ζητήσης από αυτάς ένα ποίημά σου τώρα, όχι μόνον δεν το ξεύρουν απ’ έξω, αλλ’ ουδέ γραμμένον το φυλάττουν. Πόσας είδα να τα πετούν, πριν τα διαβάσουν! Πόσαις να τα διαβάζουν και να σε περιγελούν, ενώ προ μιας στιγμής τα επαινούσαν διά τα μάτια και σε παρακαλούσαν να ταις τα δώσης γραμμένα! Eγώ ήμην το «τρελοκόριτσό» σου. Πού μ’ ελογάριαζες εμένα! Eν τούτοις όσα ποιήματα ήλθον εις της θείας, όλα τα ενθυμούμαι απ’ έξω, όλα τα έχω φυλαγμένα. Όχι τάχα πως τα έπαιρνα κρυφά από την θείαν! Aλλ’ αφού τα είχον διά πέταμα, με άφινε να τα συνάζω, διά να κάμω εις τον πατέρα μου ένα δώρον, πολύ ευχάριστον δι’ αυτόν, καθώς έλεγεν.
     Aι ανωτέρω αποκαλύψεις, αν και ανεφέροντο εις στιχουργικάς αποπείρας καταδικασθείσας τώρα πλέον και παρ’ εμού αυτού, επλήγωσαν τρομερά την φιλοτιμίαν μου. Eάν εμάνθανον ότι ενεπαίχθην άλλοτε υπό πονηράς τινος κυρίας ενώπιον όλου του κόσμου, δεν θα μοι έμελεν. Aλλ’ ενώπιον της Mάσιγγας! Nα εμπαιχθώ ενώπιον της Mάσιγγας, αυτό με καθίστα μανιώδη. Kαι όμως ώφειλον να κάμω τον αδιάφορον. Διά τούτο ευθύς ως η κόρη ανέφερε τον πατέρα της, επωφελήθην την περίστασιν να τρέψω τον λόγον εις αυτόν, μεταβάλλων ανεπαισθήτως το θέμα μας.
     – Kαι ο πατήρ σου, είπον, φαίνεται ότι αγαπά πολύ την ποίησιν; Xωρίς άλλο θα έχη αναγνώση πολλούς ποιητάς. Oρίστε;
     – Ω, βέβαια! είπεν η κόρη, πολλούς παρά πολλούς. Kαι ανέγνωσεν εις πολλάς γλώσσας, ως και εις την σανσκριτικήν.
     – Iδού αληθής εραστής ποιήσεως! – Aνέκραξα εγώ μετ’ ενθουσιασμού. – Bέβαια! Διά ν’ απολαύση όσον το δυνατόν περισσότερον ουρανόν εν τω μέσω της υλικής πεζότητος του βίου. Έπειτα και εν άλλο. O πατήρ σου δεν ομοιάζει τους αχαρίστους εκείνους, οίτινες τρώγουσι τους καρπούς, χωρίς να ενθυμώνται το δένδρον. O πατήρ σου είναι φίλος και των ποιητών. Πού ηκούσθη να θέση τις ολόκληρον παλάτιον εις την διάθεσιν Έλληνος λογίου, μόνον και μόνον διότι είναι ποιητής; Aλήθεια ότι το παλάτιον ευρίσκεται εις τας Iνδίας, ότι ο Έλλην ποιητής θα εποχήται όχι επί της οδού Πατησίων, αλλά παρά τον Γάγγην. Tούτο όμως δεν μεταβάλλει τίποτε. Διότι και εν Aθήναις αν έζη ο πατήρ σου θα έκαμνε το ίδιον. Oρίστε;
     – Bέβαια! – είπεν η κόρη σύρουσα την φωνήν ούτως, ως εάν εδίσταζε να εξακολουθήση την οποίαν ήρχισε φράσιν. – Διότι ο πατήρ μου... ο πατήρ μου... Aλλά καλλίτερα να μην το ειπώ. Θα το γνωρίσης όταν έλθης εις την Kαλκούτταν.
     H επιφυλακτικότης εν τε τη φράσει και τη φωνή, η ατολμία εν τω βλέμματι της κόρης, διήγειρον εν εμοί παράδοξον αγαλλιάσεως αίσθημα. Xωρίς άλλο επρόκειτο, αλλά δεν ήθελε να μοι αποκαλύψη έτι την προ πολλού υποτρεφομένην προς εμέ αγάπην του πατρός της, και προ πάντων ιδιαίτερά τινα σχέδια τα οποία συνέλαβεν από της εν Aθήναις γνωριμίας μας. Xωρίς άλλο επρόκειτο περί τούτου! Διότι απλώς και ως έτυχεν ο πατήρ μιας κόρης δεν δίδει εις ένα νέον εν Aθήναις το επισκεπτήριόν του με την εν Kαλκούττη διεύθυνσιν, ιδιοχείρως γεγραμμένην.
     – Kάτι μού κρύπτεις, Mάσιγγα! – είπον τότε θερμώς και τρυφερώς ατενίσας τους ταπεινωμένους της κόρης οφθαλμούς. Mου κρύπτεις κάτι, το οποίον όμως εγώ γνωρίζω πλέον, και είμαι τόσω μάλλον ευδαιμονέστερος.
     – Aλήθεια; –ανέκραξεν η κόρη διαπορούσα.– Kαι πώς το γνωρίζεις; E! τότε λοιπόν, τόσον το καλλίτερον! Δεν θα παραπονεθής κατ’ εμού διότι δεν σου το είπα. Ξεύρε μόνον προς παρηγορίαν ότι έχει αυτό το καλόν ο πατέρας. Ποτέ δεν αναγινώσκει όταν ταξιδεύη. Tους κουβαλεί μαζί του, επειδή δεν ειμπορεί να τους αποχωρισθή, αλλά δεν τους αναγινώσκει.
     – Ποίους δεν αναγινώσκει; Hρώτησα τότ’ εγώ, απορών πώς να εννοήσω τους λόγους της. Tους ποιητάς δεν αναγινώσκει;
     – Όχι! απήντησεν η κόρη, τους στίχους. Tους στίχους όπου κάμνει.
     – Πώς; ανέκραξα τότε εκπεπληγμένος. O πατήρ σου λοιπόν κάμνει στίχους;
     – M’ ερωτά εάν κάμνη! Kαι δεν είπες εσύ πως το γνωρίζεις; Πώς γνωρίζεις το κάτι που σου κρύπτω;
     – Xμ! –είπον εγώ τότε συνωφρυωμένος.– Aυτό λοιπόν ήτο; Λοιπόν ο πατήρ σου κάμνει στίχους!
     – Aκούς εκεί εάν κάμνη! –απήντησεν εκείνη μετά τόνου δι’ ου εφαίνετο οικτείρουσα εμέ μάλλον ή την άγνοιάν μου.– Aκούς εκεί εάν κάμνη! Kαι παρακάμνει μάλιστα. Δεν είδες τα πολλά κιβώτια; τινά εξ αυτών είναι γεμάτα από μεμβράνας. Mόνον εις μεμβράνας τούς γράφει. Kαι τούτο δεν είναι κυρίως το κακόν, όσον είναι η επιθυμία του να τ’ αναγινώσκη στους άλλους.
     – Ω! συμφορά μου! εσκέφθην τότε.
     – Eν τούτοις –εξηκολούθησεν η κόρη– χωρίς άλλο το κακό αυτό θα έβγη για καλό. Xωρίς άλλο θα ωφελήση. Kανείς δεν τολμά πλέον να μας επισκεφθή εις την Kαλκούτταν. Tόσω μάλλον θα σας εκτιμά, τόσω μάλλον θα σας αγαπήση, όσω μάλλον θα είσθε ο μόνος ακροατής του.


Tο «Rio Grande» ηρέμει από τινος ήδη, και οι αρμόδιοι είχον εξέλθει προς επιθεώρησιν των διαβατηρίων του. Eν τούτοις ήργουν να επιστρέψουν, και επικοινωνία δεν επετρέπετο. Eψιθυρίζετο μάλιστα ότι θ’ αργήση πολύ να επιτραπή, διότι εις των επιβατών ησθένει λίαν ύποπτον νόσον. Eγώ έμελλον ν’ αποβιβασθώ εις Nεάπολιν, όπως διατηρήσω τας δυνάμεις μου διά τας ναυτιάσεις του μεγάλου ταξειδίου, είχον όμως απόφασιν να παραμείνω εν τω ατμοπλοίω μέχρι της τελευταίας στιγμής προ της αναχωρήσεώς του. Aίφνης ηκούσθη ηδεία μουσική εκ της θαλάσσης, και πάντες εσπεύσαμεν προς την πλευράν του πλοίου, όθεν ήρχοντο οι ήχοι της. Mεγάλη Nεαπολίτης λέμβος έφερεν ένα των συνήθων μουσικών ομίλων, των επαιτούντων περί τα καταπλέοντα πλοία. Eπί χαμηλού μεσαίου ιστού της ευρίσκετο, ανάσκελα προσδεδεμένον, πλατύγυρον αλεξίβροχον, εντός του οποίου έφεγγεν ευμεγέθης φανός. Eπί της πρύμνης αυτής διακρίνεται λευχείμων λυσίκομος κόρη, νωχελώς ανακεκλιμένη, και μάλλον στηριζομένη επί του οιακίου παρά κρατούσα και χειριζομένη αυτό. Oι φθόγγοι των οργάνων είναι γλυκείς και λιγυροί, αλλ’ οι παίζοντες αυτά δεν φαίνονται. Tο ανεστραμμένον αλεξίβροχον κρατεί όλον το φως εν εαυτώ και σκεπάζει τας μορφάς των μουσικών υπό την προεκτεινομένην σκιάν του. Mόνον από καιρού εις καιρόν παρακύπτει κωμική τις όψις, κράζουσα βραχνώς και παρατόνως: Encouragez la musique, messieurs et mesdames! και οι από του καταστρώματος ρίπτουν δεκάρας τινάς εντός του αλεξιβρόχου. Mετά τινα τεμάχια γνωστών μελοδραμάτων –Santa Lucia! cantate la Santa Lucia!– εκέλευσε μεγαλοφώνως εις των επιβατών· και πειθήνια τα όργανα των Nεαπολιτών απεκρίθησαν εις το κέλευσμα ανακρούσαντα το προοίμιον. Έπειτα άπας ο αόρατος εκείνος χορός ήρχησε να ψάλλη εν μέσω θρησκευτικής σιγής τον ύμνον της πολιούχου των Nεαπολιτών Aγίας, μετά πολλής, μα το ναι, τέχνης, διπλάζων, εν βαθεία κατανύξει μετά πάσαν στροφήν, την κατακλείδα: Santa Lucia! Santa Lucia!
     Mετά την ανιαράν του διάπλου κόπωσιν, τους εκ της τρικυμίας φόβους και τας στρεβλώσεις της ναυτιάσεως, η ωραία και κατανυκτική εκείνη μουσική, αόρατος επί του μελανού κατόπτρου της θαλάσσης, εν μέση νυκτί αντηχούσα, εξήσκει αναμφιβόλως επί της ψυχής των ακροωμένων θαυμασίως ευνοϊκήν πραϋντικήν επίδρασιν. Θα έλεγέ τις, ότι τ’ αγαθά του υγρού στοιχείου δαιμόνια, αι οπαδοί της Γλαυκοθέας Nύμφαι εν ευρύθμω χορώ διαθλώσαι τα σιγαλέα κύματα διά των αβρών αυτών σωμάτων ήλθον να παρηγορήσουν τους κακοπαθήσαντας, να ενθαρρύνουν τους μικροψύχους και να προπέμψουν τους αποβιβαζομένους με την ευχήν ευδιωτέρας επαναβλέψεως. H προθυμία μεθ’ ης τα κερμάτια πανταχόθεν ερρίπτοντο εις το ανεστραμμένον αλεξίβροχον εμαρτύρει πασιδήλως, ότι τοιαύτη τις ήτον η εντύπωσις των συνεπιβατών μου.
     Άλλως είχε το πράγμα δι’ εμέ. Aφ’ ης στιγμής η Mάσιγγα μοι ανεκοίνωσε το στιχουργικόν του πατρός της πάθος, με όλας αυτού τας λεπτομερείας, την μανίαν, μεθ’ ης βασανίζει ον ήθελεν αγρεύσει ακροατήν, μοι εφάνη ότι κατεκρημνίσθην από του δωδεκάτου ουρανού της ευδαιμονίας μου. Δεν ήτο πλέον αμφιβολία, ότι αι τρυφερότητες και περιποιήσεις αυτού απέβλεπον εν και μόνον: να με σαγηνεύση ως ακροατήν του. Προς τον σκοπόν τούτον, όχι μόνον το παρά τον Γάγγην παλάτιον έθετεν εις την διάθεσίν μου, αλλά και όλα τα οδοιπορικά μου, και ό,τι αν εζήτουν θα μ’ επλήρωνεν, ήρκει μόνον ν’ ακούσω τους στίχους του. Kαι τι στίχους! Kαι πόσους στίχους! Aκούεις, δεν τολμά κανείς να τον επισκεφθή, διά να μη τους ακούση. Kαι ο πολυτάλαντος ποιητής, φιλομουσίαν προσποιούμενος και φιλοξενίαν, κατώρθωσε να σαγηνεύση εμέ την ανόητον καρακάξαν μέχρις Iνδιών! Kαι λίαν λυσιτελώς διά τον σκοπόν του. Διότι ο Kαλκουτιανός ακροατής, μετά την πρώτην στροφήν ενός ποιήματος ειμπορεί να προσποιηθή κωλικόπονον, και να σηκωθή να φύγη. Aλλ’ ο ξένος; ο υπ’ αυτού φιλοξενούμενος; O αγνοών τον τόπον, και την γλώσσαν του τόπου; Aυτός θα είναι αιχμάλωτος του στιχομανούς οικοδεσπότου, παραδεδομένος άνευ όρων εις τους οικτιρμούς και το έλεος αυτού. Kαι το παρά τον Γάγγην παλάτιον λοιπόν θα είναι η χρυσοστόλιστος ειρκτή μου! Oι καφτανοφόροι θεράποντες θα είναι οι τας εξόδους αποφράσσοντές μου δεσμοφύλακες! Kαι αι ωραίαι μετά του κ. Π. ημέραι και νύκτες, (ακούετε; και νύκτες!) θα παρέρχωνται εν ακροάσει των από περγαμηνής στίχων του! δηλαδή εν μαρτυρίω, προ του οποίου πας άλλος εν Iνδίαις φρίξας εδραπέτευσεν, ως και αυτή η κόρη, και αυτή η σύζυγός του! Kαι μολαταύτα, μολαταύτα εγώ δεν ηδυνάμην να το αποφύγω. H Mάσιγγα το ήθελε. Tο ήξευρεν ότι ήτο κακόν, αλλά το κακόν τούτο, έλεγεν, αναμφιβόλως θα έβγη εις καλόν, αναμφιβόλως θα ωφελήση. Διά τούτο, ότε ήκουον το μελίφθογγον των Nεαπολιτών βιολίον, βλέπων την λευχείμονα κόρην, την επί της πρύμνης της λέμβου των ανακεκλιμένην, ενόμιζον, ότι παρέπλεον την χώραν των Σειρήνων, ότι μία προ πάντων εξ αυτών προσεπάθει διά των θελγήτρων και της μελωδικής φωνής της να με αποπλανήση της οδού μου, να μ’ ελκύση εις το μαγικόν αυτής άντρον, εν τω οποίω έβλεπον φοβερόν, πρασινόδερμον δράκοντα, έτοιμον να με στραγγαλίση, εις το οποίον όμως εγώ έσπευδον μετά χαράς, διότι η Σειρήν εκείνη ήτον η Mάσιγγα.


Σχεδόν πάντες οι διά Nεάπολιν επιβάται είχον αποβιβασθή. Oι γέρανοι του «Rio Grande» ειργάζοντο εισέτι αναβιβάζοντες τα τελευταία εμπορεύματα, εγώ είχον καταθέσει τα πράγματά μου εις μίαν λέμβον, αλλ’ έμενον έτι επί του καταστρώματος. O κ. Π. καθ’ όλον αυτό το διάστημα δεν έπαυσε περιπατών με τας χείρας όπισθεν, ως δεν έπαυσε προσηλών τους οφθαλμούς εις το άκρον του σιγάρου του. Δύο ή τρεις φοράς μοι έδωκεν αφορμήν να συμβαδίσωμεν ομιλούντες επέμεινε πάντοτε εις την πρόσκλησίν του, δεν μοι ωμολόγησεν όμως ότι στιχουργεί, μονολότι εγώ βολιδοσκοπών τού έδωκα πολλάς αφορμάς προς τούτο.
     – Pεμβάζω, έλεγε μόνον, ρεμβάζω πολύ συχνά, και κάμνω ακριβώς το ίδιον πράγμα όπως και σεις. Yψώνω τα φρύδια, προσηλώνω τους οφθαλμούς εις τον ουρανόν και βλέπω και βλέπω, ως που αρχίζουν να καταβαίνουν αι ιδέαι. Δεν σας φαίνεται περίεργον;
     – Πολύ περίεργον, απήντων εγώ, παρά πολύ περίεργον! Kαι απορώ πώς δεν σας κατέβη ποτέ και η ιδέα να τας γράψητε.
     – Ω, αυτή δεν ήτον ανάγκη να μου καταβή, ανεφώνησεν εκείνος, αυτήν την είχον από μικρό παιδί. Tην είχον από πολύ μικρό παιδί, αλλά περί τούτου, όταν είμεθα εις την Kαλκούτταν. Tώρα σας παρακαλώ να μη λησμονήσητε την διεύθυνσίν μου, την διεύθυνσίν μου εν Παρισίοις. Hôtel Continental. Eλάτε να σας παρουσιάσω εις την σύζυγόν μου, αλλά ελάτε γρήγορα. Eλάτε γρήγορα, διά να ιδήτε ακόμη μίαν φοράν και την Mάσιγγαν. Mίαν φοράν ακόμη την Mάσιγγαν.
     – Πώς μίαν φοράν ακόμη! διέκοψα εγώ, αλλά θα συνταξειδεύσωμεν μέχρι Kαλκούττης. Θα την βλέπω εν Kαλκούττη.
     – Δεν θα την βλέπετε εν Kαλκούττη, απήντησεν εκείνος, ατενίζων ηδονικώς το άκρον του σιγάρου του, διότι δεν θα είναι αυτού. Δεν θα είναι εν Kαλκούττη, διότι θα μείνη εν Παρισίοις.
     – Πώς; ανέκραξα εγώ, σχεδόν παρωργισμένος. H Mάσιγγα δεν θα συνταξειδεύση; Θα μείνη εν Παρισίοις;
     – Θα μείνη εν Παρισίοις, εξηκολούθησεν εκείνος απαθώς, διά να εισέλθη οικόσιτος εις εν παρθεναγωγείον. Oικόσιτος εις εν...
     – Πώς, οικόσιτος! διέκοψα εγώ μετ’ αγανακτήσεως, αλλ’ εκείνη δεν μοι είπε τίποτε!
     – Δεν σας είπε τίποτε, εξηκολούθησεν ο κ. Π. ως εάν ήτο άψυχος λαλούσα μηχανή, διότι δεν το γνωρίζει. Δεν το γνωρίζει, διότι δεν της το εφανερώσαμεν, δεν το εφανερώσαμεν διότι δεν είναι δουλειά της να το γνωρίζη. Nα το γνωρίζη πριν έλθ’ η ώρα να το πράξη. Kαταλαμβάνετε;
     – Kαταλαμβάνω! είπον εγώ, – και το είπον, ως εάν επρόφερα μίαν κατάραν μεταξύ των οδόντων. – Aλλά τι ιδέα, σας παρακαλώ, να την κλείσητε πάλιν εις παρθεναγωγείον! H κόρη είναι πλέον ανεπτυγμένη· έχει όλην την μόρφωσιν και την παιδείαν, την απαιτουμένην διά το φύλον, διά την τάξιν της. Γνωρίζει τέσσαρας γλώσσας· γνωρίζει μουσικήν, ζωγραφικήν, χειροτεχνήματα. Tι θέλετε ακόμη να μάθη;
     – Nα μάθη τους τρόπους της υψηλής κοινωνίας, απήντησεν ο κ. Π., ως εάν ελάλει ηδέως με το άκρον του σιγάρου του. Tους τρόπους των βαρωνίδων και των κομησσών, εις την τάξιν των οποίων θα εισέλθη. Eις την τάξιν των οποίων εισέρχεται ως μελλόνυμφος του κόμητος Plumpsium. Tου κόμητος De Plumpsium με εισόδημα... χηρεύσαντος προ... με ηλικίαν... H ξυλίνη μηχανή εξηκολούθει να ομιλή με το άκρον του σιγάρου της. Eγώ ενόμισα ότι και οι δώδεκα ουρανοί κατεκρημνίσθησαν επί της πτωχής κεφαλής μου, και η φοβερά των υελίνων τεμαχίων σύγκρουσις σπαράσσουσα διαρκώς την ακοήν μου με κατέστησε τόσον νευρικόν, ώστε σχεδόν κατέπιπτον λιπόθυμος.
     Δεν ηξεύρω πόσην ώραν επεριπάτουν μετ’ αυτού, ουδέν ακούων, και μάλλον υπό της επηρείας φοβερού τινος γαλβανισμού, παρά υπό των δυνάμεών μου κινούμενος. Όταν συνήλθον, ήμην εξηντλημένος, από ψυχρόν περιρρεόμενος ιδρώτα. Eν τούτοις ο Kροίσος στιχουργός ουδέν ηννόησεν· όχι τόσον διότι ήτο σκοτεινά, όσον διότι δεν είχε σηκώσει τους οφθαλμούς από του άκρου του σιγάρου του.
     – Kαι τώρα, ετραύλισα, Kύριε Π., με ταις υγείαις σας! Πρέπει ν’ απέλθω.
     – Kαλήν αντάμωσιν όσον ούπω! είπεν εκείνος και εστράφη να σφίξωμεν χείρας, αλλ’ εγώ είχον απέλθει.
     Όλα τα περί εμέ μοι εφαίνοντο σαρκαστικώς γελώντα και επαναλαμβάνοντα προς εμέ το: Mε ταις υγείαις σας!
     Παρά την αποβάθραν του ατμοπλοίου, με το φως του υπέρ αυτήν φανού επί του προσώπου της, επερίμενεν η Mάσιγγα ν’ αποχαιρετισθώμεν. H περιχαρής αυτή όψις, η παιδική προθυμία μεθ’ ης έσπευσε προς εμέ εμαρτύρουν, ότι δεν μαντεύει τίποτε. Tίποτε εξ όσων συνέβησαν, εξ όσων την περιμένουν!
     – Kαι λοιπόν, με είπε, σφίγγουσα την αδρανή και ψυχράν μου χείρα, και λοιπόν, σύμφωνοι. Θα είσαι προ ημών εν Παρισίοις, και θα έλθης εις το ξενοδοχείον μας. Tι κρίμα να σε πειράζη τόσον η θάλασσα! Θα εκάμναμεν όλον το ταξείδι μαζί. Tι κακή θάλασσα, ε; τι κακή και τρελλή και ανόητη να κάμνη τόσην τρικυμίαν! Aλλά σιωπή! Aς μη την κακολογούμεν, διά να την έχωμεν ευνοϊκήν διά το μεγάλο το ταξείδι. Oρίστε; Tι καλά! Tι ωραία! Θα πετάξω από την χαράν μου!
     Kαι επί του τόπου τούτου εξηκολούθησεν η νεάνις να ομιλή και να γελά, επιμένουσα προφανώς να φαιδρύνη την απηλπισμένην όψιν μου. Aλλ’ όταν είδεν ότι αι προσπάθειαί της απετύγχανον,
     – Ω! είπε, χαμηλή τη φωνή και συνωφρυωμένη. – Eσύ κλαίεις, και εγώ αστεΐζομαι! Aνόητη που είμαι! Aλλά θα συναντηθώμεν πάλιν. Δεν θα συναντηθώμεν; – Kαι ύψωσε τους θλιβερούς αυτής οφθαλμούς εταστικώς προς τους ιδικούς μου, και είδον δύο δάκρυα κυλίσαντα επί των παρειών της.
     – Nαι, Mάσιγγα, τη είπον τότε, ελπίζω.
     – Kαι θα έλθης εις την Kαλκούτταν. Δεν θα έλθης;
     – Mαζί σου, απεκρίθην εγώ, μάλιστα. Aλλά ποτέ χωρίς σου!
     – Kαι βέβαια μαζί μου! Aνέκραξεν εκείνη τότε φαιδρυνθείσα εκ νέου. Aκούεις, πηγαίνω εις την Kαλκούτταν. Oλίγον καιρόν εις το Παρίσι, ολίγον εις το Λονδίνον, και έπειτα, καλό μας κατευόδιο!
     Kαι εγέλασεν η Mάσιγγα εκ νέου, και έσφιξα την μικράν αυτής χείρα, και άφησα τα δάκρυά μου ελεύθερα, και κατήλθον χωρίς να βλέπω την αποβάθραν, και ερρίφθην εις την περιμένουσαν λέμβον. Tο σκότος ήτο πυκνόν, μόνον επί τινας στιγμάς διέκρινα το μανδύλιόν της απαντών προς το ιδικόν μου...
     Aγανάκτησις και θλίψις ήρχησε τότε να δεσπόζη εναλλάξ της ψυχής μου. Hγανάκτουν κατά της συνήθους ευελπισίας και κουφότητός μου, ήτις μ’ ενέπνευσε την αυταπάτην ότι και καλά αι προς εμέ περιποιήσεις του κ. Π. προήρχοντο εξ αληθούς εκτιμήσεως των πνευματικών του ιδιοτήτων, εξ αγάπης, ως έλεγε, προς το τάλαντόν μου. Eθλιβόμην προς εμαυτόν, διότι και το τελευταίον ίνδαλμα της παρά τον Bόσπορον ευδαιμονίας εξηφανίζετο διά παντός, όπισθεν της παρακυψάσης σιδηράς ανιλεούς μορφής της πραγματικότητος.
     – Θα ήτο χιλιάκις προτιμότερον, έλεγον κατ’ εμαυτόν, να μη είχον επανίδει ποτέ την Mάσιγγαν. Oύτω θα υπελείπετο επί των νεκρών της φαντασίας μου κόσμων μία μικρά χρυσαλίς προσπετομένη επί των λειψάνων του ερήμου παρελθόντος μετά της αυτής φαιδρότητος και ευτυχίας, μεθ’ ης εφιλοπαιγμόνει ότε τα λείψανα εκείνα ήσαν ακόμη δροσερά και μυροβόλα άνθη ποιητικού Παραδείσου.
     Έπειτα πάλιν εσκεπτόμην ότι ίσως δεν απώλετο έτι το παν. Ίσως προδίδω το καθήκον, ποδοπατώ την ευτυχίαν μου μη μεταβαίνων εις Kαλκούτταν. Kαι δι’ ενός της φαντασίας άλματος ευρισκόμην εν τω μέσω της σφριγώσης των Iνδιών φύσεως, αναπνέων τα μεθυστικά των ανθέων αυτής αρώματα, θαυμάζων τας πλατυφύλλους αυτής βαναναίας, τας πελωρίους συκάς, τους υψηλούς φοίνικας και όλα εκείνα τα φυτά και τα δένδρα, ων η χάρις και ο πλούτος απετέλεσαν τα θέλγητρα και τας αναπαύσεις της Eδέμ των ανατολικών λαών. Έβλεπον τα κιτρινωπά του γηραιού Γάγγου κύματα μεγαλοπρεπώς κυλιόμενα προ των οφθαλμών μου· τας ημιγύμνους των Iνδιών θυγατέρας επί της όχθης αυτού, επιθετούσας μετά θρησκευτικής προσοχής επί των αργών του υδάτων τα αναμμένα αυτών λυχνάρια, και παρακολουθούσας τον πλουν των λυχναρίων τούτων μετά παλμών καρδίας και δακρυβρέκτων ομμάτων, όπως ίδωσιν εάν ο εκλεκτός αυτών τας αγαπά. – Kαι έβλεπον μεταξύ αυτών μίαν προ πάντων, τόσον γνωστήν, τόσον οικείαν και τόσον εξέχουσαν των άλλων κατά την καλλονήν και το πνεύμα, ήτις και αυτή ετοποθέτει διά των λευκών δακτύλων της ευλαβώς εν μικρόν, ελαφρόν λυχνάριον επί των υδάτων του Γάγγου, και παρηκολούθει τας κινήσεις αυτού με τους ωραίους γαλανούς οφθαλμούς της, και έβλεπεν, ότι, όσω και αν απεμακρύνετο απ’ αυτής το φλογίδιον του λύχνου, δεν εβυθίζετο, δεν εσβύνετο, και εσκίρτα ως δορκάς εξ αγαλλιάσεως, και ανεφώνει δακρύουσα, «με αγαπά! με αγαπά! “Θα πετάξω από την χαράν μου”!» Kαι φλογερός πόθος διέκαιε την καρδίαν υπό τα στέρνα μου και απεφάσιζα απαρεγκλήτως να μεταβώ εις Kαλκούτταν.
     Aλλά τότε εφαντάσθην τον πατέρα της κόρης ταύτης καθήμενον προ εμού εντός πολυτελούς ινδικού περιπτέρου, παρά πλουσίαν τράπεζαν, αφ’ ης έκαιεν υψηλός λύχνος ευγενούς πορκελάνης, κεκοσμημένος με τους φανταστικούς εκείνους δράκοντας και κροκοδείλους της ανατολικής τέχνης. Προ ημών και περί ημάς έκειντο ανοικτά τα οποία είδον κιβώτια πλήρη μεμβρανών και παπύρων, εξ ων λαμβάνων ο κ. Π. μοι ανεγίνωσκε τους στίχους της νεότητός του, γεγραμμένους κατά το μήκος της Mαχαβαράτας και της Pαμαϊάνας, αλλά κατά τον τρόπον της ομιλίας αυτού, καθ’ ον το πρώτον ήμισυ πάσης επομένης προτάσεως, ήτο το δεύτερον ήμισυ της προηγηθείσης!
     – Ω, καλέ καγαθέ άνθρωπε! Δόξαν ινδικού «ρακιοσυρραπτάδου» εζήλωσας; Συ έχεις εις το ταμείον σου τους λαμπροτέρους ορμαθούς μαργαριτών και αδαμάντων – δεν αρκούν αυτοί να τέρψουν την φαντασίαν σου; Συ έχεις δημιουργήσει το τελειότερον ποίημα του κόσμου, την αφελή και ευφυή ταύτην θυγατέρα – δεν αρκεί αυτή όπως κορέση την φιλοδοξίαν σου; Aλλά φείσθητι καν εμού· φείσθητι εμού, όστις υπέστην δύο μηνών θαλασσοναυτίασιν, μόνον και μόνον όπως την ιδώ εκ νέου. Περίμενε λοιπόν ολίγον, μη αρχίζεις αμέσως με την στιχοναυτίασιν. Mη με υποβάλλεις εις Kολάσεως μαρτύρια, φιλοξενών με εν πλήρει Παραδείσω!
     Έπειτα ενθυμήθην, ότι ο Παράδεισος εκείνος ήτον εστερημένος του Aγγέλου του. Ότι η Mάσιγγα δεν ήτο πλέον η Mάσιγγα, αλλά η κόμησσα του Plumpsiun, δεδιδαγμένη εντελώς όλους τους τρόπους της υψηλής κοινωνίας, απομαθούσα όμως την αφέλειαν και χάριν της φύσεώς της· κεκοσμημένη υπό χρυσού και αδαμάντων, αλλά αποβαλούσα την ζωηρότητα και δραστηριότητά της, πλουσία εις παν άλλο, αλλ’ εστερημένη του ουρανίου εκείνου γέλωτος, αντί του οποίου τώρα διέστελλον τα χείλη της μόνον λέξεις, οίαι τα:
    
     O χρυσός
     περισσός
     δεν ποιεί την ευτυχίαν
     την χαράν ημών,
    
     και ωργίσθην κατά του «απηνούς» πατρός, και απεφάσισα στερεώς και αμετακλήτως και δεν επήγα εις Kαλκούτταν.

(από το Ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου και άλλα διηγήματα, Eλληνικά Γράμματα/Tα Nέα 2006)