Δευτέρα, Οκτωβρίου 15, 2018

O ρομαντισμός στη βρετανική ζωγραφική


Αποτέλεσμα εικόνας για romantic painting in britainThe Romantic Tradition in British Painting 1800-1950

Αποτέλεσμα εικόνας για romantic painting in britainPaintings of Constable, Turner & Rossetti set to the music of Vaughan Williams' 'Five Variants on Dives and Lazarus'.



The Romantic Era (1850 - 1920.)

Some of the English painters of the Romantic Era

The paintings of these painters are in this video

Henry Holiday

Thomas Matthews Rooke

Marie Spartali Stillman

John Melhuish Strudwick

Kate Elizabeth Bunce

Frederick Sandys

Edmund Blair-Leighton

Sir Frank Dicksee

Evelyn de Morgan

John Roddam Spencer Stanhope

Sidney Meteyard

John Byam Shaw

Frank Cowper



Video Edited  by Gil Carosio

Music by Vangelis ( Siren's Whispering )
Αποτέλεσμα εικόνας για διαφθορα

Πολιτικές αναγκαιότητες


Του Γιάννη Πανούση
 anoixtoparathyro.gr

Ήρθε του λοιπού ο καιρός να σοβαρευτούμε
ν’ αφήκουμε στην πάντα τους συλλογικούς οραματισμούς
και να εγκολπωθούμε της φυλής την ασυνέχεια
σ’ένα αντώνυμο ποτ-πουρί…
Πετάξαμε τις παλιές πατερίτσες
και σωφάρουμε αναπηρικό με τα χίλια
Μαρία Μανδάλου, Μεταποιητική της ενοχής κι άλλα ποιήματα


Το ΠΑΣΟΚ προέκυψε ως ανάγκη διότι οι μετεμφυλιακές και μεταπολιτευτικές αγκυλώσεις των συντηρητικών παρατάξεων είχαν φτάσει σ’ένα τέτοιο σημείο βρασμού και έντασης που αν δεν γινόταν αποσυμπίεση το όλο σύστημα θα εκρήγνυτο. Άνοιξαν λοιπόν οι κοινωνικές ασφαλιστικές δικλείδες χωρίς όμως να κλείσουν οριστικά κι αμετάκλητα οι πληγές των διχασμών.
Ο ΣΥΡΙΖΑ προέκυψε ως ανάγκη διότι τα δύο αστικά/αστικοποιηθέντα κόμματα ΝΔ/ΠΑΣΟΚ είχαν [δια]φθαρεί και είχαν δημιουργήσει κυκλώματα άνομου πλουτισμού για τους ‘ημέτερους’, αφήνοντας ολόκληρες ομάδες πληθυσμού στο περιθώριο του κοινωνικοπολιτικού γίγνεσθαι.
Εάν τα παραπάνω, εντελώς τηλεγραφικά, εξηγούν το λόγο που ο λαός ψήφισε το 1981 και το 2015 τα δύο αυτά κόμματα,το ερώτημα που τίθεται είναι αν το ΠΑΣΟΚ και ο ΣΥΡΙΖΑ εξεπλήρωσαν, εν όλω ή εν μέρει, το σκοπό για τον οποίο επελέγησαν από τους ψηφοφόρους.
Μολονότι τέτοιοι απολογισμοί ανήκουν στην αρμοδιότητα των ιστορικών του μέλλοντος θα μπορούσαμε, πάλι τηλεγραφικά,να ισχυριστούμε ότι το ΠΑΣΟΚ απέτυχε στο να διαμορφώσει νέους κώδικες πολιτικής ηθικής κι έδωσε έτσι την ευκαιρία στους [πρώην] μικρομεσαίους και στους αεριτζήδες να λεηλατήσουν τον εθνικό πλούτο [ανομία για τον πλουτισμό ολίγων], ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ –τουλάχιστον μέχρι τώρα-ενώ απέφυγε να δημιουργήσει νέα δική του οικονομική ελίτ, μοιάζει να θέλει να ταυτίσει την ισότητα με την έλλειψη οποιωνδήποτε αρχών και τη Δημοκρατία με την έλλειψη οποιωνδήποτε ορίων [ανομία για τη δικαίωση μειοψηφιών].
Βεβαίως όλα αυτά θα συνυπολογιστούν και θα κριθούν στις επόμενες εκλογές του 2019. Το δίλημμα σήμερα όμως δεν είναι άλλο από το ‘’ποια ανάγκη προκύπτει για την αλλαγή του πολιτικού σκηνικού και προς ποια κατεύθυνση;’’. Το πολιτικό σύστημα δείχνει να έχει τεντωθεί πολύ σε βαθμό που ορισμένοι πιστεύουν ότι μπορεί να σπάσει με απρόβλεπτες συνέπειες για τη Δημοκρατία.
Αυτό ας το προσέξουν ιδιαίτερα οι λαμβάνοντες τις κρίσιμες αποφάσεις [μεταξύ των οποίων και ο λαός].
ΥΓ: ’’Το ζιβάγκο προλείανε
το έδαφος για το Αρμάνι’
[Κ.Μπουμπουρής, Το υπόγειο του Τσε

*American Valhalla

American Valhalla

I have no plans, I have no debts
The mind is not the carefree set
I’m looking for American Valhalla
So if it passes by give me a holler
Please
I’ve shot my gun, I’ve used my knife
This hasn’t been an easy life
I’m hoping for American Valhalla
But if I have outlived my use
Please drink my juice
Innocence
It’s so hard to figure it out
Innocence
It’s so hard to figure it out
I don’t know
I don’t know
I don’t know
I don’t know
It’s so hard to figure it out
I don’t know
I don’t know
I don’t know
I don’t know
Where is American Valhalla
Death is the pill that’s tough to swallow
Is there anybody in there?
Who do I have to kill?
I’m not the man with everything
I’ve nothing, but my name
Lowly, lowly deeds
That no one sees
Lowly, lowly deeds
That no one sees
Where is American Valhalla
Death is the pill that’s hard to swallow
Is anybody in there?
And can I bring a friend?
I’m not the man with everything
I’ve nothing, but my name
I’ve nothing, but my name
I’ve nothing, but my name
I’ve nothing, but my name
I’ve nothing, but my name

Η "ΘΟΛΗ" ΕΙΚΟΝΑ ΕΝΟΣ ΕΘΝΙΚΟΥ ΗΡΩΑ

https://im1.7job.gr/sites/default/files/imagecache/1200x675/article/2018/41/275184-33-pavlos_melas1.jpgΟ αληθινός Παύλος Μελάς

Ο αληθινός Παύλος Μελάς
«Γερά, γερά, στα χνάρια του Μελά!» - Βασικό σύνθημα του συλλαλητηρίου της Αθήνας για το Μακεδονικό (4/2/2018)
Eνα φάντασμα πλανιέται πάνω από τη δημόσια συζήτηση των τελευταίων μηνών για το Μακεδονικό. Η μορφή του είναι γνωστή στους πάντες από το σχολείο και τη δημόσια Ιστορία, σαν ενσάρκωση του κατ' εξοχήν εθνικού ήρωα της μετεπαναστατικής Ελλάδας.
Κατά την τριήμερη συζήτηση του περασμένου Ιουνίου στη Βουλή για τη συμφωνία των Πρεσπών, 14 αγορητές της Ν.Δ. και της Χ.Α. (ανάμεσά τους και ο επίδοξος πραξικοπηματίας Μπαρμπαρούσης) επικαλέστηκαν τη μνήμη του ως βασικό επιχείρημα κατά της αναγνώρισης της μακεδονικής ταυτότητας και γλώσσας των γειτόνων μας.
Οι υπέρμαχοι της συμφωνίας θύμισαν πάλι (κυρίως μέσω Διαδικτύου, ο δε Γιώργος Κατρούγκαλος και στη Βουλή) ότι στα γράμματά του ο εθνικός αυτός ήρωας την επίμαχη γλώσσα την αποκαλούσε ορθά-κοφτά «μακεδονική». Ποιος υπήρξε, όμως, στην πραγματικότητα ο Παύλος Μελάς, πέρα από τον «ηρωικό» θάνατό του;
Μια οικογενειακή υπόθεση
Ο σχετικός μύθος χτίστηκε αμέσως μετά τον φόνο του Μελά, πριν από ακριβώς 114 χρόνια, με καθοριστική -όπως θα δούμε- τη συμβολή των πελατειακών κομματικών δικτύων της εποχής. Πάνω απ’ όλα, όμως, υπήρξε προϊόν επιμελούς οικογενειακού σχεδιασμού: όλα όσα γνωρίζει γι’ αυτόν το ελληνικό κοινό προέρχονται είτε από την πένα του κουνιάδου του, Ιωνα Δραγούμη (και, μέσω αυτού, της Πηνελόπης Δέλτα), είτε από τη βιογραφία του που δημοσίευσε η χήρα του, ανώνυμα το 1926 στην Αλεξάνδρεια κι επώνυμα το 1964 στην Αθήνα.
Εμπλουτισμένη με τμήμα της αλληλογραφίας του Μελά, η τελευταία δεν απέβλεπε μονάχα στην εμπέδωση της υστεροφημίας ενός ήδη αναγνωρισμένου εθνικού ήρωα, όσο στην ανάδειξη των εξ αγχιστείας συγγενών του -της οικογένειας Δραγούμη- ως συλλογικού πρωτεργάτη του εθνικού βίου εκείνων των χρόνων.
Στον βωμό αυτής της επιδίωξης, όχι μόνο η τότε πολιτική ζωή μεταγράφηκε σαν οικογενειακή σαπουνόπερα, αλλά και οι επιστολές του Μελά αλλοιώθηκαν σοβαρά κατά τη δημοσίευσή τους, όπως πιστοποιεί η αντιπαραβολή με τα πρωτότυπα που φυλάσσονται στο Μουσείο Μπενάκη.
Η κοινωνική αντοχή αυτής της εικόνας υπήρξε τέτοια, ώστε ακόμη και οι σοβαρότερες εκδοχές της ιστοριογραφίας του Μακεδονικού Αγώνα να προσαρμόζονται κακήν-κακώς στα γραφόμενα της χήρας και του κουνιάδου, παρακάμπτοντας το απείρως σοβαρότερο σχετικό αρχειακό υλικό.
Μολονότι ο όλος μύθος ελάχιστα αντέχει ακόμη και στην προσεκτική ανάγνωση των ίδιων των ιδρυτικών αυτών κειμένων, τα εγχειρήματα μερικής ή ολικής αποδόμησής του παραμένουν ακόμη μεμονωμένα:
 Στην εκατοστή επέτειο του θανάτου του Μελά, δύο σχεδόν ταυτόχρονα άρθρα του «Ιού» («Ελευθεροτυπία» 10/10/2004) και του πανεπιστημιακού Βασίλη Γούναρη («Καθημερινή» 17/10/2004) εξέθεσαν τα προβλήματα της επίσημης αφήγησης και παρέθεσαν τις αντιφατικές εκδοχές γύρω τις συνθήκες του φόνου του. Από τη διασταύρωσή τους προκύπτει πως ο Μελάς τραυματίστηκε κατά λάθος από τους συντρόφους του, που τον αποκεφάλισαν κατόπιν για να μην προδοθούν από τις κραυγές του στον τουρκικό στρατό. Για την Ιστορία προσθέτουμε εδώ πως η πληροφορία αυτή συζητιόταν ανοιχτά τα επόμενα χρόνια στους κύκλους των μακεδονομάχων, όπως πιστοποιεί η αμήχανη διάψευσή της στον αθηναϊκό Τύπο (εφ. «Ελεύθερος Ανθρωπος», 4/8/1931, σ.4).
 Το 2005 η Περσεφόνη Καραμπάτη αποκάλυψε διακριτικά, σε επίσημη έκδοση του Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα, τον παράλληλο έρωτα του Μελά με την (παντρεμένη) κουνιάδα του, Εφη Καλλέργη (αναλυτικά γι’ αυτό το ειδύλλιο σε δημοσίευμα του «Ιού», 13/7/2013).
 Για την πολιτική διάσταση της εμπλοκής του στο Μακεδονικό, εξαιρετικά διαφωτιστική είναι η πλήρης αλληλογραφία του Μελά με τον Ιωνα που εξέδωσε ο πρόσφατα εκλιπών Γιώργος Πετσίβας («Τα Τετράδια του Ιλιντεν», Αθήνα 2000).
 Η συστηματικότερη (και χρονικά προγενέστερη) αποδόμηση της εικόνας του Μελά, με βάση την προσεκτική εξέταση της διαθέσιμης εθνικιστικής βιβλιογραφίας, πραγματοποιήθηκε από τον Δημήτρη Λιθοξόου, αρχικά στο περιοδικό του Ουράνιου Τόξου, «Зора» (1995-1996) και κατόπιν σε βιβλίο («Ελληνικός αντιμακεδονικός αγώνας», Αθήνα 1998).
Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή.
Τραμπουκισμός και βαθύ κράτος
Οι αδερφοί Παύλος και Λέων Μελάς εν ώρα καντάδας προς τις συζύγους τους, Ναταλία Μελά και Ανδρομάχη Σλήμαν | «ΑΓΩΝΑΣ ΚΑΙ ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ» (2005)
Γεννημένος στη Μασσαλία το 1870 με πατέρα μεγαλέμπορο της διασποράς κι αργότερα δήμαρχο Αθηναίων (1891-1894), ο Παύλος επέλεξε, όπως και δύο ακόμη από τους τέσσερις αδερφούς του, τη στρατιωτική καριέρα.
Το 1891 αποφοίτησε από την Ευελπίδων και την επόμενη χρονιά παντρεύτηκε τη Ναταλία Δραγούμη, κόρη τού τότε υπουργού Εξωτερικών και μετέπειτα πρωθυπουργού (την εποχή του Κιλελέρ).
Από τα αδέρφια του, ο Γεώργιος χρημάτισε ιδιαίτερος γραμματέας του βασιλιά Κωνσταντίνου, ο Βασίλειος υπασπιστής του βασιλιά Αλέξανδρου, οι δε Λέων και Κωνσταντίνος βουλευτές Αγυιάς και Ιωαννίνων· αυλάρχης του πρίγκιπα Νικολάου υπήρξε και ο γαμπρός του, Εκτωρ Ρωμάνος. Πατρική κατοικία, μετά την εγκατάσταση της οικογένειας στην Αθήνα το 1874, ήταν το σημερινό μέγαρο της «Αθηναϊκής Λέσχης» στην Πανεπιστημίου. Ως τέκνο του «πρώτου οικιστή» της Κηφισιάς, ο Παύλος θα χτίσει πάλι εκεί το 1894 την εξοχική έπαυλή του.
Το ψυχογράφημα του νεαρού αξιωματικού που αναδύεται από τα γραπτά του είναι αυτό ενός ανθρώπου που μεγάλωσε σε αυταρχικό περιβάλλον, εγκλωβίστηκε με τον γάμο του σ’ ένα ακόμη αυταρχικότερο κι έζησε στη σκιά μεγαλεπήβολων οραμάτων.
Σαφώς λιγότερο ευφυής και απείρως συναισθηματικότερος από τον πεθερό, τον κουνιάδο και τη σύζυγό του, μοιραζόταν μαζί τους τον ίδιο βαθύ συντηρητισμό, την ίδια περιφρόνηση για τον απλό λαό (τους «μικρούς ανθρώπους») κι ένα κοινό μίσος για τις «δημοκρατικές θεωρίες που λυμαίνονται την Ευρώπη».
Θα συνδέσει δε άρρηκτα την εθνική του δράση με την οικοδόμηση του εγχώριου βαθέος κράτους μετά τη χρεοκοπία του ελληνικού Δημοσίου το 1893· στο μυαλό του, όπως και σ’ αυτά των συνοδοιπόρων του, αυτά τα δύο ήταν άλλωστε αξεδιάλυτα.
Για πρώτη φορά ο ανθυπολοχαγός Μελάς απασχόλησε τη δημόσια ζωή στις 20 Αυγούστου 1894, όταν μαζί με 85 συναδέλφους του πραγματοποίησε τον πρώτο του πολεμικό άθλο − κατά του εσωτερικού, βεβαίως, εχθρού.
Ενοχλημένοι από ένα κύριο άρθρο της «Ακροπόλεως» (14/8/1894), το οποίο συνέδεε ειρωνικά τις βιαιοπραγίες αξιωματικών κατά πολιτών με τη δαπανηρότατη συντήρησή τους από τον καταχρεωμένο κρατικό κορβανά, οι 85 βαθμοφόροι με τους φαντάρους τους επέδραμαν στα γραφεία της εφημερίδας και το σπίτι του ιδιοκτήτη της Βλάση Γαβριηλίδη και τα ρήμαξαν με τσεκούρια, αξίνες και συναφή εργαλεία, τσεπώνοντας όσα χρήματα βρέθηκαν στα κατεστραμμένα συρτάρια.
Παραπέμφθηκαν φυσικά στο στρατοδικείο με τη (μάλλον ήπια) κατηγορία της φθοράς ξένης περιουσίας, αθωώθηκαν όμως πανηγυρικά δίχως την παραμικρή αιτιολογία (24/9/1894). Η τιμή του επαγγέλματος είχε αποκατασταθεί διά ροπάλου και εκ του ασφαλούς, με την κάλυψη των ομοφρόνων προϊσταμένων.
Ενάμιση μήνα μετά, στις 12/11/1894, ορισμένοι από τους επιδρομείς προχώρησαν στην ίδρυση της «Εθνικής Εταιρείας» («Ε.Ε.»), μυστικής οργάνωσης με «αόρατον αρχήν» και καταστατικό σκοπό «την αναζωπύρωσιν του εθνικού φρονήματος» διά του αλυτρωτισμού. Ηταν η πράξη γέννησης του ελληνικού βαθέος κράτους: ο σκληρός πυρήνας του κρατικού μηχανισμού, ο στρατός, επανέφερε τη δημόσια συζήτηση για την οικονομική κρίση και το δημόσιο χρέος στη «σωστή» (για τα συμφέροντά του) κοιτίδα. Ο Μελάς συγκαταλεγόταν στα πρώτα μέλη της μυστικής οργάνωσης, με αριθμό μητρώου 25 σε σύνολο 500 στρατολογιών την πρώτη διετία (Γιανουλόπουλος 1999, σ.50).
Λιγότερα στοιχεία διαθέτουμε για την ένταξή του σε μια άλλη μυστική δομήτον τεκτονισμό (Ιωάννης Λουκάς, «Ιστορία της ελληνικής μασονίας», Αθήνα 1991, σ.220).
Προβοκάτσια στα σύνορα
Προβοκάτορες στα σύνορα. Οι αξιωματικοί Παύλος Μελάς και Κωνσταντίνος Μαζαράκης με τους «αντάρτες» της «Εθνικής Εταιρείας» που πυροδότησαν τον καταστροφικό ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 | ΝΑΤΑΛΙΑ ΜΕΛΑ, «ΠΑΥΛΟΣ ΜΕΛΑΣ» (1964)
Μοναδική συνεισφορά της «Εθνικής Εταιρείας» στην πατρίδα υπήρξε, ως γνωστόν, μια εθνική συμφορά: η πυροδότηση του καταστροφικού ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897 με την εισβολή 3.000 έμμισθων «ανταρτών» της στο τουρκικό έδαφος (26/3/1897).
Παρά τους αρχικούς λεονταρισμούς, ο ελληνικός στρατός αποσυντέθηκε μέσα σε μια βδομάδα στο άκουσμα πως «έρχονται οι Τούρκοι»· στις 7/5 εγκατέλειψε πανικόβλητος ακόμη και τη Λαμία, με τα στρατεύματα του σουλτάνου να κατευθύνονται προς την Αθήνα.
Το κρατίδιο του 1830 επέζησε τελικά εκλιπαρώντας τις προστάτιδες Δυνάμεις (οι ισορροπίες των οποίων δεν επέτρεπαν τόσο ριζικές αναδιατάξεις του χάρτη της Βαλκανικής), καταβάλλοντας στους Οθωμανούς μια καθόλου ευκαταφρόνητη αποζημίωση 4.000.000 λιρών κι αποδεχόμενο Διεθνή Οικονομικό Ελεγχο για την ικανοποίηση των (Γερμανών, κυρίως) πιστωτών του.
Η προσωπική συμβολή του Παύλου Μελά σ’ αυτή την πανωλεθρία υπήρξε κάτι παραπάνω από κομβική, όπως διαβάζουμε στην επίσημη βιογραφία του. Με την κάλυψη των ανωτέρων του και του πρίγκιπα Νικολάου παρέλαβε αυτοπροσώπως τους «εθελοντές» της Ε.Ε. στον Βόλο (13/3) και τους μετέφερε στα σύνορα, με μια αμαξοστοιχία 55 βαγονιών και τη ρητή πρόθεση να πυροδοτήσει τον πόλεμο.
«Θα επανέλθω ταχύτατα εις την θέσιν μου διότι έχω την πεποίθησιν ότι θ’ αρχίσωμεν αμέσως το τουφέκι», γράφει στις 16/3 στον πατέρα του, πρόεδρο του «φανερού τμήματος» της Εταιρείας (σ.79), για να επαναλάβει ανυπόμονα στις 25/3: «Κρίμα εις τας ελπίδας του κόσμου. Τίποτε σήμερον· ούτε ένα τουφέκι» (σ.86). Με την κήρυξη του πολέμου, πετάει πια στα σύννεφα: «Η φωτιά άναψεν επί τέλους. Δεν ημπορώ να περιγράψω την ευτυχίαν και τον ενθουσιασμόν μου» (σ.95-6).
Για τη σοβαρότητα των σκέψεων που υπαγόρευαν τη δράση του, αποκαλυπτικές είναι οι παρατηρήσεις του για φίλους και εχθρούς: ενώ «οι λαμπροί μας εύζωνοι άλλοι εχόρευαν, άλλοι έριχναν το λιθάρι, άλλοι πηδούσαν, όλο ζωή και ενθουσιασμός», γράφει στη Ναταλία από τη Μελούνα, οι Τούρκοι του αντίπερα φυλακίου, «αξιολύπητοι, ρακένδυτοι, ξυπόλυτοι, με πανταλόνια διαφόρων χρωμάτων, μάλλον ζητιάνοι εφαίνοντο παρά στρατιώται» (σ.73).
Την ίδια οξυδέρκεια επιδεικνύει και για τους επαγγελματίες αντάρτες που μεταφέρει: οι αρχηγοί τους Νταβέλης, Ζέρμας και Αλαμάνος είναι «ωραιότατοι άνδρες, αληθινοί λεβέντες»«επικεφαλής ανδρών εκτάκτων καθ’ όλα»· «σε βεβαιώ», γράφει στον πατέρα του (24/3), «ότι θα κάνουν θαύματα» (σ.83-4).
Επιφυλάξεις έχει μόνο για κάποιους Ιταλούς γαριβαλδινούς: «πολλοί απ’ αυτούς είναι τωόντι λαμπροί νέοι και πολύ ανεπτυγμένοι και καλών οικογενειών, άλλοι είναι του λαού άνθρωποι καλοί και τίμιοι· είναι όμως μεταξύ αυτών και κάτι αγριόφατσες αναρχικών, οι οποίοι δεν πιστεύω να εννοούν καθόλου τας υψηλάς ιδέας που έφεραν τους συντρόφους των εις την Ελλάδα» (σ.81-2).
Λίγες μέρες μετά, πληροφορεί ωστόσο τον μπαμπά του πως οι εξελίξεις δεν είναι καθόλου ευχάριστες: οι θαυματοποιοί του «έχουν επιστρέψει όλοι» στο ελληνικό έδαφος και πολλοί απ’ αυτούς «πωλούν δεξιά και αριστερά τα όπλα των» (σ.93).
Μπορεί να πυροδότησε τον πόλεμο, ο ίδιος τον έβγαλε όμως αβρόχοις ποσί. Μια βδομάδα μετά την κήρυξή του, κι ενώ η μονάδα του βρίσκεται ήδη στα σύνορα, αυτός παραμένει στη Λάρισα «εν υπηρεσία»· την κατάρρευση του μετώπου θα την πληροφορηθεί ενώ παρακολουθεί -αδειούχος- τον... Επιτάφιο (σ.102).
Η απραξία του δεν τον εμποδίζει, πάντως, να λοιδορήσει τους υποχωρούντες: «άτιμα όντα»«ελεεινοί άνθρωποι»«πρωτοπαληκαράδες που ετράπησαν εις άτιμον φυγήν»(σ.103-4). Κάποια στιγμή, διασταυρώνεται τυχαία με τη μονάδα του: «Ο επί κεφαλής αξιωματικός», γράφει, «με είδε, μ’ έρριψε βλέμμα κινών την κεφαλήν και παρήλθε χωρίς να με αποτείνη ουδέ λέξιν». Τι να πει στον βυσματία λουφαδόρο;
Το βάπτισμα του πυρός -τρόπος του λέγειν- θα το πάρει δυο βδομάδες αργότερα στα Φάρσαλαμαζί με τον Σουηδό υπολοχαγό Ερλαντ αφ Κλέεν, γράφει, «καθόμεθα επί τινος υψώματος όπισθεν της πυροβολαρχίας και παρακολουθούμεν τον αγώνα»(σ.109).
Δίπλα στα κανόνια θα βρεθεί μόνο ένα δίωρο, υπό συνθήκες μάλλον ιδανικέςκανένα τουρκικό βλήμα «δεν εξερράγη, διότι εχώνοντο εις την μαλακήν γην της Θεσσαλίας»(σ.112). Από ασφαλή απόσταση θα παρακολουθήσει και τη μάχη του Δομοκού. Πέφτει μάλιστα με τον Κλέεν για ύπνο («ενωρίς, διά να εγερθώμεν και ενωρίς»)· στις 11 μ.μ. τον ξυπνά ωστόσο ο πρίγκιπας Νικόλαος, για να του ανακοινώσει τη νέα υποχώρηση (σ.117-8). Δυο μέρες μετά, «κουρασμένο ηθικά περισσότερο παρά σωματικά, εξαντλημένο από την αϋπνία, τον έπιασε τόσο δυνατός πυρετός, ώστε ανησύχησε ο γιατρός του συντάγματος και τον έστειλε στη Λαμία, όπου τον περιποιήθηκαν πολύ»(σ.121).
Σε αντίθεση με άλλους πατριώτες, ο Μελάς δεν αποστασιοποιήθηκε από την «Εθνική Εταιρεία» μετά τον εξευτελισμό του 1897. Τον Γενάρη του 1899 μπήκε μάλιστα στο Δ.Σ. της, σε μια συγκυρία σημαδεμένη από την προσπάθεια της κυβέρνησης ν’ αποσπάσει τα κεφάλαιά της που οι πατριώτες εταίροι είχαν εγκαίρως φυγαδεύσει στο εξωτερικό.
Μετά τη δημοσίευση του διαχειριστικού ελέγχου του υπ. Οικονομικών στο ταμείο της, το όργανο αποφάσισε την 1η/12/1900 την αυτοδιάλυσή της. Με μια αξιοσημείωτη, ωστόσο, εξαίρεση: «Κατά πρότασιν του ανθυπολοχαγού του πυροβολικού Παύλου Μελά και του καθηγητού Νικολάου Πολίτου, το Δ.Σ. της Εταιρίας δεν διελύθη. Απεφασίσθη να συνέρχεται από καιρού εις καιρόν και να συζητή τα εθνικά ζητήματα, εισηγούμενον αναλόγους λύσεις εις την εκάστοτε Κυβέρνησιν» (Διεύθυνσις Ιστορίας Στρατού, «Ο Μακεδονικός Αγών», Αθήναι 1979, σ.124).
Το πραξικόπημα των κουνιάδων
«ΑΓΩΝΑΣ ΚΑΙ ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ» (2005) | «ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ» (17/10/2004)
↳Το κοινωνικό βάρος δυο οικογενειακών παραδόσεων άφησε βαθιά ίχνη στις επιλογές του Μελά. Πάνω, ο ίδιος στο πατρικό του με πέντε από τα έξι αδέρφια του και τον πατέρα του Μιχαήλ. Κάτω, καθημερινό στιγμιότυπο της κατοικίας των πεθερικών του, σε δική του λήψη. και η εξοχική έπαυλή του στην Κηφισιά.
Τα επόμενα χρόνια ο Μελάς είναι μια μάλλον γραφική φιγούρα της αθηναϊκής καλής κοινωνίας. Ακρως ευέξαπτος, παρελαύνει στις εφημερίδες ως πρωταγωνιστής δύο τουλάχιστον μονομαχιών, στις οποίες κάλεσε ο ίδιος τους αντιπάλους του: τον φοιτητή της Νομικής Δ.Κ. Λεόντιο (3/7/1903) και τον συνάδελφο και συνταξιδιώτη του στη Μακεδονία, Γεώργιο Κολοκοτρώνη (27/5/1904). Η νευρικότητά του εξηγείται πιθανόν από τα οικονομικά προβλήματά του μετά τον θάνατο του πατέρα του, που τον εξόρισαν από το Κολωνάκι στην Κηφισιά.
«Η Νάτα έχει πολλάς χρηματικάς δυσκολίας και προσπαθεί να τα βγάλει πέρα», ενημερώνει επ’ αυτού τον Ιωνα η Εφη Καλλέργη (21/10/1903). «Οπερ δύσκολον διότι ήτο πάντοτε συνηθισμένη, καθώς και ο Παύλος, να εξοδεύουν χωρίς να σκέπτονται. Τους λυπούμαι και τους δυο διότι δεν φαντάζεσαι πόσον ο Παύλος είναι απελπισμένος με τον εαυτόν του και ρίπτει όλα τα σφάλματα εις την ράχην του»(Αρχείο Ι. Δραγούμη, φ.ΙΒ/5, εγγρ.4).
Σ’ αυτή τη δύσκολη συγκυρία, Μελάς και Δραγούμης με μια παρέα πρώην εταίρων της «Ε.Ε.» βάζουν τα θεμέλια για την ένοπλη ελληνική επέμβαση στη Μακεδονία κατά του αντιοθωμανικού αντάρτικου των κομιτατζήδων. Η αλληλογραφία τους δεν αφήνει ωστόσο την παραμικρή αμφιβολία ότι πραγματικό κέντρο βάρους του ενδιαφέροντός τους δεν ήταν τόσο ο αλύτρωτος Ελληνισμός όσο οι υπουργικοί διάδρομοι της Αθήνας. Τα σχετικά τεκμήρια έχουν δημοσιευθεί σε παλιότερο «Ιό» (9/11/2013), οπότε δεν χρειάζεται ν’ αναπαραχθούν εδώ.
Υπενθυμίζουμε, απλά, πως ο Ιων αποκαλεί τον τελικό στόχο τους «πραξικόπημα», με σκοπό την απαλλαγή από τη «σιχαμερή λάσπη [του] κοινοβουλευτισμού» και την κατάληψη της εξουσίας (με την πλάτη του στρατού) από «την δική μας Κυβέρνησιν». Ο Μακεδονικός Αγώνας δεν ήταν, σε τελική ανάλυση, παρά το όχημα για τον αυταρχικό μετασχηματισμό των εθνικών μετόπισθεν: «πρέπει να κάνωμε ένα πραξικόπημα τη στιγμή που θα είναι αναγκαίο, είτε να ριχτούμε επί των Βουλγάρων, είτε να καταλάβωμεν την χώραν που μας ανήκει».
Αδιερεύνητη παραμένει η ακριβής εμπλοκή της Γερμανίας, την οποία υπαινίσσεται εμμέσως πλην σαφώς στις δικές του αναμνήσεις ο βενιζελικός ήρωας της Πηνελόπης Δέλτα, καπετάν Νικηφόρος («Ο ναύαρχος Ιωάννης Δεμέστιχας», Αθήναι 1964, σ.24). Η ανάληψη από το ελληνικό κράτος «αστυνομικής δράσης» στην οθωμανική επικράτεια, με σκοπό την προσωρινή σταθεροποίηση του εκεί καθεστώτος που είχε κλονιστεί από την πρόσφατη εξέγερση του Ιλιντεν, ταίριαζε πάντως γάντι με τη γερμανική πολιτική εκείνων των χρόνων.
Ο μηχανισμός που οργάνωσε και καθοδήγησε τον Μακεδονικό Αγώνα ταυτιζόταν επίσης σε επίπεδο προσώπων με τις τότε άκρες του Βερολίνου στο ελληνικό βασίλειο: συντονιστής της όλης προσπάθειας ήταν ο διάδοχος Κωνσταντίνος, το δε ημιεπίσημο όργανο του Μακεδονικού Κομιτάτου («Εμπρός») μνημονεύεται από τον Γερμανό πρέσβη ως «η εφημερίδα της [πολεμικής βιομηχανίας] Κρουπ».
Σ’ ένα οικογενειακότερο επίπεδο, διερεύνηση χρειάζεται επίσης ο ρόλος της Ναταλίας ως αφανούς καθοδηγήτριας τόσο του συζύγου όσο και του μικρού της αδερφού, όπως διαπιστώνουμε από τη μεταξύ τους αλληλογραφία.
«Η Νάτα απαιτεί ξεμπέρδεμα Τσακαλάρωφ», ενημερώνει λ.χ. στις 26/4/1903 από την Αθήνα ο Μελάς τον Ιωνα, υποπρόξενο τότε στο Μοναστήρι· ο λόγος για τον Βασίλ Τσακαλάροφ, τον επίφοβο οπλαρχηγό της ΕΜΕΟ που αποτελούσε το τοπικό (και τοτεινό) ισοδύναμο του δικού μας Βελουχιώτη.
Η απάντηση του παραλήπτη (13/5/1903) είναι ακόμη πιο εύγλωττη: «Διά τον Τσακαλάρωφ προσπαθώ να εκτελέσω την επιθυμία της Νάτας, που είναι και δική μου. Είχαμε μάθει πως τον σκότωσε ο στρατός αλλά δεν είναι αλήθεια. Θα εξοδέψω χρήματα για τον φόνον του» («Τα Τετράδια του Ιλιντεν», σ.87 & 113).
Το «έπος» του Μίκη Ζέζα
Η δράση του Μελά στη Μακεδονία, που κατέληξε στον θάνατο και την ηρωοποίησή του, περιλαμβάνει δύο «εισβολές», συνολικής διάρκειας 10 εβδομάδων, από τα σύνορα μέχρι την Πρέσπα και μια ολιγοήμερη ενδιάμεση «ιδιωτική» επίσκεψή του στην Κοζάνη και τη Σιάτιστα − όλες μέσα στο 1904. Οσο για την πολεμική του δράση, αυτή περιορίστηκε σε μία και μοναδική, άδοξη συμπλοκή.
 Στην πρώτη, διερευνητική αποστολή (29/2-30/4) μετείχαν 4 αξιωματικοί μ’ επικεφαλής τον Αναστάσιο Παπούλα, μετέπειτα αρχιστράτηγο στη Μικρασία. Ο Μελάς ήταν το νεότερο και λιγότερο σημαντικό μέλος της· στη μέση της διαδρομής ανακλήθηκε μάλιστα στην Αθήνα (23/3), καθώς με την ενθουσιώδη φλυαρία του είχε καρφωθεί στην τουρκική πρεσβεία. (Η επαγρύπνηση δεν ήταν το φόρτε τουστις 19/9 θα εγκαταλείψει την κάπα του με ενοχοποιητικές επιστολές του προξένου στο Μοναστήρι -και μπατζανάκη του- Δημητρίου Καλλέργη, προκαλώντας την ανάκλησή του στην Αθήνα.) Με οδηγούς τον πρώην κομιτατζή Κότε Ρίστοφ Σάροφσκι («καπετάν Κώττα») και τους συντρόφους του, οι αξιωματικοί περιόδευσαν σε πέντε ασφαλή σλαβόφωνα χωριά των Κορεστίων και της Πρέσπας, επιδόθηκαν σε αντεπαναστατικά κηρύγματα, μοίρασαν δεξιά κι αριστερά 400 λίρες και κατέληξαν σε διαμετρικά αντίθετα συμπεράσματα. Η διαφωνία τους επισφραγίστηκε με τη μονομαχία Μελά-Κολοκοτρώνη, ύστερα από εκατέρωθεν αλληλοδιαβολές στα ανώτατα κλιμάκια της εξουσίας.
 Η δεύτερη και τελευταία αποστολή ξεκίνησε με τον διορισμό του από τον πρωθυπουργό Θεοτόκη ως «γενικού αρχηγού» των μακεδονομάχων στο βιλαέτι Μοναστηρίου (14/8). Επικεφαλής 30 ενόπλων πέρασε στις 27/8 τα σύνορα με κατεύθυνση την περιοχή Καστοριάς-Φλώρινας. «Διά καλό και διά κακό», σημειώνει στην ημιτελή απολογιστική έκθεσή του, «έγραψα εις τον καϊμακάμην Φλωρίνης επιστολήν, εν η τω εδήλωσα ότι σκοπός μου μόνον ήτο η τιμωρία των δολοφόνων Βουλγάρων και η προστασία των αδελφών μας από τας ορδάς αυτών. Οτι ουδένα άλλον θα πειράξω, ότι σέβομαι την κυβέρνησιν των Οθωμανών και τον στρατόν προ του οποίου θα παραμερίζω, εκτός εάν κυκλωθώ υπ’ αυτού» (ΔΙΣ 1979, σ.336).
Σύμφωνα με την ίδια έκθεση, το πρώτο σκέλος της δράσης του αφορούσε την οργάνωση του χώρου, με «διευθύνον κέντρο» τη Νέβεσκα (σημ. Νυμφαίο) και στηρίγματα σε πέντε γειτονικά χωριά. Διόρισε έμμισθους αγγελιοφόρους και φρουρούς κι ανέλαβε τη μισθοδοσία των «αρματολικών» σωμάτων που δρούσαν ήδη στο Λέχοβο και τη Νεγκοβάνη με την άδεια των αρχών. Χρήμα διέθετε άφθονο: στην Αθήνα είχε παραλάβει «επί αποδείξει» 1.400 χρυσά φράγκα και 2.100 ασημένιες δραχμές (Καραμπάτη 2005, σ.155).
Το δεύτερο σκέλος της δράσης του ήταν επιθετικό: «ένοπλη προπαγάνδα» σε εξαρχικά χωριά, κλείσιμο των ρουμανικών σχολείων στα βλάχικα κι εκκαθάριση των στελεχών της ΕΜΕΟ. Τα τελευταία αλλού δολοφονούνται (Πρεκοπάνα), αλλού εξαναγκάζονται να δηλώσουν υποταγή (Σρέμπενο) κι αλλού εγκαταλείπουν τα χωριά τους για ασφαλέστερα μέρη.
Σε αντίθεση με τη μεταγενέστερη αγιοποίησή του, η εικόνα που αποτυπώνει στην έκθεσή του ελάχιστα αποκλίνει από τις τρομοκρατικές πρακτικές των επιγόνων του:
«Διηυθύνθην εις Πρεκοπάναν, όπου εφονεύθησαν αμέσως οι διαβόητοι Βούλγαροι ιερεύς και διδάσκαλος. [...] Συγκαλέσας τους χωρικούς, ιδία τους δημογέροντας, συνέστησα εις αυτούς πρώην Ορθοδόξους (διά της βίας αποσκιρτήσαντας) διά θερμοτάτης ομιλίας να επανέλθωσιν εις την Ορθοδοξίαν. Τους ηρώτησα να μοι είπωσιν ελευθέρως εάν η συνείδησίς των είναι Βουλγαρική και αι πεποιθήσεις των σχισματικαί, δηλών ότι θέλω σεβαστή αυτούς, αλλ’ ότι δεν θα επιτρέψω εις κανένα να πιέζη τους Ελληνας προς αποσκίρτησιν. Οι δυστυχείς ούτοι, άλλοι υπό το κράτος του φόβου, του εκ του φόνου των συγχωριανών των, άλλοι με αγαθήν διάθεσιν με εβεβαίωσαν ότι η ψυχή των ουδέποτε ησπάσθη ούτε το σχίσμα ούτε τας Βουλγαρικάς αρχάς και ότι προθύμως θα έκαμνον ό,τι τους διατάξω. Τότε τοις είπον ότι απαιτώ πρώτον να ορκισθώσιν πίστιν και αφοσίωσιν εις την Ορθοδοξίαν και δεύτερον να κάμωσι τοιαύτην αναφοράν εις τον Καϊμακάμην και εις τον Μητροπολίτην. Προς τον τελευταίον δε να μεταβώσιν εντός δέκα το πολύ ημερών και να ζητήσωσι την αποστολήν ιερέως και διδασκάλου Ελλήνων. Εδήλωσα δε εις αυτούς ότι τον τυχόν δυστροπούντα εις τα ανωτέρω, μετά τον όρκον ον μοι έδωσεν, θέλω θεωρήσει ως Βούλγαρον και επίορκον και τιμωρήσει αναλόγως» (σ.332).
Στα λογοκριμένα αποσπάσματα των επιστολών του παραθέτει διαδοχικά σχέδια εκκαθαρίσεωνστην Μπελκαμένη ένας κομιτατζής «πρέπει να φονευθή» κι ένας «ρουμανίζων και βουλγαρίζων» κάτοικος «να φάγη ξύλο και να εκδιωχθή»· προγραμματίζει επίσκεψη «εις Νεγοβάνι όπως καθαρίσωμεν αυτό και το πλησίον αυτού κείμενον Λέσκοβετς από τα βουλγαρικά τέρατα»· συζητά με τον ηγούμενο της μονής Τσιριλόβου «περί του τρόπου εξαφανίσεως ενός όστις μόνος τρομοκρατεί ολόκληρον το Τσιρίλοβον, ενός ιερέως και διδασκάλου -φοβερών κακούργων- εν Κομανιτσόβω και ενός ομοίου ιερέως εν Χολίστη», αποφαινόμενος ότι «φόνος Βουλγάρων = έργον δικαιοσύνης».
Στην τελευταία επιστολή προς τη γυναίκα του (2/10/1904) καμαρώνει, τέλος, πως «έγινε ο φόβος των Βουλγάρων» κι ότι οι χωρικοί «φοβούνται να έβγουν εις το κλαρί»εναντίον του (σ.405-6).
Ο τελικός απολογισμός ήταν ωστόσο μάλλον απογοητευτικός. Ακολουθώντας την κλασική συνταγή του αντάρτικου, οι κομιτατζήδες απέφυγαν τη μετωπική αναμέτρηση με τον Μελά, που περιφερόταν κυριολεκτικά στο κενό. Αξιοποιώντας το δίκτυό τους στα χωριά, ήταν άλλωστε σε θέση να προχωρούν σ’ επιλεκτικά χτυπήματα, εξαλείφοντας τις περιορισμένες προσβάσεις των μακεδονομάχων στις διαφιλονικούμενες κοινότητες. Τα ντόπια πάλι στελέχη της ελληνικής παράταξης δεν φαίνονταν ιδιαίτερα διατεθειμένα να στηρίξουν μια ολομέτωπη σύγκρουση.
«Δυστυχώς από το πρόγραμμά μου το εκατοστόν μόνον έκαμα», ομολογεί έτσι ο Μελάς στο ίδιο γράμμα του. «Ερχονται και μου προτείνουν μ’ ενθουσιασμόν πλήθος ωραίων και μεγάλων σχεδίων. Εγώ ο δυστυχής κάμνω το σχέδιόν μου, ξεκινώ με βροχήν, με κρύο, με πείναν και, όταν έλθη η στιγμή της εκτελέσεώς του, ή δεν έρχονται ή με γελούν παντοιοτρόπως ή και ειδοποιούν τους Βουλγάρους να κρυφθούν» (σ.404-5).
Η απογοήτευση τον ωθεί να τα παρατήσειανακοινώνει στους άντρες του πως αποφάσισε «να αφήση μικράς φρουράς ανά 3-4 άνδρας εις τα χωριά της περιφερείας προς άμυναν αυτών μέχρι Μαρτίου», αυτός δε με τους υπόλοιπους «θα ανεχώρει εις Αθήνας και θα επανέρχετο τον Μάρτιον με νέο σώμα»· ζητά ως εκ τούτου να δηλώσουν «ποίοι δεχόμεθα να παραμείνουμε» (Ιωάννης Καραβίτης, «Απομνημονεύματα», Αθήνα 1994, σ.104).
Ο Παύλος Μελάς με την ανταρτοομάδα του, λίγο πριν περάσει τα σύνορα για την τρίτη και τελευταία επίσκεψή του στη Μακεδονία | «ΑΓΩΝΑΣ ΚΑΙ ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ» (2005)
Η απρόσμενη άφιξη ενισχύσεων από την Ελλάδα στις 9/10 θ’ αναβάλει προσωρινά αυτή την άδοξη φυγή − με μοιραίο αποτέλεσμα για τον ίδιο τον Μελά, η πρώτη μάχη του οποίου στη Μακεδονία (ουσιαστικά: σε όλη τη ζωή του) αποδείχθηκε και η τελευταία.
Στις 11/10 επιτίθεται με 60 ενόπλους στο Νέρετ (σημ. Πολυπόταμος) της Φλώρινας, με στόχο χωρικούς προγραμμένους ως κομιτατζήδες. Σύμφωνα με το ημερολόγιο του συμπολεμιστή του Λάκη Πύρζα, ενημέρωσε προηγουμένως γραπτά τον Ιζέτ Μπέη της Φλώρινας για να καθυστερήσει η επέμβαση των αρχών· σε αντίθετη περίπτωση, ορμήνεψε τους άντρες του να υποδεχθούν τους στρατιώτες με τη δήλωση «μπεν Γιουνάν» (είμαι Ελληνας).
Ακολούθησε δίωρη συμπλοκή, με μοναδικό αποτέλεσμα τον φόνο ενός εξαρχικού χωρικού και τον τραυματισμό ενός Κρητικού. Οταν οι άντρες του δεν μπόρεσαν να βρουν αρκετό πετρέλαιο για να κάψουν το σπίτι που πολιορκούσαν, ο Μελάς διέταξε ν’ αποχωρήσουν «για να μην τους πάρει η μέρα», παρά την αντίθετη γνώμη των υπολοίπων (Αρχείο Μελά, φ.3, εγγρ.221).
Η χήρα του λογοκρίνει όλα τα παραπάνω, επινοώντας ανύπαρκτους ανθρωπιστικούς λόγους: ο άντρας της, διαβάζουμε, δεν θέλησε να κάψει το σπίτι «γιατί άκουσε πως ήταν γυναίκες μέσα και παιδιά» (σ.409).
Εξω από το χωριό, οι μακεδονομάχοι δέχονται όμως επίθεση κομιτατζήδων και το σκάνε κακήν-κακώς. Οι μισοί αποχωρούν και οι υπόλοιποι με τον Μελά περιφέρονται στα δάση, για να καταλήξουν το επόμενο πρωί στη Στάτιτσα, χωριό «που διετέλει υπό κομιτατζηδική οργάνωση».
Οι χωρικοί τούς υποθάλπουν κι εν συνεχεία τους καρφώνουν, σαν δήθεν κομιτατζήδες, στις κοντινότερες τουρκικές αρχές. Τα υπόλοιπα είναι γνωστά.
Ηρωας του παλαιοκομματισμού
Τον θάνατο του Μελά ακολούθησε ένα επικοινωνιακό ξεσάλωμα, όχι μόνο του αθηναϊκού αλλά και του επαρχιακού Τύπου· με κάποια δόση υπερβολής, το «Εμπρός» θα ισχυριστεί μάλιστα πως «η αρχαία Ελλάς και η Ρώμη δεν έσχον ήρωα αγνότερον και μεγαλοφρονέστερον» (19/10).
Ακολούθησαν πανηγυρικά μνημόσυνα σε δεκάδες πόλεις με συμμετοχή των πολιτικών, στρατιωτικών κι εκκλησιαστικών αρχών, των σχολείων, κάθε λογής σωματείων και κλείσιμο των καταστημάτων με διαταγή της αστυνομίας.
Η συμβολή των παραδοσιακών μικροκομματικών πρακτικών και πελατειακών δικτύων σ’ αυτή την πανεθνική, «υπερκομματική» κινητοποίηση είναι ορατή διά γυμνού οφθαλμού.
Οπως προκύπτει από το αρχείο του Στέφανου Δραγούμη, πάμπολλοι τοπικοί παράγοντες και κομματάρχες έσπευσαν να του γνωστοποιήσουν τα υμνητικά αφιερώματα ή την όποια άλλη συμβολή τους στο συλλογικό πένθος για τον ένδοξο πλέον γαμπρό του. Ο φάκελος των συλλυπητηρίων περιλαμβάνει 521 τεκμήρια, ενώ αυτός των συνημμένων δημοσιευμάτων άλλα 93.
Ο,τι δεν είχε καταφέρει εν ζωή, ο αριστοκράτης ανθυπολοχαγός το πέτυχε με την κοινωνική εμβέλεια του θανάτου του.
Διαβάστε:
► Ναταλία Μελά, Παύλος Μελάς (Αθήνα 1964). Η επίσημη βιογραφία που έθεσε τον κανόνα για την ιστοριογραφική πραγμάτευση των απαρχών του Μακεδονικού Αγώνα. Παρά την παραποίηση ουκ ολίγων σημείων τους από τη βιογράφο και χήρα του, ενδιαφέρουσες αποδεικνύονται κυρίως οι εκτενέστατες επιστολές του Μελά με την καθημερινή αναφορά των πεπραγμένων του − αρχικά στον πατέρα και κατόπιν στη σύζυγό του.
► Ιων Δραγούμης, Μαρτύρων και ηρώων αίμα (1η έκδοση, με το ψευδώνυμο Ιδας, Αθήναι 1907). Η πρώτη βερσιόν της επίσημης εκδοχής για τη δράση και τον θάνατο του Μελά, από τον κουνιάδο και στενό συνεργάτη του, που αποτελεί και τον (ψευδώνυμο) ήρωα του βιβλίου.
► Γιώργος Πετσίβας (επιμ.), Ιωνος Δραγούμη. Τα Τετράδια του Ιλιντεν (Αθήνα 2000, εκδ. Πετσίβα). Το πλήρες αρχείο του κουνιάδου του Μελά για την περίοδο 1902-1904, με το σύνολο της αποκαλυπτικής αλληλογραφίας τους κατά την εκκόλαψη του Μακεδονικού Αγώνα.
► Διεύθυνσις Ιστορίας Στρατού, Ο Μακεδονικός Αγών και τα εις Θράκην γεγονότα (Αθήναι 1979). Συνταγμένη επί χούντας, η επίσημη στρατιωτική ιστορία της ελληνικής εξόρμησης περιλαμβάνει ως παράρτημα (σ.331-8) την εξαιρετικά εύγλωττη απολογιστική έκθεση του Μελά προς το Μακεδονικό Κομιτάτο της Αθήνας.
► Περσεφόνη Καραμπάτη (επιμ.), Αγώνας και διλήμματα. Η Μακεδονία του Παύλου Μελά μέσα από τα σημειωματάριά του (Θεσσαλονίκη 2005, εκδ. Ερωδιός). Το προσωπικό ημερολόγιο του Μελά κατά τους τελευταίους μήνες της ζωής του.
► Ο Ιός, «Ποιος σκότωσε τον Παύλο Μελά; Το άγνωστο εθνικό θρίλερ» (εφ. Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 10/10/2004, σ.53-55). Οι δέκα αντιφατικές εκδοχές που προβλήθηκαν από οικογένεια, συμπολεμιστές, αντιπάλους και αυτόπτες μάρτυρες για τον θάνατο του ιδανικού ήρωα της εθνικοφροσύνης.
► Βασίλης Γούναρης, «Το μοιραίο δεκαήμερο» (εφ. Καθημερινή/ένθετο «Επτά Ημέρες», 17/10/2004, σ.14-19). Η ίδια ακριβώς υπόθεση με διαφορετική, χρονολογική διάταξη των διαθέσιμων στοιχείων − και ταυτόσημα, επί της ουσίας, συμπεράσματα.
► Γιάννης Γιανουλόπουλος, «Η ευγενής μας τύφλωσις...». Εξωτερική πολιτική και «εθνικά θέματα» από την ήττα του 1897 έως τη Μικρασιατική Καταστροφή (Αθήνα 1999, έκδ. Βιβλιόραμα). Απομυθοποιητική ανατομία της κρίσιμης εικοσιπενταετίας που ξεκίνησε με τον «ατυχή» πόλεμο της Θεσσαλίας και κατέληξε στις στάχτες της Σμύρνης. Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα η πρωτότυπη ματιά στα πεπραγμένα της «Εθνικής Εταιρείας».

Καλημέρα!


Ολόκληρη πόλη σε δίαιτα!

Στόχος: να χάσουν 100.000 κιλά  έως τις αρχές του 2020... 

Πηγή:  Reporter Cyprus

mesogeiaki-diatrofi
Η απώλεια βάρους μπορεί να είναι αρκετά δύσκολη: καταμέτρηση θερμίδων, άσκηση, μη κατανάλωση ανθυγιεινών σνακ και αποχή από το αλκοόλ - αυτό δεν είναι απαραίτητα διασκεδαστικό. Εκτός και αν το κάνετε μαζί με άλλους. Αυτό είναι που σκέφτηκαν οι υπέρβαροι κάτοικοι της ισπανικής πόλης Narón. Αποτέλεσμα εικόνας για NarónΠερισσότεροι από 4.000 άνθρωποι επιθυμούν να συνεργαστούν για να χάσουν βάρος. Ο στόχος: 100.000 κιλά  έως τις αρχές του 2020.
Το έργο ξεκίνησε από τις αρχές του έτους. Και υπάρχουν ήδη οι πρώτες επιτυχίες: η Μαρία Τερέζα Ροντρίγκεζ ζύγιζε το Μάρτιο ακόμα 82 κιλά. «Τώρα είναι 70», λέει η 55χρονη. Αθλείται τώρα μιάμιση ώρα κάθε μέρα. «Περπατάω με φίλους, συμπεριλαμβανομένης μιας γυναίκας στην ηλικία των 80 που πρέπει να της κρατάνε το χέρι».
Η ιδέα για την κοινή δίατα είχε ο γιατρός Carlos Piñeiro. «Στον 21ο αιώνα, οι άνθρωποι ξεχνούν να τρέχουν πραγματικά», λέει ο 63χρονος. Με την υποστήριξη της διοίκησης της πόλης, τον Ιανουάριο κάλεσε τους πολίτες της πόλης στη Γαλικία να τρώνε υγιεινότερα και να κάνουν περισσότερη άσκηση. Από τότε ασχολείται τακτικά με τα άτομα που θέλουν να χάσουν βάρος στο πάρκο της πόλης.
Από τους 40.000 κατοίκους της πόλης, περίπου 9.000 είναι υπέρβαροι, περίπου 3.000 θεωρούνται παχύσαρκοι, σύμφωνα με τον Piñeiro. Η Γαλικία στη βορειοδυτική Ισπανία είναι η περιοχή με το μεγαλύτερο ποσοστό παχύσαρκων ανθρώπων στην Ισπανία, σύμφωνα με μελέτη της Ισπανικής Καρδιολογικής Εταιρείας.
«Λόγω του βροχερού κλίματος εδώ, οι άνθρωποι είναι συχνά στο σπίτι και καταναλώνουν πολλές θερμίδες κάθε μέρα», λέει ο Piñeiro. Η κουζίνα της Γαλικίας είναι γνωστή για τις συχνά τεράστιες μερίδες της.
Εστιατόρια και σχολεία συμμετέχουν
Οι συμμετέχοντες στο πρόγραμμα θα λάβουν ατομικές συμβουλές για τον καλύτερο τρόπο μόνιμης μείωσης του βάρους τους και, συνεπώς, για τον περιορισμό του κινδύνου χρόνιων ασθενειών. Έρχονται τακτικά στα κέντρα υγείας της πόλης για να ζυγίζονται.
18 εστιατόρια στην πόλη θέλουν επίσης να συνεισφέρουν στην επίτευξη του στόχου των 100.000 κιλών και να προσφέρουν υγιεινότερα πιάτα. «Αντικαταστήστε το βούτυρο με φυσικό ελαιόλαδο», λέει ο ιδιοκτήτης του εστιατορίου Ντιέγκο Πλάτας.
«Δεν είναι εύκολο να πείσεις τους ενήλικες», λέει ο γιατρός Piñeiro. Ως εκ τούτου, το πρόγραμμα περιλαμβάνει επίσης παιδιά που πρέπει να διδάσκονται σε έναν υγιεινό τρόπο ζωής.
Στο σχολείο ο Jorge Juan στο Narón εκτελεί πιλοτικό έργο. Κάθε μέρα, τα παιδιά μπορούν να αθλούνται για μια ώρα και να κάνουν μια βόλτα στον παραλιακό δρόμο κατά τη διάρκεια των διακοπών. Η καθηγήτρια María José Cazorla έδωσε πρώτη το παράδειγμα: μέσα σε ένα χρόνο έχει χάσει 14 κιλά.
ΑΠΕ - ΜΠΕ Μια ολόκληρη πόλη σε... δίαιτα-Στόχος να χάσουν 100.000 κιλά έως τις αρχές του 2020

Ξυπνώντας με τζαζ


Του Μιχάλη Μιχελή
Πηγή:  Η καλύβα ψηλά στο βουνό (panosz.wordpress.com)

Το πρωινό εκείνο, της 13ης Μαΐου 1973, οι εφημερίδες της Λα Παζ στην Βολιβία, είχανε στο εξώφυλλό τους, τη φωτογραφία μιας όμορφης κοπέλας.
Η λεζάντα έγραφε: Επιτέλους σκοτώθηκε η ΜoniKa Ertl. Πυροβολήθηκε σε ενέδρα, που της έστησαν οι μυστικές δυνάμεις της χώρας.
Στα γραφεία της στρατιωτικής ασφάλειας της Βολιβία, ο επικεφαλής των ερευνών, έβαλε την υπογραφή του πάνω σε μια σφραγίδα κι έκλεισε για πάντα τον φάκελο της καταζητούμενης. Το πλέον μισητό πρόσωπο της βολιβιανής κυβέρνησης, τελείωσε εκείνη την μέρα…
Μα ποια ήταν η MoniKa Ertl;
monika_ertl_02 monika_ertl_01
Η πανέμορφη Γερμανίδα, είναι μια τρυφερή ανάμνηση, μόνο για λίγους. Γιατί δυστυχώς η φανταχτερή ιστορία, τα επαναστατικά κόμματα, οι βολεμένοι ριζοσπάστες, δεν θέλουν να την μνημονεύουν.
Η ζωή της ήταν μια γερή γροθιά, στα ήθη και στα λόγια, όλων εκείνων, που σήμερα έχουν συμβιβαστεί με τον πολιτικό- οικονομικό συντηρητισμό. Που σήμερα, απόμειναν για να διασύρουν με τις τυχάρπαστες πράξεις τους, το επαναστατικό πνεύμα, που άνθισε σε μια άλλη, πιο ρομαντική εποχή.
Η Monika Ertl, ήταν κόρη  της αγαπημένης φωτογράφου του Χίτλερ Leni Riefenstahl και του κινηματογραφιστή συνεργάτη της, Hans Ertl.Αποτέλεσμα εικόνας για Leni Riefenstahl - Hans Ertl.
O πατέρας της, για να γλιτώσει τις διώξεις μετά τον πόλεμο, αφού κατηγορείτο ότι ήταν διακεκριμένο μέλος της χιτλερικής προπαγάνδας, κατέφυγε με πολλούς άλλους ναζιστές, στην Βολιβία. Η κόρη του Monika, εγκατέλειψε την μητέρα της και πήγε να τον συναντήσει, το 1953. Μεγάλωσε μέσα στη χλιδή, αφού ο πατέρας της, αμείβονταν πλουσιοπάροχα, γιατί πρόσφερε τις υπηρεσίες του, στο αυταρχικό καθεστώς της Λα Παζ.
Το 1967 η Monika παντρεύτηκε ένα πολύ πλούσιο Βολιβιανό- Γερμανό εμιγκρέ. Η 28χρονη καλλονή νύφη, μάγεψε με τη λάμψη της, τα περιοδικά και τις εφημερίδες της καλής κοινωνίας. Ότι υλικά αγαθά θα ζήλευε μια κοπέλα, αυτή τα είχε μπρος στα πόδια της. Μόνο ένα της έλειπε. Ο φλογερός έρωτας. Όπως αυτός που φανερώνεται στα λατινοαμερικάνικα σίριαλ. Γιατί μπορεί να είχε γεννηθεί στο Μόναχο (το 1937), αλλά το αίμα της «έβραζε» για  «latin πάθος».
Αυτό λοιπόν που ονειρεύονταν, δεν ήταν ένας  ωραίος άνδρας, από κάποια ρομαντική σελίδα ενός νερόβραστου βιβλίου. Η ζωή, της έπαιξε ένα τρελό παιγνίδι… Ήταν η τυχαία συνάντησή της, μ’ ένα απόκομμα εφημερίδας. Το περιεχόμενο προκλητικό. «Στις ζούγκλες της Αμαζονίας, οι δυνάμεις ασφαλείας της Βολιβίας, εξόντωσαν  τους κουβανούς τρομοκράτες, του περιβόητου  Guevara. Ο Che, είναι επί τέλους νεκρός»!Αποτέλεσμα εικόνας για Inti Peredo
Αυτή η μοιραία της περιέργεια, την έστειλε στο δρόμο των επαναστατών. Πέταξε μια δικαιολογία στις υπηρέτριές της κι έφυγε για πάντα από το αρχοντικό της. Απαρνήθηκε την καλοβολεμένη ζωή της. Μετά από λίγες μέρες, το 1969, ήταν ερωτευμένη με τον αρχηγό των βολιβιανών επαναστατών Inti Perendo. Αυτός, που αποφάσισε να συνεχίσει τον αγώνα των guerrillieros, ενάντια στις στρατιωτικές δυνάμεις της Βολιβίας και της CIA.Αποτέλεσμα εικόνας για Inti Peredo
Ο έρωτας της Monika και του Inti στα βουνά, κράτησε λίγο. Οι χαρές τους ήταν μετρημένες, αλλά πολύ έντονες. Η επανάσταση, όμως τους κράτησε το πάθος, για πάντα. Ο Inti συνελήφθη και δολοφονήθηκε από τον αρχηγό των μυστικών υπηρεσιών της Βολιβίας, Roberto Pereira. Η Monika, ορκίστηκε εκδίκηση.
Το βολιβιανό κράτος για να γλιτώσει τον Pereira (που είχε δολοφονήσει  και τον Che), από τυχόν εκδίκηση των επαναστατών, τον έστειλαν πρόξενο στο Αμβούργο. Η  34χρονη Monika, πήγε εκεί το 1971 και τον συνάντησε. Προφασίστηκε την Γερμανίδα, που θέλει να πάει στην Βολιβία και ζήτησε βίζα. Όταν συναντήθηκαν στο γραφείο του προξένου, μ’ ένα πιστόλι, που της το είχε δώσει ο περίφημος εκδότης  Giangiacomo Feltrinelli (δολοφονήθηκε κι αυτός αργότερα), πυροβόλησε τον Roberto Quintanilla Pereira, τρεις φορές. Οι θανατηφόρες πληγές στο στήθος και στην κοιλιά ήταν στο σχήμα “V”. Πέταξε ένα σημείωμα και την κοπάνισε. «Vitoria o muerte» (νίκη ή θάνατος). Το σήμα των επαναστατών του λατινοαμερικάνικου αντάρτικου.
Στη συνέχεια η Monica Ertl, μετά από πολλές περιπέτειες από την καταδίωξή της, συνάντησε τον Regis Debray  (τον Γάλλο κοινωνιολόγο, φίλο του Che  κι αργότερα σύμβουλο του  προέδρου Μitterrand).Αποτέλεσμα εικόνας για Regis Debray Αποφάσισαν ν’ απαγάγουν τον επονομαζόμενο «χασάπη» της Λυών, τον αξιωματικό της Γκεστάπο Klaus Barbie, που κρύβονταν στην Βολιβία.Αποτέλεσμα εικόνας για Klaus Barbie
Ο Debray, που είχε απελευθερωθεί μετά την ομηρία του (συμμετείχε με την αντάρτικη ομάδα  του Guevara), προσπάθησε να την αποτρέψει. Αυτή όμως πείσμωσε κι έστησε ενέδρα, για να δολοφονήσει τον μισητό  ναζιστή συμπατριώτη της. Όμως το σχέδιό της είχε προδοθεί. Είχαν προλάβει oι μυστικές υπηρεσίες της Βολιβίας να δράσουν.
Οι δολοφονικές σφαίρες, σταμάτησαν τη ζωή της. Ήταν μόλις 36 χρονών. Από τότε, πέρασαν χρόνια δίσεκτα. Η ιστορία της Monika Ertl ξεχάστηκε.
Κανένας επίσημος φορέας, ούτε ο Κάστρο κι η Κούβα, μα ούτε κι οι άλλοι,  οι δικοί μας και  οι αλλοδαποί «κομουνιστές», δεν τολμάνε να πουν κάτι, γι’ αυτήν την «αριστοκρατική αριστερίστρια». Μόνο λίγοι φίλοι, της άφησαν και φέτος στον τάφο της, δυο γαρίφαλα κι ένα σημείωμα:
«Αυτή η αγάπη σου, για τα επαναστατικά ιδανικά που πίστεψες. Aυτό το πάθος σου, για την κοινωνική δικαιοσύνη, που αγωνίστηκες. Αυτά τα δυο άνθη, για ‘σένα και τον αγαπημένο σου Inti, είναι μονάκριβή μας Monika, το δικό μας και των καταφρονεμένων  όλης της Γης, ταπεινό ευχαριστώ».
Έτσι κλείνει ένας έρωτας. Που δεν τελείωσε σαν τα τετριμμένα σίριαλ. Που οι πρωταγωνιστές του, δεν φωτίζονται από λαμπιόνια και δόξες. Σκεπασμένοι, σιωπηλοί, λησμονημένοι, από το λιγοστό χορτάρι της λατινοαμερικάνικης γης. Εκεί, σ’ ένα ερημικό κοιμητήριο της Λα Παζ.

Πρόσφατα κυκλοφόρησε στην Γερμανία το χρονικό-βιβλίο του δημοσιογράφου Juergens Schreiber: «Πέθανε σαν τον Che Guevara. Η ιστορία της Μonika Ertl».
erlt
Σημείωση: O Klaus Altmann Barbie, παραδόθηκε αργότερα (1983) στην Γαλλία και παραπέμφθηκε σε δίκη. Πέθανε το 1991 στην φυλακή, από λευχαιμία.
____________________
 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Monika Ertl - Wikipedia

Η κόρη του αρχιΝαζί που εκτέλεσε τον δολοφόνο του Τσε Γκεβάρα | ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ ...


Κυριακή, Οκτωβρίου 14, 2018


Σαν σήμερα γεννήθηκε η Χάνα Άρεντ


Η Γιοχάνα «Χάνα» Άρεντ (Johanna «Hannah» Arendt) γεννήθηκε σαν σήμερα στις 14 Οκτωβρίου1906 στο Ανόβερο της Γερμανίας

Πηγή:left.gr


Αμερικανίδα πολιτειολόγος και φιλόσοφος, γερμανοεβραϊκής καταγωγής. Στο έργο της πραγματεύεται τη φύση της εξουσίας και τις έννοιες της άμεσης δημοκρατίας και του ολοκληρωτισμού.
Η Γιοχάνα «Χάνα» Άρεντ (Johanna «Hannah» Arendt) γεννήθηκε στις 14 Οκτωβρίου1906 στο Ανόβερο της Γερμανίας και μεγάλωσε στο Κένιχσμπεργκ (νυν Καλίνινγκραντ Ρωσίας). Ήταν μοναχοκόρη δύο εύπορων Γερμανοεβραίων, του Πολ Άρεντ και της Μάρτα Κον. Σε ηλικία επτά ετών έχασε τον πατέρα της από πάρεση, ενώ το 1920 η μητέρα της ξαναπαντρεύτηκε και η 14χρονη Χάνα απέκτησε δύο ετεροθαλείς αδελφές, την Εύα και την Κλάρα, από προηγούμενο γάμο του πατριού της.
Στα 16 της επιδόθηκε στη μελέτη των έργων του Καντ, του Γκαίτε και του Κίρκενγκαρντ και μετά την αποφοίτησή της από το γυμνάσιο του Κένιχσμπεργκ, άρχισε σπουδές θεολογίας και φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Μαρβούργου. Εκεί γνώρισε τον φιλόσοφο Μάρτιν Χάιντεγκερ - παντρεμένο, πατέρα δύο παιδιών και κατά 17 έτη μεγαλύτερό της- με τον οποίο είχαν ένα σύντομο ειδύλλιο (ο Χάιντεγκερ ασπάστηκε αργότερα τον ναζισμό και συνεργάστηκε με το χιτλερικό καθεστώς). Στη συνέχεια μετακόμισε για σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης, στο πλάι του ψυχιάτρου και φιλοσόφου Καρλ Γιάσπερς, ο οποίος έγινε φίλος και μέντοράς της.
Το 1929, η Άρεντ παντρεύτηκε τον εβραίο φιλόσοφο Γκίντερ Στερν, ολοκλήρωσε τη διδακτορική διατριβή της με θέμα την ιδέα της αγάπης στη σκέψη του Αγίου Αυγουστίνου και μετακόμισε στο Βερολίνο. Η άνοδος των Εθνικοσοσιαλιστών στην εξουσία και η κορύφωση του αντισημιτισμού στη Γερμανία την έστρεψαν στον πολιτικό ακτιβισμό και από τότε και στο εξής η σκέψη της επικεντρώθηκε στη μελέτη της ανόδου των ολοκληρωτικών καθεστώτων.
Ως μέλος του Γερμανικού Σιωνιστικού Οργανισμού, βοήθησε να αποκαλυφθούν οι δοκιμασίες των Εβραίων από το ναζιστικό καθεστώς, ενώ το 1933 συνελήφθη από την Γκεστάπο, στην προσπάθειά της να συλλέξει στοιχεία που αποδείκνυαν την αντισημιτική προπαγάνδα του γερμανικού κράτους. Μετά την απελευθέρωσή της απέδρασε και βρήκε καταφύγιο στο Παρίσι, όπου εργάστηκε για τη σωτηρία των Εβραιόπουλων από το Γ' Ράιχ και την ασφαλή μεταφορά τους στην Παλαιστίνη.
Το 1940, αφού εξασφάλισε το διαζύγιο από τον πρώτο της σύζυγο, παντρεύτηκε τον μαρξιστή Χάινριχ Μπλίχερ. Όταν λίγο αργότερα η Βέρμαχτ εισέβαλε στη Γαλλία, η Άρεντ βρέθηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στην πόλη Γκουρς, από όπου απέδρασε, και το 1941, μαζί με τον σύζυγό της, κατάφεραν να φτάσουν στις Ηνωμένες Πολιτείες. για να ακολουθήσει μήνες μετά η μητέρα της.
Μεσούντος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, η Άρεντ ανέλαβε δράση σε αρκετούς εβραϊκούς οργανισμούς και παράλληλα αρθρογραφούσε συχνά σε εβραϊκά έντυπα, όπου, μεταξύ άλλων, εκφράστηκε υπέρ μιας ειρηνικής συμβίωσης Αράβων και Εβραίων σε ένα μεταπολεμικό παλαιστινιακό κράτος, ενώ διετέλεσε και επιμελήτρια στον εκδοτικό οίκο Schoken Books από το 1946 ως το 1948.
Κατά τη διάρκεια της παραμονής της στη Νέα Υόρκη η Άρεντ εμπνεύστηκε και συνέγραψε το πρώτο μείζον έργο της με τίτλο « Το Ολοκληρωτικό Σύστημα», το οποίο εκδόθηκε το 1951, το ίδιο έτος που της δόθηκε η αμερικανική υπηκοότητα. Το βιβλίο, που ανιχνεύει τις ρίζες του Σταλινισμού και του Ναζισμού, τόσο στον αντισημιτισμό, όσο και στον ιμπεριαλισμό, καταγγέλθηκε από την Αριστερά, επειδή ταύτιζε τα δύο πολιτικά συστήματα. Την ίδια περίοδο έγραφε τακτικά στη γερμανόφωνη εφημερίδα «Aufblau», ενώ συντόνιζε και την έρευνα στην Επιτροπή για την Εβραϊκή Πολιτιστική Αποκατάσταση από το 1949 ως το 1952.
Ακολούθησαν τα βιβλία «Η ανθρώπινη κατάσταση» (1958), «Μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος» (1961), «Άνθρωποι σε ζοφερούς καιρούς» (1968) και «Περί βίας» (1970). Αρθρογραφούσε τακτικά στο περιοδικό «New York Review of Books», όπου ασκούσε σκληρή κριτική στην επέμβαση των ΗΠΑ στο Βιετνάμ.
Κορυφαία στιγμή στην καριέρα της αποτέλεσε η έκδοση του βιβλίου «Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ: η κοινοτοπία του κακού» (1963), με θέμα τη δίκη του λοχαγού των Ες - Ες, Άντολφ Άιχμαν στο Ισραήλ, την οποία κάλυψε ως ανταποκρίτρια του περιοδικού «The New Yorker». Η Άρεντ είδε μία άλλη εικόνα του Άιχμαν. Στο πρόσωπό του δεν διέκρινε έναν φανατικό διψασμένο για αίμα, αλλά έναν γραφειοκράτη, που ήθελε να ευχαριστήσει τους ανωτέρους του. Απαριθμούσε τρένα που οδηγούσαν ανθρώπους στο θάνατο, λες και μιλούσε για φορτία με πορτοκάλια, Ήταν ασφαλώς ένας άνθρωπος που είχε στείλει εκατομμύρια Εβραίους στους θαλάμους αερίων, αλλά το κίνητρό του δεν ήταν ο αντισημιτισμός. Έγινε Ναζί επειδή του άρεσε να πηγαίνει με το πλήθος. Τα εγκλήματά του ήταν η απόδειξη της «κοινοτοπίας του κακού».
Κατά τη διάρκεια της επίσκεψής της για διαλέξεις στο Αμπερντίν της Σκωτίας το διάστημα 1973-74 υπέστη ανακοπή καρδιάς, από την οποία  ανέρρωσε προσωρινά. Η καρδιά της την πρόδωσε, τελικά, στις 4 Δεκεμβρίου 1975, στο διαμέρισμά της στη Νέα Υόρκη, αφήνοντας ανολοκλήρωτη την τριλογία της με γενικό τίτλο «The life of the mind» (οι δύο πρώτοι τόμοι εκδόθηκαν το 1978).
Η Χάνα Άρεντ υπήρξε η πρώτη γυναίκα που έλαβε θέση καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον το 1959, ενώ είχε διδάξει και στα πανεπιστήμια του Σικάγου, του Μπέρκλεϊ και της Κολούμπια, καθώς και στη Νέα Σχολή Κοινωνικών Επιστημών (New School for Social Science) της Νέας Υόρκης.

Η ΑΔΙΑΦΟΡΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ είναι δυνατή ως πολιτικό φαινόμενο μόνο αν στηριχτεί στην υπόθεση ότι ο κόσμος δεν θα διαρκέσει· αν όμως υποτεθεί αυτό, είναι σχεδόν αναπόφευκτο ότι η αδιαφορία για τον κόσμο, με τη μία ή την άλλη μορφή, θ’ αρχίσει να κυριαρχεί στην πολιτική σκηνή. Αυτό συνέβη μετά την πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και φαίνεται να συμβαίνει πάλι στις μέρες μας, μολονότι για εντελώς διαφορετικούς λόγους και με πολύ διαφορετικές, ίσως ακόμα πιο δυσάρεστες μορφές.
ΑΝ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΝΑ ΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΕΙ ένα δημόσιο χώρο, αυτός δεν μπορεί να οικοδομείται μόνο για μια γενεά και να σχεδιάζεται μόνο για τους ζώντες· πρέπει να υπερβαίνει το χρονικό διάστημα της ζωής των θνητών. Χωρίς αυτή την υπέρβαση σε μια δυνάμει επίγεια αθανασία, καμιά πολιτική, με την αυστηρή έννοια της λέξης, κανένας κοινός κόσμος και κανένας δημόσιος χώρος δεν είναι δυνατός.
ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΓΙΑ ΠΟΛΛΟΥΣ ΑΙΩΝΕΣ πριν από μας -αλλά όχι τώρα πλέον- εισέρχονταν στο δημόσιο χώρο διότι επιθυμούσαν κάτι τι δικό τους ή κάτι τι που είχαν από κοινού με άλλους να διαρκέσει περισσότερο από τη γήινη ύπαρξή τους. Έτσι η κατάρα της δουλείας δεν ήταν μόνο ότι στερούσε από τους δούλους την ελευθερία και την ορατή ύπαρξη, αλλά και ο φόβος των ίδιων των αφανών εκείνων ανθρώπων «ότι περνώντας από την αφάνεια της ζωής τους στον θάνατο δεν θα άφηναν πίσω τους κανένα σημάδι να μαρτυράει πως κάποτε υπήρξαν».
ΣΕ ΑΝΤΙΔΙΑΣΤΟΛΗ Μ’ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ «ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟΤΗΤΑ», της οποίας μόνη βάση είναι το χρήμα ως κοινός παρονομαστής για την ικανοποίηση όλων των αναγκών, η πραγματικότητα της δημόσιας σφαίρας στηρίζεται στην ταυτόχρονη παρουσία αναρίθμητων προοπτικών και όψεων, με τις οποίες δεν μπορεί ποτέ να επινοηθεί κοινό μέτρο ή κοινός παρονομαστής. Διότι αν και ο κοινός κόσμος αποτελεί το κοινό πεδίο συνάντησης όλων, όμως όσοι είναι παρόντες έχουν διαφορετικές θέσεις μέσα σ’ αυτό, και η θέση του ενός δεν μπορεί να συμπίπτει με τη θέση του άλλου, όπως δεν μπορεί να συμπίπτει η θέση δύο αντικειμένων.
ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΕΝΟΣ ΚΟΙΝΟΥ ΚΟΣΜΟΥ, την πραγματικότητα δεν την εγγυάται κατά κύριο λόγο η «κοινή φύση» όλων των ανθρώπων που τη συνιστούν, αλλά μάλλον το γεγονός ότι, παρά τις διαφορές θέσεως και την ποικιλία όψεων που προκύπτει, όλοι ενδιαφέρονται πάντα για το ίδιο αντικείμενο. Αν η ταυτότητα του αντικειμένου δεν είναι πλέον δυνατόν να διακριθεί, καμιά κοινή φύση των ανθρώπων, και λιγότερο απ’ όλα ο αφύσικος κομφορμισμός μιας μαζικής κοινωνίας, δεν μπορεί να αποτρέψει την καταστροφή του κοινού κόσμου, που συνήθως ακολουθεί την καταστροφή των πολλών όψεων, με τις οποίες εμφανίζεται στο ανθρώπινο πλήθος.
ΑΥΤΟ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΣΥΜΒΕΙ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΣΥΝΘΗΚΕΣ απόλυτης απομόνωσης, όπου κανείς πια δεν μπορεί να συμφωνήσει με κανέναν άλλον, όπως συμβαίνει συνήθως στις τυραννίες. Αλλά αυτό μπορεί επίσης να συμβεί και κάτω από τις συνθήκες μιας μαζικής κοινωνίας ή μιας μαζικής υστερίας, όπου βλέπουμε όλους τους ανθρώπους να συμπεριφέρονται ξαφνικά σαν να ήταν μέλη μιας οικογένειας, αποτελώντας καθένας μιαν επέκταση κι ένα αντίγραφο του πλησίον του.
ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΔΥΟ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ έχουν μεταβληθεί πέρα για πέρα σε ιδιώτες, δηλαδή έχουν στερηθεί το να βλέπουν και να ακούνε τους άλλους ή το να τους βλέπουν και να τους ακούνε οι άλλοι. Βρίσκονται όλοι έγκλειστοι στην υποκειμενικότητα της δικής τους ατομικής εμπειρίας, η οποία δεν παύει να είναι ατομική έστω κι αν πολλαπλασιάζεται απειράριθμες φορές. Το τέλος του κοινού κόσμου έχει επέλθει όταν αυτός αντικρίζεται από μια μόνο πλευρά κι όταν έχει τη δυνατότητα να παρουσιάζεται σε μια μόνο προοπτική.
Αποσπάσματα από το βιβλίο της Χάνα Άρεντ, Η Ανθρώπινη Κατάσταση, εκδ. Γνώση.
Πηγή: www.doctv.gr
____________________

Χάνα Άρεντ :Ολοκληρωτισμός και ανθρώπινη κατάσταση

Συζήτηση με αφορμή το βιβλίο «Οι απαρχές του ολοκληρωτισμού»Οι απαρχές του ολοκληρωτισμού: Ολοκληρωτισμός
Ομιλητές:
Φιλήμονας Πατσάκης (περ. Έρμα)
Σωτήρης Σιαμανδούρας (Δρ. Πολιτικής Θεωρίας)
Πηνελόπη Κουφοπούλου (Δρ. Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας)

Μια έντιμη πολιτιστική πράξη των Ολλανδών


Jan Adam Kruseman, Salome with the Head of John the Baptist (circa 1861). Courtesy of the Rijksmuseum.

 

Dutch Museums Discover Hundreds of Artworks Stolen by the Nazis—and They're Already Starting to Return Them

Ολλανδικά μουσεία ανακάλυψαν  εκατοντάδες έργα τέχνης που εκλάπησαν  από τους Ναζί  και ήδη αρχίζουν να τα επιστρέφουν 

Τα ευρήματα προέρχονται από τις έρευνες του  Museale Verwervingen (Ίδρυμα για την πιστοποίηση  της ταυτότητας και προέλευσης κάθε πολιτιστικού αγαθού που υπάρχουν στους μουσειακούς χώρους της Ολλανδίας),

Home - Museale Verwervingen vanaf 1933

το οποίο έχει αναλάβει έρευνες σε 163 ιδρύματα.

Sarah Cascone
Source: news.artnet.com

Forty-two Dutch institutions have found 170 works of art that they suspect may have been stolen or confiscated under duress during the Nazi era. They include 83 paintings, one of which is in the royal collection, 26 drawings, and 13 Jewish ceremonial objects thought to have been lost between 1933 and 1945. The potentially looted art ranges from a Hans Memling in the Museum Boijmans Van Beuningen in Rotterdam to a watercolor by Wassily Kandinsky in the Stedelijk Museum, Amsterdam.
The findings come from the Museale Verwervingen project, which since 2009 has undertaken thorough investigations at the 163 member institutions of the national Museums Association. The only museum where research is still ongoing is Amsterdam’s Rijksmuseum. A team of five experts has been dedicated to sniffing out tainted provenances at the museum since 2012 and has thus far identified 22 potentially Nazi-looted objects.
“This research is important to do justice to history,” Chris Janssen, a spokesman for Museale Verwervingen, told the Guardian. “A museum can only show a piece of art properly if the story and history behind the object is clear. In other words: a museum must know which road a piece of art has traveled before it came to the museum. That’s the way possible to inform visitors in a good way.”
The project has already begun contacting the original owners or their descendants to jumpstart the restitution process. Some works have been returned, including a painting in the Dutch royal collection by Joris van der Haagen, purchased by former Queen Juliana in 1960 and publicly identified as Nazi loot in 2015.
The Hague Forest with a View of Huis ten Bosch Palace by 17th century Dutch master Joris van der Haagen. Image: via Wikimedia Commons
Joris van der Haagen, The Hague Forest with a View of Huis ten Bosch Palace

[..............]

Dutch Museums Discover Hundreds of Artworks Stolen by the Nazis ...