Γιατί η ΝΔ προηγείται ενώ όλοι βρίζουν;
Μητσοτάκης και Τσίπρας. Το αξέχαστο δίδυμο από τα παλιά και πάλι στις οθόνες μας
Το πρώτο κόμμα στις εκλογές δεν εκφράζει την πλειοψηφία της κοινωνίας. Αντιπροσωπεύει το κομμάτι που εκδήλωσε το υψηλότερο ποσοστό συσπείρωσης. Η πρώτη ταχύτητα της κοινωνίας, αυτοί που ζουν καλύτερα, συσπειρώνεται γύρω από τη Νέα Δημοκρατία. Πιο απλοϊκά: οι βολεμένοι έχουν μία επιλογή. Οι υπόλοιποι έχουν περισσότερες και η δυσφορία κατακερματίζεται.
- ΚΩΣΤΑΣ ΓΙΑΝΝΑΚΙΔΗΣ
- 01 Ιουνίου 2026 08:00
Λίγο πριν τις εκλογές του 2023 στελέχη του Μαξίμου πήραν από το κτίριο κάτι κούτες με ογκώδεις φακέλους. Και επειδή υπήρξε και φωτογραφικό στιγμιότυπο, χρησιμοποιήθηκε στα social media ως το πρώτο σημάδι για την επερχόμενη πολιτική αλλαγή. «Τα μαζεύουν και φεύγουν», έγραψε προβεβλημένος παράγοντας του ΣΥΡΙΖΑ.
Δεν τον πήραν στην πλάκα. Η κυβέρνηση είχε ήδη στην καμπούρα της την τραγωδία των Τεμπών και το σκάνδαλο των υποκλοπών. Το σύνθημα, με τον Μητσοτάκη που συνουσιάζεται παθητικά, έλαβε διαστάσεις σλόγκαν στα κοινωνικά δίκτυα. Και έγινε viral η φωτογραφία, από drone, με τους ακτιβιστές που το σχημάτισαν χρησιμοποιώντας τα κορμιά τους.
Γνωρίζουμε όλοι τη συνέχεια. Ούτε ο Μητσοτάκης δεν πίστευε στα μάτια του όταν είδε τα exit poll. Και ο Τσίπρας άρχισε να μαζεύει τα προσωπικά του αντικείμενα από την Κουμουνδούρου. Τι ήταν αυτό που έδωσε στη Νέα Δημοκρατία το 41% του 2023; Οι αναλύσεις ήταν σαφείς. Το ελληνικό εκλογικό σώμα χορηγεί, συνήθως, δύο ευκαιρίες. Και ο Μητσοτάκης υπερείχε, σύμφωνα με τις μετρήσεις, σε όλα τα ποιοτικά χαρακτηριστικά έναντι του Τσίπρα. Και το κυριότερο: η αντιπολίτευση δεν προέβαλε μία πειστική εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης.
Ερχόμαστε στο παρόν. Στην αρχή μίας μακράς προεκλογικής περιόδου. Η γούνα της κυβέρνησης έχει περισσότερα ράμματα. Προστέθηκε ο ΟΠΕΚΕΠΕ, η απροκάλυπτη εργαλειοποίηση της Δικαιοσύνης, φαινόμενα έπαρσης και αλαζονείας. Και το κυριότερο: η ζωή έγινε πιο ακριβή, πιο δύσκολη, για το μεγαλύτερο κομμάτι της κοινωνίας. Υπάρχουν και άλλα θέματα, όπως η διαχείριση των δημοσίων συμβάσεων και η διάθεση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης, αλλά αυτά απασχολούν ελάχιστα ως καθόλου το εκλογικό ακροατήριο.
Εδώ, λοιπόν, εγείρονται δύο ερωτήματα. Πού αποδίδεται η δημοσκοπική αντοχή της κυβέρνησης; Και για ποιο λόγο, μετά από επτά χρόνια, δεν έχει εμφανιστεί ένας αξιόπιστος και ισχυρός εναλλακτικός πόλος διακυβέρνησης;
Ας δούμε το πρώτο ερώτημα, θέτοντας και ένα συμπληρωματικό. «Όλος ο κόσμος βρίζει, αλλά η Νέα Δημοκρατία εμφανίζεται πρώτη στην πρόθεση ψήφου. Πώς γίνεται αυτό;».
Είναι απλή αριθμητική που προκύπτει από τους συσχετισμούς στην κοινωνία. Υπάρχει μία κοινωνία τριών ταχυτήτων.
Στην πρώτη ταχύτητα βρίσκονται εκείνοι που είδαν, για διάφορους λόγους, τα οικονομικά τους να βελτιώνονται. Είναι το κομμάτι της κοινωνίας που μπορεί και κάνει διακοπές, ταξιδεύει, γεμίζει τα μαγαζιά.
Στη δεύτερη ταχύτητα είναι εκείνοι που βγάζουν το μήνα με το ζόρι. Και στην τρίτη εκείνη που σκέφτονται τι φαγητό θα βάλουν στο τραπέζι.
Η πρώτη ταχύτητα προάγει ως κύρια επιλογή τη σταθερότητα και τη διατήρηση της κατεστημένης κατάστασης. Και εκφράζεται, συμπαγώς, από τη Νέα Δημοκρατία.
Όλοι οι υπόλοιποι είναι σαφώς περισσότεροι. Αλλά η εκλογική τους έκφραση είναι κατακερματισμένη.
Λίγο ως πολύ αυτό συμβαίνει πάντα. Το πρώτο κόμμα στις εκλογές δεν εκφράζει την πλειοψηφία της κοινωνίας. Αντιπροσωπεύει το κομμάτι που εκδήλωσε το υψηλότερο ποσοστό συσπείρωσης. Σήμερα, λοιπόν, η πρώτη ταχύτητα της κοινωνίας συσπειρώνεται γύρω από τη Νέα Δημοκρατία καθώς δεν πείθεται από καμία άλλη πρόταση όσον αφορά την ευημερία της και τη σταθερότητα της χώρας. Για να το θέσω πιο απλοϊκά: οι βολεμένοι έχουν μία επιλογή. Οι υπόλοιποι έχουν περισσότερες.
Το δεύτερο ερώτημα επιχειρεί να μάθει για ποιο λόγο δεν έχει εμφανιστεί ένας αξιόπιστος εναλλακτικός πόλος διακυβέρνησης. Ασφαλώς και είναι θέμα προσώπων. Η πολιτική έχει γίνει περισσότερο προσωποκεντρική από ποτέ. Εξαρτάται και από την άρθρωση πολιτικού λόγου. Για να κερδίσεις εκλογές πρέπει να αφαιμάξεις δυνάμεις από το πρώτο κόμμα. Και, εν προκειμένω, οφείλεις να είσαι πειστικός προς το κεντρώο ακροατήριο. Η αντιπολίτευση επένδυσε περισσότερο στην οργή και στη διαμαρτυρία και λιγότερο, πολύ λιγότερο, σχεδόν καθόλου, στις προγραμματικές προτάσεις. Όταν όμως επενδύεις στην οργή και στη διαμαρτυρία, μπορεί να εκφράζεις την κοινωνική πλειοψηφία, αλλά να υστερείς στην εκλογική.
Πριν από λίγες μέρες ένα κορυφαίο στέλεχος του ΠΑΣΟΚ, ο Παναγιώτης Δουδωνής κατηγόρησε την κυβέρνηση για «αβάντα» προς τον Αλέξη Τσίπρα, τον οποίο και επιλέγει ως αντίπαλο. Το ίδιο μουρμουρίζουν και άλλα στελέχη του κόμματος. Πρώην στενός συνεργάτης του Αλέξη Τσίπρα, με τον οποίο δεν διατηρεί πλέον σχέσεις, έλεγε ότι ακόμα και το ντοκιμαντέρ του Σκάι για τη διαπραγμάτευση του 2015 εντάσσεται σε μία υπόγεια προσπάθεια ενίσχυσης του πρώην πρωθυπουργού γιατί θα δημιουργήσει πολωτικές συζητήσεις.
Θέλει, στα αλήθεια, η κυβέρνηση τον Τσίπρα ως αντίπαλο; Λογικά ναι. Όχι μόνο επειδή ο Κυριάκος Μητσοτάκης τον έχει νικήσει όσες φορές αναμετρήθηκαν. Αλλά επειδή ο Τσίπρας θα διεγείρει φοβικά σύνδρομα στα οποία θα επενδύσει η Νέα Δημοκρατία για να συσπειρώσει το κοινό της «πρώτης ταχύτητας» και να ανησυχήσει τους κεντρώους. Και για αυτό ο Ανδρουλάκης θα πρέπει να πολεμηθεί ως εναλλακτική καταφυγή. Να λοιδορηθεί και να απαξιωθεί. Και όσο ο Τσίπρας χρησιμοποιεί το παρωχημένο λεξιλόγιο των ‘80ς, για θάλασσες, ταξίδια και αγώνες, τόσο θα χρησιμοποιείται ως σκιάχτρο.
Βέβαια ο Τσίπρας έχει πάντα την ευκαιρία της αλίευσης από τη μεγάλη δεξαμενή της οργής. Όμως εκεί πια κάνουν κουμάντο (ακρο)δεξιά αφεντικά. Ωστόσο ο Τσίπρας είναι αυτός που έχει τον χρόνο με το μέρος του. Αρκεί να πετύχει τη δεύτερη θέση και να στείλει το ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση ως μπαλαντέρ. Μετά θα πρέπει να σταθεί κάτω από το δέντρο και να περιμένει το φρούτο να πέσει.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου