Ανάλυση τουΜαυρής (Public Issue): Γίνεται κατάχρηση με τις δημοσκοπήσεις - «Να είμαστε επιφυλακτικοί» Γιάννη Μαυρή, διευθυντή της Public Issue.

 www.mavris.gr | www.publicissue.gr

1. Το who is who των ιδρυτικών μελών

Την 1η Ιουνίου, το επιτελείο του Αλέξη Τσίπρα έδωσε στην δημοσιότητα την Ιδρυτική Διακήρυξη της ΕΛΑΣ (Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης), η οποία κατατέθηκε στον Άρειο Πάγο. Μαζί, δημοσιοποιήθηκαν «συμβολικά» και τα πρώτα ονόματα των 300+1 πολιτών, που συνυπέγραψαν τη διακήρυξη. Οι υπογραφές που επιλέχθηκαν, θεωρούνται «απόδειξη της πολυσυλλεκτικότητας και της πλατιάς απεύθυνσης της ΕΛΑΣ». Τα ιδρυτικά μέλη του νέου κόμματος κατατάσσονται σε 16 κατηγορίες, με βάση τον κοινωνικό χώρο ένταξής τους, πχ. Παιδεία, Πολιτισμός, Δικαιοσύνη, κ.α. (Διαγράμματα 1 και 2). Η μεγάλη πλειοψηφία τους, 7 στα 10 (69%, 209 άτομα) προέρχονται γεωγραφικά από την Αθήνα/Αττική. Με δεδομένη την ιστορική εκλογική γεωγραφία του συγκεκριμένου πολιτικού χώρου, ο έντονος αθηνοκεντρισμός του εγχειρήματος δεν προκαλεί έκπληξη. Διόλου τυχαία, η συμμετοχή εκτός των «τειχών» σχετίζεται με την ύπαρξη πανεπιστημιακών ιδρυμάτων (Κρήτης, Θεσσαλίας, ΑΠΘ). 

 Η μαζικότερη κατηγορία ιδρυτικών μελών προέρχεται από τον χώρο της Εκπαίδευσης (60 άτομα). Οι εκπαιδευτικοί συγκροτούν με διαφορά την κυρίαρχη ομάδα της νέας ελίτ. Σε αυτήν εντάσσονται πρυτάνεις, καθηγητές ΑΕΙ, ομότιμοι, αναπληρωτές, επίκουροι. Η ΕΛΑΣ διαθέτει έναν εντυπωσιακό πυρήνα στην Γ’ βάθμια εκπαίδευση. Μια μικρή υποομάδα της κατηγορίας (~15 άτομα) αποτελείται από εκπαιδευτικούς χαμηλότερων βαθμίδων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας (δάσκαλοι, νηπιαγωγοί).

Στον χώρο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, οι αιρετοί που προσχώρησαν στο νέο εγχείρημα (31 άτομα) αποτελούν μια ετερογενή κατηγορία, που περιλαμβάνει τόσο ανώτερα αυτοδιοικητικά στελέχη (πρώην δημάρχους) όσο και μεσαία (δημοτικούς συμβούλους).

Ιδιαίτερα βαρύτητα στην ίδρυση της ΕΛΑΣ έχει η κατηγορία Τέχνες-Πολιτισμός (29 άτομα), χωρίς βέβαια να αποτελεί ούτε αυτή ομοιογενές σύνολο. Στρατεύονται  καταξιωμένα πρόσωπα με υψηλό θεσμικό και συμβολικό κεφάλαιο, αλλά και επαγγελματίες του χώρου με περιορισμένη αναγνωρισιμότητα και επισφαλή οικονομική θέση. Η κοινή τους υπογραφή δεν προϋποθέτει και παρόμοια κοινωνική ένταξη. Για το νέο κόμμα, η εν λόγω ομάδα μπορεί να επιτελέσει τρεις λειτουργίες. Να παρέχει ιδεολογική νομιμοποίηση, εμφανίζοντας το εγχείρημα ως «προοδευτικό», όχι μόνο με πολιτικούς, αλλά και με πολιτισμικούς όρους. Να διευρύνει την εμβέλεια της κομματικής επικοινωνίας πέρα από τα παραδοσιακά μέσα — πχ. στα θεατρικά και τα μουσικά κοινά, τους καταναλωτές πολιτισμού και τους χρήστες κοινωνικών δικτύων. Ακόμη, να ανανεώσει μια ιστορική παράδοση της μετεμφυλιακής και μεταπολιτευτικής ελληνικής Αριστεράς, που θέλει να  παραμένουν ισχυροί οι δεσμοί πολιτικής και καλλιτεχνικής «πρωτοπορίας». Ως προς το τελευταίο, γεγονός παραμένει ότι η  ιδεολογική αίγλη που απολάμβανε στο παρελθόν η αριστερά στο χώρο συνεχίζει να ακολουθεί φθίνουσα πορεία. Αντικατοπτρίζει και αυτό -μάλλον ρεαλιστικά- τα πραγματικά όρια της εκλογικής εμβέλειας του νέου κόμματος στη σημερινή εποχή. Στην ηλικιακή σύνθεσή της υπερτερούν οι μεσαίες και οι μεγαλύτερες ηλικίες αναγνωρίσιμων «βετεράνων» (45-65 και 65-80+ ετών). Τη ραχοκοκαλιά της λίστας συγκροτούν δημοφιλείς ηθοποιοί της τηλεόρασης και του θεάτρου, με ισχυρό αποτύπωμα από τα τέλη των ’90s μέχρι σήμερα και επιρροή στο τηλεοπτικό κοινό. Επιπλέον, περιλαμβάνει κάποιες προσωπικότητες που συσπειρώνουν το κοινό του θεάτρου, των συναυλιών, του Τρίτου Προγράμματος και των γραμμάτων. Αυτό το κοινό αναζητά την πολιτιστική αναβάθμιση και ίσως βλέπει στην ΕΛΑΣ τη συνέχεια της «παλιάς καλής» ανανεωτικής αριστεράς. Αντίθετα,  η εκπροσώπηση της καλλιτεχνικής Gen Z , αλλά και των κάτω των 35 ετών καλλιτεχνών της ψηφιακής εποχής  (influencers του YouTube και του TikTok), stand-up comedians, καλλιτέχνες της εγχώριας εναλλακτικής μουσικής σκηνής (hip-hop κ.λπ.) είναι σχεδόν μηδενική. 

Συνολικά, η ομάδα είναι μεν χρήσιμη για το νέο πολιτικό/εκλογικό εγχείρημα του Αλέξη Τσίπρα, αλλά τα όρια της κοινωνικής (και ταξικής) της απήχησης είναι περιορισμένα. Ενισχύει την εικόνα του κόμματος σε κοινά που ήδη το προσεγγίζουν, όχι όμως και στα νεανικά. Το αισθητικό και επικοινωνιακό χάσμα που υφίσταται, οπωσδήποτε δυσκολεύει την πρόσβαση σε αυτά. Το ίδιο ισχύει και με το κοινό της «πολιτικής αποχής» ή της λεγόμενης «αντισυστημικής ψήφου». Και αυτό, γιατί οι περισσότεροι από τους 29 καλλιτέχνες, που στηρίζουν την επιστροφή ενός πρώην πρωθυπουργού, χρεώνονται στο «πολιτιστικό κατεστημένο» (στελέχη του Μεγάρου Μουσικής, καθηγητές πανεπιστημίου, πρώην πρόεδροι κρατικών θεάτρων). 

Από τον χώρο της Υγείας υπογράφουν συνολικά 24 άτομα. Πρόκειται κυρίως για ειδικευμένους γιατροί και υψηλόβαθμους υγειονομικούς. Περιλαμβάνονται νευροχειρουργοί, καρδιοχειρουργοί, ογκολόγοι, διευθυντές κλινικών του ΕΣΥ. Από τον χώρο της Δικαιοσύνης (επίσης 24 άτομα), η πλειοψηφία αφορά τον δικηγορικό κόσμο και το προηγούμενο πολιτικό προσωπικό της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ (ορισμένοι πρώην υπουργοί, ανώτατα κυβερνητικά στελέχη). Εξαίρεση αποτελεί η πρώην αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου. Στις υπόλοιπες κατηγορίες της λίστας περιλαμβάνονται (μικρομεσαίοι) Επιχειρηματίες (18 άτομα), Μηχανικοί (14 άτομα – μισθωτοί ή ελεύθεροι επαγγελματίες), Δημοσιογράφοι (13 άτομα), Πολιτικοί επιστήμονες και οικονομολόγοι (~20 άτομα) και -συμβολικά- ελάχιστοι απόστρατοι Στρατιωτικοί (μόλις 5 άτομα), από τις κορυφές του στρατού και των σωμάτων ασφαλείας. (Δύο πρώην Αρχηγοί της Αστυνομίας και του Λιμενικού, ένας αντιπτέραρχος πρώην Α/ΓΕΕΘΑ, και ένας πρώην υποδιοικητής της Αντιτρομοκρατικής).

Σε αντιδιαστολή με τις προηγούμενες κατηγορίες, η απουσία του χώρου της παραγωγής είναι οφθαλμοφανής και εκκωφαντική. Παρά το γεγονός ότι η «παραγωγική ανασυγκρότηση» της χώρας αποτελεί σήμερα στερεότυπη παραδοχή (όχι μόνο για το νέο κόμμα), η απουσία μισθωτών από τους παραγωγικούς κλάδους της οικονομίας είναι εντυπωσιακή. Ενδεικτικά, στο σύνολο των ιδρυτικών μελών, «Συνδικαλιστές» δηλώνουν μόλις 18 άτομα, που σημαίνει ποσοστό 6%. Κι αυτοί, κατά πλειοψηφία, προέρχονται από τον δημόσιο τομέα και την εκπαίδευση.  Ο χώρος δεν εκπροσωπείται, παρά μόνον «συμβολικά», από τέσσερα (4) άτομα. Οι εξαιρέσεις, αφορούν τους μηχανοδηγούς, την ΕΥΔΑΠ, τους τραπεζοϋπάλληλους και την καθαριότητα. Ότι μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού είναι ενδεικτικό. Ταυτόχρονα, είναι σχεδόν ανύπαρκτη και η εκπροσώπηση του πρωτογενούς τομέα, με 3 αγρότες (σε 300 μέλη). Σε μια χώρα, μάλιστα, όπου η αγροτική οικονομία παραμένει σημαντική και όπου οι αγροτικές κινητοποιήσεις τα τελευταία χρόνια έχουν επανέλθει δυναμικά στο προσκήνιο.

Τι σημαίνει αυτό πολιτικά; Το νέο κόμμα ξεκινά χωρίς να διαθέτει στοιχειώδη παρουσία στον κόσμο της εργασίας. Αυτό έχει προφανώς συνέπειες: Ένα κόμμα που φιλοδοξεί να εκπροσωπήσει -πέρα από τα μεσαία- και τα εργατικά-λαϊκά στρώματα, αλλά δεν υπάρχει στους παραγωγικούς κλάδους, εκτίθεται στην κριτική ότι είναι κόμμα ελιτίστικο· κόμμα που μιλάει για τους εργαζόμενους, χωρίς αυτούς. Για έναν πολιτικό οργανισμό που αυτοτοποθετείται στην Αριστερά, η  σχέση του με τα συνδικάτα έχει ζωτική σημασία. Συγκροτεί το οργανωτικό του δίκτυο με τους χώρους δουλειάς και εξασφαλίζει την παρέμβασή του εκεί. Η απουσία του σημαίνει, ότι το κόμμα δεν διαθέτει διαύλους επικοινωνίας, με εκείνους που υποτίθεται ότι θέλει να συσπειρώσει. 

Η ανυπαρξία μαζικού κόμματος με κοινωνική γείωση αποτέλεσε το πρόβλημα της στρατηγικής αδυναμίας του ΣΥΡΙΖΑ, κατά την περίοδο της διαπραγμάτευσης του 2015 και εν συνεχεία της διακυβέρνησής του, και βασική αιτία της ήττας του και της αποσύνθεσής του. Το πρόβλημα του ΣΥΡΙΖΑ «κληρονομείται» ως έχει στην ΕΛΑΣ.

2. Κόμμα της Δημόσιας απασχόλησης; 

Η ανάλυση του τομέα απασχόλησης των ιδρυτικών μελών της ΕΛΑΣ ενισχύει τις προηγούμενες διαπιστώσεις. Η πλειοψηφία, σε ποσοστό 52% (~154 άτομα), προέρχεται από τον Δημόσιο Τομέα, ενώ ο Ιδιωτικός Τομέας εκπροσωπεί το 40% (Διάγραμμα 3). Το ποσοστό αυτό του Ιδιωτικού Τομέα είναι μεγάλο, ωστόσο η σημασία του είναι σαφώς μικρότερη. Αφορά όμως πολύ περισσότερο ελεύθερους επαγγελματίες (δικηγόρους, μηχανικούς, δημοσιογράφους, ηθοποιούς κλπ.) και κάποιους μικρο-μεσαίους επιχειρηματίες, όχι  την οικονομική ελίτ της χώρας. Η ΕΛΑΣ δεν περιλαμβάνει στους κόλπους της μέλη της οικονομικής ελίτ χώρας. Η τελευταία εξακολουθεί συντριπτικά να εκπροσωπείται από τη ΝΔ. 

Στον ιδρυτικό πυρήνα του νέου κόμματος πλειοψηφεί ο Δημόσιος Τομέας. Το φαινόμενο δεν είναι καινούριο. Κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης, 2015-2019, το 68% των μελών της ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ υπηρέτησαν σε κάποια κυβερνητική/κρατική θέση. Το πρόβλημα της καρτελοποίησης του ΣΥΡΙΖΑ και της απορρόφησης της κομματικής του ελίτ από το κράτος είναι γνωστό. Από την ανάλυσή των ιδρυτικών μελών της ΕΛΑΣ, που προέρχονται από τον ΔΤ, προκύπτει μια σημαντική διαφοροποίηση. Στο εσωτερικό τους, διακρίνονται δύο υποομάδες που έχουν πολύ διαφορετική σχέση με τις μνημονιακές πολιτικές της  λιτότητας που εφαρμόστηκαν στην Ελλάδα.

Ο κορμός της νέας κομματικής ελίτ της ΕΛΑΣ αποτελείται, τόσο από στελέχη του κράτους πρόνοιας, όσο όμως και από μια ισχυρή μερίδα που ανήκει στην κρατική διοικητική/πολιτική γραφειοκρατία. Τα ιδρυτικά μέλη, σε ποσοστό 31% (~90/154 άτομα) στελεχώνουν λειτουργίες του κράτους πρόνοιας (εκπαίδευση + υγεία). Όπως έχουμε δει, πρόκειται για πανεπιστημιακούς, εκπαιδευτικούς δευτεροβάθμιας/ πρωτοβάθμιας, γιατρούς του ΕΣΥ. Αυτοί ως εργαζόμενοι βίωσαν άμεσα τη μνημονιακή λιτότητα της τελευταίας 15ετίας και τις συνέπειές της: συρρίκνωση — μισθολογικές περικοπές, υποστελέχωση νοσοκομείων, εκπαιδευτικές μονάδες που έκλεισαν. Η παρουσία τους είναι προϊόν πολιτικής δυσαρέσκειας και  διαμαρτυρία για την κατεδάφιση του κράτους πρόνοιας. 

Το υπόλοιπο (~21%) 21% των μελών που εργάζεται στον Δημόσιο Τομέα (~64 άτομα), στελεχώνουν διοικητικές θέσεις του κρατικού μηχανισμού, ανήκουν δηλαδή στη λεγόμενη διοικητική/πολιτική κρατική γραφειοκρατία: δημόσιοι υπάλληλοι, αιρετοί της αυτοδιοίκησης, πρώην υπουργοί, γενικοί γραμματείς, περιφερειάρχες, διοικητές οργανισμών, απόστρατοι από τις «κορυφές» του στρατού και της αστυνομίας, «κορυφές» του δικαστικού μηχανισμού. Η δεύτερη μερίδα των ιδρυτικών μελών είχε πολύ διαφορετική εμπειρία και σχέση με τη μνημονιακή λιτότητα: ήταν μέρος του μηχανισμού που την εφάρμοσε ή την διαχειρίστηκε, όχι θύμα της.

Αυτή η εσωτερική διάσπαση είναι πολιτικά κρίσιμη. Το νέο κόμμα στρατεύει ταυτόχρονα γιατρούς ΕΣΥ που δούλεψαν σε υποχρηματοδοτημένες κλινικές και πρώην Γενικούς Γραμματείς που διαχειρίστηκαν τις περικοπές. Αυτή η αντίφαση βέβαια δεν αναιρείται εύκολα με ένα (κοινό) διακηρυκτικό κείμενο.

3. Η κοινωνική σύνθεση της νέας κομματικής ελίτ

Έχει σημασία η κοινωνική διαστρωμάτωση των ιδρυτικών μελών ενός κόμματος; Σίγουρα έχει, διότι από αυτήν προκύπτει ποια κοινωνικά στρώματα εκπροσωπούνται και σε ποια κοινωνικά στρώματα μπορεί αυτή η νέα κομματική ελίτ να «μιλήσει». Αξιοποιώντας την περιγραφή της επαγγελματικής/κοινωνικής ιδιότητας που αναφέρεται στη λίστα των ιδρυτικών μελών της ΕΛΑΣ (επάγγελμα, κλάδος και θέση στην απασχόληση, ατομικό εκπαιδευτικό κεφάλαιο, κ.α.), μπορούν να εξαχθούν κάποια πρώτα -σχηματικά μεν, αλλά πολύ χρήσιμα- συμπεράσματα, σχετικά με την κοινωνική προέλευση της νέας «κομματικής ελίτ». Με βάση την εμπειρική ταξινόμηση που κατασκευάζεται, τα μέλη διακρίνονται σε τέσσερα (4) στρώματα: Εργοδοτικά/αστικά στρώματα, Ανώτερα μικροαστικά στρώματα, Μεσαία μικροαστικά στρώματα, Εργατικά/λαϊκά στρώματα (Διάγραμμα 4).  Η κομματική ελίτ της ΕΛΑΣ αποτελείται σε μεγάλο βαθμό  από μεσαία και ανώτερα μικροαστικά στρώματα (σε πολύ μικρό βαθμό από «αστικά»), με χαρακτηριστικό στοιχείο το υψηλό ακαδημαϊκό και επιστημονικό κεφάλαιο. Αυτό δεν είναι ιδιαίτερα ασυνήθιστο για κόμματα της σύγχρονης Αριστεράς ανά τον κόσμο. Το φαινόμενο που περιγράφεται συχνά με τον αδόκιμο όρο «Αριστερά των Πτυχίων» (Diplomat Left) είναι γνώριμο. 

Μια πολύ μικρή μερίδα των ιδρυτικών μελών εντάσσεται στα Εργοδοτικά/ αστικά στρώματα (υπολογίζεται περίπου σε 6%): Περιλαμβάνει ιδιοκτήτες μεσαίων/μεγάλων επιχειρήσεων (κεφαλαιούχοι που εκμεταλλεύονται μισθωτή εργασία) και ανώτατα στελέχη μεγάλων εταιρειών. 

Στα Ανώτερα μικροαστικά στρώματα (~57%) εντάσσεται η μεγάλη μάζα των ιδρυτικών μελών. Σε αυτά ανήκουν  αυτοαπασχολούμενοι/ελεύθεροι επαγγελματίες με υψηλή αυτονομία ή μισθωτοί που διαθέτουν πολύ υψηλό εκπαιδευτικό κεφάλαιο εξειδίκευσης, στην εργασία τους βρίσκονται σε υψηλές και μεσαίες θέσεις εξουσίας και ασκούν καθήκοντα εποπτείας, χωρίς να κατέχουν οικονομικό κεφάλαιο (δεν λειτουργούν κεφαλαιοκρατικά). Περιλαμβάνονται εδώ, τόσο τα μέλη με επιτελικές θέσεις στους ιδεολογικούς μηχανισμούς: πανεπιστημιακοί, δημοσιογράφοι, καλλιτέχνες που έχουν ρόλο στην αναπαραγωγή της κυρίαρχης ιδεολογίας (, όσο και τα μέλη που επιτελούν διοικητικές/πολιτικές λειτουργίες: πρώην υπουργοί, γενικοί γραμματείς, ανώτατοι δικαστικοί, ανώτατοι αξιωματικοί που ανήκουν στο «κρατικό προσωπικό με σχετική αυτονομία» (Jessop).

Στα «Μεσαία μικροαστικά στρώματα» κατατάσσεται το (~29%) των μελών, σχεδόν το 1/3: αυτοαπασχολούμενοι/ελεύθεροι επαγγελματίες ή μισθωτοί κυρίως του Δημοσίου Τομέα, χωρίς επιτελική/εποπτική λειτουργία. Διακρίνονται από τα «ανώτερα μικροαστικά» με βάση το βαθμό αυτονομίας στην εργασία (μεσαία) και το υψηλό μεν, αλλά όχι ιδιαίτερης εξειδίκευσης επίπεδο εκπαιδευτικού κεφαλαίου που κατέχουν (Απόφοιτοι Γ’βάθμιας). 

Στα «Λαϊκά/εργατικά στρώματα» κατατάσσεται μόλις 8% των μελών. Η ταξική θέση τους χαρακτηρίζεται από χαμηλό εκπαιδευτικό κεφάλαιο (απολυτήριο Λυκείου, ΙΕΚ, βασικό πτυχίο χωρίς εξειδίκευση). Περιλαμβάνονται μισθωτοί σε κλάδους που κυριαρχεί η χειρωνακτική ή επαναλαμβανόμενη εργασία (εργαζόμενοι ΕΥΔΑΠ, υπηρεσίες καθαριότητας) και αγρότες με μικρής κλίμακας παραγωγή. (Οι τρεις συνδικαλιστές αυτής της κατηγορίας εκπροσωπούν θεσμικά τα εργατικά στρώματα, αλλά έχουν οι ίδιοι αναβαθμισμένη θέση, λόγω της συνδικαλιστικής τους ιδιότητας).

Η παρουσία αυτού του στρώματος στον κατάλογο των 300 ιδρυτικών μελών είναι ελάχιστη. Αντικατοπτρίζει μόνον την ανάγκη του νέου κόμματος να εμφανίζεται ως «λαϊκό». Η «εκπροσώπηση» είναι συμβολική, χωρίς ουσιαστική επιρροή στη χάραξη πολιτικής.  Προφανώς, η συγκεκριμένη κοινωνική σύνθεση της κομματικής ελίτ μπορεί να αποκλίνει από τη δυνητική εκλογική βάση του νέου κόμματος. Η πραγματικότητα είναι πιο περίπλοκη και η αντιστοίχιση δεν γίνεται ποτέ «ευθύγραμμα». Το παράδειγμα της προηγούμενης κομματικής ελίτ του ΣΥΡΙΖΑ είναι χαρακτηριστικό. Θεωρητικά, η πιθανότητα κάποιας εκλογικής επιτυχίας δεν μπορεί να αποκλειστεί. Ακόμα και με αυτή την ταυτότητα ηγεσίας, η ΕΛΑΣ θα μπορούσε να κερδίσει ψήφους από λαϊκά στρώματα. Το πρόβλημα βρίσκεται αλλού (βλέπε παρακάτω).  

4. Τα στελέχη της ΕΛΑΣ και ο ΣΥΡΙΖΑ. Πολιτική προέλευση και συνέχεια  [.............................................]: ΣΥΝΕΧΙΣΤΕ ΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΣΗ:Τhe Press Project