Ο
Μποκόρος και οι ίσκιοι του

*
του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ
neoplanodion.gr
~.~
Δεν πρόκειται απλώς για έναν κατάλογο έκθεσης τιτλοφορούμενης Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Ο ίσκιος του (Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος, επιμέλεια έκδοσης Σταύρος Ζουμπουλάκης, μεγάλο σχήμα, σ. 93). Πρόκειται για ένα είδος αυτοβιογραφίας του ζωγράφου-συγγραφέα όχι μονάχα για ολόκληρη την περίοδο που αποτυπώνει τη φωτεινή σκιά, αλλά και όσο, γενικά, τον απασχολούσε ο Παπαδιαμάντης ως παρουσία, ως διηγηματογράφος, ως άνθρωπος που, κατά συγκεκριμένη μαρτυρία, έμπαινε στην εφημερίδα όπου δημοσίευε και έφευγε χωρίς να τον παίρνουν είδηση! Ο Μποκόρος φαίνεται ότι τον είχε αγαπήσει από νεώτερος, και μιλώντας για το διήγημά του «Φτωχός Άγιος» γράφει:
«Κι αυτή η γλώσσα! Τι έρωτας! Απ’ όλη την
ιστορία μου έμεινε από τότε εκείνη η ευλογημένη ευωδιά του χώματος, τα
δειλά τ’ αγριολούλουδα που τολμούνε να κρύψουν το αίμα, που στολίζουν
την ανοιξιάτικη χλωρασιά ανάμεσα σε ρείκια και σκοίνα, τα ’ξερα όλα αυτά
τα φυτά, ήτανε γύρω μου ο τόπος, το ’νιωθα αυτό το πράο αεράκι, τον
δικό μας παράδεισο, και του χρωστάω αυτή τη γλώσσα, αυτό το βλέμμα, αυτή
την ποίηση, το ξέφωτο ανάμεσα στην ανθρώπινη και τη θεία δικαιοσύνη της
φύσης». (σ. 54)
Κι όμως. Πόσα χρόνια πέρασαν έως να αξιωθούμε, εδώ στην Ελλάδα, να τιμήσουμε τον Παπαδιαμάντη ιδιαίτερα, να αξιολογήσουμε το έργο του, να υπογραμμίσουμε την παρουσία του, να τολμήσουμε να αφομοιώσουμε και να αναγνωρίσουμε την πλησμονή της πνευματικής του αύρας και αίσθησης…
Ο Μποκόρος διατηρεί σε όλα όσα κάνει ένα πλεονέκτημα. Έχει βιώματα
χωριού, έχει βιώματα ζωής στην ύπαιθρο. Έχει αναπνεύσει (πρόλαβε) καθαρό
αέρα, βουνίσιο ή άλλον, έχει μυρίσει λουλούδια και αγριολούλουδα σαν
αυτά που λέει ο Χριστός στο Ευαγγέλιο ότι «καταμάθετε τὰ κρίνα τοῦ ἀγροῦ
πῶς αὐξάνει· οὐ κοπιᾷ οὐδὲ νήθει· λέγω δὲ ὑμῖν, οὐδὲ Σολομὼν ἐν πάσῃ τῇ
δόξῃ αὐτοῦ περιεβάλετο ὡς ἓν τούτων.» (Ματθ. 6,28-30). Έχει ανακατευτεί
με τα χώματα, με τη λάσπη, με τα καπνά, με την αγροτική ζωή που δεν
έχει καμιά σχέση με την αστική ζωή. Μα πλάι και συνακόλουθα σ’ αυτά
–φαίνεται– να έχει αγγιχτεί από τα υψηλά της Πίστης, της Ποίησης και της
Τέχνης και να αγωνίζεται να τα μετουσιώσει στα έργα του, προωθώντας
έτσι, είτε το ξέρει είτε όχι, το νόημα της Σάρκωσης του Λόγου, χωρίς το
οποίο όλα μένουν μετέωρα, ξεκρέμαστα, αναίσθητα, όλα μένουν έξω από το
«τίποτα ή το κάτι» το δημιουργικό στο οποίο αναφέρεται σε κάποια σελίδα.
Υπάρχουν πράγματα στον κόσμο αυτόν που απαιτούν μια ιδιαίτερη προσοχή και μια ιδιαίτερη αφή. Οι αισθήσεις μας δεν δόθηκαν μονάχα για να καταφάσκουμε τα σωματικά δρώμενα αλλά και για να μας φέρνουν σε συνεργασία με τα ψυχικά και πνευματικά πεδία όπου συντελούνται τα θαύματα της ζωής.
Ο Παπαδιαμάντης, θα λέγαμε ότι, έζησε σαν σκιά, όμως μια σκιά τόσο φωτεινή που πολλοί είχαν στραβωθεί από το φως της και δεν τον έβλεπαν. Δεν έβλεπαν πώς ενεργούσε, δεν παρακολουθούσαν όλα αυτά που άγγιζε προπαντός με την γραφίδα του, αποσπάσματα από τα οποία συνοδεύουν πού και πού τη σεπτή ζωγραφική του Χρήστου Μποκόρου, όπως αποτυπώνεται σ’ αυτή τη θαυμάσια έκδοση.
Είναι μια ακόμη δουλειά που δυσκολεύεσαι να την σηκώσεις από το τυπωμένο χαρτί για να την ψηλαφίσεις όχι μονάχα με το βλέμμα αλλά με ένα πιο εσωτερικό κοίταγμα, το οποίο να εισχωρεί στα πεδία εκείνα της ύπαρξης που, τις πιο πολλές φορές, οι περισσότεροι τα αγνοούν ή τα υποβλέπουν.
Αυτός ο ζωγράφος μετακινείται στον χώρο και τον χρόνο, ψαύει την υφή των πραγμάτων, αγγίζει χειροποίητες επιφάνειες ζωής που τείνουν να εξαφανιστούν παραδίνοντας τη θέση τους στις μηχανές. Δεν είναι μονάχα που ζωγραφίζει, είναι και που γράφει:
«Γοητευμένος από την αίσθηση του λερού, φθαρμένου λινού, κολλημένου στη λεία επιφάνεια του κόντρα πλακέ, βαμμένη με τσάι και γυαλοχαρτισμένη μετά, πολλές φορές, ν’ αλλάζει χρώμα, ν’ αλλάζει υφή, στο μάτι, στο χέρι, έμενα να την κοιτώ, να την αγγίζω ώρες. Ορθάνοιχτος ο χρόνος πάνω της και όλα ωσεί παρόντα. Άνοιξη άρχισα το πρώτο έργο, με τον κλασικό, παραδεδομένο τρόπο. Είχα τη φωτογραφία του διαδικτύου, κάναβο, μολύβι, σεμνόχρωμα γεώδη μόνο, ώχρα, άσπρο, μαύρο, λίγο κόκκινο. Πήρε να εμφανίζεται η μορφή του…» (σ. 40)
Όλα γύρω από την περίφημη φωτογραφία στη Δεξαμενή, που είχε τραβήξει ο Νιρβάνας
παρά
τις επιφυλάξεις του Παπαδιαμάντη. Ο Μποκόρος είχε τη φωτογραφία,
ζωντανή όσο γίνεται, στην ηλεκτρονική μορφή της εποχής και άρχιζε να ζει
μαζί της. Δύσκολα ζεις με μια φωτογραφία. Εξάλλου τί είναι η
φωτογραφία; Η απεικόνιση μιας στιγμής. Ένα πράγμα ή ένα πρόσωπο
ακινητοποιημένο, όταν μάλιστα πρόκειται για απλή αλλά προσεκτικά
βγαλμένη φωτογραφία. Μα εδώ έχουμε κάτι ξεχωριστό. Η φωτογραφία είναι
μοναδική. Ο Μποκόρος έχει «συναντηθεί» με τον Παπαπαδιαμάντη στα κείμενά
του, στις αφηγήσεις του, στα διηγήματα. Τώρα τον έχει μπροστά του και
γυρεύει να καταδυθεί μέσα του, να περάσει από το στιγμιαίο της
φωτογραφίας στη διάρκεια της ζωγραφικής εικόνας, σε κάτι που όχι μονάχα
να διαρκέσει αλλά να διαστείλει το χρόνο. Χρειάζεται να ετοιμάσει μια
νέα πραγματικότητα. Αυτή η ζωγραφική πραγματικότητα χρειάζεται να σε
καταλάβει ολόκληρο για να περάσεις στην π ρ ά ξ η: να ποιήσεις έργο.
Όταν τον φωτογράφησε ο Νιρβάνας σημείωσε: «Μια ευγένεια ασύλληπτος εχύνετο εις το πρόσωπόν του από το φως της δυούσης ημέρας». Και αλλού:
«Είχε πάρει μόνος του τη φυσική του στάση απάνω σε μια πρόστυχη καρέκλα, με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος, με το κεφάλι σκυφτό, με τα μάτια χαμηλωμένα, στάση βυζαντινού αγίου, σαν ξεσηκωμένη από κάποιο καπνισμένο παλιό τέμπλο ερημοκλησιού του νησιού του. Αυτή δεν ήταν στάση για μια πεζή φωτογραφία. Ήταν μια καλλιτεχνική σύνθεση, και θα μπορούσε να είναι ένα έργο του Πανσέληνου ή του Θεοτοκόπουλου. Αμφιβάλλω αν φωτογραφικός φακός έλαβε ποτέ μια τέτοια ευτυχία» (σ. 26).
Σ’ αυτά στάθηκε ο Μποκόρος. Τι αναδύει η φωτογραφία; Τι κρύβει; Τι φανερώνει; Τι μεταδίδει; Ο Παπαδιαμάντης ψιθύρισε στο αυτί του Νιρβάνα: “Nous excitons la curiosité du public”. Και ο Νιρβάνας σχολίασε:
«Ακούσατε; Ερεθίζαμε την περιέργεια του… κοινού! Ποιού κοινού; Δεν ήταν εκεί κοντά μας παρά ένα κοιμισμένο γκαρσόνι του καφενείου, ένας γεροντάκος που λιαζότανε στην άλλη γωνία του μαγαζιού, και δύο λουστράκια που παίζανε παράμερα. Αυτό ήταν το κοινό που ανησυχούσε τον Παπαδιαμάντη η “περιέργειά” του. Κι αυτή ήταν η διαπόμπευσή του, που βιαζόταν να της δώσει ένα τέλος». (σ. 26)
Κι έρχεται ύστερα από αυτά ο ζωγράφος να επιβεβαιώσει, να συγκατανεύσει, να ανοίξει ακόμα περισσότερο τον κύκλο μέσα στον οποίο ανέπνεε ο Παοαδιαμάντης, συνέθετε, έγραφε, πονούσε, θαύμαζε, έψαλλε, μεταρσιωνόταν. Γράφει:[.....................................]Συνεχίστε την ανάγνωση
|
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου