
Χρήστος Λούκος: «Η ιστορική μας άγνοια φαίνεται από την επιτυχία του "Καποδίστρια"»
Γεννήθηκα το 1944 στην Αθήνα, στα Κάτω Πετράλωνα, λίγους μόλις μήνες πριν από την αποχώρηση των Γερμανών. Ήταν μία από τις πιο υποβαθμισμένες γειτονιές της πόλης τότε. Σήμερα, μόνο ορισμένες ελληνικές ταινίες μπορούν να δώσουν μια εικόνα τού τι σήμαινε να ζεις εκεί τα χρόνια εκείνα. Ακόμη και το Ρουφ ήταν αλάνα. Εκεί όπου σήμερα υπάρχει κολυμβητήριο, εμείς παίζαμε ποδόσφαιρο. Ο πατέρας μου ήταν τυπογράφος. Και οι δύο γονείς μου κατάγονταν από τα Βίλια· ήταν Αρβανίτες και τα αρβανίτικα ακούγονταν έντονα μέσα στο σπίτι. Η γιαγιά μου μιλούσε σχεδόν αποκλειστικά αρβανίτικα, οπότε τα ακούγαμε καθημερινά κι εμείς, αν και αργότερα τα ξέχασα. Στα πρώτα σχολικά μου χρόνια, στο δημοτικό, με την έμφαση που δινόταν τότε στην «ελληνομάθεια», ένιωθα κάπως ντροπή για την καταγωγή μου. Με τον καιρό, όμως, αυτή η ντροπή μετατράπηκε σε περηφάνια.
• Βρισκόμαστε στα χρόνια λίγο μετά τον Εμφύλιο, όταν στα σχολεία κυριαρχούσε έντονα η ιδέα της πατρίδας. Εμείς οι νεότεροι βλέπαμε τη γιαγιά να μιλά αρβανίτικα με τον παππού, ενώ οι γονείς προσπαθούσαν κάπως να το εξηγήσουν ή να το μαλακώσουν. Το ξεπέρασα σχετικά γρήγορα, ιδίως από τη στιγμή που τελείωσα το δημοτικό στην περιοχή και πέρασα στο γυμνάσιο. Το γυμνάσιο στεγαζόταν στο κτίριο της πλατείας Κουμουνδούρου, εκεί όπου σήμερα υπάρχει ένα πάρκινγκ. Έμεινα τρία χρόνια, γιατί στη συνέχεια ο πατέρας μου χρεοκόπησε προσπαθώντας να στήσει ένα τυπογραφείο και αναγκάστηκα να πάω να δουλέψω. Έτσι έμαθα την παλιά τέχνη του τυπογράφου, και μάλιστα πολύ καλά. Αυτό εξηγεί και τη μεγάλη μου ευαισθησία για τους τυπογράφους, αλλά και το γεγονός ότι αργότερα ασχολήθηκα μαζί τους και σε ερευνητικό επίπεδο.
Παρά τα λάθη, τις αντιφάσεις και τις διαψεύσεις μας, εξακολουθώ –ίσως και λίγο αφελώς– να πιστεύω σε μια κοινωνία πιο δίκαιη, πιο μορφωμένη και λιγότερο άνιση.
• Δούλευα στο υπόγειο του πατέρα μου και, παράλληλα, γράφτηκα σε νυχτερινό σχολείο, στην πλατεία Βάθης. Ήταν μεικτό σχολείο, θηλέων και αρρένων, και εκεί πραγματικά «ψήθηκα», άνοιξαν οι ορίζοντές μου. Ήταν ένα τελείως διαφορετικό σχολείο. Οι περισσότεροι μαθητές ήταν εργαζόμενα παιδιά και κυκλοφορούσαν ιδέες πολύ πιο προχωρημένες από όσες είχαμε γνωρίσει μέχρι τότε. Από το νυχτερινό σχολείο έδωσα εξετάσεις για το πανεπιστήμιο. Ο πατέρας μου ήθελε να πάω στη Νομική, κυρίως επειδή στο τυπογραφείο τυπώναμε πολλά νομικά βιβλία και είχε επαφές με σημαντικούς νομικούς. Εγώ, όμως, έγερνα περισσότερο προς τη Φιλολογία. Με είχε επηρεάσει έντονα μια φιλόλογος στο νυχτερινό. Είχα πάντα και μια τάση να διαβάζω λίγο παραπάνω, παρά τις δυσκολίες.
• Ζούσαμε επτά άτομα σε δύο δωμάτια. Ήταν ένα σπίτι με μια αυλή στη μέση, ένα δέντρο –μια τζιτζιφιά– και γύρω γύρω δωμάτια, όπου έμεναν τρεις τέσσερις οικογένειες, με μία τουαλέτα για όλους. Υπήρχαν πολλά τέτοια σπίτια στην Αθήνα τότε, ιδίως μετά τον πόλεμο, όταν άρχισαν να καταφθάνουν μαζικά άνθρωποι από την επαρχία. Μου θυμίζει, σε κάποιο βαθμό, καταστάσεις που είδα αργότερα στη Λατινική Αμερική, όχι ακριβώς τις φαβέλες, αλλά μια παρόμοια λογική συλλογικής κατοίκησης.

• Ο πατέρας μου, ο Κωνσταντίνος Λούκος, ήταν μια ισχυρή προσωπικότητα. Πολύ ανοιχτοχέρης, ικανός να κερνάει τους πάντες και στο τέλος να μη μένουν χρήματα για την οικογένεια. Χόρευε καταπληκτικό τσάμικο, χωρίς περιττά βήματα. Στα πανηγύρια στα Βίλια, στις 6 Αυγούστου, στη γιορτή του Σωτήρος, όταν χόρευε ο Λούκος, κανείς άλλος δεν τολμούσε να σηκωθεί. Εγώ, από αντίδραση προς τον πατέρα μου, άκουγα μοντέρνα μουσική. Είχα επηρεαστεί από το ρεύμα της εποχής: φορούσα στενά παντελόνια, που η μάνα μου τραβούσε για να βγουν, και άκουγα κυρίως ξένη μουσική. Στο υπόγειο του τυπογραφείου άρχισα σιγά σιγά να έρχομαι σε επαφή και με τα λαϊκά. Αργότερα, ως φοιτητής, μια φίλη μου με επηρέασε και άρχισα να ακούω και κλασική μουσική. Εκείνο όμως που με καθόρισε περισσότερο ήταν το τανγκό. Έμαθα να το χορεύω στη γειτονιά, σε πάρτι, και αργότερα το χόρευα και στο πανεπιστήμιο. Ήμουν αυτός που χόρευε με όλα τα κορίτσια. Είχα πάντα μια κασέτα με καλά τανγκό και όταν μαζευόμασταν, έλεγαν: «Βάλτε τανγκό να χορέψει ο Λούκος». Δεν ήταν τυχαίο ότι στη συνέχεια άρχισε να με ενδιαφέρει ιδιαίτερα η ιστορία της Λατινικής Αμερικής, η Χιλή, οι δικτατορίες, όλα αυτά.
• Τελικά, όταν έδωσα εξετάσεις, πέρασα και στη Νομική και στη Φιλολογία. Έβαλα βέτο στον πατέρα μου και αποφάσισα να πάω στη Φιλολογία. Ήδη από το δεύτερο έτος στράφηκα ουσιαστικά προς την Ιστορία. Δεν ήταν εύκολο, γιατί παράλληλα δούλευα με τον πατέρα μου, ο οποίος είχε υπάρξει συνέταιρος σε ένα μεγάλο τυπογραφείο που χρεοκόπησε. Μετά από αυτό δεν μπορούσε πια να έχει κανονικά δικό του μαγαζί, χρωστούσε. Έτσι άνοιγε μικρά τυπογραφεία «με δόσεις», πότε στο όνομα της μητέρας μου, πότε του θείου μου και κάποια στιγμή ακόμη και στο δικό μου. Τυπικά ήταν αφεντικό, γιατί είχε κρατήσει από το μεγάλο τυπογραφείο ένα μέρος του εξοπλισμού, εκείνο που είχε αγοράσει με την προίκα της μητέρας μου. Όταν κατασχέθηκε το μεγάλο τυπογραφείο, αυτό το υλικό έμεινε σε εμάς και αποτέλεσε τη βάση για τα μικρά τυπογραφεία που έστηνε στη συνέχεια. Το τελευταίο τυπογραφείο ήταν στη γωνία Ακαδημίας και Χαριλάου Τρικούπη. Εκεί πέθανε ο πατέρας μου και δεν μπορέσαμε να το κρατήσουμε. Εξάλλου, εκείνη την εποχή είχε ήδη αρχίσει η φωτοσύνθεση και ο ανταγωνισμός για τα μικρά τυπογραφεία ήταν τεράστιος. Για να σταθεί ένα μαγαζί έπρεπε ουσιαστικά να δουλεύεις σχεδόν τσάμπα. Την ίδια περίοδο αρρώστησε και η μητέρα μου. Μας έδωσαν κάποια χρήματα για τον «αέρα» του μαγαζιού από πάνω –ήταν ένα υποδηματοποιείο– και έπρεπε να εκκενώσουμε τον χώρο. Ένα βράδυ φορτώσαμε τυπογραφικά στοιχεία και κάσες. Αυτά τα έχω μέχρι σήμερα στα γραφεία του «Μνήμονα» – ο «Μνήμων» είναι μια πολύ μεγάλη ιστορία για μένα.
• Από τη μητέρα μου, αυτό που κρατώ περισσότερο είναι η τρυφερότητά της. Ήμουν πολύ δεμένος μαζί της, και τα αδέρφια μου, η αδερφή και ο αδερφός μου, με πείραζαν γι’ αυτό. Της έλεγαν ότι αγαπούσε περισσότερο εμένα κι εκείνη απαντούσε: «Αν κόψω οποιοδήποτε δάχτυλο από το χέρι μου, το ίδιο θα πονέσει». Παρ’ όλα αυτά, θυμάμαι πολύ συγκεκριμένες στιγμές. Επειδή πήγαινα σε νυχτερινό σχολείο και γύριζα αργά, συνήθως ετοίμαζε φαγητό για όλους, τον παππού, τη γιαγιά, τον πατέρα μου και τα μικρότερα αδέρφια μου. Συχνά με περίμενε να γυρίσω. Μια φορά, όμως, που ήταν κουρασμένη, είχε φτιάξει μακαρόνια με κιμά, που μου άρεσαν, έβρασε νερό για να διατηρηθούν ζεστά και μου άφησε ένα σημείωμα σε μια χαρτοπετσέτα, ζητώντας συγγνώμη που δεν μπόρεσε να με περιμένει. Τέτοια πράγματα δεν τα ξεχνάς.
• Υπήρχε, βέβαια, και η ανέχεια. Αυτό τη σημάδεψε βαθιά. Αργότερα, όταν εμφάνισε ψυχολογικά προβλήματα, στις κρίσεις της θυμόταν τους «δοσάδες», εκείνους που έρχονταν για κατασχέσεις, ακόμη και για το ραδιόφωνο. Καταλαβαίνετε πόσο όλα αυτά επηρέασαν και εμάς, όπως και τη μητέρα μου, αφού αυτό της στοίχισε πολύ. Ο πατέρας μου, από την άλλη, ήταν πιο απαιτητικός και πιο σκληρός, με έναν τρόπο. Δεν φρόντισε, για παράδειγμα, να αποκτήσει νωρίτερα κάποια βασικά πράγματα για το σπίτι – ένα πλυντήριο, ας πούμε. Περίμενε πάντα «την κατάλληλη στιγμή», γιατί είχε αγοράσει ένα οικόπεδο με την ιδέα να χτίσει μια τετραώροφη πολυκατοικία: έναν όροφο για κάθε παιδί και έναν για τους ίδιους. Τελικά, όμως, κατασχέθηκε και το οικόπεδο. Όλα αυτά τα χρόνια μάς σημάδεψαν βαθιά. Θα έλεγα ότι δημιούργησαν ένα είδος κόμπλεξ, που είναι δύσκολο να ξεπεραστεί. Ζούσαμε όλοι μέσα στη φτώχεια, κι όμως βρίσκαμε τρόπους να περνάμε καλά: παίζαμε ποδόσφαιρο, κάναμε πάρτι, υπήρχε ζωή στη γειτονιά. Ήταν δύσκολα χρόνια, αλλά υπήρχε και μια έντονη αλληλεγγύη. Θυμάμαι τη μητέρα μου να βγαίνει στην πόρτα και να μιλά με τις γειτόνισσες. Τα θυμάμαι όλα αυτά με μια κάποια νοσταλγία, παρότι ήταν πραγματικά σκληρές εποχές.


• Δούλευα σχεδόν σε όλα τα χρόνια των σπουδών μου. Βέβαια, επειδή ήμουν γιος του αφεντικού, μπορούσα να δουλεύω λιγότερο από άλλους. Στο νυχτερινό σχολείο θυμάμαι παιδιά που έρχονταν κατευθείαν από σκληρές δουλειές και κοιμούνταν στα θρανία. Δεν άντεχαν. Υπήρχαν καθηγητές που το καταλάβαιναν και τους φέρονταν με επιείκεια. Δεν υπήρχε σνομπισμός. Οι περισσότεροι καθηγητές ήταν καλοί και ανθρώπινοι. Προσωπικά, με επηρέασαν ιδιαίτερα μια φιλόλογος και ένας χημικός, ο Μπάμιας. Θυμάμαι ακόμη το όνομά του, γιατί αστειευόταν λέγοντας: «Τι όνομα έχω κι εγώ…». Μας έκανε Χημεία και ήμουν πολύ καλός. Στη Φυσική, αντίθετα, δεν τα πήγαινα καλά, και γενικότερα στα θεωρητικά είχα δυσκολίες. Ο Μπάμιας μού έλεγε να δώσω για Χημικό, αλλά τελικά η Φιλολογία με κέρδισε – και δεν το μετάνιωσα.
• Στο πανεπιστήμιο κατάφερα να πάρω και μια υποτροφία από το δεύτερο έτος. Δινόταν στους πρώτους του πρώτου έτους και ήταν 12.000 δραχμές, καθόλου αμελητέο ποσό για την εποχή. Να σημειώσω ότι τότε, για να γραφτεί κανείς στο πανεπιστήμιο, έπρεπε να πληρώσει εγγραφή, και αυτό από μόνο του δεν ήταν καθόλου αυτονόητο, η εγγραφή κόστιζε περίπου όσο ένας μισθός. Κι όμως, ο πατέρας μου, ενώ θα μπορούσε κάλλιστα να μας είχε βάλει και τους τρεις να δουλεύουμε κανονικά στο τυπογραφείο, προτίμησε να δανειστεί χρήματα από τους εργάτες του για να γραφτεί ο γιος του στο πανεπιστήμιο. Ήθελε και οι τρεις μας να σπουδάσουμε. Η υποτροφία κράτησε έναν χρόνο. Θυμάμαι πόσες φορές με έστελνε ο πατέρας μου να ρωτήσω πότε θα καταβληθεί. «Ήρθε η υποτροφία;» ρωτούσε στο σπίτι.
• Στα πρώτα πανεπιστημιακά χρόνια άρχισαν να με απασχολούν σοβαρά ορισμένα ζητήματα. Στο πρώτο έτος με επηρέασε πολύ ο Μαρινάτος, όταν μιλούσε για τους λεγόμενους «λαούς της θάλασσας». Αργότερα άρχισε να με επηρεάζει καθοριστικά ο Ζακυθηνός. Με ενδιέφερε ιδιαίτερα η πτώση του Βυζαντίου, η παρακμή. Υπήρχαν κι άλλοι σπουδαίοι καθηγητές, αλλά συνολικά το πανεπιστήμιο είχε μεγάλες ελλείψεις. Δεν μάθαμε σωστά ούτε λατινικά ούτε αρχαία, όχι επειδή έλειπαν οι γνώσεις, αλλά λόγω του τρόπου διδασκαλίας.
• Προς το τέλος των σπουδών μου άρχισε να με απασχολεί περισσότερο η ύστερη περίοδος του Βυζαντίου και, σιγά σιγά, ο νεότερος ελληνισμός. Η μεγάλη τομή, όμως, ήταν η δικτατορία. Τότε αρχίσαμε να αναρωτιόμαστε σοβαρά πώς φτάσαμε ως εκεί. Αυτή η ανάγκη κατανόησης μάς έστρεψε ουσιαστικά προς τη νεότερη ιστορία. Το μεγάλο βήμα, μετά και τη στρατιωτική μου θητεία, ήταν ο «Μνήμων». Αυτός ο θεσμός έχει σφραγίσει τη ζωή μου. Ο «Μνήμων» συνεχίζεται μέχρι σήμερα, έχει συμπληρώσει πενήντα χρόνια ζωής και εξακολουθεί να εκδίδει το περιοδικό του. Μέσα στη δικτατορία υπήρχαν λίγες τέτοιες νησίδες παρηγοριάς.
• Στο πανεπιστήμιο υπήρχαν και βοηθοί, όπως ο Ντίνος Ντόκος και η Δέσποινα Κατηφόρη, με τους οποίους μπορούσαμε πραγματικά να μιλήσουμε. Το Πανεπιστήμιο της Αθήνας τότε ήταν εξαιρετικά συντηρητικό, ιδίως στα χρόνια της χούντας. Η μεγάλη τομή για τον «Μνήμονα» ήρθε το 1974, μετά την πτώση της δικτατορίας. Ως τότε επρόκειτο για ένα πολυσυλλεκτικό περιοδικό: αρχαιότητα, μεσαίωνας, νεότερη ιστορία. Μετά το 1974, οι περισσότεροι από εμάς θέλαμε να στραφούμε αποκλειστικά στον νέο ελληνισμό. Ο Ντίνος Ντόκος διαφωνούσε. Υπήρξε σύγκρουση και, σε μια θυελλώδη γενική συνέλευση, με μικρή πλειοψηφία, αποφασίστηκε η διάλυση της παλιάς εταιρείας και η ίδρυση της Εταιρείας Μελέτης Νέου Ελληνισμού, όπως υπάρχει μέχρι σήμερα. Από το 1974 και μετά, ο «Μνήμων» απέκτησε και φυσικό χώρο, στο υπόγειο όπου στεγαζόμασταν καθιερώσαμε ομιλίες σχεδόν κάθε δεύτερη Τετάρτη, κάτι που συνεχίζεται ακόμη. Εκεί ανταλλάσσαμε ιδέες, καλούσαμε ανθρώπους που θεωρούσαμε δασκάλους μας. Για μένα αυτό υπήρξε ένα δεύτερο πανεπιστήμιο, και μάλιστα το πιο ουσιαστικό. Ο «Μνήμων» είναι, στην πραγματικότητα, ο άτυπος πρόλογος της διδακτορικής μου διατριβής.
• Το 1971, όταν αποφάσισα να κάνω διατριβή στη νεότερη ιστορία, η Δέσποινα Κατηφόρη μού πρότεινε να ασχοληθώ με την αντιπολίτευση στον Καποδίστρια. Δέχτηκα αμέσως, γιατί τότε πίστευα ότι γράφοντας γι’ αυτό το θέμα, πολεμούσα έμμεσα τη δικτατορία. Το 1972-1973 γνώρισα τη γυναίκα μου, τη Δέσποινα, Συριανή στην καταγωγή, και παντρευτήκαμε το 1974. Την ίδια χρονιά η Ακαδημία Αθηνών ζήτησε ερευνητές και έγινα δεκτός στο Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών. Ο μισθός ήταν πολύ μικρός, γι’ αυτό συνέχισα να δουλεύω στα φροντιστήρια. Ήμουν τυχερός που με πήραν, καθώς άλλοι, όπως ο Σβολόπουλος, αρνήθηκαν λόγω των αποδοχών. Η εγγραφή μου στο πανεπιστήμιο ως υποψήφιου διδάκτορα έγινε αργότερα, το 1978, όταν ήρθε στην Αθήνα ο Λεονταρίτης και ανέλαβε την εποπτεία μου. Θυμάμαι μια χαρακτηριστική του παρατήρηση: «Βλέπεις πολλά δέντρα, αλλά δεν βλέπεις το δάσος». Μου έμαθε να γενικεύω, να ξεφεύγω από τη λεπτομέρεια. Ήταν ένας διαφορετικός άνθρωπος, απαιτητικός, γι’ αυτό δεν είχε πολλούς φοιτητές.[...........]
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου