Τετάρτη, Οκτωβρίου 24, 2018

"Gleischaltung" (Συντονισμός): για τη ναζιστική φυλετική "κοινότητα" στα σκοτεινότερα χρόνια μιας σκοτεινής εποχής


 Γραμματόσημο με τη μορφή του Χίτλερ. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο ανιδιοτελής, λιτός χορτοφάγος και αντικαπνιστής Χίτλερ έλαβε, το 1937, το θηριώδες ποσό των 50 εκατομμυρίων μάρκων από τα Γερμανικά Ταχυδρομεία ως πνευματικά δικαιώματα για τη χρήση του πορτραίτου του στα γραμματόσημα

”Gleischaltung”: οικοδομώντας τη φυλετική κοινότητα του λαού*

Γιάννης Ζ Δρόσος


Το βιβλίο που παρουσιάζεται εδώ είναι ο δεύτερος τόμος του τρίτομου έργου του καθηγητή του Καίμπριτζ Sir Ρίτσαρντ Έβανς με αντικείμενο τη χιτλερική Γερμανία. Αναφέρεται στα σκοτεινότερα  χρόνια μιας σκοτεινής εποχής – στα σκοτεινότερα, όχι στα αιματηρότερα, αυτά είναι αντικείμενο του τρίτου τόμου, ο οποίος, καθώς ακούω, προγραμματίζεται να εκδοθεί στα ελληνικά σύντομα.
 ΔΕΜ ΤΟ Γ' ΡΑΙΧ ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ

:BiblioNet : Το Γ΄ Ράιχ στον πόλεμο / Evans, Richard J



Στο δράμα της σκοτεινής εκείνης εποχής εισάγουν τα dramatispersonae στο εξώφυλλο και στο οπισθόφυλλο. Στο εξώφυλλο, γλυκύτατες νεαρές γερμανιδούλες, μάλλον έφηβες, με φωτεινά πρόσωπα και λαμπερά χαμόγελα, σείουν χαρούμενες τις σημαιούλες τους με την σβάστικα καλωσορίζοντας κάποιον ή κάποιους που έρχονται, αλλά δεν φαίνονται στην εικόνα. Στο οπισθόφυλλο, η ναζιστική ελίτ, άνδρες ένστολοι, σοβαροί, στιβαροί, ευθυτενείς και αγέλαστοι, περιστοιχίζουν παρελαύνοντας σε μια φαιή λεωφόρο του Βερολίνου τον προπορευόμενο Χίτλερ, ένστολο, σοβαρό, στιβαρό, ευθυτενή και αγέλαστο. Αν ακουμπήσει κανείς το βιβλίο στο τραπέζι ανοικτό με το εξώφυλλο προς τα πάνω θα δει το ναζιστικό gothic να κινείται αδυσώπητα προς τα φωτεινά χαμόγελα των νεαρών κοριτσιών. μία εικόνα όχι ανάξια σαρκαστικών σκέψεων, αν δεν γνωρίζαμε την ιστορική της συνέχεια: λίγα χρόνια μετά, όλη η αγέρωχη φάλαγγα θα ήταν σκόρπια πτώματα, ο δρόμος ερείπια, ενώ όσα γελαστά πρόσωπα νεαρών κοριτσιών του Ράιχ είχαν ίσως επιβιώσει από τους βομβαρδισμούς των συμμάχων ή χήρες θα ήταν ή ορφανά και το γέλιο θα αργούσε πολύ να επιστρέψει –αν επέστρεφε– στα πρόσωπά τους.
Με το βιβλίο που παρουσιάζω, ο καθηγητής Έβανς μας ξεναγεί σε μιαν άλλη χώρα, στη χώρα του 1933-1939. Γεωγραφικά, η χώρα αυτή βρίσκεται στην Γερμανία. Το βιβλίο αρχίζει, όπως το ίδιο δηλώνει,[1] τη στιγμή που η καταστροφή των υπολειμμάτων της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης είχε ολοκληρωθεί και το Γ’ Ράιχ είχε ανέλθει στην εξουσία.
Τα χρόνια που προηγήθηκαν της περιόδου την οποία πραγματεύεται ο καθηγητής Έβανς στο Γ’ Ράιχ στην εξουσία και εκείνα που ακολούθησαν, η Βαϊμάρη δηλαδή και ο πόλεμος, είναι περισσότερο γνωστά θέματα. Τα εξίμισι όμως χρόνια της εσωτερικής πολιτείας των ναζί, πέρα από μερικές εμβληματικές στιγμές όπως η τελετουργική καύση των βιβλίων από ναζί φοιτητές,η πυρκαγιά του Ράιχσταγκ, η Νύχτα των Κρυστάλλων, η Νύχτα των Μεγάλων Μαχαιριών (γνωστή και από την αμφίβολης ιστορικής ακρίβειας ταινία του Βισκόντι, Οι καταραμένοι)ή το ναζιστικό συνέδριο της Νυρεμβέργης που απαθανάτισε μεγαλειωδώς η Λένι Ρίφενσταλ, γενικά, δεν είναι τόσο γνωστά. Σε αυτά τα εξίμισι χρόνια, το βιβλίο του Έβανς εισάγει ολικά τον αναγνώστη, με ασφυκτική συστηματικότητα και αδυσώπητη λεπτομέρεια.
***
Αντίθετα από ό,τι σε πολλά άλλα έργα ιστορίας, στο βιβλίο ενσωματώνεται συστηματικά στη μεγάλη ιστορική αφήγηση η μικρή – μικροϊστορίες, περιστατικά καθημερινών ανθρώπων, οι φαινομενικά μικρές τους σκέψεις και τα συναισθήματά τους, πράγματα που κατά κανόνα δεν βρίσκουν χώρο στις μεγάλες ιστορικές αφηγήσεις, τους προσδίδουν όμως, όταν περιλαμβάνονται επιτυχώς,  ένα σπάνιο αναλυτικό βάθος. Ο συγγραφέας δικαιώνει παραδειγματικά τον στόχο που έθεσε σε ήδη στον πρόλογο του πρώτου τόμου, ότι δηλαδή «[σ]ε ολόκληρο το βιβλίο προσπάθησ[ε] να [...] τοποθετήσ[ει] πλάι στη γενικότερη αφήγηση και ανάλυση τις ιστορίες αληθινών ανδρών και γυναικών, από την κορυφή του καθεστώτος μέχρι τον απλό πολίτη, που ενεπλάκησαν στο δράμα των γεγονότων.»[2]  Η ουσιώδης σημασία αυτών των εξιστορήσεων για τη μελέτη του ναζισμού αποτυπώνεται ήδη σε επί μέρους βιβλία όπως, ενδεικτικά, οι  αναφερόμενες στην περίοδο 1914-1933 αναμνήσεις του Σεμπάστιαν Χάφνερ (Sebastian Haffner) ή, ακόμη περισσότερο, η (δημοσιευμένη μετά την αγγλική έκδοση του βιβλίου του Έβανς) έξοχη περιγραφή της κοινωνικής ζωής στη ναζιστική Γερμανία και της δημόσιας και ιδιωτικής πολιτείας των υψηλών ναζιστών από τον Φαμπρίς ντ’ Αλμεϊντά (Fabrice d’ Almeida), βιβλία που ατυχώς ακόμη δεν έχουν μεταφρασθεί στη γλώσσα μας[3].
***
Είναι εντιμότερο, μία παρουσίαση ενός βιβλίου όπως αυτό, να μην επιχειρήσει να εμφανίσει κάποια πεπιεσμένη περίληψη του έργου και της εποχής –πράγμα άλλωστε μάταιο, αν πρόκειται η περίληψη αυτή να είναι κάτι παραπάνω από τους τίτλους των κεφαλαίων του– αλλά να επιλέξει μερικά από τα θέματά του και, μέσω αυτών, να αναδείξει ό,τι μπορεί. Με τη δική μου επιλογή ελπίζω να αξιοποιήσω, αναδεικνύοντάς τη, την ποιότητα του βιβλίου, και τούτο για να καταλήξω σε μερικές γενικότερες σκέψεις για τον ναζισμό, όπως μου τις προκάλεσε το συγκεκριμένο έργο του Έβανς. Την πλήρη πάντως εικόνα παρέχει αποκλειστικά και μόνον η ανάγνωσή του.
Στον ναζισμό πήγαν πολλοί
Ιδίως μετά την άνοδο του Χίτλερ στην Καγκελαρία την 30ή Ιανουαρίου 1933, η ευρύτατη συναίνεση ή η συνειδητή ανοχή έλαβε γενικευμένο μαζικό χαρακτήρα. Όπως εύλογα παραπονείται ένας φαιοχίτων από τα παλιά, «τώρα άνθρωποι που προηγουμένως με χλεύαζαν,  με κατακλύζουν με επαίνους».[4]
Από σχετικά νωρίς, η παλαιά πρωσική αριστοκρατία είχε  ήδη προσχωρήσει[5]. Ο Χιάλμαρ Σαχτ, ο πρώτος υπουργός Οικονομικών της χιτλερικής κυβέρνησης, υπουργός που, όπως δέχεται και ο συγγραφέας, διοίκησε ιδιοφυώς την οικονομία μέχρι τη στιγμή που επιβλήθηκε η πλήρης υποταγή της στις προτεραιότητες της πολεμικής προετοιμασίας, πίστευε, «όπως πολλά άλλα πρόσωπα του κατεστημένου [...] ότι ο ριζοσπαστισμός του Χίτλερ μπορούσε να δαμαστεί, αν συνδέονταν με πιο συντηρητικά και έμπειρα πρόσωπα, όπως ήταν ο ίδιος. [...] Ο Σαχτ δεν χρειάσθηκε ούτε καν να γίνει μέλος του ναζιστικού κόμματος. Αργότερα ο Σαχτ ισχυρίσθηκε, όπως έκαναν πολλοί άλλοι, ότι αποδέχθηκε μια θέση στο καθεστώς για να αποτρέψει τα χειρότερα».[6] Όταν ο Εβραίος Γκέοργκ Βέρτχάϊμ, πλούσιος ιδιοκτήτης πολυκαταστήματος, και ο γιος του, παραπονέθηκαν –ήταν ακόμη μόλις το 1936– στον Σαχτ για ασφυκτικές πιέσεις και οικονομικούς εκβιασμούς από το καθεστώς, ο πολύς υπουργός Οικονομικών τους απάντησε: «Πρέπει να ουρλιάζετε μαζί με τους λύκους».[7]
Ο κ.  Καρλ Γκέμπενσλεμπεν και η γυναίκα του Ελισάβετ, δύο Γερμανοί της διπλανής πόρτας, προσήλθαν στον ναζισμό πρόσχαρα. Γράφει ο κ. Γκέμπενσλεμπεν στην κόρη του:
Έτσι ο «μπαμπάκας» σου έπρεπε να προμηθευτεί όσο το δυνατό γρηγορότερα φαιό πουκάμισο, πηλίκιο, ζώνη, γραβάτα και κονκάρδα του κόμματος. Η μαμά πιστεύει ότι η στολή μού πάει φανταστικά και με κάνει να φαίνομαι δεκαετίες (;) νεότερος!!! Ω!!! τέλος πάντων καλή μου, μακάρι να μου το είχε πει κάποιος νωρίτερα! Όμως τι σπουδαίο αίσθημα να βλέπεις τους πάντες να προσπαθούν μέσω της πειθαρχίας να κάνουν ό,τι καλύτερο για την Πατρίδα, σύμφωνα ακριβώς με το σύνθημα: Πρώτα το δημόσιο συμφέρον.
Η γυναίκα του πήρε το πράγμα πιο φιλοσοφικά:
Βιώνουμε την παγκόσμια ιστορία. Όμως η παγκόσμια ιστορία ποδοπατά το άτομο και αυτό καθιστά τόσο δύσκολη τη σημερινή εποχή, η οποία έχει αγνούς υψηλούς σκοπούς, επειδή μαζί με τη χαρά που νιώθουμε αισθανόμαστε και συμπόνια για τη μοίρα του ατόμου. Αυτό ισχύει και για τη μοίρα των Εβραίων ως ατόμων, αλλά δεν αλλάζει την κρίση μας για το εβραϊκό ζήτημα αυτό καθαυτό.[...]. [8]
Η  τύχη πάντως τους φέρθηκε με συμπάθεια  – πρόλαβαν  να πεθάνουν πριν αρχίσει ο πόλεμος.
Η αποτρόπαιης μνήμης Gestapo ήταν τελικά μία ιδιαίτερα ολιγάνθρωπη οργάνωση. Τον Μάρτιο του 1937, στην Κάτω Ρηνανία, στο Ντύσσελντορφ, σε μία περιοχή με τέσσερα εκατομμύρια πληθυσμό, δρούσαν μόλις 281 πράκτορες. «Αυτοί οι άνθρωποι δεν ήταν οι φανατικοί ναζιστές του θρύλου, αλλά γενικά ήταν αστυνομικοί καριέρας που είχαν ενταχθεί στην αστυνομία, στη διάρκεια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης ή σε μερικές περιπτώσεις ακόμη νωρίτερα».[9] Το 1939, από τους 20.000 άνδρες της Gestapo μόνο 3.000 ήταν ναζί. Στο κεντρικό γραφείο της Gestapo, στο Βερολίνο, το κλίμα ήταν πιο εκλεπτυσμένο (εκεί οι μέθοδοι δεν βασίζονταν κυρίως στις κτηνώδεις βιαιοπραγίες στο σώμα του κρατουμένου, αλλά, π.χ., στην παρατεταμένη ορθοστασία ή στο γονάτισμά του σε άβολη στάση). Εκεί σε ρυπαρούς διαδρόμους με αστυφύλακες να σπρώχνουν αλυσοδεμένους άνδρες από δω κι από κει και σειρές από κορίτσια και γυναίκες να στέκονται με τη μύτη και με τα δάχτυλα των ποδιών να ακουμπούν στον τοίχο, εκεί, δίπλα σε  ξέχειλα σταχτοδοχεία, κάτω από πορτρέτα του Χίτλερ, μέσα σε μυρωδιά καφέ, «κομψά ντυμένες κοπέλες έγραφαν με μεγάλη ταχύτητα στη γραφομηχανή, κοπέλες που έδειχναν αδιάφορες για την αθλιότητα και την οδύνη γύρω τους».[10] Να είναι κάποια από τις κοπέλες αυτές ένα από τα κορίτσια του εξωφύλλου;
Η συνολικά αντιχριστιανική στάση των ναζί και οι πολεμικές τους κατά της Καθολικής Εκκλησίας – «είμαστε η κεφάτη χιτλερική νεολαία [...] δεν ακολουθούμε τον Χριστό, αλλά τον Χόρστ Βέσελ»,[11] τραγουδούσαν χαρούμενα νεολαίοι ναζί στη Νυρεμβέργη το 1934– δεν εμπόδισαν το καθολικό αρχιεπίσκοπο Γκρέμπερ να διακηρύξει στις 10 Οκτωβρίου 1935: «θέτω τον εαυτό μου πλήρως στο πλευρό της νέας κυβέρνησης και του νέου Ράιχ».[12]
Η Λουίζε Ζόλμιτς, άρια, χιτλερική σύζυγος Εβραίου εθνικοσοσιαλιστή –ναι: Εβραίου εθνικοσοσιαλιστή= γίνεται τελικά έως συμπαθής. Μας συνοδεύει ήδη από τον πρώτο τόμο. Η καλή Λουίζε ενθουσιάστηκε με την ανάληψη της καγκελαρίας από τον Χίτλερ στις 30 Ιανουαρίου 1933 και καταχωρεί στο ημερολόγιό της:
Και τι κυβέρνηση!!! Ούτε να το ονειρευτούμε δεν τολμούσαμε τον Ιούνιο [...] είναι τόσο ανείπωτα υπέροχο ώστε βιάζομαι να το καταγράψω πριν ακουστεί η πρώτη κακοφωνία.
Η Λουίζε θαύμασε «το προσωπικό θάρρος, την αποφασιστικότητα και την αποτελεσματικότητα» που έδειξε ο Χίτλερ σφαγιάζοντας τον Roehm και τα Τάγματα Εφόδου στις 30 Ιουνίου 1934 –  «ήταν μια μέρα που συγκλόνισε όλους μέχρι τα μύχια της καρδιάς μας», απεφάνθη.[13] Ενθουσιάστηκε ξανά,  μέσα στο παραληρούν πλήθος στο Αμβούργο, όταν πέρασε από μπροστά τους το αυτοκίνητο με τον Χίτλερ «με την καφετιά στολή του, κάνοντας τον χιτλερικό χαιρετισμό με τον δικό του, προσωπικό τρόπο».[14] Πικράθηκε κάπως που η εθνικοσοσιαλιστική στράτευση  του Εβραίου συζύγου της δεν τον γλίτωσε από μπελάδες: «βρίσκεται στο έλεος κάθε αισχρού αλήτη, τον διέγραψαν από τα Τάγματα Εφόδου, τους Χαλυβδόκρανους, τον Σύλλογο Εθνικοσοσιαλιστών Αξιωματικών [...] τι θέλουν από μας αυτοί οι άνθρωποι;».[15] φαίνεται πως το ξεπέρασε πάντως, γιατί ακούγοντας τη ραδιοφωνική ανακοίνωση του Χίτλερ για την ίδρυση της Luftwaffe και την επαναφορά της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας, δεν τα κατάφερε να μείνει καθιστή: «ήταν πάνω από τις δυνάμεις μου, η στιγμή ήταν πολύ σπουδαία. Έπρεπε να ακούω όρθια». Η είσοδος των γερμανικών στρατευμάτων στην Ρηνανία το 1936 οδήγησε την καλή Λουίζε σε νέα έξαρση: «Ήμουν εντελώς συνεπαρμένη από τα γεγονότα εκείνης της στιγμής [...] γοητευμένη από τους στρατιώτες μας που προήλαυναν, το μεγαλείο του Χίτλερ και τη δύναμη του λόγου του, την ισχύ αυτού του ανθρώπου [...]».[16] 
Ο κ.  Χίντερστοκερ, ταμίας του χωριού Μήτραχνινγκ από το 1919, ήταν μέλος του (δεξιού) Βαυαρικού Λαϊκού Κόμματος και έγινε μέλος του ναζιστικού κόμματος για να εμποδιστεί κάποιος φανατικός ναζί να βάλει χέρι στο ταμείο της Κοινότητας.  Πρέπει πάντως να διοίκησε χρηστά: σε έρευνα των αμερικανικών δυνάμεων κατοχής στο παραπάνω χωριό, το 1945, το 90%  των κατοίκων ήθελε να συνεχίσει ο κ. Χίντερστοκερ να ασκεί τα καθήκοντά του.[17]
Homo nazisticus
Με τι  είδους ανθρώπους να συγχρωτίσθηκαν όμως οι [ρώσοι αριστοκράτες, ο ιδοφυής οικονομολόγος κ. Σαχτ, οι ευπρεπείς κύριος και κυρία Γκεμπενσλέμπεν, οι κομψές δεσποινίδες της Gestapo, ο Monsegneur  Γκρέμπερ, η συμπαθής Λουίζε Ζόλμιτς, ο  επιμελής κ. Χίντερστοκερ και γενικά τι είδους ανθρώπους αποδέχθηκε ή ανέχθηκε η Γερμανία εκείνη;  Παντού όπου στο βιβλίο εμφανίζονται προσωπικότητες των ναζί, είτε ηγέτες είτε ηγετίσκοι ή και απλοί φαιοχίτωνες, προβάλλει, αμέτρητες φορές, η ίδια γενική φυσιογνωμία: χυδαίοι, τραμπούκοι, κυνικοί, ωμοί, ιδιοτελείς, αγροίκοι, κλέφτες. Με αυτούς συνέπραξε τότε η Γερμανία, μορφωμένη και αμόρφωτη. Φυσιογνωμίες ναζιστών ανιδιοτελών ακτιβιστών μόνο μία φορά απαντώνται στο βιβλίο, και εκεί περιθωριακά.[18]
Κατά τη μαρτυρία του κ. Φρίντριχ Ρεκ-Μάλεστεβεν το χειρότερο κακό δεν ήταν η ανάληψη της εξουσίας από τους ναζί: 
Το πιο ανυπόφορο είναι ότι  αυτή η ορδή των Νεάντερταλ απαιτεί από τα λίγα πλήρως ανθρώπινα όντα που απέμειναν να γίνουν και αυτά άνθρωποι των σπηλαίων, και όταν αρνούνται, απειλεί με φυσική εξόντωση. […] Παρατηρώντας αυτούς τους άνδρες […] το πρώτο που βλέπεις είναι η τρομακτική κενότητα του προσώπου τους.[19]
Κατά τη μαρτυρία του Ουίλιαμ Σίρερ:
Τώρα εξακόσιοι βουλευτές, που όλους τους έχει διορίσει ο ίδιος Χίτλερ, ανθρωπάκια με μεγάλο σώμα και χοντρό λαιμό, κοντοκουρεμένα μαλλιά και φουσκωμένη κοιλιά, καφετιά στολή και βαριές μπότες, ανθρωπάκια από πηλό στα επιδέξια χέρια του πετάγονται όρθιοι σαν αυτόματα, με το δεξί χέρι τεντωμένο στον ναζιστικό χαιρετισμό,  ουρλιάζοντας «Χάιλ». […] Τα χέρια τους είναι υψωμένα σε δουλικό χαιρετισμό, τα πρόσωπά τους είναι παραμορφωμένα από την υστερία, στα στόματά τους ορθάνοιχτα ουρλιάζουν, ουρλιάζουν, τα μάτια τους που φλέγονται από φανατισμό είναι προσηλωμένα στον νέο θεό, στον Μεσσία [...].[20]
at que economicus
Δεν ούρλιαζαν όμως μόνο. Τρώγανε κιόλας. Όλοι τους, οι μεγάλοι και, στο δικό τους ανάλογο επίπεδο, και τα μεσαία και τα κατώτερα στελέχη τους. Τα ηγετικά στελέχη του κινήματος, αδηφάγα και ασύδοτα, βρέθηκαν γρήγορα με τεράστιο πλούτο και έζησαν σε βάρβαρη χλιδή. Ο Γκαίμπελς, τον οποίο συνόδευε η φήμη του ολιγότερο διεφθαρμένου, από τα 632 ράιχσμαρκ που δήλωνε ως ετήσιο εισόδημα το 1932, σε λίγα χρόνια έφθασε τα 300.000 ως αμοιβή για εβδομαδιαία κύρια άρθρα του στο περιοδικό Das Reich, αγόρασε μια έπαυλη από εξαναγκαστική πώληση της Εβραίας ιδιοκτήτριάς της ενώ  δαπάνησε 2,2 εκατομμύρια ράιχσμαρκ για την επέκταση και ανακαίνισή της. Μόνο το ένα κυνηγετικό καταφύγιο του Γκαίρινγκ κόστισε 15 εκατομμύρια ράιχσμαρκ, και αυτό ήταν ένα από μια πλειάδα ακινήτων που περιελάμβαναν κι άλλα, σαλέ, ένα κάστρο, ιδιωτικό τραίνο με πολυτελέστατα προσωπικά βαγόνια, γιώτ.[21] Ο επικεφαλής του Μετώπου Εργασίας, Ρόμπερτ Λάυ, με τη φήμη του πλέον διεφθαρμένου όλων, βρέθηκε με χιλιάδες ράιχσμαρκ αμοιβές από διάφορες θέσεις του και πνευματικά δικαιώματα διαφόρων πονημάτων του –50.000 ράιχσμαρκ ελάμβανε ετήσια αμοιβή από την εφημερίδα που εξέδιδε, ένα εκατομμύριο ράιχσμαρκ ήταν προσωπικό δώρο που έλαβε από τον Χίτλερ το 1940–  και με αυτά απέκτησε στόλο αυτοκινήτων, μεγαλοπρεπείς βίλες στις  κοσμικότερες συνοικίες μικρών και μεγάλων γερμανικών πόλεων, προσωπικό σιδηροδρομικό βαγόνι, αγρόκτημα στην Κολωνία, όπου, όταν κατέφθανε, τον ανέμενε το προσωπικό παρατεταγμένο σε στάση προσοχής[22]. Βεβαίως αναλόγως έπραξε και ο αρχηγός τους. Ο απέριττος κ. Χίτλερ διατυμπάνιζε, με απόηχο που φθάνει πού και πού ώς και σήμερα, ότι ήταν λιτός. Παραιτήθηκε, πράγματι, από το μισθό του και από μία μικρή χαριστική σύνταξη  την οποία από το φθινόπωρο του 1933 λάβαινε, μαζί με 17 άλλα άτομα, ως «φυλετιστής και αντισημίτης πρόδρομος». Πέραν όμως των πολλών εκατομμυρίων της προεδρίας και της καγκελαρίας που διαχειριζόταν προσωπικά, ο Χίτλερ εισέπραττε ποσοστά για τα πνευματικά δικαιώματα του βιβλίου του Ο αγών μου, το οποίο αγόραζαν μαζικά όλες οι οργανώσεις και οι θεσμοί του Ράιχ και, τελικά, κάθε οικογένεια. Αυτό όμως είναι το λιγότερο: ο λιτός χορτοφάγος και αντικαπνιστής κ. Χίτλερ έλαβε, το 1937, το θηριώδες ποσό των 50 εκατομμυρίων μάρκων από τα Γερμανικά Ταχυδρομεία ως πνευματικά δικαιώματα για τη χρήση του πορτραίτου του στα γραμματόσημα.[23]
Η φυλετική κάθαρση των περιουσιών
Το παράδειγμα των ναζιστών ηγετών και στελεχών δύσκολα θα μπορούσε να μη γίνει σύστημα. Ανεξάρτητα από το αν ή από το πόσοι ίσως προσχώρησαν στους ναζί για να λυμανθούν από καλύτερη θέση εβραϊκές περιουσίες, η οικονομική εξόντωση των Εβραίων ήταν κίνητρο απαλλαγής «αρίων» επιχειρήσεων από ανταγωνιστικές. Αρκετά νωρίς οι επαγγελματικοί σύλλογοι, όλοι  οι επαγγελματικοί σύλλογοι, γιατροί, δικηγόροι κ.λπ., συναίνεσαν στην εκκαθάριση σοσιαλδημοκρατών, κομμουνιστών και Εβραίων από τις τάξεις τους .[24] Παράλληλα με την εκκαθάριση των επαγγελματιών, δηλαδή την εξάλειψή τους από το ελεύθερο επάγγελμα επ΄ ωφελεία των Αρίων επαγγελματιών, εκτυλίχθηκε ο «εξαριανισμός» των εβραϊκών περιουσιών, δηλαδή η κλοπή τους από φυλετικά καθαρούς Γερμανούς, ανθρώπους που κατά διατύπωση επιχειρηματία ο οποίος είχε εργασθεί ως ειδικός σύμβουλος «εξαριανισμού», «σαν όρνια [...] με θολό μάτι και τη γλώσσα τους να κρέμεται έξω από απληστία ετοιμάζονται να ορμήξουν στα κουφάρια των Εβραίων».[25]
Ο «εξαριανισμός» μιας εβραϊκής περιουσίας ήταν ιδιαίτερα προσοδοφόρος για τους Αρίους, καθώς η αξία των εβραϊκών περιουσιών –όσο αυτές βρίσκονταν σε εβραϊκά χέρια– είχε εξανεμισθεί, επειδή ταχύτατα όλη η οικονομική υπόσταση των Εβραίων βρέθηκε να αντιμετωπίζει τρομοκρατία και μποϋκοτάζ. Ως προσοδοφόρος, ο «εξαριανισμός» των περιουσιών ήταν ήδη σοβαρό κίνητρο συνεργασίας με τους ναζί. Από το 1934, δηλαδή πολύ πριν από τη Νύχτα των Κρυστάλλων,  μία φαινομενικά ίσως χαμηλόφωνη, αλλά ύπουλα διεισδυτική απειλή έδειξε το βάθος των πραγμάτων. Ένα εβραϊκής ιδιοκτησίας κατάστημα παιχνιδιών ειδοποιήθηκε δεόντως:
Σε καμία περίπτωση δεν θα ανεχθούμε εσείς, ένα μη άριο κατάστημα παιχνιδιών, να πουλάτε φιγούρες ανδρών των  Ταγμάτων Ασφαλείας και των Ες-Ες.  Οι άνθρωποι είναι ήδη αναστατωμένοι και παραπονούνται σε εμάς για αυτό. Έτσι απαιτούμε να απομακρύνετε επειγόντως αυτές τις φιγούρες (...) από το εβραϊκό κατάστημά σας, διαφορετικά δεν θα είμαστε σε θέση να εγγυηθούμε τη δημόσια τάξη και ησυχία.[26]
Η μεταβίβαση των περιουσιών των Εβραίων Γερμανών σε  Άριους Γερμανούς γινόταν κοψοχρονιά. Το 40% των αγοραστών, μας πληροφορεί ο Έβανς, «[π]λήρωναν την ελάχιστη τιμή που είχε πλέον καθιερωθεί».[27] Το πράγμα όμως ήταν προσοδοφόρο όχι μόνο για τους «αγοραστές», αλλά και για τα ανά τη χώρα πολιτικά στελέχη των ναζί, για τους ανθρώπους που διασφάλιζαν την καθημερινή επιβολή της ναζιστικής εξουσίας σε κάθε γωνιά του Ράιχ. Και αυτοί έπαιρναν.
Στη Θουριγγία, ο Περιφερειακός Οικονομικός Σύμβουλος του Ναζιστικού Κόμματος έπαιρνε ως προμήθεια το 10% της τιμής εξαγοράς εβραϊκών επιχειρήσεων. […] Ο Περιφερειακός Ηγέτης του Κόμματος στο Αμβούργο Καρλ Κάουφμαν απαιτούσε συνεισφορές για εξαριανισμό τόσο από τους πωλητές όσο και από τους αγοραστές, με τις οποίες αγόρασε το σύνολο των μετοχών της [εβραϊκής, είμαι βέβαιος]  χημικής βιομηχανίας SiegfriedKoch. Ο Περιφερειακός Ηγέτης Εκπαίδευσης του Ναζιστικού κόμματος στην Βυρτεμβέργη-Χοεντσόλερν αγόρασε λατομείο, δεκαπλασιάζοντας τα εισοδήματά του.[28]
Το πράγμα δεν σταμάτησε στο επίπεδο της καταλήστευσης ατομικών νοικοκυριών, του κανιβαλισμού της πελατείας ελεύθερων επαγγελματιών ή της λεηλάτησης επιχειρήσεων, αλλά απέκτησε μέγα-μεγέθη[29]: Το 1937, μας πληροφορεί ο συγγραφέας αφήνοντάς μας αδικαιολόγητα άφωνους, όλες οι μεγάλες επιχειρήσεις στη Γερμανία συμμετείχαν στο μοίρασμα των λαφύρων. Το 1938, οι διαδικασίες «εξαριανισμού» αποτελούσαν στοιχείο της καθημερινής επιχειρηματικής δραστηριότητας μεγάλων τραπεζών. Με κάπως στυφή γεύση, γιατί τα σχετικά ονόματα είναι και σήμερα ενεργά και περιώνυμα, πληροφορούμαστε ότι η Allianz χορηγούσε ενυπόθηκα δάνεια σε όσους επιθυμούσαν να αγοράσουν ακίνητα Εβραίων, ότι η Deutsche Bank εισέπραττε το 2% επί της συναλλαγής ως αμοιβή για μεσολάβηση σε μεταβιβάσεις εβραϊκών ιδιοκτησιών σε Αρίους, ότι η Commerzbank λειτουργούσε και αυτή ως μεσάζων για τους αγοραστές εβραϊκών επιχειρήσεων, στους οποίους είχε προηγουμένως χορηγήσει δάνεια ακριβώς για το λόγο αυτό.[30] Είμαι βέβαιος ότι οι εμπλεκόμενοι σε αυτή την άθλια συναλλαγή, αν δεν ήταν οι ίδιοι ναζιστές, ασφαλώς δεν θα δυσκολεύτηκαν πολύ να βρουν θετικά στο έργο του Χίτλερ.[31]
Η αντίσταση
Ο συγγραφέας μάς πληροφορεί ότι, τουλάχιστον στον πρώτον καιρό, υπήρξε αντίσταση στον ναζισμό, από σοσιαλδημοκράτες, καθολικούς και ορισμένους προτεστάντες και κομμουνιστές, μάλιστα δε, όπως ο ίδιος επισημαίνει, «από όλες τις ομάδες που τα πρώτα χρόνια του Γ’ Ράιχ αντιτάχθηκαν στον ναζισμό, οι κομμουνιστές ήταν οι πιο επίμονοι και οι πιο ατρόμητοι. Κατά συνέπεια πλήρωσαν το μεγαλύτερο τίμημα».[32] Περιστατικά αντίστασης αναφέρονται στο βιβλίο, δεν διαπιστώνονται όμως πράξεις σε τέτοια έκταση και ένταση που θα μπορούσαν να είχαν θέσει σε κίνδυνο την πλήρη επικράτηση του ναζισμού.[33] Αναφέρονται και στιγμές πικρού αντικαθεστωτικού χιούμορ: Στο μέλλον, η εξαγωγή δοντιών θα γίνεται από τη μύτη γιατί κανείς δεν επιτρέπεται πια να ανοίγει το στόμα του. Αντιδραστικός είναι ένας που κατέχει μία καλοπληρωμένη θέση την οποία έβαλε στο μάτι ένας ναζιστής. «Προάγω το βρακί μου σε παντελόνι», απάντησε ο Γκαίρινγκ στη γυναίκα του που, ξυπνώντας τη νύχτα, τον είδε με την στραταρχική ράβδο στο χέρι.[34] Δραματικότατη είναι η περίπτωση του εθνικιστή προτεστάντη, αντισημίτη και εχθρού του μαρξισμού Νήμελερ.[35] Ως στέλεχος της Εκκλησίας της Εξομολόγησης, ο Νήμελερ, που δήλωνε ότι δεν είναι αντίπαλος του ναζισμού, πέρασε από δίκη, φυλακή και τελικά κατέληξε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Ζαξενχάουζεν. Η κάποια ειδική μεταχείριση που είχε λόγω κυρίως της υποστήριξης που εύρισκε από πάστορες της εκκλησίας του δεν τον απάλλαξε από καθημερινούς εξευτελισμούς και τα ξυλοκοπήματα από τους ανθρωποφύλακές του. Ταπείνωναν καθημερινά τον ίδιο και τον θεό του. Σε αυτόν ανήκει η διάσημη φράση:
Πρώτα πήραν τους κομμουνιστές, αλλά δεν ήμουν κομμουνιστής κι έτσι δεν είπα τίποτα. Κατόπιν πήραν τους σοσιαλδημοκράτες, αλλά εγώ δεν ήμουν σοσιαλδημοκράτης  κι έτσι δεν έκανα τίποτα. Κατόπιν ήταν η σειρά των συνδικαλιστών, αλλά εγώ δεν ήμουν συνδικαλιστής. Κατόπιν πήραν τους Εβραίους, αλλά εγώ δεν ήμουν Εβραίος κι έτσι έκανα λίγα πράγματα. Κατόπιν, όταν πήραν εμένα, δεν είχε απομείνει κανείς που θα μπορούσε να με υποστηρίξει.[36]
Ο καθηγητής Έβανς επισημαίνει ότι ο Νήμελερ, πάντως, δεν αναφέρθηκε στους καθολικούς.
Gleichschaltung
Αν κάποια λέξη μπορούσε να αποδώσει την δυναμική της εσωτερικής κατάκτησης της Γερμανίας από το ναζισμό, αυτή είναι η γερμανική λέξη «Gleichschaltug». Η λέξη αυτή μπορεί να αποδώσει τον ναζισμό με μαγική, μέσα στην πολυσημία της, και λεπτολόγο ακρίβεια. Στον πρώτο τόμο του έργου του, ο συγγραφέας αφιερώνει ένα κεφάλαιο με τον τίτλο «Ευθυγραμμίζοντας τη Γερμανία».[37] Εκεί παραθέτει τη λέξη στα γερμανικά,[38] σημειώνοντας ότι πρόκειται για μεταφορά δανεισμένη από τον κόσμο του ηλεκτρισμού, και σημαίνει ότι όλοι οι διακόπτες συνδέονταν με το ίδιο κύκλωμα και ανοίγονταν, έκλειναν ή άλλαζαν φορά από έναν μοναδικό κεντρικό διακόπτη. Στα ελληνικά η λέξη αποδόθηκε περίπου ως «ευθυγράμμιση». Προσωπικά διαβάζω στη λέξη αυτή περισσότερα πράγματα. Η λέξη συντίθεται από τις λέξεις «gleich» και «Schaltung». «Gleich» σημαίνει «ίσος» και «ίδιος». Σε μία πρόχειρη απόδοση του παράγωγου από  το ρήμα «schalten» ουσιαστικού «Schaltung», και με βάση συνώνυμα του ρήματος, όπως αυτά που δίδονται π.χ. από το έγκυρο γερμανικό λεξικό Duden, «Schaltung», ανάλογα με την περίπτωση, μπορεί να σημαίνει και «σύνδεση», «μεταβολή της φοράς», «στροφή ή περιστροφή», «συνειδητοποίηση», «κατανόηση», «νοητική σύλληψη», «κατεύθυνση», «ενσωμάτωση».  Συντιθέμενο με τη λέξη «gleich»,  το ουσιαστικό «Schaltung» αποδίδει με έξοχο τρόπο όλες τις αποτρόπαιες αποχρώσεις του ναζισμού: «υπαγωγή στον ίδιο διακόπτη» – τον ναζιστικό· «σύνδεση ώστε όλοι να είναι ίδιοι» – μεταξύ τους και με το ναζισμό· «μεταβολή της φοράς όλων ώστε να κινούνται με ίδιο τρόπο» – κατά τη ναζιστική φορά· «στροφή ή περιστροφή επί τα ίδια» – προς τον ναζισμό· «ίδια εκ μέρους όλων συνειδητοποίηση, κατανόηση, νοητική σύλληψη» των πάντων – ναζιστική· «ίδια κατεύθυνση όλων» – προσώπων, θεσμών, ιδεών, πολιτικών, επιδιώξεων και προοπτικών– προς τον ναζισμό· «ενσωμάτωση όλων στο ίδιο πράγμα» – τον ναζισμό.
Δεν είναι, νομίζω, λάθος να αναγνώσουμε συνολικά την ιστόρηση και τον κριτικό σχολιασμό των πολιτικών και θεσμικών γεγονότων από το καλοκαίρι του 1933 μέχρι το ξέσπασμα του πολέμου, τον Σεπτέμβριο του 1939, και σαν μία συνεχώς επεκτεινόμενη και εμβαθυνόμενη Gleichschaltung. Η πορεία προς τη ναζιστική Gleichschaltung ξεκίνησε από την Gleichschaltung των θεσμών και μηχανισμών πολιτικής και κοινωνικής εξουσίας στη Γερμανία, προχώρησε προς τους Γερμανούς, όλους αλλά και προς τον καθένα ξεχωριστά, συνέχισε έξω από τα γερμανικά σύνορα, μετά έξω από τον ευρύτερο γερμανικό εθνικό και πολιτισμικό χώρο και προχώρησε, ακάθεκτη σαν ενόρμηση –Trieb κατά τη φροϋδική έννοια, προς παντού, χωρίς έλεος, χωρίς φραγμό και χωρίς πρόσχημα, με κίνητρο την επιθυμία επιβολής και όπλο και όχημα τη βία, ιδεολογική, πολιτική, φυσική, στρατιωτική. Το τέλος της ναζιστικής Gleichschaltung–τώρα πια το γνωρίζουμε– ήταν ένα τέλος κλασικό, αν και πολύ λιγότερο θεατρικό από το Λυκόφως των Θεών που ίσως γοήτευε τους πρωταγωνιστές: η Gleichschaltung απέβη Umschaltung–αντιστροφή– και θάφτηκε κάτω από τα πτώματα των πρωταγωνιστών της στα ερείπια του Βερολίνου.
Οι νύχτες των σπασμένων κρυστάλλων
Η Gleichschaltung δεν ήταν ένα εξισωτικό ιδανικό ούτε μία διά πειθούς ή εξαγοράς ή εκμαυλισμού εξομοίωση· ήταν η βίαιη αφομοίωση.  Δεν μπορεί να κατανοηθεί αν αποσπασθεί από τη ναζιστική βία.
Η ναζιστική βία γεννήθηκε σε μια εποχή που για πολλούς, για πάρα πολλούς, «η βία λειτουργούσε ως ναρκωτικό»[39], ήταν τρόπος ζωής. «Για έναν νεαρό γεννημένο το 1906 σε οικογένεια Σοσιαλδημοκρατών, η εχθρότητα προς τους Κομμουνιστές βρισκόταν στον πυρήνα της στράτευσής του. Τα χρόνια που πέρασε σε μια μονάδα Ταγμάτων Εφόδου γνωστή ως “τάγμα δολοφόνων” ήταν, όπως είπε αργότερα, “τόσο υπέροχα και ίσως τόσο σκληρά που δεν μπορώ να γράψω γι΄ αυτά”.[40] Και, κατά κάποιον τρόπο, ήταν ήδη γενικευμένα αποδεκτή:  «Χρόνια ξυλοδαρμών, δολοφονιών και οδομαχιών είχαν εξοικειώσει τους ανθρώπους στην πολιτική βία και αμβλύνει τις ευαισθησίες τους».[41] Την ανοχή και τη σαγήνη της βίας αποδίδει παραστατικότατα, η φωτογραφία 19 από το φωτογραφικό  παράρτημα του πρώτου τόμου του βιβλίου, όπου απεικονίζονται τέσσερις προεκλογικές αφίσες, των ναζί, των κομμουνιστών, των σοσιαλδημοκρατών και του κεντρώου Γερμανικού Λαϊκού Κόμματος: σε όλες κυριαρχεί η μορφή ενός υπεράνθρωπου που καταστρέφει ή απειλεί να καταστρέψει –ζητά την ψήφο για να καταστρέψει– τις αηδείς φιγούρες που βρίσκονται κάτω από αυτόν ή δίπλα του. 
Η ναζιστική βία ασκήθηκε υπολογισμένα, σχεδιασμένα και ψυχρά. Πολιτικό στυλ του ναζισμού – «το θέμα ήταν να σβήσουμε μια για πάντα το έκφυλο χαμόγελο από τα αποκρουστικά δολοφονικά πρόσωπα των Μπολεσεβίκων»[42] – το μίσος, αναδείχθηκε σε αξία στον καθεστωτικό στιχοπλόκο Κούρτ Έγκερς, «όπου η καφετιά γη γεννάει τους καρπούς της. […] Όπου καρδιές μισούν και γροθιές υψώνονται, / Εκεί φυτρώνει, εκεί μεγαλώνει νέα ζωή για τη Γερμανία».[43] Η καταστολή, πάντως, «δεν έθιξε μόνο τους πολιτικά ύποπτους, τους παρεκκλίνοντες και τους περιθωριακούς. Έθιξε κάθε κομμάτι της γερμανικής κοινωνίας. Κινητήρια δύναμη όλης αυτής της διαδικασίας ήταν η τεράστια έκρηξη βίας που εξαπολύθηκε από τα Τάγματα Εφόδου, τα SS και την αστυνομία κατά το πρώτο εξάμηνο του 1933».[44] Και όχι μόνον τότε, συνεχώς. Ασκήθηκε εναντίον πάντων, εναντίον των σοσιαλδημοκρατών και των  κομμουνιστών[45], των Ταγμάτων Εφόδου [46], των Εβραίων [47], ασκούνταν σε οτιδήποτε και σε οποιονδήποτε συναντούσε στο δρόμο της. Ασκήθηκε σε όλες τις μορφές της, χωρίς αναστολή και χωρίς όριο, μάλιστα σε τέτοια έκταση ώστε, συχνά, η κοινή εικόνα που μένει για το Ράιχ είναι εικόνα συνεχούς βίας μιας ομάδας φανατικών αλλοφρόνων πάνω στα εκατομμύρια των Γερμανών.
Το βιβλίο τεκμηριώνει με ανατριχιαστική πειστικότητα και λεπτομέρεια την έκταση και την ένταση της ναζιστικής βίας. Ακόμη ανατριχιαστικότερα, όμως, τεκμηριώνει ότι μεγάλο, μέγιστο τμήμα των Γερμανών υποστήριξε συνειδητά ή αποδέχθηκε φιλικά ή πάντως ανέχθηκε τη βία των ναζιστών. Ωστόσο, ένα τουλάχιστον εμβληματικό μνημείο ναζιστικής βίας, αγριότητας και λαϊκής συμμετοχής σε αυτή, είτε ενεργού είτε διά της σιωπής, έχει θέση στην παρουσίαση αυτή. Επέλεξα κάτι που ίσως συνδέεται με βαθύτερες ευρωπαϊκές παραδόσεις.
Με αφορμή μια ατομική ενέργεια, τον τελικά θανάσιμο πυροβολισμό ενός κατώτερου αξιωματούχου της γερμανικής πρεσβείας στο Παρίσι, του ‘Ερνστ φομ Ρατ από τον Χέρσελ Γκρύνσπαν, έναν δεκαεπτάχρονο Πολωνό Εβραίο, γιο γονέων οι οποίοι είχαν απελαθεί στην Πολωνία, οι ναζί οργάνωσαν, με μοναδική ταχύτητα και ακρίβεια και εκτέλεσαν αυτό που ”σύντομα οι Βερολινέζοι άρχισαν να αποκαλούν με το  πικρό και εκλεπτυσμένο χιούμορ τους [...] “νύχτα των σπασμένων κρυστάλλων του Ράιχ” (Reichskristallnacht) ή “νύχτα των σπασμένων κρυστάλλων”.[48] Οι ενέργειες της νύχτας εκείνης σχεδιάσθηκαν λεπτομερώς από τη ναζιστική ηγεσία και αποφασίσθηκαν το βράδυ της 9ης Νοεμβρίου 1938 προσωπικά από τον Χίτλερ[49].  Η νύχτα της 9ης προς τη 10η Νοεμβρίου 1938 ήταν εφιαλτική για τους Εβραίους παντού στη Γερμανία.
Με πρόσχημα κάποια δήθεν συνωμοσία κατά του κράτους, με απόφαση του ανώτατου αρχηγού και υπό κεντρικό σχεδιασμό των εγγυτέρων επιτελών του, άγρια πλήθη ξεχύθηκαν στις κατοικίες των προγραμμένων, σήκωσαν απελπισμένους τους ξαφνιασμένους ανθρώπους από τα κρεβάτια τους, λεηλάτησαν και κατέστρεψαν τα σπίτια τους, τους προπηλάκισαν, τους πέταξαν στον δρόμο, χτύπησαν και σκότωσαν, χωρίς διάκριση σε γυναίκες και παιδιά, αίμα κύλησε και οι αρχές δεν παρενέβησαν παρά μόνο για κακό, και αυτό σπίτι σπίτι, δρόμο δρόμο, πόλη πόλη. Εκατοντάδες συναγωγές και χιλιάδες εβραϊκά καταστήματα παραδόθηκαν στην καταστροφή και στη λεηλασία, χιλιάδες άνθρωποι κακοποιήθηκαν με τη μεγαλύτερη βαναυσότητα, 1.000-2.000 Εβραίοι έχασαν τη ζωή τους.
Απολύτως αντίστοιχα γεγονότα είχαν λάβει χώρα τη νύχτα της 23-24ης Αυγούστου 1572, 366 χρόνια νωρίτερα από την Νύχτα των Σπασμένων Κρυστάλλων, σε μια άλλη μεγάλη κοιτίδα ευρωπαϊκού πνεύματος και πολιτισμού, τη Γαλλία: προσχηματικά και με απόφαση του βασιλιά Κάρολου ΙΧ, έγινε το ίδιο κακό εναντίον των αλλόδοξων Γάλλων Ουγενότων, όχι μόνο στην πρωτεύουσα αλλά και στην Τουλούζη, στο Μπορντώ, στην Μπουρζ, στην Ορλεάνη, στη Ρουέν και σε πολλές άλλες σ΄ όλη τη χώρα.  Δεν πρωτοτύπησαν σε όλα στην Ευρώπη οι ναζί. Ούτε στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, «χωματερές για ανεπιθύμητους»[50], πρωτοτύπησαν (οι Βρετανοί είχαν ήδη προηγηθεί με αντίστοιχα μεγάλης θνησιμότητας στρατόπεδα για αντιπάλους τους στον πόλεμο των Μπόερς,)[51] ούτε στη νομοθεσία για τις στειρώσεις, αφού, την ίδια περίπου εποχή, 28 πολιτείες των ΗΠΑ είχαν ψηφίσει νόμους για τη στείρωση με αποτέλεσμα πάνω από 30.000 υποχρεωτικές στειρώσεις ώς το 1939, ενώ παρόμοιοι νόμοι είχαν υιοθετηθεί από την Ελβετία, τη Δανία, τη Νορβηγία (όπου έγιναν αντιστοίχως 6.000 και 40.000 υποχρεωτικές στειρώσεις), ενώ στη Σουηδία από το 1935 ως το 1975 έγιναν 63.000 στειρώσεις.[52] 
Τη Νύχτα των Σπασμένων Κρυστάλλων η αχαλίνωτη καταστροφική μανία εξαπολύθηκε εναντίον των Εβραίων ”χωρίς να συναντήσει ουσιαστική αντίσταση.[53]” Η Μελίτα Μάσμαν, μια νεαρή τότε ”σοβαρή ιδεαλίστρια ναζί της μεσαίας τάξης[54] θυμόταν αργότερα ότι ”σάστισε” βλέποντας το πρωί της 10ης Νοεμβρίου 1938 το ρημαδιό στους δρόμους του Βερολίνου. Ρώτησε έναν αστυνομικό κι έμαθε. ”Είπα στον εαυτό μου” θυμάται η Μελίτα Μάσμαν, ”οι Εβραίοι είναι οι εχθροί της νέας Γερμανίας. Τη νύχτα που πέρασε πήραν μια γεύση του τι σημαίνει αυτό” κι έτσι, συνεχίζει, ”έδιωξα όσο το δυνατόν γρηγορότερα από την συνείδησή μου την ανάμνηση όλων αυτών.[55]” Να συναντά άραγε η στάση αυτή της Μελίτας Μάσμαν τις μεταπολεμικές σιωπές της γερμανικής λογοτεχνίας όπως τις επισημαίνει στο έξοχο βιβλίο του Luftkriegund Literatur ο W.G. Sebald;[56]
Η ”Δύναμη μέσω της Χαράς
Η αποδοχή του ναζισμού πάντως δεν στηρίχθηκε μόνο στην βία. Θεσμοί όπως η ”Δύναμη  μέσω της Χαράς” μια οργάνωση μαζικού τουρισμού με εξαιρετικά μειωμένες τιμές για τους εργάτες από την οποία επωφελήθηκαν εκατομμύρια ανθρώπων,  ορχήστρες που έδιναν συναυλίες κλασικής μουσικής στα εργοστάσια, συναυλίες λαϊκής μουσικής, θεατρικές παραστάσεις, το Πρόγραμμα Χειμερινής Βοήθειας του  Γερμανικού Λαού, η Εθνικοσοσιαλιστική Πρόνοια για το Λαό ήταν προγράμματα μεγάλης μαζικότητας, αρκετά δημοφιλή, που στήριζαν βεβαίως μόνο την γερμανική φυλετική κοινότητα, συνέβαλαν όμως, μαζί με άλλες μορφές οργανωμένης συλλογικής δραστηριότητας, όπως τα ταξίδια αναψυχής και οι αθλητικές δραστηριότητες που οργάνωνε η χιτλερική νεολαία,[57] στην ευρύτερη αποδοχή και ανοχή του καθεστώτος. Όπως προκύπτει από μελέτη που εκδόθηκε αφού κυκλοφόρησε το βιβλίο του Evans, ”το ναζιστικό κράτος ευνόησε τις οικογένειες έθεσε σε δυσμενή θέση τους ανύπαντρους και τους άτεκνους, προστάτεψε τους γεωργούς από τους αστάθμητους παράγοντες της αγοράς και των καιρικών συνθηκών. [...] η αναγκαστική ασφάλιση αυτοκινήτων, τα επιδόματα για τα παιδιά, οι φορολογικοί  συντελεστές [...] έχουν τις ρίζες τους σ΄ εκείνα τα χρόνια.[…] Στους πρώτους ναζιστικούς νόμους περιλαμβάνονταν και κάποιοι με τους οποίους τα δικαιώματα των πιστωτών περιορίστηκαν προς όφελος των οφειλετών. […] Ο ψηφισμένος το 1938 ‘νόμος για την εκκαθάριση των παλαιών χρεών’ κήρυξε άκυρες εκατό χιλιάδες περιπτώσεις ήδη εξασφαλισμένων δικαστικών αποφάσεων για είσπραξη χρεών.”[58]
Ολοκληρωτισμός
Προέκταση ή και στοιχείο της ναζιστικής βίας ήταν και ο ολοκληρωτισμός της. Η τρομοκρατία, επισημαίνει ο συγγραφέας ”ήταν απλώς μία από τις τεχνικές τις οποίες χρησιμοποιούσε το Γ΄ Ράϊχ για να κυβερνά. Γιατί οι ναζιστές δεν επιθυμούσαν απλώς την παθητική και βαρύθυμη υποταγή του πληθυσμού [...] ήθελαν να αλλάξουν την ψυχή και πνεύμα των ανθρώπων [...][59]”. Ο ναζισμός ήταν ολοκληρωτικός επειδή δεν μπορούσε παρά να είναι ολοκληρωτικός. Οι ναζί ήταν ειλικρινέστατοι και  σε αυτό το θέμα. Με τα λόγια ουδενός ελάσσονος του Γκαίμπελς, ”Η επανάσταση  που κάναμε είναι ολοκληρωτική. Καλύπτει όλα τα πεδία της δημόσιας ζωής και τα αναδιαρθρώνει εκ θεμελίων. Άλλαξε και αναδιαμόρφωσε τις σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους και με το κράτος, καθώς και ζητήματα ύπαρξης”, επέφερε ”τον μετασχηματισμό του έθνους σε ενιαίο λαό. [...] Η κοινότητα του λαού θα αντικαταστήσει το άτομο.” ”Ο εθνικοσοσιαλισμός δεν μπορεί να αρκείται στη φραστική συμφωνία -απαιτεί ολόψυχη αφοσίωση με πράξεις. Οι άνθρωποι πρέπει να συνηθίσουν  εσωτερικά σε αυτόν τον τρόπο συμπεριφοράς, πρέπει να ενσωματώσουν τον εθνικοσοσιαλισμό στο δικό τους σύνολο συμπεριφορών [...].[60].
Πράγματι, ο ναζισμός περνώντας πρώτα από τις εξωτερικές συμπεριφορές των ανθρώπων και μεταβάλλοντάς τις, κατάφερε να φθάσει ως τα μύχια της ζωής των ανθρώπων, αρκετών τουλάχιστον ανθρώπων. Η δημοσιογράφος Σαρλότε Μπεράτ συνέλεξε και κατέγραψε όνειρα που της αφηγήθηκαν Γερμανοί[61].
Το 1934 ένας γιατρός ονειρεύτηκε ότι οι τοίχοι του ιατρείου του και όλων των σπιτιών στην γειτονιά εξαφανίστηκαν ξαφνικά, ενώ ένα μεγάφωνο διαλαλούσε ότι αυτό συνέβη ”σύμφωνα με το διάταγμα για την κατάργηση των τοίχων που εγκρίθηκε στις 17 του μηνός”. Μια γυναίκα ότι ενώ παρακολουθούσε μία παράσταση του Μαγεμένου Αυλού του Μότσαρτ, αστυνομικοί μπήκαν στο θεωρείο της αμέσως μόλις ακούσθηκε ο στίχος ”αυτός είναι σίγουρα ο Διάβολος” επειδή αντιλήφθηκαν ότι εκείνη είχε σκεφθεί τον Χίτλερ σε σχέση με την λέξη Διάβολος. Ενώ κύτταζε γύρω για βοήθεια, ο ηλικιωμένος κύριος στο διπλανό  θεωρείο την έφτυσε. Ένας άνδρας που Είχε εκμυστηριευθεί  τηλεφωνικά στον αδελφό του ότι ”δεν μπορώ να απολαύσω τίποτε πια” ονειρεύτηκε την ίδια νύχτα ότι χτύπησε το τηλέφωνό του και μία ανέκφραστη φωνή ανήγγειλε πως ήταν το «γραφείο για την παρακολούθηση των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων» κι ο ίδιος αντιλήφθηκε αμέσως ότι η κατάθλιψη στο Τρίτο Ράϊχ ήταν έγκλημα και άρχισε να ζητά συγνώμη, αλλά αντιμετώπισε μόνο σιωπή. Αρκετοί ονειρεύτηκαν ότι ήταν φυλακισμένοι, άλλοι ότι έκαναν πράξεις αντίστασης που τελικά απέβαιναν μάταιες, όπως μία γυναίκα που έβλεπε στο όνειρό της ότι αφαιρούσε την σβάστικα από τη ναζιστική σημαία, αλλά εκείνη εμφανιζόταν ξανά κάθε πρωί.
Ο Μέγας Εργατοπατέρας του Ράϊχ Ρόμπερτ Λάυ είχε αποφανθεί ότι ”το μόνο άτομο που στην Γερμανία έχει ιδιωτική ζωή είναι εκείνο που κοιμάται[62]. Οι μαρτυρίες των ονείρων που μας καταθέτει η Σαρλότε Μπεράτ δείχνουν ότι ο Λάυ βρισκόταν σε πλάνη. Δίκηο είχε το αφεντικό του, ο Χίτλερ, όταν σε ομιλία του στο συνέδριό του κόμματός του στη Νυρεμβέργη το 1935 διακήρυξε ότι  στο Τρίτο Ράϊχ ”[...] κανείς δεν θα μπορεί να πει ότι υπήρξε μία στιγμή στη ζωή του που αφέθηκε ολομόναχος.[63]” Πράγματι, στην χώρα του Τρίτου Ράϊχ κανείς δεν μπορούσε να μείνει ολομόναχος.
"Ναζιστικός εκσυγχρονισμός” και τεχνολογία
Η συρρίκνωση της περιγραφής του ναζισμού στην περιγραφή της ναζιστικής βίας αδικεί τον πολυσύνθετο χαρακτήρα του ναζιστικού φαινομένου, και ο συγγραφέας δεν υποπίπτει, καθόλου μάλιστα, σε αυτό το λάθος. Χαρακτηριστικά, ο συγγραφέας αναδεικνύει ότι ο ναζισμός ήταν ένα καθεστώς της νεωτερικότητας. Στο καθεστώς συντελέστηκε ”ναζιστικός εκσυγχρονισμός σε ένα περιβάλλον ταχείας κοινωνικής και οικονομικής αλλαγής, η οποία είχε ήδη αρχίσει με τη βιομηχανική επανάσταση στα μέσα του 19ου αιώνα.”[64] Ο ναζισμός είχε πάθος με την τεχνολογία και μανία με την νεωτερικότητα. Το πάθος των ναζιστών τεχνολογία, το οποίο ”μολονότι κινητήρας του ήταν ο επανεξοπλισμός, υπερέβαινε το στρατιωτικό πεδίο”.[65] Η ήδη πανίσχυρη επιστημονική-ερευνητική κοινότητα στη Γερμανία ”συνέχισε υπό το Γ’ Ράϊχ να είναι πρωτοπόρος σε πολλές επιστημονικές και τεχνολογικές καινοτομίες”, ανάμεσα στις οποίες ήταν η ανακάλυψη της πυρηνικής σχάσης από τον Ότο Χαν και την Λίζε Μάιτνερ το 1938, η  μεθαδόνη, ο αεριωθούμενος κινητήρας, τα ηλεκτρονικά μικροσκόπια και ο ηλεκτρονικός υπολογιστής, ο χάλυβας ψυχρής έλασης, η υπέρυθρη αεροφωτογραφία, τα μαγνητόφωνα, οι λυχνίες ακτίνων Χ, το έγχρωμο φίλμ, οι κινητήρες ντίζελ και οι διηπειρωτικοί βαλλιστικοί πύραυλοι, ενώ ο Φερδινανδος Πόρσε σχεδίασε προσωπικά το ”αυτοκίνητο του λαού”, το Volskwagen[66] . Γερμανός παθολογοανατόμος ανακάλυψε την μικροβιοκτόνο δράση των σουλφοναμιδών και τιμήθηκε Νόμπελ (που το καθεστώς δεν του επέτρεψε να παραλάβει), ενώ ένας ναζιστής γιατρός τεκμηρίωσε πρώτος τη σχέση ανάμεσα στο κάπνισμα και στον καρκίνο του πνεύμονα, ιδρύοντας μάλιστα τον Ιούνιο του 1939 μία κυβερνητική υπηρεσία για την καταπολέμηση της κατανάλωσης του καπνού, ενώ η αεροπορία είχε ήδη απαγορεύσει το κάπνισμα στους χώρους της από το 1938 και από το 1939 απαγορεύτηκε ακόμη και στα γραφεία του Ναζιστικού Κόμματος.[67]Το δημόσιο πρόσωπο του γερμανικού μοντερνισμού”, σημειώνει ο συγγραφέας,  ”ήταν εμφανές στους επιβλητικούς αυτοκινητοδρόμους, που περνούσαν μέσα από λόφους και από αστραφτερές, καθαρές και σύγχρονες γέφυρες πάνω από βαθιές χαράδρες. στα ναζιστικά οικοδομήματα [...] στα οποία οι πιο σύγχρονες τεχνικές συνδυάζονταν με τον νεοκλασικισμό που ήταν η τελευταία λέξη της μόδας στην δημόσια αρχιτεκτονική σε όλον τον κόσμο.”[68] Στην αντίληψη των ναζιστών ηγετών πάντως ”η νεωτερικότητα συνδεόταν με την σύγκρουση και τον πόλεμο”, σε αυτόν τον στόχο ενέταξαν κάθε πολιτική και κάθε προτεραιότητα.[69]  
Ο πόλεμος όμως δεν ήταν απλώς μία από τις στις πολιτικές προτεραιότητες του ναζισμού, αλλά ιδεολογική του αναγκαιότητα.
Η εγγενής φύση της ναζιστικής βίας
Η ναζιστική βία ήταν  εγγενές στοιχείο της ιδεολογικής και πολιτικής υπόστασης του ναζισμού, όχι απλώς ένα μέσο άσκησης της πολιτικής του.
Ο ναζισμός δεν είχε μια συνολική, για το ανθρώπινο είδος πρόταση συλλογικής οργάνωσης και ατομικών ζωών μέσα σ΄ αυτήν, όπως ο χριστιανισμός ή ο κομμουνισμός. Ειδικώς όσον αφορά την Γαλλική ή τη Ρωσική επανάσταση ο συγγραφέας δεν αποδέχεται παραλληλισμό, ειδικότερα δε όσον αφορά το καθεστώς του Στάλιν δεν αποδέχεται ότι πρόκειται για παραλλαγές του ίδιου φαινομένου.[70] Αντίθετα με τους Γάλλους επαναστάτες του 1789 και τους Ρώσους του 1917, οι ναζί  δεν είχαν ”κανένα πλήρως επεξεργασμένο μοντέλο της κοινωνίας που έλεγαν ότι ήθελαν να επαναστατικοποιήσουν.  [...]  Ο ναζισμός πρότεινε μία σύνθεση του επαναστατικού και του παλινορθωτικού[71]. Κατά διατύπωση ομιλίας του Χίτλερ στις 13 Ιουλίου 1934 ”η ‘εθνικοσοσιαλιστική επανάσταση’ αποκατέστησε τη φυσική εξέλιξη της γερμανικής ιστορίας, που είχε διακοπεί από τις απόξενες επιλογές της Βαϊμάρης”.[72]Παρ΄ όλη την εξισωτική ρητορική τους” σημειώνει ο Evans, ”οι ναζί αδιαφορούσαν τελικά για τις ανισότητες της κοινωνίας. [...] Τώρα οι ναζί θα επιδίδονταν στην οικοδόμηση μιας φυλετικής ουτοπίας.”[73]  Ή, ξανά με διατύπωση από ομιλία του Χίτλερ στις 6 Σεπτεμβρίου 1939, o εθνικοσοσιαλισμός ”είναι φυλετική και πολιτική φιλοσοφία, η οποία αναπτύχθηκε στη βάση αποκλειστικά φυλετικών απόψεων.”[74]
Η κεντρική ιδέα αυτής της ”πολιτικής φιλοσοφίας” είναι η  φυσική υπεροχή των φυλετικώς καθαρών Αρίων/Γερμανών έναντι όλων των άλλων ανθρώπων. Η αποδοχή της κεντρικής αυτής ιδέας συνεπάγεται ως αναγκαστικό σκοπό της ναζιστικής πολιτείας και πολιτικής την διασφάλιση της φυλετικής καθαρότητας στην Γερμανία και την επιβολής της θέλησης και της εξουσίας των φυλετικώς καθαρών σε όλον τον κόσμο. Η υπόσχεση της ναζιστικής ιδεολογίας ήταν υπόσχεση προς τους  Άριους/Γερμανούς και μόνον και ήταν –δεν μπορούσε παρά να ήταν- υπόσχεση βίαιης κατίσχυσής τους απέναντι σε όλους τους άλλους. Με άλλες λέξεις, η ναζιστική ουτοπία δεν θεμελιωνόταν σε κάποιο πανανθρώπινο ιδανικό, στην υπόσχεση προς κάθε άνθρωπο στη γη μιας ικανοποιητικής για εκείνον καλής θέσης του στον ιδανικό κόσμο της, αλλά στην αξιωματική υπεροχή των Αρίων/Γερμανών και στην εξόντωση των λοιπών, ή την περιαγωγή τους σε  ανθρωπόμορφη ύλη, αξιοποιήσιμη και αξιοποιητέα για την ευμάρεια, την ευημερία και την ολική και παντοτινή κατίσχυση των φύσει υπερόχων Γερμανών. Οι ναζί ”θα επιδίδονταν στην οικοδόμηση μιας φυλετικής ουτοπίας, στην οποία ένα έθνος ηρώων με αυθεντική προέλευση θα προετοιμαζόταν όσο το δυνατόν πιο γρήγορα και διεξοδικά για την τελική δοκιμή της γερμανικής φυλετικής υπεροχής: έναν πόλεμο με τον οποίο θα συνέτριβαν και θα κατέστρεφαν τους εχθρούς τους και θα εγκαθίδρυαν μία νέα ευρωπαϊκή τάξη πραγμάτων που τελικά θα  κυριαρχούσε στον κόσμο.”[75]
Επίσης η πειθώ δεν έχει καμία θέση. Πράγματι, η αν πειθώ αρκεί, π.χ., για να κάνει έναν παγανιστή Χριστιανό, έναν εργάτη κομμουνιστή, έναν αντιφιλελεύθερο φιλελεύθερο ή και έναν άθεο μουσουλμάνο και η συνακόλουθη μεταστροφή του τον κάνει αποδεκτό αντίστοιχα από την χριστιανική, την κομμουνιστική, την φιλελεύθερη ή την μουσουλμανική κοινότητα, δεν αρκεί ωστόσο ούτε για να κάνει έναν μη Άριο Άριο, ούτε πολύ λιγότερο, για να κάνει έναν μη Άριο αποδεκτό από την Volksgemeinschaft, την λαϊκή κοινότητα των Αρίων.
Άλλωστε, εξ ορισμού, ούτε η συγκρότηση του υποκειμένου της ναζιστικής πολιτικής –η συγχώνευση όλων των Άριων Γερμανών σε ενιαία Volksgemeinschaft, ”λαϊκή κοινότητα”– μπορούσε να γίνει ”συναινετικά”, ούτε και επιχειρήθηκε να γίνει με την ελεύθερη συναίνεση. Κατά ιδεολογική αναγκαιότητα, μπορούσε να γίνει μόνο με την βίαιη προσαρμογή των φυλετικά καθαρών  (αλλά πολιτικά όχι ναζιστών) Γερμανών στην  ”λαϊκή κοινότητα”, την εξόντωση των ίσως φυλετικά καθαρών, αλλά μειονεκτούντων από φυσικά αίτια Γερμανών (όπως των ψυχοπαθών ή των διανοητικά καθυστερημένων Γερμανών), στην βίαιη αποκάθαρση της Γερμανίας από τους φυλετικώς μη καθαρούς κατοίκους της (όπως κυριότατα τους Εβραίους,  αλλά και τους Ρομά), στην εξάπλωση των Γερμανών σε κάθε τόπο που θεωρούσαν ζωτικό χώρο, και αυτό με την εξόντωση των εκτός Γερμανίας και γερμανικού χώρου άλλων, προεχόντως των Σλάβων, και την τελική υπαγωγή όλων στα προτάγματα του ναζισμού. Στο θέμα αυτό οι ναζί ήταν συνεπείς  και ως προς τους Άριους συμπατριώτες τους: ήδη με νόμο του Ιουλίου 1933 –σχεδόν δύο χρόνια πριν από τους νόμους της Νυρεμβέργης που οργάνωναν την εξαφάνιση των Εβραίων από την ναζιστική κοινωνία- επικυρώθηκε η ”αμείλικτη πολιτική ’εξόντωσης και επιλογής’” και συμπληρώθηκε από  τον νόμο ”για την προστασία της κληρονομικής υγείας του γερμανικού λαού” του Οκτωβρίου 1935[76], μια πολιτική που θέσπιζε ”Δικαστήρια Κληρονομικής Υγείας”, την υποχρεωτική στείρωση ατόμων με ψυχικές, νοητικές ή κληρονομικές ασθένειες, ενώ παράλληλα τέθηκαν σε εφαρμογή μέτρα που τελικά κατέτειναν στην εξάλειψη, με κάθε τρόπο όλων των τμημάτων της κοινωνίας που δεν ανταποκρινόταν στο ναζιστικό ιδεώδες του καινούργιου άνδρα και της καινούργιας γυναίκας: κυρίως μέλη κατωτέρων και περιθωριοποιημένων στρωμάτων, μαύρους ή μεικτής φυλής Γερμανούς, άρρενες ομοφυλόφιλους[77], ενώ με νόμο του Ιουλίου 1938 ορίσθηκε νομοθετικά ο γάμος ως ”ένωση δύο ατόμων υγιούς αίματος, της ιδίας φυλής, αντιθέτου φύλου για το κοινό καλό με σκοπό την απόκτηση παιδιών υγιούς αίματος, ώστε να γίνουν καλοί Γερμανοί φυλετικοί σύντροφοι.”[78] Σύμφωνα με τον Χάνς Φράνκ, Επίτροπο του Ράϊχ για την Δικαιοσύνη και επικεφαλής της Ένωσης Ναζιστών Νομικών, ρόλος του δικαστή ”είναι να διαφυλάττει την συγκεκριμένη τάξη της φυλετικής κοινότητας [...]. Η εθνικοσοσιαλιστική ιδεολογία, ιδιαιτέρως όπως εκφράζεται στο πρόγραμμα του Κόμματος και στους λόγους του Ηγέτη μας, είναι η βάση για την ερμηνεία των νόμων.[79] Κατά διατύπωση όμως του ίδιου του Χίτλερ σε ομιλία τους στις 13 Ιουλίου 1934  ”όταν ένα θανάσιμο εμπόδιο επιβάλλεται βίαια στη φυσική ανάπτυξη ενός λαού, τότε μια πράξη βίας μπορεί να αποδεσμεύσει την τεχνητά ανακομμένη ροή της εξέλιξης και να προσφέρει πάλι την ελευθερία της φυσικής ανάπτυξης.[80]
Ανεξάρτητα από την ωμή ειλικρίνεια του Χίτλερ, είναι προφανές ότι η αποκάθαρση της άριας φυλής στο εσωτερικό της Γερμανίας και η επιβολή της μπορούσε να είναι μόνον αποτέλεσμα βίας, η οποία με όλες τις διαβαθμίσεις της ωμότητας, από την εκβίαση, την ολοκληρωτική ψυχική και φυσική καθυπόταξη και εξόντωση ενός ανθρώπου μέχρι και την ανώτατη μορφή της, τον ολοκληρωτικό πόλεμο αναδεικνύεται σε κάτι πολύ βαθύτερο από πολιτική επιλογή, είναι εγγενές, καταστατικό στοιχείο και ιδεολογικό πρόταγμα του  ναζισμού. Δηλαδή δεν είναι ένα μέσο για την επιβολή ενός πανανθρώπινου ιδανικού –όπως είναι π.χ. η βία του Ροβεσπιέρου, της δικτατορίας του προλεταριάτου, των σύγχρονων ”ανθρωπιστικών επεμβάσεων”, των σταυροφοριών, της Ιεράς Εξέτασης ή ακόμη και η βία μιας Τζιχάντ- αλλά η ίδια η πραγμάτωση του ναζιστικού ιδανικού. Χωρίς αυτήν ο ναζισμός δεν είναι ούτε θεωρητικά νοητός: η ναζιστική βία είναι η μορφή της πραγμάτωσης της αξιωματικά δεδομένης υπεροχής της άριας φυλής απέναντι σε όλους τους άλλους ανθρώπους. Η πρόκληση, άρα, του πολέμου από τους Γερμανούς ναζί δεν ήταν απλώς μία από τις πολιτικές τους επιλογές, αλλά αναπόδραστη εκδήλωση της ιδεολογικής τους ταυτότητας.
Οι ναζιστές  πολιτικοί υπήρξαν ιδεολογικά συνεπείς και ως προς το ότι από την πρώτη στιγμή της ανόδου του Χίτλερ στην εξουσία –δηλαδή πολύ πριν εκκαθαρίσει την Γερμανία από τους Εβραίους και άλλους μη Άριους Γερμανούς, πολύ πριν εξοντώσει ή ενσωματώσει τους μη ναζιστές Γερμανούς, πολύ πριν εισαγάγει στρατεύματα στην Ρηνανία, πολύ πριν αποκτήσει τον ισχυρό του στρατό, ναυτικό και αεροπορία, πολύ πριν εντάξει στο Ράϊχ του το Σάαρ, την Αυστρία, τα σουδητικά  εδάφη ή την Τσεχία- άρχισαν να ετοιμάζονται για πόλεμο και δεν το έκρυψαν καθόλου. Ήδη από τον Φεβρουάριο του 1933 ο Χίτλερ δήλωνε ευθέως ότι ο επανεξοπλισμός της Γερμανίας ήταν η μέγιστη προτεραιότητα, ”Κάθε πρόγραμμα για τη δημιουργία θέσεων εργασίας που χρηματοδοτείται από το δημόσιο πρέπει να κρίνεται με κριτήριο την αναγκαιότητά του για τον επανεξοπλισμό τους γερμανικού λαού. Αυτή η αρχή πρέπει να προτάσσεται παντού και πάντα.[81] Όπως και έγινε. Οι αυτοκινητόδρομοι, η χημική βιομηχανία, τα αυτοκίνητα, το λαϊκό αυτοκίνητο –το Volkswagen- έγιναν ως προετοιμασία πολέμου. Όπως επισημαίνει το βιβλίο ”Η ανάπτυξη της παραγωγής αυτοκινήτων θα επέτρεπε στα εργοστάσια να μετατραπούν σε σύντομο χρονικό διάστημα σε μονάδες στρατιωτικής παραγωγής(…)”. Το ίδιο η όλη η οργάνωση της εργασίας:  ”η επάνοδος των Γερμανών στην εργασία θα τους σκληραγωγούσε [...]. Από τη σκοπιά του Χίτλερ, τα στρατόπεδα εργασίας και τα εργοτάξια στα οποία, με αμοιβές μικρότερες από της κοινωνικής πρόνοιας, νέοι άνδρες εργάζονταν σε προγράμματα εθελοντικής εργασίας, που στην πραγματικότητα δεν ήταν καθόλου εθελοντική, είχαν μεγάλη σημασία κυρίως επειδή τους εκπαίδευαν στις στερήσεις ενός μελλοντικού πολέμο.[82] Το ίδιο η παιδεία.[83] To ίδιο και η γλώσσα, όπως παρατήρησε ο Βίκτωρ Κλέμπερερ η ίδια η linguatertiiimperii άρχισε να επιστρατεύεται για πόλεμο, ο εργοδότης απεκαλείτο φύρερ ”ηγέτης του εργοστασίου” (Betriebsfuerer), οι εργάτες ”ακολουθία” (Gefolgschaft)[84], το ίδιο η ναζιστική λατρεία του θανάτου στα σχολεία, το ίδιο τα σχολικά μαθήματα, οι κατασκηνώσεις, οι μορφές της ψυχαγωγίας, το ίδιο όλα[85].
Το ίδιο και η, εξαγγελλόμενη μάλιστα εξωτερική πολιτική. Όπως μαρτυρεί το από  5/11/1937 υπόμνημα του υπασπιστή του συνταγματάρχη Φρήντριχ Χόσμπαχ,  ο Χίτλερ ξεκαθάρισε στην διπλωματική και στρατιωτική ηγεσία της χώρας του ότι ”Ο στόχος της γερμανικής εξωτερικής πολιτικής [...] ήταν να εξασφαλίσει και προστατεύσει την φυλετική μάζα (Volksmasse) και να την διευρύνει, συνεπώς ήταν ζήτημα χώρου.  [...] Το πρόβλημα της Γερμανίας μπορεί να λυθεί μόνο με τη χρήση βίας.”[86]  Λίγες μέρες πριν την έναρξη του πολέμου, στις 22 Αυγούστου 1939 οι οδηγίες του Χίτλερ στους στρατηγούς του ήταν απόλυτα συνεπείς με την ”πολιτική φιλοσοφία” του εθνικοσοσιαλισμού: ”Δράστε κτηνωδώς! Το δίκηο είναι με το μέρος του ισχυροτέρου! Ογδόντα εκατομμύρια άνθρωποι πρέπει να αποκτήσουν ό,τι δικαιούνται. Η ύπαρξή τους πρέπει να διασφαλιστεί. Μέγιστη σκληρότητα![87]
Αν παραπάνω θέση μου ότι η βία είναι εγγενές στοιχείο του ναζισμού και όχι μία από τις μεθόδους της τακτικής της και δράσης του είναι ορθή, τότε η μόνη θεωρητικά αποδεκτή τελική απάντηση προς τον ναζισμό είναι αυτή που ο ίδιος προκάλεσε: η φυσική του εξόντωσή –τίποτε λιγότερο[88].
Το ενδιαφέρον για τον ναζισμό δεν  είναι διόλου νεκρή υπόθεση
Το 2000  η ”καθιερωμένη” βιβλιογραφία περί ναζισμού του Μίκαελ Ρούρκ κατέγραψε πάνω από 37.000  τίτλους, ενώ κατά την έκδοση του 1996 οι τίτλοι ήταν ”μόλις” 25.000[89] και έκτοτε εκδίδονται συνεχώς νέα έργα. Ανοίγοντας όμως ο αναγνώστης το βιβλίο του καθηγητή Evans αισθάνεται από τις πρώτες ήδη σελίδες την γεύση του κλασικού. Το βιβλίο δεν περιγράφει απλώς τον ναζισμό, αλλά, μέσω της περιγραφής του, αναδεικνύει την  σκοτεινή εκείνη γοητεία που δεν αφήνει τον ναζισμό να βυθισθεί σιγά-σιγά στις σελίδες της ιστορίας και τις αναζητήσεις των ιστορικών και να χαθεί στην αχλύ και στον μύθο του. Όχι, πιστεύω, λόγω των νεοναζιστών και των κομμάτων τους, των οποίων το σημερινό πολιτικό  βάρος δεν δικαιολογεί την έκταση, το βάθος και τις πολλές διαστάσεις της μελέτης του ναζιστικού φαινομένου. Ίσως η ναρκωτική δύναμη που άσκησε σε μία από τις περισσότερο μορφωμένες και καλλιεργημένες κοινωνίες του κόσμου, να δημιούργησε βαθύτατα, σχεδόν μεταφυσικά ερωτηματικά, να συναρπάζει  γι΄ αυτό, και εκεί να βρίσκεται στην πηγή της σκοτεινής γοητείας του. 
Ο ναζισμός ήταν ένα κίνημα νέων. Τον Φεβρουάριο του 1933 ο Χίτλερ ήταν ο πιο ηλικιωμένος, και ήταν μόλις 44 ετών, Ο Γκαίρινγκ μόλις 40, ο Γκαίμπελς 35, ο Χίμλερ και ο Φρανκ 32, ο Άιχμαν 26 ο Μένγκελε 21 ο Σπέερ 27.[90] Ο ναζισμός διέλυσε συγχύσεις. Κατέρριψε, για παράδειγμα, την διαδεδομένη σύγχυση της ευφυΐας με τον πολιτισμό και την καλλιέργεια και της παιδείας με τον ανθρωπισμό. ”Αν κάτι μας διδάσκει η εμπειρία του Γ’ Ράϊχ”, σημειώνει προεξαγγελτικά στον Πρόλογο του έργου του ο συγγραφέας, ”είναι ότι η αγάπη για την μεγάλη τέχνη, την μουσική και τη λογοτεχνία δεν προσφέρει στους ανθρώπους κανενός είδους ηθική ή πολιτική ανοσία στη βία, την ωμότητα ή την υποτακτικότητα στη δικτατορία.”[91] Ναι, οι ναζί ήταν αγροίκοι, στις τάξεις τους όμως είχαν μερικούς από τους ευφυέστερους ανθρώπους της εποχής τους, και αρκετοί ναζί ή προσχωρήσαντες είχαν υψηλή καλλιέργεια η οποία όμως δεν τους εμπόδισε να είναι ψυχροί βασανιστές και ωμοί φονιάδες – όπως ο υπαρχηγός του Χίμλερ Ράϊνχαρτ Χάινριχ, ένας ταλαντούχος και αισθηματίας βιολιστής.[92] Όσο για τους μορφωμένους Γερμανούς αυτοί ”έβαλαν την αποτελεσματικότητα και την επιτυχία πάνω από την ηθική και την ιδεολογία.[93]
Γιατί;
Σήμερα”, υπογραμμίζει ο συγγραφέας, ”όπως και άλλοτε είναι σημαντικό να κατανοήσουμε πως και γιατί οι ναζί ήρθαν στην εξουσία […] Πρέπει να μπούμε στο μυαλό των ίδιων των ναζί.”[94] Να παρατήρησε άραγε ο φιλόσοφος Χάϊντεγκερ την κενότητα των προσώπων των φαιοχιτώνων; Κι αν είχε τύχει να βρεθεί σε κάποιο από τα εμετικής χλιδής παλάτια των αγροίκων, τι να σκέφθηκε για την διακόσμησή τους;  Πως ακριβώς να συνδύαζαν οι κομψές κοπέλες της Gestapoτου Βερολίνου την φιλαρέσκεια με την δουλειά  τους; Γιατί, κατά ομολογία ενός από την μορφωμένη ελίτ της ανώτερης μεσαίας τάξης, του κορυφαίου Γερμανού ιστορικού Φρήντριχ Μάϊνεκε, ”ψάχναμε το ‘θετικό’ στο έργο του Χίτλερ[95]”; Με ποιόν μηχανισμό εκλογίκευσης να εύρισκαν άραγε αυτό που έψαχναν; Αρκεί η εντελώς φυσιολογική ανθρώπινη τάση για βολική ζωή για να εξηγήσει; Και αν ναι, θα μπορούσαν σε ανάλογες συνθήκες οι αντίστοιχοι μηχανισμοί δημιουργίας και αποδοχής του ναζισμού να τον ξαναφέρουν; Γιατί, αναρωτιέται και ο συγγραφέας, ”τόσοι πολλοί Γερμανοί δεν μπόρεσαν να αντιληφθούν ότι η αδιαφορία απέναντι στη βίαιη, ρατσιστική και δολοφονική φύση του ναζιστικού κινήματος θα είχε ενδεχομένως καταστροφικές συνέπειες; ”[96].
Ήδη το 1930, ο επίσης Γερμανός BertoldBrecht, έχοντας ίσως κάτι αισθανθεί από την μυστική βοή των πλησιαζόντων γεγονότων, σαν να επιχείρησε μια κάποια εξήγηση. ”Όταν ο κύριος Κώϋνερ, ο διανοητής, αγόρευε σε μια γεμάτη αίθουσα εναντίον της βίας, αντιλήφθηκε πως οι άνθρωποι αποτραβιούνταν από αυτόν και έφευγαν, κύτταξε πίσω του και είδε πίσω του να στέκεται η βία, ΄Τι έλεγες;΄ τον ρώτησε η βία. ΄Ομιλούσα  περί βίας΄, απάντησε ο κύριος Κώϋνερ.
Όταν απομακρύνθηκε ο κύριος Κώϋνερ, τον ρώτησαν οι μαθητές του σχετικά την αντοχή  της οσφύος του. Ο κύριος Κώϋνερ απάντησε: ΄Δεν την έχω την οσφύ για σπάσιμο. Αντιθέτως,  οφείλω να επιβιώσω της βίας΄. Και ο κύρος Κώϋνερ διηγήθηκε την παρακάτω ιστορία: στο σπίτι του κυρίου Έγκε, ο οποίος είχε μάθει να λέει όχι, κατέφθασε μία μέρα, στον καιρό της ανομίας, ένας αντιπρόσωπος, και του έδειξε ένα χαρτί που είχε  εκδοθεί στο όνομα εκείνων που εξουσίαζαν την πόλη και που έλεγε ότι του ανήκε κάθε σπίτι που θα πάταγε το πόδι του και επίσης του ανήκε κάθε φαγητό που θα απαιτούσε και επίσης ότι έπρεπε να τον υπηρετεί κάθε άνδρας που θα έπεφτε στο βλέμμα του.
Ο εκπρόσωπος κάθισε σε μια καρέκλα, απαίτησε φαγητό, πλύθηκε, ξάπλωσε και ρώτησε γυρισμένος προς τον τοίχο πριν αποκοιμηθεί: ‘ θα με υπηρετείς;’ 
Ο κύριος Έγκε τον σκέπασε με ένα σκέπασμα, έδιωχνε τις μύγες, του προφύλαγε τον ύπνο, και όπως και εκείνη την ημέρα, τον υπάκουε για εφτά ολόκληρα χρόνια. Ό,τι και να έκανε όμως, από ένα πράγμα προφύλαξε τον εαυτό του: από το να πει έστω και μία λέξη. Όταν πέρασαν τα εφτά χρόνια και ο εκπρόσωπος πάχυνε από το πολύ φαί, τον πολύν ύπνο και τις πολλές διαταγές, πέθανε ο εκπρόσωπος. Τότε ο κύριος Έγκε τον τύλιξε στο μαγαρισμένο σκέπασμα, τον πέταξε έξω από το σπίτι, έπλυνε το κρεβάτι, ασβέστωσε τους τοίχους, πήρε μια ανάσα και απάντησε: Όχι΄”[97]
Η εξήγηση του Brechtφαίνεται να ανάγει την υποταγή στον ναζισμό σε ένα βαθύτερο ανθρώπινο ένστικτο αυτοσυντήρησης, αρκεί όμως για εξηγήσει την συγκρότηση του ναζιστικού συλλογικού υποκειμένου; Αρκεί ως εξήγηση η κατά την πικρή διατύπωση του Γερμανού γλύπτη Έρνστ Μπάρλαχ  ”δουλοπρεπής δειλία αυτής της υπέροχης εποχής” που ”σε κάνει να κοκκινίζεις μέχρι τ΄ αυτιά κι ακόμη παραπάνω όταν σκέφτεσαι πως είσαι Γερμανός[98];
Νομίζω –χωρίς με τον τρόπο αυτόν να διατείνομαι ότι έχω κάποια συγκροτημένη θεωρητική εξήγηση του φαινομένου της ελκτικής δύναμης του ναζισμού ως αντικειμένου μελέτης- ότι η σκοτεινή γοητεία του ναζισμού βρίσκεται στο ότι μετέτρεψε σε  συλλογική και ατομική πράξη τις ακρότατες εκδηλώσεις βαθύτερων πλευρών του χαρακτήρα των ανθρώπων.
Ποιος δεν ενέδωσε κάποια φορά στη ζωή του σε μεγαλοπρεπή ανθρωπάρια σε θέση ισχύος, - καθαρματάκια της διπλανής πόρτας στον εργασιακό ή κοινωνικό του περίγυρο, εργοδοτίσκους, προϊσταμένους κ.λπ- βολικά αποκαλώντας ”ρεαλισμό” την αισχυντηλή υποταγή στην ιδιοτελή ευτέλειά του; Ποιος δεν ονειρεύθηκε, έστω μία μόνο φορά, πώς θα ήταν να ικανοποιούσε κάθε επιθυμία του, χωρίς κανόνες, όρους και όρια ή και δεν το αποπειράθηκε; Συναντώμενος ο ναζισμός με ατομικές και συλλογικές στάσεις και συμπεριφορές, με μικρά ελαττώματα, ανεκτά πταίσματα,  εύλογους και συγχωρητέους καθημερινούς συμβιβασμούς, με οικείες στιγμές μιας οποιασδήποτε καθημερινότητας ανέσυρε στην επιφάνεια και οδήγησε στα έσχατα άκρα τις αποτρόπαιες πτυχές που ίσως υπάρχουν σε κάθε άνθρωπο.  Αυτές τις αποτρόπαιες πτυχές –μικρές, μία-μία, αλλά πανίσχυρες όλες μαζί- ο ναζισμός τις συγχώνευσε με μοναδικό τρόπο στα άλλα υλικά της ιστορικής του συγκυρίας και κατασκεύασε ένα πολιτικό, κοινωνικό και ιδεολογικό κίνημα ακατανίκητης ισχύος. Ανέδειξε στην κορυφή της αξιολογικής του κλίμακας την ισχύ και μετέτρεψε, για όσο έζησε, την βία σε σαγήνη.
***
Μπορούσε να είχε αποφευχθεί; Ο Evansθεωρεί ότι ο ”θρίαμβος του ναζισμού δεν ήταν σε καμία περίπτωση αναπότρεπτος μέχρι και τους πρώτους μήνες του 1933. Όμως δεν ήταν ούτε ιστορικό ατύχημα”, τον συνδέει με αυτό που θα αποκαλούσα ”βαθειά Γερμανία”, δεχόμενος ότι ενώ ”δεν ήταν διόλου η αναπόφευκτη κατάληξη της πορείας της γερμανικής ιστορίας, στήριξε σίγουρα την επιτυχία του σε πολιτικές και ιδεολογικές εξελίξεις, η φύση των οποίων ήταν κυρίως γερμανική.[99] Χωρίς να διατυπώνει μία θεωρία για το  θέμα αυτό –άλλωστε έχει ήδη τονίσει ότι ”σκοπός του βιβλίου είναι η κατανόησηη κρίση επαφίεται στον αναγνώστη[100]- ο συγγραφέας σημειώνει ότι  ”αυτό που ένας ιστορικός αποκάλεσε ‘οιονεί ανταρτοπόλεμο’ διεξαγόταν στις φτωχογειτονιές των μεγάλων πόλεων της Γερμανίας, και οι Κομμουνιστές απωθούνταν σιγά-σιγά στην ενδοχώρα τους στις εξαθλιωμένες συνοικίες των λαϊκών πολυκατοικιών, κάτω από την συνεχή πίεση της ωμής βίας των Ταγμάτων Εφόδου. Σε αυτήν την σύγκρουση, οι προτιμήσεις των αστών έκλιναν σε γενικές γραμμές προς τους ναζί, οι οποίοι δεν απειλούσαν, στο κάτω-κάτω, να καταστρέψουν τον καπιταλισμό ή να δημιουργήσουν μία ‘Σοβιετική Γερμανία’ αν έρχονταν στην εξουσία.” [101] Αποδέχεται επίσης την εργατική τάξη ως  θεμελιώδες κοινωνικό στήριγμα της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης: ”Με τη συντριβή του εργατικού κινήματος” –όπου η ”κληρονομία εχθρότητας” από την περίοδο 1919-1923 ήταν πολύ ισχυρή για επιτρέψει συνεργασία μεταξύ σοσιαλδημοκρατών και κομμουνιστών– ”οι ναζί, βοηθούμενοι από τις κρατικές υπηρεσίες εφαρμογής του νόμου και την ευνοϊκή αδράνεια των ενόπλων δυνάμεων, είχαν απομακρύνει το σημαντικότερο εμπόδιο στην προσπάθειά τους να επιβάλουν ένα μονοκομματικό κράτος.”[102] Ο συγγραφέας επιμένει ωστόσο ότι η Δημοκρατία της Βαϊμάρης, που ”σχεδιάστηκε πρόχειρα και βιαστικά την επαύριον της στρατιωτικής ήττας, δεν ήταν σε καμία περίπτωση καταδικασμένη εξαρχής σε αποτυχία, αλλά τα γεγονότα της δεκαετίας του 1920 σήμαιναν ότι δεν απέκτησε ποτέ τη δυνατότητα να εγκαθιδρυθεί σε στέρεη βάση.[103] Ίσως και η συναίνεση για το πολίτευμα της Βαϊμάρης να μην ήταν και τόσο ισχυρή.[104] Πρόκειται για μία συζήτηση που μάλλον δεν θα ολοκληρωθεί ποτέ, αφού μάλιστα, πολύ συχνά, η συζήτηση για το αν μπορούσε να αποτραπεί ο ναζισμός (όπως και γενικά συζήτηση για τον ναζισμό) επανέρχεται ξανά και ξανά ως μασκαρεμένη πολιτική σύγκρουση που δεν αφορά τον ιστορικό ναζισμό, αλλά την συγκυρία –χρόνο, τόπο, συνθήκες- μέσα στην οποία αυτή διεξάγεται. Η μέγιστη  συμβολή του RichardEvansστην συζήτηση αυτού του πάντοτε ανοικτού θέματος είναι καθ΄ εαυτό το έργο του.
***
Το βιβλίο περιέχει επίσης σαράντα μία προσεκτικά επιλεγμένες φωτογραφίες, που εισάγουν εξ ίσου αποτελεσματικά και αυτέ, στην χώρα του Τρίτου Ράϊχ. Μία μόνο αναφέρεται στις διεθνείς σχέσεις, και απεικονίζει την πασίγνωστη χειραψία Στάλιν και Ρίμπεντροπ. Δημιουργεί ωστόσο μία μικρή γεύση μονομέρειας η απουσία φωτογραφικού υλικού που να δείχνει και άλλες πλευρές της διεθνούς πολιτικής τότε, στις οποίες άλλωστε αναφέρεται το βιβλίο. Η - βλακώδης, όπως σύντομα αποδείχθηκε- εφεκτικότητα του Βρετανού Πρωθυπουργού Τσάμπερλαιν μήπως και εξευμενίσει το θηρίο , αποφασίζοντας, τον Σεπτέμβριο 1938 ”να επέμβει αποφασιστικά για να αποτρέψει τον πόλεμο, αναγκάζοντας τους Τσέχους να ενδώσουν” στην ουσιαστική κατάληψη της χώρας τους με την μετατροπή της σε προτεκτοράτο της Γερμανίας για τον λόγο ότι ”Είναι φρικτό, ασύλληπτο, απίστευτο [...] να πρέπει να σκάβουμε χαρακώματα και να δοκιμάζουμε αντιασφυξιογόνες μάσκες  εξ αιτίας ενός καυγά σε μια μακρινή χώρα για την οποία δεν γνωρίζουμε τίποτα[105] δεν βρήκε κάποια ανάλογη θέση στο φωτογραφικό παράρτημα, όπως δεν βρήκε ούτε το γεγονός ότι μόλις δύο μήνες πριν την έναρξη του πολέμου, τον Ιούνιο του 1939, η Τράπεζα της Αγγλίας επέτρεψε να μεταφερθούν 800.000 ουγκιές χρυσού από τον λογαριασμό της τσεχικής κυβέρνησης στις νέες αρχές κατοχής στην Πράγα, εξοργίζοντας πάντως της βρετανική κυβέρνηση για αυτό[106], όπως ούτε και η γερμανοβρετανική συμφωνία του Ιουνίου του 1935, που ουσιαστικά ανέτρεπε το καθεστώς της συνθήκης των Βερσαλλιών, επιτρέποντας στην Γερμανία να αναπτύξει πολεμικό ναυτικό ίσο με το 35% της ισχύος του βρετανικού και ίσο αριθμό υποβρυχίων και απετέλεσε ”μεγάλο διπλωματικό θρίαμβο για τον Χίτλερ.[107]  
***
Το βιβλίο πάντως μας προσκαλεί –και η γλαφυρότητα της γραφής του δεν αφήνει περιθώρια να αρνηθούμε την πρόσκληση- σε μία περιπλάνηση στον τρόμο και στην αθλιότητα. Ξεναγεί συστηματικά στις  κεντρικές λεωφόρους και σε μικρές, άγνωστες ή και γνωστές γωνιές, δρόμους και τοπία της χώρας εκείνης. Βλέπουμε όλες τις διαβαθμίσεις της ναζιστικής βίας, βλέπουμε τους μηχανισμούς και τα πρόσωπα της γενικευμένης ανοχής ή και συναίνεσης στον ναζισμό, την υπαγωγή της πολιτικής, της ιατρικής, της φυσικής, της αρχιτεκτονικής, της δικαιοσύνης, της καλλιτεχνικής δημιουργίας, της διασκέδασης, των αυτοκινητοδρόμων, της παιδείας, της οργάνωσης της οικονομίας και της εργασίας, της δημόσιας και ιδιωτικής ζωής  στις κεντρικές σκοπιμότητες του καθεστώτος. Καμία πόρτα δεν μας εμποδίζει να δούμε τον τρόμο στα μάτια των ανθρώπων που περνούν από τις σελίδες του, ούτε και την αθλιότητά τους, βλέπουμε το φαιό κύμα να εισέρχεται στη χώρα, στο χωριό και στην  πόλη, στον δρόμο, στο σπίτι, στο δωμάτιο, στα όνειρα των ανθρώπων: κυριολεκτικά στα ενύπνιά τους, όχι στις φαντασιακές προσδοκίες τους, βλέπουμε, όλα τα βλέπουμε, αλλά δεν συμμετέχουμε. Δεν εισάγει ωστόσο σε πορνογραφία τρόμου και αθλιότητας το βιβλίο –μια συνηθισμένη διολίσθηση ή και συνειδητή επιλογή πολλών έργων, συγγραφικών, κινηματογραφικών ή και άλλων με αντικείμενο τον ναζισμό-, ούτε παρασύρεται σε αυτήν. η ισχύς του βρίσκεται στο ότι δεν χτίζει την εικόνα του ναζισμού στην ωμότητα, αλλά χτίζει την ωμότητα του ναζισμού και μέσα από  χιλιάδες μικρές και λιγότερο μικρές καθημερινότητες που μέσα στην ιστορική συγκυρία της Γερμανίας του Μεσοπολέμου συντέθηκαν σε μείζονα πολιτικά γεγονότα.
***
Με την παρουσίασή μου δεν τελειώνουν ούτε το βιβλίο ούτε τα πολλά θέματα ενώπιον των οποίων μας φέρει. Αρμόζουν συγχαρητήρια και ευχαριστίες στον καθηγητή Evansγια το έργο του, έπαινος στους Έλληνες εκδότες για την έκδοσή του στην ελληνική γλώσσα και ευχή στο βιβλίο να είναι καλοτάξιδο.

* Το παρόν κείμενο στηρίζεται σε παρουσίασή μου του βιβλίου Καθηγητή SirRichardEvansΤο Γ’ Ράϊχ στην εξουσία, που έγινε στην Αθήνα, στην αίθουσα εκδηλώσεων του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Δημοσίου Δικαίου στις 25/4/2014.
[1] RichardEvans, Το Γ’ Ράιχ στην εξουσία, μετάφραση: Κώστα Αντύπα, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2014 [=Evans, ΙΙ], 17. Την εικόνα του παρελθόντος ως ξένης χώρας δανείζομαι από παραπομπή στον L.P. Hartley, Thego-between (πρόλογος), 1953, από τον πρώτο τόμο του έργου, RichardEvans, Η έλευση του Γ’ Ράιχ, μετάφραση: Κώστα Αντύπα, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 2013,  [=Evans, Ι], xx, σημ. 13.
[2] Evans, Ι, xix.
[3] Sebastian Haffner, Geschichte eines Deutschen, Deutsche Verlags-Anstalt, Stuttgart/Muenchen, 2000, 2003 και γαλλικά, Histoire d’un Allemand, Souvenirs (1914-1933), traduit par Brigitte Hébert, Babel, 2002, 2003,  Fabrice d’ Almeida  La vie mondaine sous le nazisme. εκδ. Perrin, 2006 και 2008.
[4] Evans, ΙΙ, 23.
[5] Evans, ΙΙ, 418-419.
[6] Evans, ΙΙ, 344.
[7] Evans, ΙΙ, 381.
[8]  Evans, ΙΙ, 453.
[9]  Evans, II, 96.
[10] Evans, ΙΙ,  99.
[11] Evans, II, 251.
[12] Evans, II, 235.
[13] Evans, ΙΙ,  39.
[14] Evans, ΙΙ, 123.
[15] Evans, ΙΙ, 569.
[16] Evans, ΙΙ, 634.
[17] Evans, ΙΙ, 428-429.
[18] Evans, I, 223.
[19] Evans, ΙΙ, 415-416.
[20] Evans, ΙΙ, 663.
[21] Evans, II, 405-406, 406.
[22] Evans, II, 463.
[23] Evans, ΙΙ, 400-402.
[24] Evans, II, 444.
[25] Evans, III, 392.
[26] Evans, ΙΙ, 383, 384.
[27] Evans, ΙΙ, 397.
[28] Evans, ΙΙ, 399.
[29] Evans, ΙΙ, 396.
[30] Evans, ΙΙ, 396.
[31] «Ψάχναμε το θετικό στο έργο του Χίτλερ», μαρτυρεί ο γερμανός ιστορικός  Φρίντριχ Μάϊνεκε,  Evans, Ι, xxii.
[32] Evans, ΙΙ, 65.
[33] Evans, II, 55 επ.
[34] Evans, II, 105, 408, 409.
[35] Evans, ΙΙ, 222-233.
[36] Evans, ΙΙ, 232-233.
[37] Evans, Ι, 375 επ.
[38] Evans, Ι, 381.
[39] Evans, I, 221.
[40] Evans, I, 221.
[41] Evans, I, 348.
[42] Evans, I, 334.
[43] Evans, II, 53-54.
[44] Evans, I, 381.
[45] Evans, I, 346 επ. και passim.
[46] Evans, II, 20 επ. και passim.
[47] Evans, I και II, passim.
[48] Evans, ΙΙ, 584.
[49] Evans, ΙΙ, 581.
[50] Evans, II, 707.
[51] Evans, I, 345.
[52]  Evans, II, 514.
[53]  Evans, ΙΙ, 589
[54]  Evans, I, 225
[55] Evans, ΙΙ, 587
[56] W.G. Seebald, Luftkrieg und Literatur[Αεροπορικός πόλεμος και λογοτεχνία] που κυκλοφόρησε στα ελληνικά με τον τίτλο ”Η φυσική ιστορία της καταστροφής”, μτφρ. Γιάννη Καλλιφατίδη, Άγρα, Αθήνα, 2008
[57] Evans, 466 επ., 484 επ., 489 επ., 274
[58] AlyGoetz, Το λαϊκό κράτος του Χϊτλερ, [Hitlers Volksstaat, 2005], μτφρ. Ν. Δεληβοριά, Κέδρος, Αθήνα, 2009, 23-24
[59] Evans, ΙΙ, 118
[60] Evans, ΙΙ, 121, 211
[61] Evans, ΙΙ, 106-107
[62] Evans, II, 107
[63] Evans, ΙΙ, 273
[64] Evans, II, 502
[65] Evans, II, 501
[66] Evans, II, 311, 327
[67] Evans, II, 319,
[68] Evans, II, 707-708
[69] Evans, II, 707
[70] Evans, I, xxvi-xxvii
[71] Evans, I, 457, 461
[72] Evans, I, 460
[73] Evans, I, 461
[74] Evans, II, 257
[75] Evans, I, 461
[76] Evans, II, 506, 520
[77] Evans, II, 510, 527-8, 529 επ.
[78] Evans, II, 566
[79] Evans, II, 73
[80] Evans, I, 460
[81] Evans, ΙΙ, 337
[82] Evans, ΙΙ, 337, 338
[83] Evans, II, 282 επ., 291 επ..
[84] Evans, II, 461, 708
[85] Evans, ΙΙ, 214,262,290
[86] Evans, II, 359, βλ. επίσης 361, 409-410
[87] Evans, II, 712
[88] Επειδή φαινόμενα νεοναζισμού εμφανίζονται και εδώ και σήμερα, δεχόμενος ότι ο ναζισμός, αποκλείοντας την συνύπαρξή του με ο,τιδήποτε και οποιονδήποτε άλλο, άρα δεν είναι ενσωματώσιμος σε τίποτε και σε κανέναν, υποστηρίζω ότι και θεωρητικά η μόνη τελική απάντηση στον ναζισμό είναι η εξάλειψή του, και με βίαια, αν χρειασθεί, μέσα. Θεωρώ προφανές ότι αναφέρομαι στην ευφυή και υπολογισμένη –άρα νηφάλια- πολιτική χρήση της βίας, αν, όταν και για όσο χρειασθεί,  και ασφαλώς όχι στην βλακώδη υστερία, που συχνά μάλιστα εκδηλώνεται είτε ιδιοτελώς είτε από αδυναμία και φόβο συχνά βολεμένων ή επωφελούμενων και από την όποια νεοναζιστική παρουσία ανθρώπων.
[89] Evans, I, xvi.
[90] Την επισήμανση οφείλω στον Goetz, όπ.π., 14
[91] Evans,I, xxiii
[92] Evans, II, 53     
[93] Evans, I, xxv
[94] Evans, I, xxi
[95] Evans, I,  xxii
[96] Evans, I, xxii
[97] Από την συλλογή Versuche (1930) Bertold Brecht, Geschichten vom Herrn Keuner, Text und Kommentar, εκδ. Suhrkamp, Βερολίνο, 2012, 12
[98] Evans, II, 165
[99] Evans, I, xxvii, xxviii
[101] Evans, I, 243, βλ. και ΙΙ, 9
[102] Evans, I, 361, 63
[104] Heinrich Winkler, Βαϊμάρη, η ανάπηρη Δημοκρατία,. 1918 -1933 Die vorbelastete Republik (1918-1933, 2010], μτφρ. Άντζη Σαλτάμπαση, Πόλις, Αθήνα, 2011, 59

Δεν υπάρχουν σχόλια: