Σάββατο, Ιουνίου 06, 2026

«Εκλογές»: τα τελευταία ποιήματα του Δάντη και οι μόνες ποιητικές συνθέσεις που έγραψε στα λατινικά

 

Δάντης, Η πρώτη Εκλογή

*

Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ | ΙΔΕΕΣ. ΚΡΙΤΙΚΗ. ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ.neoplanodion.gr

~.~

Οι δύο Εκλογές του Δάντη αποτελούν τα τελευταία του ποιήματα και τις μόνες ποιητικές συνθέσεις που έγραψε στα λατινικά. Δεν συνιστούν μέρος ενός ευρύτερου έργου, μα αποσπάσματα μιας ποιητικής αλληλογραφίας που αντάλλαξε με τον Τζιοβάννι ντελ Βιρτζίλιο. Στο τέλος του 1319 ή στις αρχές του 1320, ο Τζιοβάννι απηύθυνε από την Μπολόνια μια έμμετρη επιστολή, στην οποία ψέγει τον Φλωρεντινό –που τότε συνέθετε στη Ραβέννα τα τελευταία άσματα του Παραδείσου-– για το γεγονός ότι επέλεξε να πραγματευθεί την υψηλή θεματολογία της Κωμωδίας όχι στα λατινικά, μα στην καθομιλουμένη. Ο Δάντης, κατά την κρίση του, «πετούσε μαργαριτάρια σε χοίρους». Στην περίτρανα πεπλανημένη του αποτίμηση, ο Τζιοβάννι, καθηγητής στην Μπολόνια, και μέλος μιας κοινότητας πρώιμων λατινολατρών ανθρωπιστών που είχαν αρχίσει να κυριαρχούν στα πανεπιστήμια της βόρειας Ιταλίας, απορεί που ο Δάντης γράφει προς χάρη και τέρψη του αμαθούς πλήθους, και, μάλιστα, σε γλώσσα και ύφος που ταιριάζουν περισσότερο σε ταβερνείο και όχι σε μια κοινότητα πεπαιδευμένων. Προτείνει, λοιπόν, στον Δάντη, να συντάξει ένα λατινικό έπος που να περιγράφει τις συγκαιρινές συρράξεις (Γουέλφων και Γιβελλίνων). Κάτι τέτοιο, τονίζει, θα οδηγούσε στη δημόσια καταξίωση του Δάντη ως ποιητή, αφού θα μπορούσε έτσι να δαφνοστεφανωθεί στην Μπολόνια. Με άλλα λόγια, ο Τζιοβάννι δελεάζει τον Δάντη με τιμές σαν εκείνες που έλαβε ο Αλμπερτίνο Μουσάτο στην Πάδοβα, το 1315, σε μια συμβολική πράξη που είχε ασκήσει τεράστια επίδραση στην Ιταλία.

Η πρώτη Εκλογή αποτελεί τη γεμάτη αυτοπεποίθηση απάντηση του Δάντη. Συντάσσεται με απαράμιλλο χιούμορ, ειρωνεία και αιχμηρότητα. Ο Δάντης συνθέτει ένα λατινικό ποίημα μεν, αλλά στο γήινο ύφος των Εκλογών του Βιργιλίου, αναβιώνοντας εμβριθώς ένα λογοτεχνικό είδος –τη βουκολική ποίηση– που είχε περιέλθει σε αφάνεια. Επιλέγοντας να απαντήσει στην οράτεια ποιητική επιστολή του Τζιοβάννι ντελ Βιρτζίλιο με ένα βουκολικό εξάμετρο ποίημα, ο Δάντης όχι μόνον συντάσσεται ευφυώς με την προσηνή και ακαύχητη γραφή του Βιργιλίου, μα μεταμορφώνει και τον Τζιοβάννι από ισότιμο συνομιλητή σε χαρακτήρα υπό τον δικό του δραματουργικό έλεγχο.

Σε δημιουργικά και εμπερίστατα λατινικά, μας μεταφέρει αλληγορικά στην ειδυλλιακή Αρκαδία. Δυο βοσκοί, ο Τίτυρος (ο Δάντης, ο οποίος υιοθετεί τον χαρακτήρα που είχε διαλέξει για τον εαυτό του ο Βιργίλιος στις Εκλογές) και ο Μελίβοιος (ο Ντίνο Περίνι, φίλος του Δάντη από τη Φλωρεντία), έχουν μόλις διαβάσει το «εμπνευσμένο» ποίημα του Μόψου (Τζιοβάννι ντελ Βιρτζίλιο). Ενόσω ξαποσταίνουν κάτω από μια βελανιδιά, ο Μελίβοιος ζητά επίμονα από τον Τίτυρο να του εξηγήσει το βαθύτερο νόημα του ποιήματος. Ο Τίτυρος αρχικά αρνείται, σκώπτοντας τον γιδοβοσκό φίλο του για το γεγονός ότι πάει να καταπιαστεί με πράγματα που τον ξεπερνούν. Τελικώς ενδίδει και αρχίζει να εξυμνεί τα άγνωρα και πανύψηλα μέρη στα οποία έχει γεννηθεί η έμπνευση του Μόψου. Πρόκειται, φυσικά, για μια έντεχνη ειρωνεία. Ο Μόψος παρουσιάζεται λίγο-πολύ ως ένας δεύτερος …Ορφέας, ο οποίος τόσο πολύ έχει διατρίψει στον ίσκιο των αλσών των Μουσών, που έχει χλωμιάσει ολόκληρος. Νομίζει, δε, αυτός, ότι μπορεί να δελεάσει τον Τίτυρο με το δάφνινο στεφάνι. Όμως ο Τίτυρος χίλιες φορές θα προτιμούσε να λάβει τιμές στη γενέτειρά του. Ο Δάντης εννοεί, προφανώς, τη Φλωρεντία, από την οποία είχε εξοριστεί. Τούτο ίσως να πραγματοποιηθεί όταν αναγνωριστεί η ποιότητα του τραγουδιού του για τους ουρανούς (ο Παράδεισος). Σε κάθε περίπτωση, δεν σκοπεύει να προδώσει την αφοσίωσή του στην καθομιλουμένη. Τούτη αλληγορείται ως μια μοναχική γαλάρα, λατρευτή, ασυμβίβαστη και ιδιότροπη, που σπάνια –και μόνον όταν το θελήσει η ίδια–, του χαρίζει το γάλα της. Μετά από τη στιχομυθία, οι δυο βοσκοί επιστρέφουν στην ταπεινή ζωή τους.

 Et in Arcadia ego / Οι βοσκοί της Αρκαδίας : πίνακας του 1637–38 του κλασικού ζωγράφου Nicolas Poussin.

ΔΑΝΤΗΣ

Η πρώτη Εκλογή

 [1]

Σε μαύρα είδαμε γράμματα, στο άσπρο απιθωμένα,
Άσματα που σταλάχθηκαν[2] σ’ ακτές της Πιερίας[3].
Κι όσο πιστά τηρούσαμε κατσίκες στη βοσκή τους[4],
Κάτ’ από δρυ ο Μελίβοιος[5] κι εγώ είχαμ’ αράξει.
Λαχτάρησε ο φίλος μου το άσμα να εμπεδώσει[6]:
«—Τίτυρε[7]», λέει, «τι θε να πει; Τι εννοεί ο Μόψος[8]
Γελούσα, Μόψε μου, πολύ, μα κείνος το χαβά του[9]!
Στοργή του ’χω, με λύγισε[10], με βια σώνω το γέλιο,
Και λέω: «—Κουτέ, τι λύσσαξες[11]; Σένα ζητάει η ποίμνη,
Πιότερο απ’ το φαγάκι[12] σου μέριμνα θεν τα ζώα.
Υπάρχουνε στο Μαίναλο[13] λιβάδια που δεν ξέρεις[14],
Ψηλή κορφή τα σκιάζει αυτά όταν ο ήλιος γέρνει[15],
Χόρτα γεμίζουνε κι ανθούς μυριοχρωματισμένους.
Τα περιτρέχει ταπεινό, μες στις ιτιές κρυμμένο[16],
Ρέμα μ’ απέρατη ροή, που όχθες σφύζει με δρόσο·
Άνοιξε αυτό το διάβα του[17], κυλά απαλό και πράο,
Νεράκι φέρνει απ’ το βουνό, το φέρνει από τα ύψη.
Κι εκεί που παιχνιδίζουνε βόδια σε χλόη αθρόα
Σκιρτά ο Μόψος να θωρεί πάθη θεών κι ανθρώπων[18]·
Πνευστό καλάμι παίρνει δα[19], κι άσμα γλυκό αρχίζει,
Εκφράζει εσώτατες χαρές, κοπάδια ακολουθούνε,
Απ’ όρη φθάνουν λέοντες στους κάμπους μερωμένοι,
Βλαστά του Μαίναλου λυγούν, το κύμα γαληνεύει[20]».
«—Τίτυρε», λέει τότ’ αυτός, «κι αν τραγουδά ο Μόψος
Τ’ άγνωρα τα τραγούδια του σε άγνωρους λειμώνες[21],
Δείξε μου συ πώς να τα πω στις άτακτες κατσίκες».
Τι να ’κανα, λοιπόν, μ’ αυτόν, που τόσο αγκομαχούσε;
«—Στης Αονίας τα βουνά[22], Μελίβοιε, ο Μόψος,
Όσο οι άλλοι πάσχιζαν νομομαθείς να γίνουν
Θητεύει αυτός έτη πολλά, στον ίσκιο αλσών χλωμιάζει[23].
Σε μούσας λούζεται νερά, το λιγυρό το γάλα[24]
Γεμίζει όλα τα σπλάχνα του, φθάνει στον ουρανίσκο,
Προσφέρει δα και το κλαδί που’ γινε η Πηνηίδα[25]».
Ρωτά τότε ο Μελίβοιος: «—Τι πρόκειται να κάνεις;
Δάφνη απ’ την κόμη σου στερείς, βοσκός για πάντα θα ’σαι;»
«—Όλων η δόξα κι η τιμή σκόρπισαν στους ανέμους,
Μόνο τον Μόψο κράτησε σ’ εγρήγορση η Μούσα».
Σαν το ξεστόμισα αυτό κόρωσα παραπάνω:
«Πόσες βληχές θα ηχούσανε σε κάμπους και ραχούλες[26],
αν τις χορδές παιάνιζα με κόμη φυλλωμένη[27]!
Μα άλση κι αγρούς ας φοβηθώ, που τον θεό αγνοούνε[28].
Δεν θα ’τανε καλύτερα μαλλιά να ’χα θριάμβου
κι αν στην πατρίδα αξιωθώ κάποτε να επιστρέψω,
κόμη που ο Σάρνος[29] ξάνθιζε, να κρύψω με στεφάνι;»
«—Ποιος αμφιβάλλει, Τίτυρε; Στοχάσου όμως ο χρόνος
Πόσο ταχύτατα κυλά· σιτέψαν τα βετούλια
που κάποτε τις μάνες τους σμίγαμε με τους τράγους».
«—Όσα τη γη κυκλώνουνε, άστρα -κι οι κάτοικοί τους-
Σαν γείρουν στο τραγούδι μου, όπως οι κάτω κόσμοι[30],
Θα δέσω ασμένως στα μαλλιά, κισσό, εγώ, και δάφνη,
Αρκεί να στέρξει ο Μόψος μας[31]». Και λέει αυτός «— Ο Μόψος;»
«—Δεν βλέπεις πόσο ψέγει αυτός στίχους της Κωμωδίας,
τόσο γιατί χυδαίοι ηχούν σε γυναικεία χείλη[32],
μα κι επειδή τους ντρέπονται αυτές οι Κασταλίδες;[33]»
Είπα, και ξαναδιάβασα, Μόψε, το ποίημά σου.
Τότε κι εκείνος ρώτησε σηκώνοντας τους ώμους:
«—Πάλι μαζί μας να ’χουμε, τον Μόψο, πώς μπορούμε;»
«—Έχω», του είπα, «ξέρεις την, μια λατρευτή γαλάρα·
Βαστά με ζόρι τους μαστούς, τόσ’ άφθονο το γάλα[34],
Φρέσκο χορτάρι αναμασά κάτω από βράχο μέγα[35].
Απ’ το κοπάδι ξέμακρη, μαντρί δεν τη χωράει,
Μόνη σιμώνει γι’ άρμεγμα, ποτέ της με τη βία[36],
Κι έτοιμα χέρια έχω γι’ αυτήν, σαν έλθει στην καρδάρα,
Δέκα γεμίζω πήλινα[37], στο Μόψο να τα στείλω.
Σκέψου εσύ στο μεταξύ, τ’ ατίθασα τραγάκια,
Δες πώς θα μπήξεις σε ψωμιού κόρα σκληρή τα δόντια».
Έτσι στον ίσκιο της αριάς, πήραμε το τραγούδι,
Όσο ο χυλός μας έβραζε μέσα στο καλυβάκι.

///
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Η μετάφραση βασίζεται στην κριτική έκδοση του M. Petoletti. Ιδ. Dantes Alagherii Iohanni De Virgilio [Egloga], εις Nuova Edizione Commentata delle Opere di Dante, τ. 5, 2η έκδοση, Ρώμη, 2021, σελ. 540-569.
[2] Όπως σημειώνει ο Petoletti (ό.π. σ. 542), η αναπαράσταση των Μουσών ως τροφών είναι προσφιλής στον Δάντη. Πρβλ. Καθαρτήριο, 22, 101-2 και Παράδεισος, 23, 55-57. Το ρήμα demulgeo-demulsa δεν απαντά στην αρχαιότητα και αποτελεί, κατά πάσα πιθανότητα, (μετρική) επινόηση του Δάντη.
[3] Πέρα από την προφανή αναφορά στις Μούσες, ο Δάντης έχει κατά νου εδώ το ξεκίνημα του άσματος του Τζιοβάννι, του οποίου οι πρώτες λέξεις είναι «Pyeridum vox alma»
[4] Πρβλ. Οβίδιος, Μεταμορφώσεις, 3. 407-409 και Βιργίλιος, Εκλογές, 9, 23-24.
[5] Ο χαρακτήρας εμφανίζεται στην πρώτη και την έβδομη Εκλογή του Βιργιλίου.
[6] Consiscere. Πρβλ. Προυδέντιος, ApotheosisHymnus de Trinitate, στ. 1022.
[7] Ο Τίτυρος είναι το ποιητικό προσωπείο του Βιργιλίου, ιδίως στην πρώτη Εκλογή. Γίνεται εδώ, βολικά, το προσωπείο του ίδιου του Δάντη. Είναι, όμως, σαφές ότι ο Δάντης συγχωνεύει τις δύο αναφορές, προβάλλοντας στην περσόνα του Τιτύρου τόσο τον ίδιο, μα έμμεσα και το απόλυτο πρότυπό του, τον Βιργίλιο.
[8] Ο Δάντης επιλέγει να αναπαραστήσει τον κριτικό του μέσα από τη μορφή του Μόψου, του γιδοβοσκού που πρωταγωνιστεί στην πέμπτη Εκλογή του Βιργιλίου.
[9] Ομοίως στην έκτη Εκλογή (στ. 13-26), ο Βιργίλιος μας παρουσιάζει τον Σιληνό να ενδίδει και να ξεκινά τη μυθολογική του αφήγηση ύστερα από την επιμονή του Χρώμιδος, του Μνασίλλου και της Αίγλης.
[10] Πρβλ. Αινειάδα, 12, 29.
[11] Πρβλ. Βιργίλιος, Εκλογές, 10, 22.
[12] Πρβλ. Γιουβενάλης, 3, 167.
[13] Το βουνό του Πανός.
[14] Ο στίχος αυτός μπορεί να διαβαστεί σε συνδυασμό με τους στίχους 24-25. Η ουσία της ειρωνείας του Δάντη, σύμφωνα με την Albanese, έγκειται στο γεγονός ότι ο Τζιοβάννι επικαλείται μια υψηλή λογιοσύνη με την οποία δεν έχει καμία ουσιαστική σχέση. Ιδ. M. Petoletti, ό.π., σ. 546.
[15] Πρβλ. Βιργίλιος, Εκλογές, 1, 83.
[16] Πρβλ. Οβίδιος, Μεταμορφώσεις, 9, 99.
[17] Πρβλ. ό.π., 1, 284.
[18] Αναφορά στους στίχους 37-38 της επιστολής του Τζιοβάννι.
[19] Πρβλ. Βιργίλιος, Εκλογές, 5, 2.
[20] Αναφορά στον στίχο 31 της επιστολής του Τζιοβάννι.
[21] Πρβλ. Οβίδιος, Μεταμορφώσεις, 14, 299.
[22] Ο Ελικώνας.
[23] Πρβλ. Παράδεισος, 11, 4-5. Η ειρωνεία του Δάντη είναι εδώ μοναδική. Εκφράζει αλληλεγγύη προς τον Τζιοβάννι, ο οποίος προσπάθησε να διεκδικήσει θέση για τις ανθρωπιστικές σπουδές στο πανεπιστήμιο της Μπολόνια -το κέντρο των νομικών σπουδών στην Ιταλία. Ταυτόχρονα, όμως, μέμφεται την οίησή του, αφού δεν συνειδητοποιεί ότι η πραγματική λογιοσύνη τον ξεπερνά και τον επισκιάζει.
[24] Ιδ. παραπάνω, σημ. 2.
[25] Η Δάφνη. Αναφορά στον στίχο 38 της επιστολής του Τζιοβάννι. Πρβλ. Παράδεισος, 1, 34-35.
[26] Πρβλ. Βιργίλιος, Γεωργικά, 3, 554-555.
[27] Πρβλ. Αινειάδα, 5, 539.
[28] Πρβλ. Αινειάδα, 8, 187. Ο Petoletti (σ. 555) αναγνωρίζει εδώ τη φοβία του Δάντη απέναντι στο εχθρικό στις ιδέες του πολιτικό καθεστώς που έχει εδραιωθεί στην Μπολόνια.
[29] Ο Άρνος. Η εσφαλμένη ταύτιση του αρχαίου Σάρνου (ποταμού της Καμπανίας) με τον Άρνο, ήταν διαδεδομένη στον μεσαίωνα.
[30] Από τους στίχους αυτούς καθίσταται σαφές ότι ο Παράδεισος («τα άστρα κι οι κατοικοί τους») δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί, σε αντίθεση με τα κατώτερα βασίλεια (infera regna), δηλαδή την Κόλαση και το Καθαρτήριο.
[31] Πρβλ. Βιργίλιος, Εκλογές, 2, 57.
[32] Αναφορά στους στίχους 53-54 της επιστολής του Τζιοβάννι. Πρβλ. Βιργίλιος, Εκλογές, 2, 34.
[33] Οι Μούσες. Αναφορά στον στίχο 22 της επιστολής του Τζιοβάννι
[34] Πρβλ. Βιργίλιος, Εκλογές, 2, 20.
[35] Πρβλ. ό.π., 6, 54.
[36] Πρβλ. ό.π., 3, 29-30.
[37] Πρβλ. ό.π., 3, 70-71.
///
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Alegretti, P. – Bruscagli, P. (επιμ.), Dante Alighieri: Opere / The Complete Works, τ. I, Edizione bilingue – bilingual edition, Φλωρεντία, 2022.
Barański, Z – McLaughlin, M. Dante the Lyric and Ethical Poet (Dante lirico et etico), Νέα Υόρκη, 2010.
Brownlee, K. ‘Dante and the classical poets’, εις R. Jacoff (επιμ.), The Cambridge Companion to Dante, Νέα Υόρκη, 2013, 141-160.
Combs-Schilling, J. ‘Tityrus in Limbo: Figures of the Author in Dante’s Eclogues’, Dante Studies, 133, 2015, 1-26.
Curtius, E. R. Europäische Literatur und Lateinisches Mittelalter, Βέρνη, 1948.
Eitel, A. Die Wiederentdeckung der Bukolik: der Dichterwettstreit zwischen Dante Alighieri und Giovanni del Virgilio, Κίελο, 2014.
Frenzel, H. ‘Dantes Eklogen’, Deutsches Dante-Jahrbuch, 43, 1965, 42-57.
Lummus, D. G. ‘Egloge’ εις  Z. Baranski κ.ά. (επιμ.), Dante’s ‘Other Works’, Νοτρ Νταμ, 2022, 306-332.
Petoletti, M. ‘Il latino delle Egloghe’, εις P. Chiesa – F. Favero (επιμ.), Il Latino di Dante, Φλωρεντία, 2022, 125-139.
Pugh, S. ‘The Road Not Taken: Dante’s First Eclogue and Virgil’s Career’, International Journal of the Classical Tradition, 31, 2024, 367–393.
Renker, A. Streit um Vergil: Eine poetologische Lektüre der Eklogen Giovanni del Virgilios und Dante Alighieris, Στουτγκάρδη, 2020.
Scott, A., ‘Una veritade ascosa sotto bella menzogna’: Dante’s Eclogues and the World Beyond the Text’, Italian Studies, 68, 2013, 36-56.
Όρος Μαίναλο (Βικιπαίδεια) 

Δεν υπάρχουν σχόλια: