Πώς ο Λουί Αλτουσέρ δολοφόνησε τη σύζυγό του – Η γυναικοκτονία της Ελέν Ρίτμαν Λεγκοτιέν
Μια ιστορία τόσο συνηθισμένη όσο και ανατριχιαστική, η οποία μοιάζει με εκείνες αμέτρητων γυναικών που δολοφονήθηκαν από τον σύντροφό τους. Η κοινωνιολόγος Ελέν Ριτμάν-Λεγκοτιέν ήθελε να χωρίσει από τον σύζυγό της, αλλά εκείνος ήταν βίαιος και χειριστικός μέχρι που στο τέλος τη δολοφόνησε. Δράστης ήταν ο Λουί Αλτουσέρ, διάσημος και ευρέως αναγνωρισμένος μαρξιστής φιλόσοφος του 20ού αιώνα, ο οποίος χρησιμοποίησε τον όρο «μασκουλινισμός» πολλές δεκαετίες προτού αυτός καθιερωθεί ως ένα επικίνδυνο ιδεολογικό κίνημα.
Η γυναικοκτονία της Ελέν Ριτμάν-Λεγκοτιέν
Η Ελέν Ριτμάν-Λεγκοτιέν δολοφονήθηκε διά στραγγαλισμού από τον σύζυγό της, τον φιλόσοφο Λουί Αλτουσέρ (1918-1990), στο διαμέρισμά τους στο Παρίσι εντός της Ecole Νormale Supérieure (ENS) όπου ο Αλτουσέρ είχε αναλάβει καθήκοντα γραμματέα. Ηταν 7.55 το πρωί της 16ης Νοεμβρίου 1980. Ο Αλτουσέρ, ο οποίος υπέφερε επί μήνες από σοβαρή κατάθλιψη και είχε διαγνωστεί ήδη από το 1947 με μανιοκαταθλιπτική διαταραχή, ομολόγησε αμέσως το έγκλημα και εισήχθη στο ψυχιατρικό νοσοκομείο Σαντ Αν στο Παρίσι.
Την εποχή εκείνη ο Αλτουσέρ αποτελούσε σημαντική προσωπικότητα στη Γαλλία, ενώ η ENS συγκαταλέγεται στα πιο διάσημα και επιλεκτικά πανεπιστημιακά ιδρύματα της χώρας.
Τον Φεβρουάριο του 1981 η υπόθεση τέθηκε στο αρχείο, καθώς ο Αλτουσέρ κρίθηκε ποινικά ακαταλόγιστος σύμφωνα με το άρθρο 64 του Γαλλικού Ποινικού Κώδικα. Το 1983 εγκαταστάθηκε σε διαμέρισμα στο 20ό διαμέρισμα (arrondissement) του Παρισιού, το οποίο ανήκε στην Ελέν Ριτμάν-Λεγκοτιέν και είχε περιέλθει στην κατοχή του ως κληρονόμου της. Πέθανε το 1990 έχοντας τιμηθεί ευρέως για τη συμβολή του στον πολιτισμό. Το 2024 το γαλλικό κοινοβούλιο ψήφισε νόμο για την περιουσιακή δικαιοσύνη, σύμφωνα με τον οποίο σε περιπτώσεις γυναικοκτονίας ο δράστης-σύζυγος στερείται του δικαιώματος να κληρονομήσει την περιουσία του θύματος.
Η κοινοτοπία του αρσενικού
Χρειάστηκαν περισσότερα από 40 χρόνια για να αναγνωριστεί (και) αυτή η δολοφονία ως γυναικοκτονία χάρη στις έρευνες, τους αγώνες και τις κινητοποιήσεις φεμινιστριών, ερευνητριών και ακτιβιστριών, οι οποίες κράτησαν ζωντανή τη μνήμη αυτής της υπόθεσης.
Το 2023 κυκλοφόρησε ένα βιβλίο που είχε ιδιαίτερη απήχηση στα ΜΜΕ, το «Althusser assassin, La banalité du mâle» («Ο δολοφόνος Αλτουσέρ, η κοινοτοπία του αρσενικού», εκδ. Remue-Ménage), του Καναδού πολιτικού επιστήμονα Φράνσις Ντιπουί-Ντερί, ειδικού στα κοινωνικά κινήματα, τον αντιφεμινισμό και τα αντρικά ζητήματα. Το λογοπαίγνιο στα γαλλικά μεταξύ του «αρσενικού» («mâle») και του «κακού» («mal»), που προφέρονται με τον ίδιο τρόπο, είναι εξαιρετικά επιτυχημένο και χρησιμοποιείται συχνά από φεμινιστικούς κύκλους.

Το κείμενο μεταφράστηκε στα αγγλικά και στα ινδονησιακά το 2025 και στα γερμανικά το 2026. Σε εξέλιξη βρίσκονται και άλλες μεταφράσεις του, μεταξύ των οποίων και η ελληνική.
Ποια ήταν η Ελέν Λεγκοτιέν
«Οταν ξεκίνησα να κάνω έρευνα για αυτή τη δολοφονία», μου λέει ο Ντιπουί-Ντερί, «πίστευα ότι επρόκειτο για μια ιστορία του παρελθόντος, ενός άλλου αιώνα». Ωστόσο, όπως σημειώνει στους επιλόγους της αγγλικής και της γερμανικής έκδοσης του βιβλίου του, έλαβε δεκάδες επιστολές από ανθρώπους, γεγονός που μαρτυρά ότι η μνήμη της υπόθεσης παρέμενε ζωντανή.
«Εχω την εντύπωση ότι το πρώτο πράγμα που έμαθα ποτέ για τον Αλτουσέρ ήταν ότι είχε σκοτώσει τη γυναίκα του και ότι το είχε κάνει στην ENS» μου λέει η Λουσί Ροντό ντου Νουαγέ, την οποία συνάντησα σε ένα διαμέρισμα σε στιλ Haussmann στο βόρειο Παρίσι. Υποψήφια διδάκτωρ στην ιστορία της οικονομικής σκέψης, ιστορικός και απόφοιτος της ENS, η Ροντό ντου Νουαγέ εργάστηκε σχολαστικά για να ανασυνθέσει τη ζωή και το έργο της Λεγκοτιέν.
«Αν ο στόχος είναι να αποκαταστήσουμε τη φωνή ενός ανθρώπου, το ελάχιστο που μπορούμε να κάνουμε είναι να χρησιμοποιήσουμε το όνομα που έχει επιλέξει ο ίδιος για τον εαυτό του» συνεχίζει η Ροντό ντου Νουαγέ, αναφερόμενη στο γεγονός ότι συχνά συναντάμε τη Λεγκοτιέν με το όνομα Ελέν Ριτμάν, Ελέν Λεγκοτιέν ή ακόμη και Ελέν Ριτμάν-Λεγκοτιέν.
Η Ελέν Λεγκοτιέν γεννήθηκε το 1910 στο Παρίσι σε μια οικογένειά εβραϊκής καταγωγής που είχε διαφύγει από τα πογκρόμ της Ρωσικής Αυτοκρατορίας. Οπως εξηγεί η Ροντό ντου Νουαγέ, από το 1944 άρχισε να χρησιμοποιεί το επώνυμο Λεγκοτιέν, χωρίς ωστόσο να το αλλάξει επίσημα στο ληξιαρχείο. Η επιλογή αυτή πιθανότητα να συνδέεται με το παρελθόν της στη Γαλλική Αντίσταση, αν και δεν υπάρχουν επαρκείς πηγές για να το επιβεβαιώσουμε.
Η Λεγκοτιέν γνώρισε τον Αλτουσέρ το 1945 και παντρεύτηκαν το 1976. Ηταν οκτώ χρόνια μεγαλύτερή του. Από το 1951 έως το 1954 εργάστηκε ως ερευνήτρια στον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) και ως κοινωνιολόγος για τη Société d’études pour le développement économique et social (Sédés). Ασχολήθηκε κυρίως με τη γεωργία και τα μοντέλα αγροτικής ανάπτυξης. Σύμφωνα με τη Ροντό ντου Νουαγέ, συγκαταλέγεται στα ονόματα που κατά τις δεκαετίες του ’60 και του ’70 συνέβαλαν στη διαμόρφωση «μιας κριτικής και μαρξιστικής προσέγγισης της ανάπτυξης».
Τους τελευταίους μήνες της ζωής της περιγράφει η δημοσιογράφος Ζοανά Λισέν σε άρθρο της που δημοσιεύτηκε στη Libération τα Χριστούγεννα του 2023 φέρνοντας ξανά στο προσκήνιο αυτή την υπόθεση. Το άρθρο περιλαμβάνει τη μαρτυρία της Ζο Ρος, η οποία συνεργάστηκε με τη Λεγκοτιέν το 1980, λίγους μήνες πριν από τη δολοφονία της, στο Πορτ ντε Μπουκ, μια μικρή πόλη της νότιας Γαλλίας, στο πλαίσιο ενός έργου για την ανάδειξη της τοπικής εργατικής μνήμης.
Τον Φεβρουάριο του 1980 η Λεγκοτιέν, συνταξιούχος πλέον, μπήκε στο γραφείο της Ρος ζητώντας να συμμετάσχει εθελοντικά στο έργο. Συστήθηκε ως Ελέν Λεγκοτιέν. Αργότερα θα αποκαλύψει ότι είναι η σύζυγος του Αλτουσέρ, ζητώντας να παραμείνει αυτό μεταξύ τους. Αν και 70 ετών είχε όλη τη θέληση και την ενέργεια να ασχοληθεί με ένα άγνωστο για αυτήν εγχείρημα, απλώς και μόνο επειδή είχε ακούσει να μιλάνε στο ραδιόφωνο για ένα έργο στο οποίο ήθελε να συμβάλει.
Αυτό που ενδιέφερε τη Λεγκοτιέν, εξηγεί η Ροντό ντου Νουαγέ, ήταν «οι αιτίες της επίμονης δυσφορίας των εργατικών τάξεων και της εκμετάλλευσης που εξακολουθούσαν να υφίστανται, παρά τις τρεις δεκαετίες ισχυρής ανάπτυξης που γνώρισε η Γαλλία μετά το 1945».
Η είδηση της δολοφονίας της συγκλόνισε βαθιά τους ανθρώπους με τους οποίους είχε συνεργαστεί το 1980. Η έρευνα που δημοσιεύτηκε το 1984 αφιερώθηκε «στη μνήμη της Ελέν Λεγκοτιέν» και έφερε τον τίτλο «Du chantier naval à la ville: la mémoire ouvrière de Port-de-Bouc» («Από το ναυπηγείο στην πόλη: η εργατική μνήμη του Πορτ ντε Μπουκ»).
«Η Ελέν Λεγκοτιέν ήταν μια γυναίκα που με τα μέσα που διέθετε και παρά τους περιορισμούς της εποχής της κατάφερε να χτίσει μια λαμπρή καριέρα ως ερευνήτρια. Και ενέπνευσε πολλούς ακόμη ανθρώπους που βρίσκονται σήμερα εν ζωή και μιλούν για τα όσα τους δίδαξε, καθώς και για τον τρόπο με τον οποίο διαμόρφωσε τη ζωή τους» προσθέτει η Ροντό ντου Νουαγέ.

Ο δολοφόνος, πρωταγωνιστής της ιστορίας
Παρά την καριέρα της η Ελέν Λεγκοτιέν παρέμεινε επί χρόνια η «σύζυγος του…», η «γυναίκα του…», η «στραγγαλισμένη της οδού ντ’ Ουλμ». Το όνομά της, αν αναφερόταν, εμφανιζόταν πάντα στο κάτω μέρος των άρθρων, εξηγεί η έρευνα της Libération.
Ομοίως η γυναικοκτονία της αναφέρθηκε για πρώτη φορά από τον ίδιο τον Λουί Αλτουσέρ στην αυτοβιογραφία του, «L’Avenir dure longtemps» («Το μέλλον διαρκεί πολύ»), που εκδόθηκε μετά τον θάνατό του το 1992, πούλησε αρχικά 35.000 αντίτυπα και μεταφράστηκε σε δώδεκα γλώσσες.
Στο κείμενο αυτό ο Αλτουσέρ περιγράφει τη δική του ιστορία, την κατάθλιψη και τα προσωπικά του αδιέξοδα, οικοδομώντας μια αυτοδικαιωτική αφήγηση που δίνει στην ιστορία το νόημα που ήθελε ο ίδιος να της αποδώσει. Το έργο παρουσιάστηκε ως ένα «ειλικρινές κείμενο» και «χαιρετίστηκε από διανοούμενους ως “αριστούργημα της αυτοβιογραφικής λογοτεχνίας”» γράφει ο Ντιπουί-Ντερί, ο οποίος το θεωρεί «συχνά ασήμαντο και συνολικά κακόγουστο».
Στην αυτοβιογραφία του ο Αλτουσέρ αφηγείται ότι τα τελευταία χρόνια της ζωής της η Λεγκοτιέν είχε αυτοκτονικές τάσεις, αφήνοντας έτσι να εννοηθεί ότι είχε πιθανότατα πραγματοποιήσει ο ίδιος το όνειρό της.
Το 1985 η δημοσιογράφος Κλοντ Σαρότ γράφοντας στη Le Monde για έναν άλλο δολοφόνο, τον Ιάπωνα Ισέι Σαγκάουα, ανέφερε: «Εμείς, στα μέσα ενημέρωσης, μόλις δούμε ένα διάσημο όνομα να εμπλέκεται σε μια συγκλονιστική υπόθεση, όπως ο Αλτουσέρ, […] το κάνουμε ολόκληρο θέμα συζήτησης. Το θύμα; Δεν αξίζει ούτε δύο γραμμές. Ο απόλυτος πρωταγωνιστής είναι ο ένοχος».
Σε άρθρο του 1992 για την αυτοβιογραφία του Αλτουσέρ σχετικά με το έγκλημά του το Der Spiegel έγραψε: «Με σαφήνεια και άψογη πρόζα ο Αλτουσέρ σκιαγραφεί ένα εσωτερικό δράμα». Για το θύμα, ούτε λέξη.
«Οι εκδηλώσεις συμπάθειας προς τον Αλτουσέρ θυμίζουν τα όσα ακούστηκαν το 2003 μετά τη δολοφονία της ηθοποιού Μαρί Τρεντινιάν από τον σύντροφό της, τον τραγουδιστή Μπερτράν Καντά των Noir Désir. Και στις δύο περιπτώσεις οι δράστες ήταν άντρες που ανήκαν στην πνευματική ή καλλιτεχνική ελίτ» παρατηρεί ο Ντιπουί-Ντερί παραθέτοντας την Καναδή μελετήτρια Λουσίλ Σιπριάνι:
«Ο λόγος του θύτη μπορεί να καταλάβει ολόκληρο τον δημόσιο χώρο μετατοπίζοντας πλήρως την προσοχή από τον πόνο του θύματος στον πόνο του θύτη. […] Οι δυστυχίες της παιδικής του ηλικίας, τα βασανιστήρια της ζήλιας και των χωρισμών, τα τραύματα του εγώ, η υπαρξιακή του αγωνία και η ανάγκη του για έλεγχο προβάλλονται διαρκώς στα μέσα ενημέρωσης. […] Ο κόσμος του πολιτισμού παραχωρεί το βήμα στον λόγο των δραστών, έναν λόγο που όχι μόνο επισκιάζει τον πόνο των θυμάτων, αλλά συμβάλλει και στη διαιώνιση της βίας».
Ως εξήγηση προβλήθηκε η «τρέλα» του δολοφόνου, μια θέση που υιοθέτησε και ο ίδιος ο Αλτουσέρ στην αυτοβιογραφία του. Μια προσωπική τραγωδία, δηλαδή, που δεν εντάσσεται σε κανένα ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο.
«Τόση φαντασία για να διατυπωθούν φαινομενικά περίπλοκες υποθέσεις και τόσος κόπος για να αγνοηθεί ένα σχετικά απλό γεγονός: φιλόσοφος ή όχι, μαρξιστής ή όχι, τρελός ή όχι, ο Αλτουσέρ δεν ήταν παρά ένας από τους αμέτρητους άντρες που κάθε χρόνο δολοφονούν την πρώην ή νυν σύντροφό τους. Αυτή η παραβίαση των κοινωνικών κανόνων γίνεται ακόμα πιο παράδοξη, αν αναλογιστεί κανείς ότι ο δράστης ήταν ο σημαντικότερος μαρξιστής θεωρητικός της εποχής του» γράφει ο Ντιπουί-Ντερί.
Ο Αλτουσέρ και ο μασκουλινισμός: ο φεμινισμός ως ιδεολογικός αντίπαλος;[............]

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου