Ένας παιδόφιλος νομπελίστας
Πριν από μισό αιώνα, η Νορβηγική Επιτροπή Νόμπελ απένειμε το κορυφαίο βραβείο στον κόσμο σε έναν εξαίρετο επιστήμονα, τον δρα Ντάνιελ Κάρλτον Γκαϊντούσεκ, για την έρευνά του πάνω στη νευροεκφυλιστική νόσο κούρου, η οποία ήταν ενδημική σε περιοχές της Παπούα Νέα Γουινέα.
Ο 53χρονος, τότε, σλοβακικής καταγωγής Αμερικανός, απόφοιτος του Χάρβαρντ και του Κολούμπια με ειδίκευση στην Παιδιατρική και την Ιολογία, θεωρούνταν αυθεντία στον τομέα του.
Ξεκίνησε να ασχολείται με την «εξωτική» αυτή ασθένεια ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’50, οπότε άρχισε τα ταξίδια σε αυτό το τεράστιο τροπικό νησί της Ωκεανίας με τις εκατοντάδες φυλές και διαλέκτους, το δυτικό τμήμα του οποίου ανήκει σήμερα στην Ινδονησία, ενώ το ανατολικό ανεξαρτητοποιήθηκε από την Αυστραλία το 1975.
Ένα ethnic «οικοτροφείο αρρένων»
Ο Γκαϊντούσεκ απέδειξε ότι η ιογενής αυτή λοίμωξη ήταν μεταδοτική και σχετιζόταν με κανιβαλιστικές πρακτικές. Κατά τις τρεις σχεδόν δεκαετίες της έρευνάς του και έχοντας κερδίσει την εμπιστοσύνη των ντόπιων, έφερε δεκάδες νεαρά παιδιά από την Παπούα και την ευρύτερη νησιωτική περιοχή –σχεδόν όλα τους αγόρια– για να ζήσουν μαζί του στο σπίτι του στο Φρέντερικ του Μέριλαντ. Ο συνολικός αριθμός όσων παιδιών φερόταν να είχε «υιοθετήσει» ανερχόταν σε πάνω από πενήντα – τριάντα έξι από αυτά τα είχε φέρει στην Αμερική. Τα παρουσίαζε ως μέλη μιας μεγάλης οικογένειας με «πατριάρχη» εκείνον, τα φρόντιζε, τα έστελνε σχολείο, τους εξασφάλιζε μέχρι και πανεπιστημιακές σπουδές.
Ο Γκαϊντούσεκ προσπαθούσε να πραγματώσει τις παιδοφιλικές του παρορμήσεις μέσω του κύρους, της θεσμικής του θέσης και με μια αποικιοκρατικής υφής νοοτροπία. Από την άλλη, φαίνεται πως πράγματι βοήθησε αρκετά παιδιά.
Το κτήμα ήταν αρκετά μεγάλο, όπως και το σπίτι, ένα αποικιακό κτίριο του 18ου αιώνα, το οποίο προσέφερε άπλετο χώρο, ανέσεις, και επίσης ήταν απομονωμένο. Κανείς δεν παραξενευόταν, καθώς όλοι πίστευαν ότι η φιλοξενία αυτή σχετιζόταν με την έρευνά του, και κανείς δεν φαινόταν να αμφιβάλλει για τα αλτρουιστικά του αισθήματα σε συνδυασμό με τα ιατρικά και τα ευρύτερα ανθρωπολογικά του ενδιαφέροντα.

Η πραγματικότητα, ωστόσο, για κάποια τουλάχιστον από αυτά τα παιδιά, αποδείχθηκε λίγο διαφορετική: Το πρώτο «καμπανάκι» ήρθε το 1995, με την καταγγελία του John Clayton Harongsemal με καταγωγή από τη Μικρονησία ότι κακοποιήθηκε σεξουαλικά όταν ήταν ακόμα ανήλικος από τον υπεράνω πάσης υποψίας νομπελίστα, ενώ φιλοξενούνταν στο ιδιότυπο «οικοτροφείο» του, πρακτική που συνεχίστηκε επί χρόνια, καθώς έλεγε. Το FBI που ανέλαβε την έρευνα έβαλε τον Harongsemal να τηλεφωνήσει στον πρώην «κηδεμόνα» του και κατέγραψε τη συνομιλία τους. Εκεί ο Γκαϊντούσεκ παραδέχτηκε ότι είχε σεξουαλικές επαφές τόσο με αυτόν όσο και με άλλους φιλοξενούμενούς του, ομολόγησε επίσης απαντώντας σε σχετική του ερώτηση ότι ναι, είναι παιδόφιλος.
Μαθεύτηκε, επιπλέον, ότι ο βραβευμένος ερευνητής είχε κατηγορηθεί και στο παρελθόν από γιο συναδέλφου του στο Εθνικό Ινστιτούτο Υγείας των ΗΠΑ για σεξουαλική κακοποίηση όταν ακόμα ήταν παιδί, ωστόσο η υπόθεση είχε αρχειοθετηθεί ελλείψει ικανών αποδεικτικών στοιχείων. Ας σημειωθεί ότι άλλες επίσημες καταγγελίες από πρώην «τροφίμους» του δεν έγιναν – αντιθέτως, άλλοι έλεγαν τα καλύτερα λόγια γι’ αυτόν και για τις ευκαιρίες που τους έδωσε.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου