
Κόντρα Ρωσίας - Γερμανίας / Πόσο πραγματικά επικίνδυνη μπορεί να γίνει;
Η άμεση αντίδραση από γερμανικής πλευράς παρέμεινε σκόπιμα κάτω από το «κατώφλι» της ανάληψης στρατιωτικής δράσης αλλά υπερέβη ταχύτατα εκείνο των «αντιποίνων»
Η πρόσφατη επιδείνωση των σχέσεων Ρωσίας-Γερμανίας με αφορμή την εικαζόμενη ρωσική απόπειρα επίθεσης με drone στο αεροδρόμιο της Λειψίας, είναι ήδη αρκετά σοβαρή για να αγνοηθεί ή να υποτιμηθεί, πόσο μάλλον όταν ανατροφοδοτείται συνεχώς.
Αντανακλά τη γενικότερη τάση εχθρότητας που έχει κυριαρχήσει στη σχέση των δύο άλλοτε καλών εταίρων, ειδικά στον ενεργειακό τομέα, θέτοντας ορισμένα δύσκολα και “προκλητικά” ερωτήματα. Το σημαντικότερο όλων αυτή τη στιγμή είναι πόσο ακόμη μπορεί να κλιμακωθεί η αντιπαράθεση μέχρι η διάκριση μεταξύ «υβριδικού πολέμου» και θερμής αντιπαράθεσης να δείχνει τελικά άνευ νοήματος, πολιτικά, στρατιωτικά, ψυχολογικά.
Οι επίμονες κατηγορίες της Γερμανίας ότι η Ρωσία βρίσκεται πίσω από απόπειρα επίθεσης με drone κατά ουκρανικού μεταγωγικού αεροσκάφους στο αεροδρόμιο που έχει γίνει τελευταία σημαντικός κόμβος υλικοτεχνικής υποστήριξης του Κιέβου, παρουσιάζεται από το Βερολίνο και τους Ευρωπαίους συμμάχους του ως μέρος μιας ευρύτερης ρωσικής εκστρατείας δολιοφθοράς με στόχο, εκτός των άλλων, τη δημιουργία κλίματος ανασφάλειας και σύγχυσης. Η Μόσχα αρνείται κάθε ευθύνη και κατηγορεί τη Γερμανία ότι διατυπώνει κατηγορίες βασισμένες σε “κατασκευασμένα” στοιχεία.
Κάτω από το «κατώφλι»
Η άμεση αντίδραση από γερμανικής πλευράς παρέμεινε σκόπιμα κάτω από το “κατώφλι” της ανάληψης στρατιωτικής δράσης αλλά υπερέβη ταχύτατα εκείνο των “αντιποίνων”. Τα αντίμετρα ήταν πολιτικο-διπλωματικά αλλά και σε επίπεδο συμβολισμών. Το Βερολίνο προχώρησε στο κλείσιμο του Ρωσικού Προξενείου στη Βόννη και του πολιτιστικού κέντρου του “Ρωσικού Σπιτιού” αυστηροποιώντας τους περιορισμούς για τους Ρώσους τουρίστες και πιέζοντας τις Βρυξέλλες για πιο αποφασιστική ευρωπαϊκή δράση κατά του λεγόμενου “σκιώδους στόλου” της Μόσχας. Η Ρωσία, με τη σειρά της, ανακοίνωσε το κλείσιμο των κέντρων του Ινστιτούτου Γκαίτε στη Μόσχα, την Αγία Πετρούπολη και το Γεκατερίνμπουργκ.
Επιφανειακά, οι ενέργειες αυτές παραπέμπουν σε τυπικές αντιδράσεις που προκαλούνται από τη δυναμική της επιδείνωσης μιας διμερούς διπλωματικής σχέσης, η οποία υπό άλλες συνθήκες δεν θα ήταν ιδιαίτερα ανησυχητική. Ωστόσο, η υπόγεια δυναμική στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι πολύ πιο επικίνδυνη απ' ό,τι δείχνει. Ο λόγος είναι συγκεκριμένος: Η προοδευτική ομαλοποίηση της αίσθησης ότι σε ευρωπαϊκό έδαφος μπορούν να διεξάγονται συγκαλυμμένες επιχειρήσεις-και ακόμη περισσότερο η επιστροφή σε πολύ μεγαλύτερη ένταση του ψυχροπολεμικού κλίματος- κάνουν όλο και πιο δύσκολους τους υπολογισμούς για το πως πρέπει να αντιδράσει η θιγόμενη πλευρά χωρίς να προκληθεί σοβαρή και δυνητικά ανεξέλεγκτη ανατροφοδότηση.
Για λόγους που εύκολα μπορεί να αντιληφθεί κάποιος, συμπεριλαμβανομένων των ιστορικών, η Γερμανία βρίσκεται σε ιδιαίτερα λεπτή θέση στην απαιτητική αυτή άσκηση ισορροπίας. Είναι σήμερα ο δεύτερος μεγαλύτερος υποστηρικτής της Ουκρανίας στην Ευρώπη σε στρατιωτικό υλικό μετά τις Ηνωμένες Πολιτείες ενώ παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο και δίνει το ρυθμό στην εκστρατεία στρατιωτικού επανεξοπλισμού της ηπείρου. Για τη Μόσχα, επομένως, η αποδυνάμωση της γερμανικής πολιτικής βούλησης έχει στρατηγική αξία πολύ μεγαλύτερη από τις συνέπειες μιας οποιασδήποτε στοχευμένης επίθεσης με drones. Ο σκοπός των υποτιθέμενων ρωσικών υβριδικών επιχειρήσεων, αν η ερμηνεία του Βερολίνου είναι σωστή, δεν είναι απαραίτητα η καταστροφή των γερμανικών υποδομών.
Το όποιο “όφελος” από κάτι τέτοιο φαντάζει ασήμαντο. Εκείνο που θα μπορούσε να κάνει τη διαφορά, είναι άλλο: Η αίσθηση της περιρρέουσας απειλής, η διάχυτη ανασφάλεια, ο φόβος, η πολιτική κόπωση, ο εσωτερικός κατακερματισμός. Όλα αυτά, αθροιστικά ή συνδυαστικά, θα μπορούσαν να κάνουν το κόστος υποστήριξης της Ουκρανίας από το Βερολίνο να φαίνεται λιγότερο διαχειρίσιμο.
Μια επιτυχημένη «αποτυχία»;
Εννοείται πως μια επιτυχημένη επίθεση θα μπορούσε να προκαλέσει θύματα, να διαταράξει την αποστολή βοήθειας προς το Κίεβο, να προκαλέσει αιφνίδια κλιμάκωση. Αλλά αυτή η επιλογή δεν φαίνεται να έχει νόημα. Αντίθετα, μια “αποτυχημένη” επιχείρηση μπορεί να πετύχει κάτι σημαντικότερο: Να αναγκάσει μια κυβέρνηση να δαπανήσει πολιτικό κεφάλαιο μόνο και μόνο μπαίνοντας στη διαδικασία ν’ αποφασίσει για το πώς θα αντιδράσει. Αυτή η κατάσταση είναι ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση που θα μπορούσε να αντιμετωπίσει η Γερμανία.
Γερμανοί αξιωματούχοι επιμένουν ότι η χώρα «δεν βρίσκεται σε πόλεμο» με τη Ρωσία αλλά υπόκειται σε μια καθημερινή εκστρατεία υβριδικού πολέμου. Η εν λόγω διατύπωση κρίνεται αναγκαία διότι δεν δικαιολογεί την επίκληση του άρθρου 5 του ΝΑΤΟ προκειμένου να ενεργοποιηθεί η συμμαχική συλλογική άμυνα. Σε στρατηγικό επίπεδο, ωστόσο, δεν μπορεί να είναι καθησυχαστική.
Αν Ρωσία φέρεται να διεξάγει μυστικές επιχειρήσεις εναντίον γερμανικών υποδομών ενώ η Γερμανία συνεχίζει να παρέχει όπλα και υλικοτεχνική υποστήριξη στην Ουκρανία, και αν το Βερολίνο απαντά μέσω κυρώσεων, περιορισμών, απελάσεων ακόμη και με μυστικές επιχειρήσεις, οι δύο χώρες έχουν εμπλακεί ντε φάκτο σε μια κλιμακούμενη αντιπαράθεση. Σκόπιμα όμως αυτή διατηρείται κάτω από το “κατώφλι” της ανοιχτής στρατιωτικής αναμέτρησης. Αυτό το όριο είναι που και οι δύο πλευρές δεν θέλουν- και δεν έχουν συμφέρον- να υπερβούν.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου