Ο Φοίβος Δεληβοριάς είναι ο νέος καλεσμένος του Κώστα Γιαννακίδη στο TALKFLIX, σε μια συζήτηση που κινείται από τη μουσική και τον κινηματογράφο μέχρι την πολιτική και τους προσωπικούς φόβους.
Ο αγαπημένος τραγουδοποιός εξηγεί γιατί θεωρεί τους Sopranos ό,τι πιο κοντινό έφτασε ποτέ η τηλεόραση στη μεγάλη λογοτεχνία, αποκαλύπτει γιατί το Οκτώμιση του Φελίνι παραμένει η αγαπημένη του ταινία, εξηγώντας και πώς τον έχει επηρεάσει και εμπνεύσει, ενώ περιγράφει τη μοναχική διαδικασία της δημιουργίας.
Μιλά για τη γέννηση του «Μπάσταρδου Γιου», τα τραγούδια που τον διαμόρφωσαν, όσα βρίσκει καλλιτεχνικά ενδιαφέροντα στην τραπ, αλλά και γιατί πιστεύει ότι η εποχή μας δεν γεννά πλέον Beatles, Χατζιδάκηδες και Θεοδωράκηδες.
Δεν αποφεύγει, επίσης, να σχολιάσει τη σημερινή κυβέρνηση και πώς αυτή συμπεριφέρεται στο κράτος δικαίου.
Τέλος, αναφέρεται στο τραγούδι των Τεμπών και αποκαλύπτει τον μεγαλύτερο φόβο του.
Πολλοί ήταν αυτοί που ανέμεναν ότι η ιστορική απόφαση 6/2026 του
Αρείου Πάγου αναφορικά με τον τρόπο υπολογισμού των δόσεων, θα δικαίωνε
τους περίπου 350.000 δανειολήπτες που υπάχθηκαν στον νόμο Κατσέλη. Όπως
άλλωστε αποφάσισε η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, τα κόκκινα δάνεια θα
πρέπει να υπολογίζονται στη μηνιαία δόση και όχι στο σύνολο του
ανεξόφλητου ποσού. Παρά όμως την ξεκάθαρη απόφαση που έλαβε ο Άρειος
Πάγος, οι τράπεζες και οι servicers φαίνεται ότι θα κάνουν ότι μπορούν, προκειμένου να την ανατρέψουν.
Τα δύο σχέδια
Σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες, τα νομικά τμήματα των τραπεζών και των servicers, φαίνεται να εξετάζουν δύο διαφορετικά σχέδια, προκειμένου να συνεχίσουν να εισπράττουν υπέρογκους τόκους από τους δανειολήπτες.
Το newsletter του iEidiseis καθημερινά στο inbox σου. Κάνε εγγραφή εδώ.
Το πρώτο σχέδιο φαίνεται πως αφορά τη δημιουργία μιας νέας επιβάρυνσης,
η οποία μάλιστα ενδεχομένως να προσεγγίζει το κόστος που επέφερε ο
-μέχρι πρότινος- υπολογισμός των τόκων επί του συνολικού ανεξόφλητου
ποσού. Προκειμένου να δικαιολογήσουν αυτή τη νέα επιβάρυνση, οι τράπεζες
και οι servicers προσανατολίζονται στην έκδοση νέων
προγραμμάτων αποπληρωμής των κόκκινων δανείων, τα οποία θα βασίζονται
στην ερμηνεία που οι ίδιοι θα έχουν δώσει στην απόφαση του Αρείου Πάγου.
Πρόκειται για μια ακραία, έως προκλητική κίνηση, που εφόσον προχωρήσει,
δεν θα απαλλάξει τους δανειολήπτες από τις υπέρογκες δόσεις.
Το δεύτερο σχέδιο των τραπεζών και των servicers, φέρεται να αφορά την επιστροφή στη νομική οδό. Σε αυτή την περίπτωση, οι χρηματοδοτικοί φορείς
θα προσφύγουν εκ νέου στον Άρειο Πάγο, προκειμένου να ερμηνεύσει την
απόφασή του, αυτή τη φορά όμως, βάσει της δικής τους ερμηνείας.
Είναι ξεκάθαρο ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση, στόχος των τραπεζών και
των servicers θα ήταν να καθυστερήσουν τη δυσμενή γι’ αυτούς εξέλιξη,
ελπίζοντας σε μια ευνοϊκότερη για τους ίδιους απόφαση της Δικαιοσύνης.
Η ερμηνεία
Προκειμένου να γίνει περισσότερο αντιληπτή η στρατηγική των νομικών
τμημάτων των τραπεζών και των servicers, αξίζει να σταθούμε περισσότερο
στην ερμηνεία που έχουν δώσει στην απόφαση του Αρείου Πάγου.
Όπως προκύπτει λοιπόν, φαίνεται πως αυτή η ερμηνεία στηρίζεται σε μια
αναφορά της επίμαχης απόφασης του Αρείου Πάγου, όπου σημειώνεται πως «ο υπολογισμός του τόκου θα γίνει εξαρχής επί της καθορισθείσας μηνιαίας δόσης για όλο τον χρόνο από την έναρξη έως τη λήξη της». Με άλλα λόγια, αυτή η ερμηνεία βασίζεται στην τρίτη παράμετρο υπολογισμού των τόκων που είναι ο χρόνος.
Εφόσον αυτή η ερμηνεία γίνει αποδεκτή από τη Δικαιοσύνη, τότε θα δημιουργηθεί ένα νέο μοντέλο υπολογισμό των τόκων, που θα οδηγήσει σε μεγάλα αύξηση των δόσεων. Κι αυτό επειδή οι τόκοι θα αυξάνονται γραμμικά με την πάροδο του χρόνου.
Σε αυτή την περίπτωση, ο δανειολήπτης που θα πλήρωνε το πρώτο
μήνα 1,50 ευρώ τόκους, τον 100ο μήνα θα πληρώσειτόκους 150 ευρώ και
στην τελευταία δόση θα πληρώσει τόκους 360 ευρώ.
Στην περίπτωση που οι τόκοι υπολογιστούν βάσει της απόφασης του Αρείου Πάγου, ο δανειολήπτης θα κληθεί να πληρώσει λίγες εκατοντάδες ευρώ σε διάρκεια 20 ετών. Εφόσον όμως υιοθετηθεί η ερμηνεία τραπεζών και servicers, τότε, στο συγκεκριμένο παράδειγμα, το συνολικό ποσό των τόκων θα ξεπεράσει τις 40.000 ευρώ!
Χάνουν την προστασία από τον νόμο Κατσέλη
Όπως γίνεται εύκολα κατανοητό, παρά τις προσπάθειες των
χρηματοδοτικών φορέων να ανατρέψουν την πραγματικότητα, η απόφαση του
Αρείου Πάγου δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας: απώτερος στόχος είναι η προστασία των δανειοληπτών από την υπερχρέωση που βίωναν επί σειρά ετών. Βάσει όσων σημείωσαν στο iEidiseis.gr αρμόδιοι νομικοί κύκλοι, τα σχέδια που φέρονται να εξυφαίνουν τράπεζες και servicers, έρχονται σε πλήρη αντίθεση με το πνεύμα της απόφασης του Αρείου Πάγου.
Άλλωστε, εφόσον οι τράπεζες κατορθώσουν να ανατρέψουν την απόφαση,
τότε για ακόμη μια φορά η εξυπηρέτηση της ρύθμισης των υπερχρεωμένων
δανειοληπτών, δεν θα είναι βιώσιμη.
Μάλιστα, οι ίδιοι κύκλοι σημείωσαν πως δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι
εκατοντάδες χιλιάδες δανειολήπτες που υπάχθηκαν στον νόμο Κατσέλη, έχει κριθεί δικαστικά ότι μπορεί να αντέξουν -παραδείγματος χάριν- μια μηνιαία δόση της τάξεως των 400 ευρώ. Αν μέσω της νέας στρατηγικής των τραπεζών το ποσό της δόσης εκτοξευθεί στα 700 ευρώ, τότε οι δανειολήπτες θα χάσουν την προστασία από την υπαγωγή τους στον νόμο Κατσέλη. Οι δανειολήπτες θα έχουν εγκλωβιστεί ξανά στη μέγγενη των υπέρογκων δόσεων.
«Απλά μαθηματικά»
Σαν να μην έφταναν όμως όλα αυτά, φαίνεται ότι οι νομικοί κύκλοι των τραπεζών, έχουν
υιοθετήσει μια επιθετική και αλαζονική ρητορική, προκειμένου να
επιχειρηματολογήσουν εναντίον της απόφασης του Αρείου Πάγου.
Αυτοί οι κύκλοι, φέρονται μάλιστα να απαξιώνουν όσους διαφωνούν με τη
νομική τους άποψη και να υποστηρίζουν κυνικά πως η επιχειρηματολογία
τους βασίζεται σε «απλά μαθηματικά».
Είναι δεδομένο ότι δεν περίμενε κανείς πως τράπεζες και servicers θα
άφηναν αμαχητί την είσπραξη των υπέρογκων τόκων. Κανείς δεν περίμενε
επίσης πως θα έδειχναν οποιουδήποτε είδους ευαισθησία απέναντι στους
εκατοντάδες χιλιάδες δανειολήπτες.
Και πάλι όμως, η υιοθέτηση μιας πιο μετριοπαθούς ρητορικής από τράπεζες και servicers δεν θα έβλαπτε.
Όχι φυσικά για να αναβαθμίσουν το κοινωνικό τους προφίλ. Αυτό το τρένο
έχει χαθεί προ πολλού. Αλλά επειδή οι ερμηνείες των νόμων και των
δικαστικών αποφάσεων, παραμένουν -ευτυχώς-, αρμοδιότητα της Δικαιοσύνης.
Όλα τα κέρδη από το single πηγαίνουν στο Ταμείο Together for Palestine, το οποίο διατηρείται από το Choose Love (αριθ. φιλανθρωπικού ιδρύματος 1177927), για την υποστήριξη των παλαιστινιακών οργανώσεων Taawon, Palestine Children's Relief Fund και Palestine Medical Relief Society.
———— LULLABY by Together for Palestine features the following artists: Amena, Brian Eno, Celeste, Dan Smith (Bastille), Kieran Brunt, Lana Lubany, Leigh-Anne Pinnock, London Community Gospel Choir, Mabel, Nadine Shah, Nai Barghouti, Neneh Cherry, Sura Abdo, TYSON, Yasmeen Ayyashi, Ysee.
Arranged and re-composed by Kieran Brunt, Nai Barghouti Co-arranged by Benji B Additional lyrics by Mahmoud Darwish, with outro melody by Said Murad (Sabreen) English lyrics by Peter Gabriel
Ο Δημήτρης Λιαντίνης αποτελεί μια από τις πιο ιδιότυπες και πολυσυζητημένες μορφές της σύγχρονης ελληνικής πνευματικής ζωής. Η σκέψη, η προσωπικότητα και το άψογα σκηνοθετημένο τραγικό τέλος του συνεχίζουν να προκαλούν έντονο ενδιαφέρον.
Ο Λιαντίνης δε θεωρούσε τον εαυτό του ως απλό καθηγητή, αλλά ως Δάσκαλο, που είχε ως αποστολή του να μεταλαμπαδεύσει στην ελληνική κοινωνία και ιδιαίτερα στη νέα γενιά το «ελληνικό πνεύμα». Ο λόγος του ήταν ζωντανός, θεατρικός , μεταδοτικός, υπερβαίνοντας τα όρια της ακαδημαϊκής διδασκαλίας , γι΄αυτό συγκινούσε όχι μόνο τους φοιτητές του αλλά και μεγάλα κοινωνικά ακροατήρια .
Ο ίδιος χαρακτήριζε το έργο του ως «αιρετικό», αφού ήταν έντονος επικριτής του σύγχρονου καταναλωτικού δυτικού πολιτισμού, τον οποίο θεωρούσε βαθιά παρακμιακό και φθίνοντα . Υποστήριζε την ανάγκη επαναπροσέγγισης και ένταξης των αρχαιοελληνικών αξιών και τρόπου σκέψης στη σύγχρονη εκπαίδευση και στη ζωή . Ο Λιαντίνης κρατούσε επίσης μια σύνθετη και επικριτική στάση απέναντι στη
χριστιανική θρησκεία. Στο έργο του «Γκέμμα», την ψέγει συχνά με
αιχμηρά λόγια, μιλώντας για μια θρησκεία όπου επικρατεί το «θεολογικό μίσος» . Αντιπαρέθετε τον ελληνικό
τρόπο σκέψης, που βασίζεται στη γνώση και τον ορθολογισμό, με τον
ιουδαϊκό, που για τον ίδιο εκπροσωπείται και από τη χριστιανική πίστη και τη θρησκεία,
σημειώνοντας πως «γι' αυτό οι Εβραίοι νίκησαν» . Η σκέψη του κινήθηκε μεταξύ αυτών των δύο ρευμάτων, θεωρώντας τα ως τις
μόνες έγκυρες κοσμοθεωρήσεις. Οραματιζόταν τη σύνθεσή τους, ένα
εγχείρημα που, όπως πίστευε, επιχείρησαν ανεπιτυχώς ο Γκαίτε και ο
Σολωμός . Στο φιλοσοφικό του σύστημα διακρίνονται ισχυρές επιρροές
από την Αρχαία Ελλάδα, τον Ρομαντισμό και ιδιαίτερα τον Φρίντριχ Νίτσε,
του οποίου μετέφρασε το έργο «Ίδε ο Άνθρωπος».Υπήρξε υπέρμαχος του
διαχωρισμού Κράτους-Εκκλησίας, ιδιαίτερα στην εκπαίδευση, γεγονός που προκάλεσε αντιδράσεις και απέκτησε πολλούς εχθρούς, οι οποίοι τον λοιδορούσαν ως άθεο και διαταραγμένο ψυχικά .
Ο Έρωτας και ο Θάνατος ήταν τα κεντρικά ζητήματα της φιλοσοφικής του αναζήτησης . Αντλώντας από τους Αρχαίους Έλληνες, δεν θεωρούσε τη ζωή ως μια απερίσκεπτη χαρά, αλλά τη γέμιζε με μία βαθιά μελαγχολία μπροστά στο αναπόφευκτο του τέλους της ανθρώπινης ύπαρξης. Απέρριπτε κάθε έννοια μεταθανάτιας ζωής, θεωρώντας τον θάνατο ως το απόλυτο τέλος, ένα « γλυκό ύπνο χωρίς ξύπνημα» .
Η απόφασή του να δώσει τέλος στη ζωή του αποτελεί για πολλούς μια πράξη απόλυτα συνεπή με τις ιδέες του. Μιλώντας για «αυτοθέλητο αφανισμό», η επιλογή του θεωρήθηκε πράξη αξιοπρέπειας και διαμαρτυρίας . Στο αποχαιρετιστήριο γράμμα προς την κόρη του, αποκαλύπτει τον βαθύ πόνο και την αγωνία του για το μέλλον. Η απόφασή του δεν ήταν πράξη απόγνωσης, αλλά μια «τελευταία πράξη» που είχε «το νόημα της διαμαρτύρησης για το κακό που ετοιμάζουμε εμείς οι ενήλικοι στις αθώες νέες γενιές που έρχονται» .
Η δύναμη του Ιταλικού νεορεαλισμού οδηγός του σύγχρονου κινηματογράφου
Η Θέση/ Il Posto
Ερμάνο Όλμι*
Η δεύτερη
ταινία του Ερμάνο Ολμι, ένα δράμα επιβίωσης που ισορροπεί δεξιοτεχνικά
ανάμεσα στον νεορεαλισμό και το μοντέρνο σινεμά και υπήρξε αρκετό για να
καθιερώσει το όνομα του δημιουργού του.
O 19χρονος Ντομένικο κάνει τα πάντα για να εξασφαλίσει μια θέση
σε μια μεγάλη εταιρεία στο Μιλάνο του 1961, αφού αυτή είναι και σύμφωνα
με τους γονείς του η μεγαλύτερη ευκαιρία της ζωής του. Περνώντας όλες
τις δοκιμασίες που απαιτούνται για να κριθεί κατάλληλος, θα γνωρίσει
κατά τη διάρκεια των πολλαπλών εξετάσεων την Αντονιέτα και θα την
ερωτευτεί. Όταν, όμως, θα προσληφθούν και οι δύο, θα τοποθετηθούν σε
διαφορετικά τμήματα και έτσι ο έρωτάς τους θα διακοπεί απότομα, όσο ο
Ντομένικο θα συνειδητοποιεί πως η πολυπόθητη θέση που κέρδισε βρίσκεται
πολύ μακριά από το όνειρο μιας καλύτερης ζωής.
Βλέποντας τη «Θέση», μισό αιώνα μετά τη δημιουργία της, αντιλαμβάνεσαι
με τον πιο αυταπόδεικτο τρόπο τη δύναμη του κινήματος του νεορεαλισμού
ως επιρροή για το σύγχρονο ανεξάρτητο σινεμά, αλλά και το πώς ακριβώς ο
Ερμάνο Όλμι, μεταγενέστερος των πρωτοπόρων του είδους, κρατάει αυτούσια
όλα τα στοιχεία του νεορεαλισμού μετουσιώνοντάς τα σε μια ταινία που θα
μπορούσε να είχε γυριστεί ακόμη και σήμερα χωρίς να χάσει ίχνος από τη δύναμή της.
Χωρισμένη σε τέσσερις νοητές πράξεις-στιγμές από τη ζωή ενός νέου στο
μεταπολεμικό Μιλάνο των αρχών του 1960, η «Θέση» εξελίσσεται
τελετουργικά, ακολουθώντας σχεδόν με ντοκιμαντερίστικο τρόπο τον
πρωταγωνιστή της σε ένα καθημερινό roller-coaster που αποτελείται από
μικρές και μεγάλες αγωνίες, εκπλήξεις, χαρές, ενθουσιασμούς και
απογοητεύσεις, καθώς μια ιστορία επιβίωσης μεταλλάσσεται σε ένα love
story και από εκεί σε ένα πορτρέτο μιας ολόκληρης χώρας που αλλάζει
μπροστά στο δέος του «οικονομικού θαύματος».
Με πλήρη την αντίστιξη ανάμεσα σε ένα εργασιακό περιβάλλον που δίνει
περισσότερη σημασία στην τεχνοκρατική πλευρά της «δουλειάς» και στο
αθώο, περιπλανώμενο στην πόλη και τα όνειρα για έναν έρωτα που γεννιέται
και μια καλύτερη ζωή βλέμμα του Ντομένικο, ο Ερμάνο Όλμι σκηνοθετεί
γεωμετρικά - με τον τρόπο του Μικελάντζελο Αντονιόνι - το οδοιπορικό του
ήρωά του, κρατώντας την κάμερα όσο πιο κοντά γίνεται στο πρόσωπό του,
όχι μόνο για να επιτείνει την αίσθηση του ντοκιμαντέρ, αλλά με σκοπό να
αναδείξει τη μελαγχολία μιας ζωής που θα μπορούσε να ξεφύγει από τα
γρανάζια μιας προγραμματισμένης κοινωνίας και να γευτεί τις μικρές,
πραγματικές χαρές της ζωής.
Στην πιο αυτοβιογραφική του ταινία και αυτή που θα έστρωνε το δρόμο
για τις μεγάλες του μετέπειτα στιγμές (το Χρυσό Φοίνικα για το «Δέντρο
με τα Τσόκαρα» το 1978 και το Χρυσό Λιοντάρι στη Βενετία για το «Θρύλο
του Ιερού Πότη» το 1988), ο Ερμάνο Όλμι - υπάλληλος για μια δεκαετία σε
μια εταιρία του Μιλάνο, επενδύει πάνω στους ερασιτέχνες ηθοποιούς του
και παραμένει κοντά τους ακόμη και όταν η διαδρομή τους τους οδηγεί
νομοτελειακά στην αποξένωση και την αλλοτρίωση.
Σε αυστηρό ασπρόμαυρο και σταθερά πλάνα που αφήνουν τη δράση να
εκτυλίσσεται σαν να επρόκειτο για την αυστηρή παρατήρηση μιας κοινωνίας
που ψάχνει το νόημα σε λάθος μέρη, η «Θέση» δεν απομακρύνεται ποτέ από
την ουμανιστική της θέση, πιο κοντά ίσως στο σινεμά του Ρομπέρ Μπρεσόν
χωρίς ωστόσο την πνευματικότητα που θα μπορούσε να την ανυψώσει σε ένα
έπος για την πλάνη του Δυτικού Πολιτισμού.
Πολιτικός, ρομαντικός, έτοιμος να διακόψει την αφήγηση για να απλώσει
το βλέμμα του σε πράγματα που κανονικά δεν θα ταίριαζαν σε μια
συμβατική αφήγηση (μνημειώδης η σκηνή όπου η κάμερα φεύγει από το
καφκικό γραφείο για να δείξει τις ζωές των συναδέλφων του Ντομένικο) και
σίγουρος πως οι πραγματικές απαντήσεις δεν βρίσκονται σε διακηρύξεις,
προπαγάνδες ή σε μελοδραματικούς μονολόγους, ο Όλμι κινηματογραφεί τον
άνθρωπο μέσα στο σύστημα, αφήνοντας στο αποστομωτικό του φινάλε εκείνη
την αμφιβολία για το πόσο διαφορετικά θα ήταν όλα, αν η αλυσίδα μπορούσε
να σπάσει και ο έρωτας, η ανεμελιά και τα μεγάλα όνειρα δεν θα ήταν τα
πρώτα μεγάλα θύματα μιας Ευρώπης που βγαίνοντας από τον πόλεμο υπήρξε
έτοιμη να θυσιάσει τα πάντα υπέρ μιας επίπλαστης ευημερίας.
Το Ισραήλ είναι το μόνο κράτος που έχει νομιμοποιήσει τα βασανιστήρια μέσω απόφασης του δικού του Ανώτατου Δικαστηρίου. Ένας ειδικός που έχει καταγράψει αυτές τις παραβιάσεις από το 1983 λέει: «Αυτό που γνωρίζει ο κόσμος σήμερα είναι λιγότερο από το 5% αυτού που έχει πραγματικά συμβεί».
Στο «Bodies of Evidence», ένα πρωτότυπο ερευνητικό ντοκιμαντέρ του Al Jazeera, εξετάζουμε τη χρήση σεξουαλικής βίας, βασανιστηρίων και ταπείνωσης εναντίον Παλαιστινίων κρατουμένων, πρακτικές που, σύμφωνα με ομάδες υπεράσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ειδικούς, εφαρμόζονται συστηματικά από τον ισραηλινό στρατό, τις υπηρεσίες πληροφοριών και τις σωφρονιστικές αρχές εδώ και δεκαετίες.
Στο ντοκιμαντέρ συνέβαλαν οι Francesca Albanese, Raji Sourani, Kifaya, Ayed Abu Eqtaish, Ben Marmarelli, ο δικαστής Cuno Tarfusser, καθώς και επιζώντες των οποίων οι ταυτότητες προστατεύονται.Το ντοκιμαντέρ «Bodies of Evidence: Israel’s Darkest Weapon» του Al Jazeera παρουσιάζει συγκλονιστικές μαρτυρίες πρώην Παλαιστίνιων κρατουμένων που ισχυρίζονται ότι υπέστησαν συστηματική σεξουαλική βία, συμπεριλαμβανομένων βιασμών με τη χρήση στρατιωτικών σκύλων, στις ισραηλινές φυλακές μετά την έναρξη του πολέμου στη Γάζα .
Το ντοκιμαντέρ βασίζεται σε μαρτυρίες επιζώντων, οι οποίοι περιγράφουν μια τελετουργία ταπείνωσης και βασανιστηρίων:
Μοχάμεντ Ζάκι αλ-Μπάκρι: Κρατούμενος από τη Γάζα, περιγράφει ότι στις 10 Απριλίου 2024, κατά τη διάρκεια του Eid al-Fitr, τον έδεσαν, τον τύφλωσαν και τον βίασαν με τη χρήση ενός μεγάλου σκύλου, ενώ Ισραηλινοί στρατιώτες γελούσαν και τον κινηματογραφούσαν .
"Job" (ψευδώνυμο): Πατέρας οικογένειας από τη Γάζα, καταγγέλλει ότι στρατιώτριες τον βίασαν με τη χρήση αντικειμένων (strap-on) ενώ άλλοι στρατιώτες χειροκροτούσαν και μαγνητοσκοπούσαν. Ανέφερε επίσης ότι οι επιθέσεις με σκύλους γίνονταν κατόπιν εντολών .
Άλλοι μάρτυρες: Πρώην κρατούμενοι και μια ακτιβίστρια (Σερίν) περιγράφουν επαναλαμβανόμενες γυμνές έρευνες, ξυλοδαρμούς και απειλές, δημιουργώντας ένα κλίμα συστηματικής ταπείνωσης .
Η ειδική εισηγήτρια του ΟΗΕ, Φραντσέσκα Αλμπανέζε, και το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο (ΔΠΔ) χαρακτηρίζουν τις πρακτικές αυτές ως "εκτεταμένη και συστηματική χρήση βιασμού και σεξουαλικών βασανιστηρίων", που ενδέχεται να συνιστούν εγκλήματα πολέμου ή εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας .
Τον Μάρτιο του 2025, ο ΟΗΕ δημοσίευσε έκθεση που μιλά για "συστηματική" χρήση έμφυλης βίας από το Ισραήλ. Τον Μάιο, το Ισραήλ προστέθηκε στη "μαύρη λίστα" του ΟΗΕ για σεξουαλική βία σε ζώνες συγκρούσεων . Ισραηλινοί αξιωματούχοι και σχολιαστές απέρριψαν τους ισχυρισμούς, χαρακτηρίζοντάς τους "λίβελο" (blood libel). Η κυβέρνηση δηλώνει ότι ενεργεί σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο . Παρά τη σοβαρότητα των καταγγελιών, δεν έχει καταδικαστεί κανένας Ισραηλινός στρατιώτης ή φύλακας για σεξουαλική κακοποίηση Παλαιστίνιων κρατουμένων. Χαρακτηριστική είναι η υπόθεση του στρατοπέδου Σντε Τεϊμάν (Ιούλιος 2024), όπου οι κατηγορίες εναντίον 10 στρατιωτών αποσύρθηκαν μετά από διαμαρτυρίες ακροδεξιών .
Το ντοκιμαντέρ υποστηρίζει ότι η βία αυτή δεν είναι μεμονωμένη, αλλά αποτελεί συνέχεια δεκαετιών αναφορών. Επισημαίνεται ότι δηλώσεις Ισραηλινών αξιωματούχων (π.χ. "ανθρώπινα ζώα", συλλογική ευθύνη της Γάζας) δημιούργησαν κλίμα απανθρωποποίησης, το οποίο συνέβαλε σε αυτή την κουλτούρα ανοχής εντός των δυνάμεων ασφαλείας .
Εδώ και περίπου μια δεκαετία, η Δύση έχει αρχίσει να
αναγνωρίζει την ύπαρξη λεηλατημένων αρχαιοτήτων σε κορυφαία μουσεία της.
Και πλέον, τα πολύτιμα κειμήλια επαναπατρίζονται. Τα τελευταία
τρανταχτά παραδείγματα, που είδαν το φως της δημοσιότητας, όταν
ολοκληρώθηκαν οι έρευνες και (σε μεγάλο βαθμό) αποδόθηκε δικαιοσύνη,
αφορούν κλεμμένες αρχαιότητες αξίας 65 εκατ. δολαρίων, που είχαν
καταλήξει σε δύο από τα μεγαλύτερα μουσεία του κόσμου.
Το 2019, η Antiquities Trafficking Unit, η μοναδική στο είδος της ομάδα ερευνητών με επικεφαλής τον Ελληνοαμερικανό Μάθιου Μπογκντάνος
κατέσχεσε από το Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης της Νέας Υόρκης (The Met)
ένα επίχρυσο φέρετρο με μούμια, αφού απέδειξε ότι είχε λεηλατηθεί στην
Αίγυπτο το 2011 κατά τη διάρκεια της Αραβικής Ανοιξης, και ότι τα
έγγραφα της προέλευσής του ήταν πλαστογραφημένα. Παράλληλα, εξάλλου,
άρχισε να ξετυλίγεται άλλο ένα σκάνδαλο που αφορούσε στη στήλη του
Τουταγχαμών, ένα από τα ωραιότερα εκθέματα στο Λούβρο στο Αμπου Ντάμπι.
«Η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο», δήλωσε ο γάλλος πρόεδρος
Εμανουέλ Μακρόν, τον Νοέμβριο του 2017 εγκαινιάζοντας το νέο μουσείο
των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και μια νέα σχέση μεταξύ Ανατολής και
Δύσης. Το Λούβρο του Αμπου Ντάμπι επρόκειτο να γίνει το πρώτο «καθολικό»
μουσείο στον αραβικό κόσμο, γεμάτο με έργα τέχνης από όλο τον κόσμο, με
χιλιάδες χρόνια ιστορίας. Οι Εμίρηδες πλήρωσαν στους Γάλλους ένα δισ.
δολάρια για τα δικαιώματα του ονόματος του Λούβρου, οδηγίες για το τι
έργα τέχνης έπρεπε να αγοράσουν και δάνεια αριστουργημάτων των Ντα
Βίντσι, Ματίς και Βαν Γκογκ. Οι βασιλιάδες του Μαρόκου και του Μπαχρέιν,
δε, συμμετείχαν στους εορτασμούς, που ήταν αντάξιοι μιας τελετής
έναρξης Ολυμπιακών Αγώνων.
Ο Μάθιου Μπογκντάνος
Δύο ημέρες μετά τα εγκαίνια του μουσείου, ωστόσο, η άψογα διατηρημένη
στήλη του Τουταγχαμών άρχισε να τραβάει την προσοχή των μελετητών, αλλά
όχι με τον τρόπο που ήλπιζε ο Μακρόν, γράφει ο Αριελ Σαμπάρ στο Atlantic.
Στην εκτενή έρευνά του, που διαβάζεται (και ακούγεται) απνευστί σαν
αστυνομική νουβέλα, ο Σαμπάρ περιγράφει τις δαιδαλώδεις σκοτεινές
διαδρομές των δύο αρχαιοτήτων, πίσω από τις οποίες κρύβονταν οι ίδιοι
δαιμόνιοι και για χρόνια «αόρατοι» διακινητές.
Η στήλη από ροζ γρανίτη ύψους 1,5 μ., περίπου του 1318 π.Χ., είναι
ό,τι πιο κοντινό στον θάνατο του νεαρού βασιλιά (πέθανε το 1323 π.Χ. σε
ηλικία 18 ετών) έχει βρεθεί ποτέ. Τα χαρακτικά της δε – ο Τουταγχαμών
προσφέρει κρασί στον θεό Οσιρι στη μία πλευρά της πλάκας και δέχεται
ανθοδέσμες από έναν ιερέα στην άλλη – διέφεραν από οτιδήποτε άλλο είχαν
δει οι μελετητές στο παρελθόν. Αυτό που τους προβλημάτισε, μάλιστα,
ήταν το πώς αναδύθηκε ξαφνικά από το πουθενά μια τόσο εκπληκτική στήλη,
έναν αιώνα αφότου ο βρετανός αρχαιολόγος Χάουαρντ Κάρτερ ανακάλυψε τον
τάφο του Φαραώ.
Ο Μαρκ Γκαμπόλντ, έγκριτος μελετητής του Τουταγχαμών στο πανεπιστήμιο
Πολ Βαλερί του Μονπελιέ στη Γαλλία, ζήτησε πιεστικά εξηγήσεις από τους Γάλλους συμβούλους του μουσείου. Η απάντηση ήταν ότι τη στήλη είχε
αγοράσει το 1933 ο Γερμανός αξιωματικός του εμπορικού ναυτικού Γιοχάνες
Μπέρενς από έναν λιγότερο γνωστό Αιγύπτιο έμπορο, τον Χαμπίμπ
Ταουάντρος, και έμεινε στην οικογένειά του μέχρι λίγο πριν την αποκτήσει
το μουσείο, το 2016, για περισσότερα από 9 εκατ. δολάρια.
Πώς όμως ήταν δυνατό ο Μπέρενς να αντέξει οικονομικά ένα μνημείο του
πιο διάσημου Φαραώ της Αιγύπτου σε μια εποχή χάους για τη γερμανική
οικονομία; Ψάχνοντας σε ιστορικά αρχεία, ο Γκαμπόλντ δεν βρήκε στοιχεία
για την ύπαρξη του Μπέρενς. Το γεγονός, δε, ότι ο Ταουάντρος αναφερόταν
ως αρχικός ιδιοκτήτης και του επίχρυσου φερέτρου, τον οδήγησε σε ένα
ανησυχητικό συμπέρασμα. «Φαίνεται ότι έχουν επινοηθεί ολόκληρες ιστορίες για να κρύψουν την ακριβή προέλευση των αντικειμένων», έγραψε στις σημειώσεις των ερευνών του.
Το 2021, Γάλλοι αστυνομικοί ανέκριναν επί ώρες τον Γκαμπόλντ. «Μου είπαν ότι ήταν μια τεράστια υπόθεση»,
τόσο μεγάλη ώστε ο ίδιος δεν μπορούσε καν να φανταστεί το εύρος της,
είπε μιλώντας στον δημοσιογράφο του Atlantic. Η αστυνομία είχε αρχίσει
να ξετυλίγει ένα εγκληματικό δίκτυο που εκτεινόταν από τις ερήμους της
Αιγύπτου μέχρι τα μεγαλύτερα μουσεία του κόσμου.
Σε αυτή την τρομερή υπόθεση εμπλεκόταν και ο Ζαν-Λικ Μαρτινέζ, διευθυντής του Λούβρου στο Παρίσι (από το 2013 έως το 2021), ως
επικεφαλής της συμφωνίας με τους Εμίρηδες, με τη δέσμευση των Γάλλων να «δώσουν ιδιαίτερη προσοχή στους ηθικούς κανόνες σχετικά με τις αγορές, ιδίως όσον αφορά την προέλευση».
Πώς ήταν δυνατόν, όμως, να έχει εξαπατηθεί από μια ψεύτικη ιστορία και
να συναινέσει στην αγορά της στήλης του Τουταγχαμών, όταν έναν χρόνο
πριν, είχε προειδοποιήσει ο ίδιος για διακινητές που «εφευρίσκουν μια ιστορία» για να συγκαλύψουν την παράνομη προέλευση λεηλατημένων αντικειμένων;
Το περίτεχνα διακοσμημένο χρυσό φέρετρο
του Νετζεμάνκ, ενός υψηλόβαθμου ιερέα του 1ου π.Χ. αιώνα, η στήλη του
Τουταγχαμών και η τεράστια μαρμάρινη κεφαλή μιας βασίλισσας των
Πτολεμαίων, που φέρεται ότι ήταν η Κλεοπάτρα, η οποία αγοράστηκε από
τους Εμίρηδες για περίπου 40 εκατ. δολάρια – η υψηλότερη γνωστή τιμή που
έχει πληρώσει ποτέ μουσείο για μια μεμονωμένη αρχαιότητα –
συγκαταλέγονται ανάμεσα στα λεηλατημένα αντικείμενα αξίας περίπου 65
εκατ. δολαρίων που πουλήθηκαν μεταξύ 2013 και 2018, από εμπόρους τέχνης
στο Met και το Λούβρο του Αμπου Ντάμπι. Στο επίκεντρο, δε, των πωλήσεων
βρισκόταν μια οικογένεια Αιγυπτίων αρμενικής καταγωγής, με αποθήκες
γεμάτες αρχαιότητες σε διάφορα σημεία της Ευρώπης και της Βόρειας
Αμερικής και ταλέντο στο να μένει «αόρατη» και να παρακάμπτει τον νόμο.
Η απίθανη ιστορία των Σιμονιάν
Όλα ξεκίνησαν μια μέρα της δεκαετίας του 1960, όταν ένα αγοράκι μπήκε
στο κοσμηματοπωλείο των αδελφών Σιμόν και Αγκόπ Σιμονιάν στο Κάιρο
κρατώντας ένα αρχαίο φυλαχτό με σκαραβαίο. «Θέλεις να το αγοράσεις;» ρώτησε τον Σιμόν, ο οποίος ασχολιόταν με μοντέρνα κοσμήματα, αλλά ενθουσιάστηκε μόλις το είδε. «Ο πατέρας μου το αγόρασε φθηνά και το πούλησε με μεγάλο κέρδος», είπε στον αρθρογράφο του Atlantic ο γιος του, Κεβόρκ.
Βλέποντας τις λαμπρές προοπτικές που θα μπορούσε να έχει μια
επιχείρηση εξαγωγής αρχαιοτήτων, ο Σιμόν κάλεσε αμέσως τον μικρότερο
αδελφό του, Σερόπ, ο οποίος σπούδαζε Διοίκηση Επιχειρήσεων στη Γερμανία
και του έδωσε την εντολή να σπουδάσει Αιγυπτιολογία. Βιβλιοφάγος και
συλλέκτης γραμματοσήμων, ο Σερόπ ζούσε στη σκιά του μεγάλου αδελφού. Ο
πατέρας τους, ονόματι Οχάν, ήταν παιδάκι όταν έφυγε με τα πόδια από την
Τουρκία, μετά τη δολοφονία των γονιών του στη γενοκτονία των Αρμενίων.
Κατέφυγε στην Αίγυπτο, όπου στην αρχή ζητιάνευε και κοιμόταν σε κάδους
σκουπιδιών, πριν βρει δουλειά σε λεωφορεία, αγοράσει ένα φορτηγό και
ιδρύσει τελικά τη δική του επιχείρηση μεταφορών, όπως είπε στον Αριέλ
Σαμπάρ ένας συγγενής του. Η απώλεια των γονιών του σε τόσο νεαρή ηλικία
του προκάλεσε αγωνία για μια ζωή. Έδωσε στα έξι παιδιά του ευκαιρίες που
δεν είχε ποτέ ο ίδιος, και αυτά έμαθαν να τις αρπάζουν.
Πράγματι ο Σερόπ σπούδασε Αιγυπτιολογία στο πανεπιστήμιο του
Γκέτινγκεν και έγραψε μια διατριβή για τον σχεδιασμό φερέτρων. Ήταν η
ιδανική στιγμή για να ασχοληθεί με τις αιγυπτιακές αρχαιότητες. Στη Δύση
επικρατούσε ήδη η τρέλα της «Αιγυπτομανίας», τροφοδοτημένη από την
παγκόσμια περιοδεία των «Θησαυρών του Τουταγχαμών», που ξεκίνησε το 1972
και κράτησε εννέα χρόνια, προσελκύοντας εκατομμύρια επισκέπτες (Η
πλήρης συλλογή εκτίθεται πλέον στο νέο Μεγάλο Αιγυπτιακό Μουσείο της Γκίζας).
Δεν ήταν εξαιρετικός φοιτητής, θυμήθηκε ένας καθηγητής του μιλώντας
στο Atlantic. Aλλά το 1974 ήταν πλέον ο χερ ντόκτορ Σιμονιάν
διασυνδεδεμένος με επιδραστικούς ακαδημαϊκούς και διευθυντές μουσείων.
Το 1970, πριν καν πάρει το πτυχίο του, πούλησε στο Λούβρο ένα ξύλινο
άγαλμα 4.000 ετών του αιγύπτιου αρχιερέα Χαπντζεφάι και το 1976 άνοιξε
σε μια πλούσια συνοικία του Αμβούργου την «Galerie Antiker Kunst».
Αρχισε να δανείζει αρχαιότητες σε γερμανικά πανεπιστήμια γνωρίζοντας ότι
οι καθηγητές θα άρπαζαν την ευκαιρία να κάνουν δημοσιεύσεις για άγνωστα
αντικείμενα, οι οποίες με τη σειρά τους θα αύξαναν την αξία των
κειμηλίων του. Όπως και έγινε. Ο Σερόπ κατόρθωσε να αναδειχθεί σε
αξιοσέβαστη προσωπικότητα, που μπορούσε να πουλάει τα αντικείμενα της
οικογένειας στις ακόρεστες δυτικές αγορές σε εκπληκτικές τιμές,
υπογραμμίζει ο αμερικανός δημοσιογράφος του Atlantic.
Όταν η Βασιλίκα έβαλε στο στόχαστρο τον Σερόπ
Η ελληνοαμερικανίδα αιγυπτιολόγος και ιστορικός τέχνης Ελένη
Βασιλίκα,
ήταν από τους πρώτους ανθρώπους που παρατήρησαν το λάθος, το
2000, αμέσως μόλις ανέλαβε τη διεύθυνση του δημοτικού Μουσείου Roemer und Pelizaeus
του Χίλντεσχαϊμ, κοντά στο Ανόβερο, μετά από μια δεκαετία ως
επιμελήτρια αρχαιοτήτων στο πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ. Ανακάλυψε ότι
δεκάδες αιγυπτιακά κειμήλια, τα οποία το μουσείο παρουσίαζε στο κοινό ως
δικά του, ήταν στην πραγματικότητα εμπορεύματα ενός ντίλερ ονόματι
Σερόπ Σιμονιάν. Μάλιστα δύο από αυτά – ένα μοντέλο βάρκας 4.000 ετών
και ένα φέρετρο 2.300 ετών – είχαν εμφανιστεί ακόμη και στα εξώφυλλα των
καταλόγων σε περιοδεύουσες εκθέσεις. Δεν ήταν ασυνήθιστο να εκθέτουν τα
μουσεία αντικείμενα συλλεκτών, αναφέροντας βέβαια ότι ήταν δανεισμένα.
Αλλά το να εκθέτουν το στοκ ενός εμπόρου – και μάλιστα χωρίς να το
αποκαλύπτουν – έμοιαζε και αποδείχτηκε ότι ήταν ξέπλυμα χρήματος.[..........................................]
Είναι απόλυτο δικαίωμα του καθενός να
αλλάζει πρόβλεψη μέσα σε ένα μήνα, να αυτοδιαψεύδεται, ακόμα και να
αυτογελοιοποιείται από τις ίδιες τις βεβαιότητές του σε διάστημα δύο
Κυριακών.
Όλοι κάνουμε τις προβλέψεις μας για τις
εκλογές. Αλλά δεν υπάρχει πιο φτηνό θέαμα και ακρόαμα από το να ακούς
ορισμένους που αποκαλούνται «γκουρού των προβλέψεων» πότε να πέφτουν
μέσα σε ένα μεγάλο κουβά και πότε να αλλάζουν πρόβλεψη όπως αλλάζουν
πουκάμισα.
Αφορμή για το σημερινό άρθρο αποτέλεσε η χτεσινή(πολλοστή…)
τηλεοπτική εμφάνιση του αναλυτή δημοσκοπήσεων Ανδρέα Δρυμιώτη, αυτήν τη
φορά στην εκπομπή του Νίκου Ευαγγελάτου στο Μέγκα. Ο- και «γκουρού των
προβλέψεων» αποκαλούμενος- κ. Δρυμιώτης ήταν απόλυτος: Δεύτερος θα είναι ο Τσίπρας και τρίτο ή τέταρτο το ΠΑΣΟΚ, είπε.
«Και πού είναι το περίεργο, αυτό δεν λένε όλες οι δημοσκοπήσεις;», θα αναρωτηθεί ο αναγνώστης.
Πριν από μόλις ένα μήνα ο ίδιος «γκουρού» ήταν το ίδιο απόλυτος, αλλά
από την ανάποδη. Τότε έλεγε(στο τηλεοπτικό κανάλι Action) ότι «ο Τσίπρας έχει τελειώσει πολιτικά» και θα είναι τρίτος πίσω από το ΠΑΣΟΚ.
Αλλά ο ίδιος «γκουρού» έχει κάνει και πιο «εύστοχες» προβλέψεις. Για
παράδειγμα, στις 8 Οκτωβρίου του 2023, το βράδυ του πρώτου γύρου των
δημοτικών εκλογών, ήταν προσκεκλημένος στην τηλεόραση του Σκάι. Για την
Αθήνα το αποτέλεσμα ήταν Κώστας Μπακογιάννης 41,35% και Χάρης Δούκας
14,19%. Ο «γκουρού των προβλέψεων» δεν κράτησε ούτε μισή πισινή. Ήταν
βέβαιος για την άνετη επικράτηση του Μπακογιάννη. Και ότι «δεν θα είναι κάν ντέρμπι» ο δεύτερος γύρος(το ίδιο βέβαιοι εμφανίζονταν και κάποιοι δημοσιογράφοι του σταθμού).
Την επομένη Κυριακή δήμαρχος εξελέγη ο Δούκας με 56%. Οι βεβαιότητες πήγαν περίπατο και οι προβλέψεις των «γκουρού» στον κουβά.
Υπάρχουν κι άλλα τέτοια παραδείγματα «προβλέψεων», αλλά η παράθεσή
τους δεν έχει νόημα. Είναι απόλυτο δικαίωμα του καθενός να αλλάζει
πρόβλεψη μέσα σε ένα μήνα, να αυτοδιαψεύδεται, ακόμα και να
αυτογελοιοποιείται από τις ίδιες τις βεβαιότητές του σε διάστημα δύο
Κυριακών.
Τουλάχιστον οι παλιοί, εμπειρικοί, μετεωρολόγοι τα έλεγαν πιο χαριτωμένα: «Ή θα βρέξει ή θα χιονίσει ή καλό καιρό θα κάνει»!
ΥΓ: Για τις ευρωεκλογές του 2024, ο ίδιος «γκουρού» είχε προβλέψει
ότι η ΝΔ θα κινηθεί μεταξύ 33% και 35%. Το εκλογικό κοντέρ έγραψε 28%.
Ξεχειλίζει από «εγκυρότητα»…
Slightly Scarlet /O δρόμoς του αίματος (1956)Η ταινία Slightly Scarlet (1956) είναι μια αμερικανική αστυνομική ταινία (crime film) σε σκηνοθεσία Άλαν Ντουάν, η οποία ξεχωρίζει ως ένα σπάνιο και εντυπωσιακό παράδειγμα έγχρωμου φιλμ νουάρ .
Σκηνοθεσία: Allan Dwan
Πρωταγωνιστές: John Payne, Rhonda Fleming, Arlene Dahl
Βασισμένο σε: Μυθιστόρημα του James M. Cain με τίτλο "Love's Lovely Counterfeit"
Διάρκεια: 99 λεπτά
Κυκλοφορία: 8 Φεβρουαρίου 1956
Η ιστορία εκτυλίσσεται γύρω από τον Μπεν Γκρέις (John Payne), έναν διεφθαρμένο πρώην αστυνομικό που εργάζεται για τον ισχυρό αρχιμαφιόζο Σόλι Κάσπαρ. Η αποστολή του είναι να σαμποτάρει την εκστρατεία ενός υποψηφίου για τη δημαρχία της πόλης, που τάσσεται υπέρ της μεταρρύθμισης.
Αφού πρώτα θέσει εκτός μάχης τον μαφιόζο Σόλι Κάσπαρ, ο Μπεν Γκρέις αναλαμβάνει ο ίδιος την ηγεσία της οργάνωσής του. Χρησιμοποιώντας κάθε φορά τους κατάλληλους ανθρώπους, σκοπεύει να επεκτείνει την επιρροή του στην πόλη.
Τα σχέδιά του περιπλέκονται όταν μπλέκονται στη μέση δύο αδερφές: η συνετή και πιστή Τζουν (Rhonda Fleming), γραμματέας του υποψηφίου, και η απελευθερωμένη, κλεπτομανής αδερφή της, Ντόροθι (Arlene Dahl), που μόλις έχει βγει από τη φυλακή.
Το μεγαλύτερο ατού της ταινίας είναι η οπτική της πλευρά, χάρη στον θρυλικό διευθυντή φωτογραφίας Τζον Άλτον.
Ενώ το κλασικό φιλμ νουάρ χαρακτηρίζεται από το ασπρόμαυρο, σκληρό φωτισμό, ο Άλτον κατάφερε να μεταφέρει την ίδια ατμόσφαιρα απειλής και κυνισμού στο Technicolor. Χρησιμοποιεί έντονες, ζωηρές αποχρώσεις (ροζ, πορτοκαλί, πράσινο) και βαθιές σκιές για να δημιουργήσει ένα εκθαμβωτικό και παρακμιακό οπτικό αποτέλεσμα.
Η εφημερίδα The New York Times άσκησε τότε έντονη κριτική στο σενάριο, χαρακτηρίζοντάς το «κουραστική ανοησία». Ωστόσο, με τον καιρό η ταινία έχει επανεκτιμηθεί για το μοναδικό της στιλ και συχνά αναφέρεται ως ένα από τα καλύτερα παραδείγματα του υποείδους του "έγχρωμου νουάρ".
Robert Wilson's "Adam's Passion" (Music of Arvo Pärt) | Full Performance
From the Noblessner Foundry, Tallinn (2015)
Music: Adam’s Passion - Arvo Pärt Tallinn Chamber Orchestra Conductor: Tõnu Kaljuste Director: Andy Sommer Estonian Philharmonic Chamber Choir Michalis Theophanous (Dancer), Lucinda Childs (Dancer)
Το "Adam's Passion" είναι μια συναυλιακή παράσταση-γεγονός που ενώνει τη μινimalist μουσική του Εσθονού συνθέτη Arvo Pärt με το χαρακτηριστικό, πρωτοποριακό σκηνοθετικό όραμα του Αμερικανού καλλιτέχνη Robert Wilson .
Αν και συχνά περιγράφεται ως όπερα, το έργο δεν έχει μια συμβατική αφήγηση. Πρόκειται για μια σύνθεση τεσσάρων ανεξάρτητων μουσικών έργων του Pärt, τα οποία ο Wilson "έντυσε" με εικόνα, φως και κίνηση, δημιουργώντας ένα ενιαίο, καθηλωτικό οπτικοακουστικό σύνολο .
Η συνάντηση δύο "δασκάλων της αργής κίνησης", όπως τους αποκάλεσε η Frankfurter Allgemeine Zeitung δημιούργησε ένα υψηλής αισθητικής αποτέλεσμα. Ο Pärt είναι γνωστός για τη μυσταγωγική, λιτή μουσική του ("tintinnabuli" στυλ), ενώ ο Wilson για τα υπερρεαλιστικά σκηνικά του .
Το έργο έκανε πρεμιέρα στις 12 Μαΐου 2015 στο Tallinn της Εσθονίας, μέσα σε ένα εντυπωσιακό, πρώην εργοστάσιο υποβρυχίων (Noblessner Foundry), μια τοποθεσία που ενίσχυσε την ατμόσφαιρα του έργου .
Η Μουσική περιλαμβάνει τέσσερα έργα του Arvo Pärt:
Sequentia (2014): Το μόνο κομμάτι που γράφτηκε ειδικά για αυτή την παραγωγή και αφιερώθηκε στον Robert Wilson .
Adam's Lament (2009): Αποτελεί τον πυρήνα του έργου .
Tabula Rasa (1977) .
Miserere (1989/1992) .
Η παράσταση είναι οπτικά μια "ποιητική εικαστική εμπειρία" .
Ο Adam (ο Άνθρωπος) εμφανίζεται γυμνός, κρατώντας μια πέτρα, και εκτελεί εξαιρετικά αργές, τελετουργικές κινήσεις πάνω σε μια πασαρέλα που κόβει στα δύο τη σκηνή, συμβολίζοντας τον "Σταυρό του Αδάμ" . Το παιχνίδι με το φως και το σκοτάδι είναι το βασικό εργαλείο αφήγησης του Wilson, μεταμορφώνοντας διαρκώς τον χώρο .
Δεν υπάρχουν πολλά σκηνικά αντικείμενα. Κάθε μικρή κίνηση ή αλλαγή φωτισμού αποκτά βαρύτητα και νόημα . Απουσιάζει η Εύα, κάτι που ωθεί τον θεατή σε μια πιο φιλοσοφική ερμηνεία της αφήγησης .
Ένα
από τα χαρακτηριστικά που κάποτε έκαναν την Αριστερά να ξεχωρίζει από
τους «αστικούς» πολιτικούς σχηματισμούς, ήταν ότι η στράτευση εκεί
αφορούσε τον σκοπό. Οι άνθρωποι που στρατεύονταν δεν το έκαναν ούτε
γιατί ήταν επάγγελμα ούτε για να νιώσουν σπουδαίοι. Το έκαναν για να
προσφέρουν. Άλλωστε, σε παλαιότερες εποχές το να είσαι πιο υψηλά στην
«κομματική ιεραρχία» δεν σήμαινε περισσότερη «προβολή». Σήμαινε
μεγαλύτερες ευθύνες, περισσότερους κινδύνους και μέχρι τη Μεταπολίτευση
και «ειδική μεταχείριση» από την Ασφάλεια και τα δικαστήρια.
Αυτό,
άλλαξε, ιδίως από την περασμένη δεκαετία. Βοήθησε σε αυτό το γεγονός
ότι η Αριστερά βρέθηκε να διαχειρίζεται εξουσία, να είναι στην
κυβέρνηση, στελέχη όχι μόνο να εκλέγονται βουλευτές, αλλά και να
γίνονται υπουργοί. Αυτό εκ των πραγμάτων γέννησε μια ολόκληρη κουλτούρα
«προσωπικής» αντίληψης για την πολιτική. Εκεί που οι τάσεις κάποτε
ορίζονταν γύρω από πολιτικές απόψεις ή ιδεολογικές αναφορές, τώρα
άρχισαν να συνδέονται με πρόσωπα.
Για ένα διάστημα αυτή η
κατάσταση ήταν κάπως διαχειρίσιμη, γιατί δεν υπήρχε αμφισβήτηση του
Αλέξη Τσίπρα, οπότε εξασφαλιζόταν μια συνοχή. Όμως, μετά το 2023, η
κατάσταση αυτή γενικεύτηκε, όταν πολλαπλασιάστηκαν οι ηγέτες, επίδοξοι
και μη. Η διαδικασία εκλογής νέου ηγέτη, η για πρώτη φορά εμφάνιση με
τέτοιο τρόπο «ατομικών υποψηφιοτήτων», η εκλογή ενός αρχηγού -που κατά
βάση προσπάθησε να επιβάλει την ατομική του οπτική, με χαοτικά
αποτελέσματα-, η διάσπαση, γιατί διάφοροι δεν άντεχαν αυτή την ηγεσία,
εν συνεχεία η ανατροπή αυτού του αρχηγού, αλλά και το γεγονός ότι παρά
την ανατροπή του, αυτοί που έφυγαν δεν επέστρεψαν, είναι απλώς μερικά
από τα συμπτώματα αυτού του προβλήματος. Για να μην αναφερθούμε στο ότι
τα ίδια χαρακτηριστικά των «προσωπικών στρατηγικών» ήταν αυτά που δεν
επέτρεψαν σε όσους διαφώνησαν με το τρίτο μνημόνιο και αποχώρησαν από
τον ΣΥΡΙΖΑ το 2015 να συνεννοηθούν και να διαμορφώσουν εναλλακτική
πρόταση με αξιώσεις, ακολουθώντας έκτοτε αποκλίνουσες πορείες.
Στα
«αστικά» κόμματα προφανώς η φιλοδοξία είναι οργανικό τμήμα της
καθημερινής πολιτικής πρακτικής. Οι άνθρωποι που μπαίνουν σε αυτά ξέρουν
ότι θα πρέπει να ανελιχθούν, πρωτίστως μέσα από την αποτελεσματική
παρουσία σε εκλογικές μάχες. Όμως, τα κόμματα αυτά, ακριβώς επειδή είναι
κόμματα εξουσίας, ταυτόχρονα έχουν και τους δικούς τους αυστηρούς
κανόνες. Ο καθένας μπορεί να έχει φιλοδοξία, αλλά πρέπει να ξέρει ότι
δεν μπορεί να παραβιάσει «κόκκινες γραμμές», γιατί «όποιος είναι έξω από
το μαντρί τον τρώει ο λύκος». Γι’ αυτό και παρότι τα στελέχη έχουν πολύ
πιο ανταγωνιστικές σχέσεις μεταξύ τους, τα κόμματα αυτά σπανίως
εμφανίζονται σαν σκορποχώρια, μόνο όταν είναι σε βαθιά κρίση. Για την
ακρίβεια το να είναι σκορποχώρι είναι ακριβώς το σημάδι ότι είναι σε
κρίση.
Παρά τη βαθιά κρίση στην οποία βρέθηκε ο ευρύτερος χώρος
του ΣΥΡΙΖΑ, που αποτυπώνεται πλέον και στις δημοσκοπήσεις, είναι εμφανές
ότι η λογική του βιλαετιού «ζει και βασιλεύει». Δεν αναφέρομαι μόνο σε
αυτούς που για κάποιον λόγο επιμένουν ότι μπορούν να διεκδικήσουν την
«ταμπέλα» σε μια αυτόνομη πορεία, υπερεκτιμώντας την ίδια τους την
προσωπική απήχηση και χωρίς να αντιλαμβάνονται ότι η όποια
αναγνωρισιμότητά τους είχε να κάνει ακριβώς με το ότι ανήκαν σε ένα
κόμμα. Αναφέρομαι σε αυτούς που ανακαλύπτουν εκ των υστέρων «στρατηγικές
διαφωνίες», τις οποίες ποτέ δεν διατύπωσαν για χρόνια, σε αυτούς που
βγάζουν το «αριστερόμετρο», σε αυτούς που κάνουν εύκολη και αφ’ υψηλού
κριτική απλώς και μόνο γιατί δεν αντιμετωπίζονται πια ως
«αναντικατάστατα» στελέχη. Σε όλους εκείνους που δεν διστάζουν να
επιστρατεύσουν ακόμη και τη συκοφαντία με ανυπόστατα ψέμματα, ενίοτε και
μέσω τρολ, διεκδικώντας την προβολή τους. Με τα φιλοκυβερνητικά μέσα
δε, να κυνηγάνε αρνητικές δηλώσεις και επιθέσεις πρώην συντρόφων στον
Τσίπρα ο πειρασμός είναι μεγάλος. Το ίδιο βέβαια και η παγίδα. Ο
προοδευτικός κόσμος δεν επιλέγει τον καλύτερο υβριστή του Τσίπρα, αλλά
όποιον μπορεί να τον απαλλάξει από τις πολιτικές και την ασυδοσία της
κυβέρνησης Μητσοτάκη και να βελτιώσει τη ζωή του.
Όλα αυτά, όμως,
στην πραγματικότητα αφορούν απλώς και μόνο έναν μικρόκοσμο της
Αριστεράς, αποκομμένο από αυτούς που υποτίθεται ότι η Αριστερά
εκπροσωπεί, δηλαδή τους ανθρώπους που αγωνιούν όχι για τη «μαρκίζα» με
τα ονόματα των στελεχών, αλλά για το μισθό και το ενοίκιο και το μέλλον
των παιδιών.
Και αυτός ο κόσμος ξέρει πώς αυτό που χρειάζεται δεν
είναι να ποντάρει σε κανένα «χρηματιστήριο» στελεχών, αλλά να βάλει
πλάτη, με την ψήφο του, και πείθοντας και άλλους, για να υπάρξει μια
πειστική εναλλακτική προοδευτική και δημοκρατική διακυβέρνηση που θα
βγάλει τη χώρα από τα σημερινά αδιέξοδα.