«Ο Βιβλιοφάγος» είναι ένας πίνακας ζωγραφικής σε λάδι σε καμβά του Γερμανού Ρομαντικού καλλιτέχνη Καρλ Σπίτσβεγκ, από το 1853. Ο Σπίτσβεγκ είναι γνωστός για τη σημασία του ως καλλιτέχνη κατά την εποχή του Μπιντερμάιερ.
Σε αυτόν τον πίνακα, ένας ηλικιωμένος άνδρας απεικονίζεται να στέκεται στην κορυφή της σκάλας της βιβλιοθήκης του. Σειρές από βιβλία τον περιβάλλουν, φτάνοντας σχεδόν μέχρι το ταβάνι. Ο κύριος κοιτάζει προσεκτικά ένα ανοιχτό βιβλίο, πιθανώς λόγω της γερασμένης όρασής του. Κρατάει από ένα βιβλίο σε κάθε χέρι, ένα κάτω από τη μασχάλη του και ένα ανάμεσα στα πόδια του. Μια υδρόγειος σφαίρα βρίσκεται στο προσκήνιο στα αριστερά. Το απαλό και ζεστό φως που φωτίζει τη βιβλιοθήκη είναι σήμα κατατεθέν του έργου του Spitzweg.
Το κείμενο που αναρτούμε ονομάζεται «Εικαστική έξοδος» και αποτελεί το ακροτελεύτιο μέρος του βιβλίου του Αναστάση Μαδαμόπουλου Ψυχές μετά Ι .
Είναι καρπός παλαιότερης δουλειάς του γνωστού συγγραφέα και εικαστικού,αλλά ενσωματώθηκε στο βιβλίο, προφανώς γιατί το περιεχόμενό του είναι η τερματική κατάληξη της «συνομιλίας» του με τον κόσμο των οικείων κεκοιμημένων, συγγενών, φίλων, γειτόνων αλλά και αγνώστων, για τους οποίους άκουσε ή διάβασε εδώ κι εκεί σε διάφορες στιγμές του βίου του.
Αποτελείται από πέντε εικαστικές συνθέσεις με τη μορφή λευκών σελίδων βιβλίου , στο περιθώριο των οποίων αντί σημειώσεων (marginalia) ξετυλίγονται οι σκέψεις του συγγραφέα, αφήνοντας τον αναγνώστη να σκεφτεί το λευκό ως υποδοχέα του κειμένου από κάθε βιβλίο που αγαπά ή επιθυμεί να διαβάσει.
Το κείμενο αποτελεί μια εκ βαθέων λυρική, σχεδόν ποιητική και ανοιχτά εξομολογητική φιλοσοφική αναφορά για την ερωτική σχέση του με τα βιβλία , τα οποία ανασύρει με αγάπη από το "ψυχοστάσιο" της βιβλιοθήκης του και τα οδηγεί ως σύγχρονος ψυχαγωγός ή ψυχοπομπός σε μια αντίστροφη πορεία : τα ανασύρει από τον αιώνιο θάνατο και τη λησμονιά και τα φέρνει στη ζωή , μέσω της αναγνωστικής διαδικασίας .
Το κείμενο πραγματεύεται τη σχέση γραφής – ανάγνωσης – θανάτου – αθανασίας. Η κεντρική θέση είναι ότι ένα βιβλίο ζει μόνο όταν διαβάζεται. Ο αναγνώστης δεν είναι απλώς αποδέκτης, αλλά συντελεστής μιας «ανάστασης» που αφορά τόσο το κείμενο όσο και τον ίδιο. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, ο γραπτός λόγος γίνεται ο κατ’ εξοχήν χώρος όπου η ανθρώπινη επιθυμία για υπέρβαση του θανάτου βρίσκει μια πραγμάτωση.
Ο συγγραφέας περιγράφει τα αδιάβαστα βιβλία ως «νεκροπόλεις» και «σφραγισμένα μνήματα». Οι λέξεις πάνω στη σελίδα είναι «νεκροφανείς» — δεν είναι εντελώς νεκρές, αλλά βρίσκονται σε λήθαργο, περιμένοντας να ζωντανέψουν. Υιοθετώντας μεταφορικά την έννοια της Ανάστασης, ο συγγραφέας περιγράφει τη σχέση βιβλίου και αναγνώστη ως μια πράξη ζωής που νικά τη λήθη και τον θάνατο.
Κάθε φορά που κάποιος ανοίγει ένα βιβλίο και διαβάζει, οι λέξεις «ανασταίνουν τα νοήματά τους». Ο αναγνώστης λειτουργεί ως «φυσητήρας» που δίνει πνοή στο κείμενο. Η ανάγνωση γίνεται έτσι μια «νίκη της ζωής» απέναντι στον θάνατο.Οι λέξεις, όσο παραμένουν αδιάβαστες, βρίσκονται σε μια κατάσταση «νεκροφάνειας» ή αναμονής. Είναι «παραλλαγές του μαύρου σε φόντο λευκό», ανενεργά νοήματα που περιμένουν τον «διασώστη» τους.
Ο τίτλος «Παραλλαγές του μαύρου σε φόντο λευκό» παραπέμπει στην τυπογραφική σύμβαση του μελανιού στο χαρτί. Το μαύρο (η γραφή) είναι η δυνητική ζωή, ενώ το λευκό (το κενό, η σελίδα) είναι ο χώρος της ανάγνωσης. Ο συγγραφέας αποφαίνεται ότι όσες παραλλαγές έχει η γραφή, άλλες τόσες έχει και η ανάγνωση, αφού κάθε αναγνώστης δημιουργεί μια νέα εκδοχή ζωής του βιβλίου.
Επομένως αναγνώστης δεν είναι παθητικός αποδέκτης. Αντίθετα, «αιμοδοτεί» το κείμενο, το «πλουτίζει με την ανάγνωσή του», το «συμπληρώνει» και το «θωρακίζει απέναντι στον χρόνο». Η ανάγνωση είναι μια πράξη οικείωσης και μεταμόρφωσης: το βιβλίο γίνεται «δικό του» και ο ίδιος ο αναγνώστης δεν βγαίνει ποτέ ίδιος από μια ανάγνωση. Μέσα από το βιβλίο, το άρωμα μιας ξένης ζωής κατακλύζει τον αναγνώστη, ενώ ταυτόχρονα ο ίδιος ο αναγνώστης κερδίζει ξανά τη δική του ζωή, μεταμορφωμένος από την εμπειρία.
Ο «Κεραμεικός του γραμμένου λόγου» (έξοχος ο παραλληλισμός της βιβλιοθήκης με το αρχαίο νεκροταφείο της Αθήνας) παρουσιάζεται ως ο μόνος τόπος όπου ο πόθος της αθανασίας μπορεί να εκπληρωθεί. Ένα βιβλίο που διαβάζεται ξανά και ξανά νικά τον χρόνο. Η ανάγνωση γίνεται έτσι μια άσκηση αποδοχής της θνητότητας: εξοικειώνει τον άνθρωπο με τον θάνατο και τον καθιστά λιγότερο τρομακτικό. Το βιβλίο μας προετοιμάζει να δούμε τον θάνατο όχι ως κάτι αποτρόπαιο, αλλά ως ένα ακόμα συμβάν της ζωής—σαν το τελευταίο αδιάβαστο βιβλίο στο κομοδίνο μας , που περιμένει την έσχατη ανάγνωση.
Κάθε φορά που ένα βιβλίο ανοίγει, η ιστορία γεννιέται ξανά, διαφορετική για τον καθένα. Οι «παραλλαγές του λευκού» (της ανάγνωσης) είναι τόσες όσες και οι «παραλλαγές του μαύρου» (της γραφής). Η φθορά του βιβλίου από τη χρήση δεν είναι καταστροφή, αλλά απόδειξη της επιβίωσής του ενάντια στο «ασάλευτο κράτος του χρόνου».
Σε ένα όνειρο-όραμα, ο συγγραφέας φαντάζεται τον εαυτό του ως «φρουρό των σωσμένων» — όχι ως συντηρητή του χαρτιού, αλλά ως εκείνον που διατηρεί ζωντανές τις λέξεις με την ανάγνωση, δίνοντάς τους «πρώτη Ανάσταση» και ελπίζοντας σε διαδοχικές αναγνώσεις στο μέλλον.
«ΠΑΡΑΛΛΑΓΕΣ ΤΟΥ ΜΑΥΡΟΥ
ΣΕ ΦΟΝΤΟ ΛΕΥΚΟ» Η ΑΛΛΙΩΣ
«Η ΔΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΕΩΣ
ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ»*
Τα βιβλία επιτύμβια μνημεία και οι λέξεις σφρα-
γισμένα μνήματα. Οι βιβλιοθήκες απέραντες
πολυώροφες νεκροπόλεις. Τα βιβλία παραλλα-
γές του μαύρου σε φόντο λευκό, σιωπηλές φω-
λιές λέξεων που κείτονται νεκρωμένες μπροστά
σε απορούσες συνειδήσεις το ίδιο σιωπηλές αλλά
και πλήρεις προσδοκιών. Κάθε φορά που ανοί-
γουμε ένα βιβλίο και αρχίζουμε την ανάγνωση
τα κείμενα ανασταίνουν τα νοήματά τους. Κάθε
διαβασμένο βιβλίο είναι ένα νεκροαναστημένο
βιβλίο που οφείλει τη ζωή σε έναν αναγνώστη
και μια ανάγνωση. Παράλληλα όμως κάθε φορά
που ανοίγουμε ένα βιβλίο το άρωμα μιας ξένης
και ξεχασμένης συχνά ζωής κατακλύζει την
ύπαρξή μας και μας σηματοδοτεί. Είμαστε
εμείς οι αναστημένοι που ξανακερδίζουμε τη
ζωή μας με ένα βιβλίο. Έτσι, κάθε ανάγνωση
εξελίσσεται και καταλήγει σε νίκη της ζωής.
Κάθε ανάγνωση επιβεβαιώνει ότι ο θάνατος του
κειμένου και του αναγνώστη επατήθη. Αυτός ο
χάρτινος εύθραυστος των κειμένων Κεραμεικός,
αυτός ο απέραντος δαιδαλώδης Κεραμεικός του
γραμμένου λόγου είναι ίσως ο μόνος τόπος όπου ο
πόθος της αθανασίας ενδέχεται να εκπληρω-
θεί με την ελεύθερη χρήση υποκατάστατων της
θλίψης ιαμάτων και έξυπνων placebo που
αφειδώς έχει να προσφέρει
*********************
Παραλλαγές του μαύρου σε φόντο λευκό. Παραλλαγές του
μαύρου είναι οι λέξεις που κείτονται ανενεργές στα αδιάβαστα
βιβλία. Ανεπίδοτες λέξεις, ανεπίδοτα νοήματα. Αμοίραστος ο
τόκος του μόχθου της συγγραφής. Κανένα ποίημα δεν είναι
τελειωμένο, καμία γραφή δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί. Ημι-
τελή θνήσκουν τα κείμενα στις απέραντες νεκροπόλεις των βι-
βλιοθηκών, ενταφιασμένα τα βιβλία, ταριχευμένα τα νοήματα
δεν σήπονται προ της πολυπόθητης εκταφής και ανάγνωσής
τους, γιατί εκτός από την ανάσταση, στην ταινία τού Καρλ
Ντράγιερ που ο λόγος προκάλεσε, εκτός από την αθανασία
που ο ευσεβής πιστός ελπίζει και προσδοκά, τόσο δύσκολη
εξάλλου, σχεδόν ανέφικτη, εκκρεμεί και η αθανασία των λέξε-
ων, δηλαδή του άλλου λόγου, του γραπτού και αναγνωσμένου.
Αρκεί να σε μαγνητίσει ο τίτλος στο σκονισμένο ράφι, να
χαϊδέψουν τα δάχτυλά σου το νοτισμένο εξώφυλλο, να σε αρ-
πάξει η μυρωδιά της μούχλας, ελκυστική όμως και πολλά
υποσχόμενη, και το βιβλίο ζωντανεύει. Νεκρό δεν ήταν, μόνο
μία κλασική περίπτωση, όπως μυριάδες άλλες περιπτώσεις
νεκροφάνειας των λέξεων που τις ζωντανεύει ο φυσητήρας
της ανάγνωσης. Νεκρό δεν ήταν το ποίημα, νεκρό δεν ήταν
το αφήγημα και ας μιλούσε για χρόνους εξαντλημένους, για
στιγμές τελειωμένες, καριέρες ανεπανάληπτες που δεν έχουν
γυρισμό. Νεκροί δεν είναι οι στοχασμοί που γέννησε το ξεψύ-
χισμα μιας εμπειρίας, το τέλος του ισχυρού βιώματος. Νεκροί
δεν είναι οι στίχοι και ας σίγησε το αηδόνι που τους έψελνε.
Τελούν νεκροφανείς, εν αναμονή της έναρξης λειτουργίας των
ζωοποιών φυσητήρων της ανάγνωσης.
**************************
Κάθε ανάγνωση και μία επιβεβαίωση ότι ο θάνατος επατήθη.
Πρέπει όμως να αγγίξεις το κλειστό βιβλίο, να το ανοίξεις, να γυ-
ρίσεις τις σελίδες του, να θωπεύσεις το νεκρό κείμενο που η
ανάγνωσή σου θα αναστήσει. Όποιος έγραψε το ποίημα στόχευσε
στην αιωνιότητα. Όποιος διαβάζει το ποίημα το αιμοδοτεί, το
δημιουργεί ξανά, υδροδοτεί τα αφυδατωμένα κανάλια όπου άλλοτε
έρρεαν συναισθήματα και βοηθά να βλαστήσει ξανά η χλόη στις
στεγνές κοίτες του. Η ανάγνωση βοηθά τον λόγο στην πάλη του
με τον θάνατο, αμφισβητεί τη συντέλεια, επανεκκινεί τα θεωρούμενα
τετελεσμένα. Προσωρινή η ζωή, προσωρινός και ο θάνατος. Κάθε
ανάγνωση και μια βουτιά στον βυθό του αγνώστου. Βουτιά με
κρατημένη την ανάσα για να δοθεί το φιλί της ζωής στο ξέπνοο
ποίημα, στην ειπωμένη άπαξ ιστορία που όμως θα ξαναμιλήσει
στον διασώστη της και δια του διασώστη της ξανά και ξανά.
Ονειρεύομαι ότι ζω ξεχασμένος από όλους σε μία βιβλιοθήκη αό-
ρατος και συντηρώ βιβλία μόνο με τα χνώτα που σπρώχνουν τις
λέξεις και την εκφώνησή τους. Όχι συντηρητής του χαρτιού και
του δέρματος που τα δένει αλλά της προθανάτιας αναπνοής τους,
του ρόγχου τους που διατηρείται αιώνες χωρίς να την ακούει
άλλος κανείς. Ενισχυτής της ζωούλας τους που σιγοκαίει περι-
φρονημένη, αγνοημένη αλλά επίμονη και υπομονετική. Όχι αντι-
γραφέας αλλά αναγνώστης, αντιφωνητής και πολλαπλασιαστής
των ψιθύρων τους, των ψελλισμάτων τους, των θρήνων και των
παραπόνων τους, αποδέκτης των μιμήσεων και των εκπλήξεών
τους, ανάδοχος και πρέσβης και εκπρόσωπός τους. Ονειρεύομαι
ότι είμαι σωτήρας και φρουρός των σωσμένων, των διαβασμένων
και όσων ακόμη πρόκειται να διαβαστούν για να σωθούν, για λίγο
έστω. Μία πρώτη ανάσταση πριν τη δεύτερη που θα συμβεί, πριν
την τρίτη που προσδοκώ, πριν την τέταρτη και την πέμπτη που
είναι μέσα στο πρόγραμμα και τους ευσεβείς πόθους της απο-
στολής μου.
***********************************
Μνημείο για έναν Κεραμεικό του λόγου. Ο λόγος αντιστέκεται, ο λόγος
επιμένει. Πριν από την τελική και ολική σιωπή ο ποιητής γεμίζει τον κό-
σμο με τις λέξεις, γεμίζει τον κόσμο με αμφίσημα νοήματα. Παλεύει και
αυτός τον θάνατο με το δικό του ποιητικό δρεπάνι. Κάθε φορά που ανοί-
γω ένα βιβλίο το άρωμα μιας ξένης ζωής κατακλύζει την ύπαρξή μου.
Ανασταίνονται τότε οι νεκρές ιδέες. Ανασαίνουν οι ξυλιασμένες νεκρές
λέξεις. Ανασταίνονται και ολοκληρώνονται οι μορφές. Ο καθένας δια-
βάζει το βιβλίο μόνος του από την αρχή, τη μέση, το τέλος. Είναι κάθε
φορά ένα διαφορετικό βιβλίο ή πολλές φορές το ίδιο. Η ίδια ιστορία που
κάθε φορά μοιάζει διαφορετική. Ο πληθυντικός αριθμός της Ανάγνωσης,
ο πληθυντικός αριθμός της Ανάστασης. Ο πληθυντικός αριθμός της ση-
μασίας και του νοήματος. Οι παραλλαγές του μαύρου είναι παραλλαγές
της γραφής. Αλλά το λευκό και αυτό δεν παραμένει ίδιο. Οι παραλ-
λαγές του λευκού είναι οι παραλλαγές της ανάγνωσης, της ανάτασης,
της ανάστασης. Μιας νέας τοποθέτησης δηλαδή απέναντι στο κείμενο
που κείτεται άπνοο πριν το θερμάνουν οι αναπνοές της ανάγνωσής μας.
Ανασταίνω το κείμενο σημαίνει του ξαναδίνω ζωή. Του χαρίζω πνοή.
Επιχειρώ την ομοίωση μεταδημιουργώντας. Οι βιβλιοθήκες τεράστιες
και απέραντες νεκροπόλεις περιμένουν τους αναγνώστες υπομονετικά.
Στα ράφια τα αζήτητα για αιώνες βιβλία κοιμούνται μακάρια τον ύπνο
μιας παράξενης λησμονιάς και εγκατάλειψης. Μόλις ανοίξω ένα βιβλίο
ένα άρωμα της δικής μου ζωής περνά και ποτίζει τα φύλλα. Είναι πια το
διαβασμένο ποίημα του βιβλίου, είναι ένα διαβασμένο κείμενο που δεν
κείτεται πλέον εκτός μου. Διαβάζω ένα βιβλίο σημαίνει το πλουτίζω με
την ανάγνωσή μου, αυξάνω τις σελίδες του, αυξάνω το βάρος του.
Το βιβλίο πια είναι βιβλίο παλιό. Όσο φθείρεται από τη χρήση των ανα-
γνωστών ένα βιβλίο τόσο περισσότερο θωρακίζεται απέναντι στον χρόνο.
Η κραταίωση του αναγνωσμένου απέναντι στου αυτοκράτορα χρόνου το
ασάλευτο κράτος. Και η λεύκανση του μαύρου των λέξεων έρχεται σαν
αναμενόμενο λογικό σύμπτωμα. Γι’ αυτό επιμένω, σταθερά, πως όσες
οι παραλλαγές του μαύρου τόσες και του λευκού οι παραλλαγές. Όσες
οι λέξεις οι νεκρές τόσες και οι αναστημένες. Ό,τι γράφτηκε άπαξ τού
μέλλεται χίλιες φορές να διαβαστεί.
******************************
Μην πενθούμε για τα γραμμένα. Ο γέγραπται γέγραπται βεβαίως αλλά ο γέ-
γραπται γέγραπται μόνο για να διαβαστεί, ακόμα και αν περίτεχνα έχει κρυφτεί
το γεγραμμένο πίσω από αινίγματα και ποιητικές μεταμφιέσεις. Θεϊκή θα εί-
ναι τότε η γραφή, όπως έχει προ αιώνων αποφανθεί ο Giovanni Picco Della
Mirandola. Προσωρινός ο θάνατος των βιβλίων. Νεκροφάνεια των σιωπηλών
και ασάλευτων τόμων που ιδρώνουν όμως από την αγωνία και το άγχος μήπως η
απόρριψη δεν είναι προσωρινή, μήπως η ζήτηση θα αρχίσει από έναν απρόβλεπτο
επισκέπτη ο οποίος θα δει περιδιαβάζοντας στους διαδρόμους της νεκρόπολης
τις δροσοσταλίδες της εσωτερικής ζωής που αναδύονται λαμπυρίζοντας ανάμε-
σα από τα γράμματα του τίτλου και κυλούν, ίδια δάκρυα απόγνωσης και ύστατο
αναγνωστικό κάλεσμα, όπως σε θαυματουργικές προφητικές εικόνες αγίων που
τους έχουν λείψει οι τιμές, οι προσευχές και οι προσφορές λατρείας. Διαβάζω το
βιβλίο σημαίνει γίνομαι συνεργός του συγγραφέα, το ανακαινίζω, το συμπληρώ-
νω με πατώματα και προεκτάσεις, σκάβω να φτάσω στα θεμέλιά του. Διαβάζω
το βιβλίο σημαίνει ότι τυπώνω στις σελίδες του τον δικό μου μόχθο της ανάγνω-
σης, της κατανόησής του, τη μεγάλη αγρύπνια πάνω από την ταξιαρχία της
γραφής, την έντασή μου σε κάθε αράδα του, τον πόνο της εγκόλπωσής του που
είναι ανάλογος με τον πόνο της γέννας του. Διαβάζω τα κείμενα και τα σώζω όχι
στη σκληρή και απρόσωπη μνήμη των υπολογιστών αλλά στην υγρή θέρμη τον
εσοχών του κορμιού μου, στους τρυφερούς έλικες του εγκεφάλου μου. Και παίρ-
νω και εγώ ζωή από αυτό, δεν δίνω μόνο. Κυκλοφορεί ο λόγος και έχω έναν λόγο
για να υπάρχω και έναν λόγο το βιβλίο να γράφεται και να εκδίδεται. Να εκ-δίδε-
ται και να δίδεται όμως και όχι να εκ-δίδεται, να μένει ανεπίδοτο και αμετάδωτο,
άδωρο της ψυχής το νάμα. Γίνεται και δικό μου το βιβλίο αυτό και το ποίημα
δικό μου. Το ωρίμασα μέσα στους κόλπους μου και δοκιμάστηκα με την ανά-
γνωσή του. Ωρίμασα στους λαβύρινθους της πλοκής του και τον νοημάτων του.
Ανασαίνοντας την πνοή του και εγώ ωφελήθηκα. Αναβάθμισα τη φθαρτή μου
ύλη, δεν είμαι πια ο ίδιος. Ποτέ δεν εξέρχομαι ο ίδιος από μία ανάγνωση, ακόμη
και αν έχω διαβάσει το ίδιο βιβλίο πολλές φορές. Όπως δεν εξέρχομαι ο ίδιος από
μία ερωτική σχέση που μπορεί να με αναστήσει κι αυτή ή και να με εξοντώσει.
Και ένα βιβλίο μπορεί να με εξοντώσει. Αλλά τα αναγνωστικά πάθη προλογίζουν
τη μεταναγνωστική ανάσταση, συνεπώς η εξόντωση επιφανειακή και προσω-
ρινή. Ο απέραντος Κεραμεικός του γραμμένου λόγου είναι ίσως ο μόνος τόπος
που ενδεχομένως επιτυγχάνεται η αθανασία. Γράφουμε και διαβάζουμε γραπτά
άλλων. Μιλάμε και γράφουμε για τα διαβάσματά μας. Είναι ένας τρόπος και
αυτός να εξοικειωθούμε σιγά σιγά με τον θάνατο και να τον ξεφοβηθούμε. Γιατί
χάνει κάτι από το αποτρόπαιο πρόσωπό του και αποτελεί ένα συμβάν ανάμεσα
στα άλλα της ζωής μας. Σαν ένα ακόμα βιβλίο, το τελευταίο, που περιμένει
αδιάβαστο στο κομοδίνο μας την εσχάτη των αναγνώσεών μας.
*Εικαστικό Κείμενο - Αντικείμενο
2005 Εγκατάσταση
στο Πολιτιστικό Πολύκεντρο του
ΔΗΜΟΥ ΝΕΟΥ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ
2021 Ψηφιακή μετάπλαση
σε έξι φύλλα Α4



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου