Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης: “Ό,τι κι αν πιστεύεις για το προσφυγικό, πίσω από όλα υπάρχουν άνθρωποι”
Μία Κόλλια
Λίγο πριν από την πρεμιέρα της διεθνούς ταινίας του Μπραν Άντερσεν, “I was a stranger”, ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης που έχει την τιμή να παίζει σε αυτήν έναν πολύ καίριο ρόλο, μιλά για τον “αόρατο” ξένο που περπατά δίπλα μας. Εκείνον που δεν παρατηρούμε, και αν το κάνουμε, μάλλον δυσανασχετούμε, ξεχνώντας πως είναι κυριολεκτικά ένας από εμάς, ένας σαν και εμάς. Μην χάσετε αυτή την ταινία! Ξεχειλίζει αλήθεια και ευαισθησία που σου δίνουν ένα ωραίο χαστούκι συνειδητοποίησης.
Είναι πάντα απόλαυση να μιλάς με τον Κωνσταντίνο, ακόμη μεγαλύτερη φυσικά αφού τον έχεις δει σε μία ταινία όπου πάλι σε έχει ακινητοποιήσει. Η “I was a stranger” είναι μία ταινία συγκλονιστική κυριολεκτικά στην οποία ο ίδιος, επίσης, παίζει καταπληκτικά. Ένα βλέμμα του σε μια καθοριστική σκηνή την ταινίας αρκεί για να σου κόψει τα πόδια και να σου θυμίσει πως αυτός ο άνθρωπος έχει το βαθύ χάρισμα μα και την ώριμη πια ικανότητα να σε εισάγει στους κόσμους του. Στην υποκριτική ή τη σκηνοθεσία, αλλά και σε φιλοσοφικούς κόσμους αν αφεθείς σε κουβέντες μαζί του.
Μου έστειλαν, λοιπόν, την ταινία και κάπως έτσι να ΄μαστε και πάλι μαζί να λέμε και να λέμε… Σε επαγγελματικό επίπεδο ή και σε φιλικό ο Κωνσταντίνος είναι πάντα ένας ωραίος συζητητής, αφού είναι ένας άνθρωπος με γνώσεις και άποψη, με περιέργεια και εμπειρίες αλλά κυρίως με τη δυνατότητα να ανταποκρίνεται σε ό,τι και αν τον ρωτήσεις, με σαφήνεια ανοίγοντας ταυτόχρονα συνεχώς νέα πεδία για ανταλλαγή ιδεών και σκέψεων. Σήμερα το θέμα μας περιστρέφεται ασφαλώς γύρω από το θέμα της ταινίας που αφορά τους πολέμους στις χώρες της Ανατολής -και όχι μόνο- εκείνους που αναγκάζουν απελπισμένους ανθρώπους να στριμώχνονται σε μία βάρκα-σκοτώστρα για να σωθούν. Μια ταινία που πρέπει όλοι να δουν, πρέπει όλοι να δείτε, γιατί αλλιώς θα συνεχίσουμε να βλέπουμε τις ειδήσεις σαν σίριαλ και να αντιμετωπίζουμε τους νεκρούς σαν στατιστικά νούμερα και τους πρόσφυγες που περπατούν ανάμεσά μας σαν ανεπιθύμητους τύπους.
Ο σκηνοθέτης, Μπραντ Άντερσεν, ένας άνθρωπος του Χόλιγουντ, του mainstream κινηματογράφου δηλαδή, είναι και ακτιβιστής. Και δημιούργησε μία εκπληκτική αφήγηση για να μας μετακινήσει, να μας ταρακουνήσει, να μας ξυπνήσει. Είναι γνώριμος του Κωνσταντίνου χρόνια τώρα και φίλος πια.
“Ρε φίλε, τι γίνεται στον κόσμο” σκέφτηκα μόλις τελείωσε η ταινία.
Το πολύ ενδιαφέρον για μένα στην ταινία, πέρα από την όποια καλλιτεχνική της αξία, είναι ότι είναι εξαιρετικά συγκινητική -σε διαπερνάει πολύ. Και το τονίζω διότι ακριβώς αυτό ήθελε και ο Μπραντ: να κάνει μια ταινία που θα πει την αλήθεια για το τι συμβαίνει και όχι μια ταινία για να τον θαυμάσουν σαν σκηνοθέτη. Είναι και ο ίδιος ένας άνθρωπος ευαίσθητος που έχει ζήσει πολλά, έχει συλλέξει εμπειρίες και δεν σταματά να ψάχνει. Εγκατέλειψε τη Γιούτα και τους Μορμόνους – λάβε υπόψη σου ότι ο πατέρας του είναι νούμερο 2 στην ιεραρχία στους Μορμόνους, έφτιαξε ένα κάμπ, αγόρασε μια ποδοσφαιρική ομάδα, διατηρεί το σπίτι του στο Μαλιμπού, και αφού έβγαλε και πολλά χρήματα κάνοντας ταινίες mainstream -τύπου με σούπερ σταρ σαν τον Τομ Κρουζ κλπ, ανέπτυξε περισσότερο την ακτιβιστική του δράση.
Όταν, λοιπόν, έσκασε η μεγάλη κρίση του προσφυγικού, είχε πάει πολλές φορές στη Συρία και είχε έρθει και στα ελληνικά νησιά. Παρακολουθούσε από κοντά την ιστορία και προσπαθούσε να βοηθήσει με κάθε τρόπο. Εφτιαξε ένα φιλμάκι μικρού μήκους με την ιστορία μίας γιατρού, το “Refugee”, που είχε βραβευτεί και αποφάσισε ουσιαστικά να το “ανοίξει” βάζοντας μέσα ιστορίες και άλλων ανθρώπων που διασταυρώνονται στην πορεία της από τη Συρία στο Σικάγο.
Είναι βασισμένη σε αληθινά γεγονότα η ιστορία;
Με την έννοια που το εννοείς εσύ, όχι. Με την ουσιαστική έννοια, και βέβαια είναι, αφού τέτοιες ιστορίες έχουν γίνει χιλιάδες. Η ηρωίδα της ιστορίας, η γιατρός, δεν είναι ένα συγκεκριμένο πρόσωπο, ούτε ο διακινητής είναι, ούτε ο πατέρας-ποιητής, όμως πόσοι δεν είναι τέτοιοι; Πρόκειται για ένα ψηφιδωτό ανθρώπων που υπάρχουν παντού, που είναι δίπλα μας, που τους προσπερνάμε. Στην Τουρκία όπου κάναμε τα γυρίσματα υπήρχαν άνθρωποι από πάρα πολλές χώρες και πολιτισμούς περισσότεροι και από τους Αμερικανούς που ήταν οι κύριοι συντελεστές. Βεβαίως οι Αμερικανοί ήταν αληθινά σούπερ σταρ: ο διευθυντής φωτογραφίας, ο Jonathan Sela, η production designer που ήταν η Julie Berghoff, ο Art Director ο περίφημος Romolo Pompa – όλοι σπουδαίοι, μεγάλοι και τρανοί. Είχε, δηλαδή, ένα πολύ υψηλό επίπεδο συντελεστών. Μαζί, λοιπόν, άνθρωποι από το Λίβανο, από τη Μπούρμα, από την Ιορδανία, Τούρκοι, Έλληνες, Σύροι πρόσφυγες, οι οποίοι ήταν βοηθητικοί ηθοποιοί. Υπήρχαν και αληθινοί Σύροι πρόσφυγες, άνθρωποι που είχανε κάνει τέτοιου τύπου ταξίδι, που έφυγαν από τη χώρα τους για να μπορέσουν να σωθούν.
Τα γυρίσματά μας ξεπερνούσαν τις 12 ώρες, μπορεί να έφταναν και τις 14 – τόσες ώρες είναι συνήθως τα γυρίσματα στις αμερικανικές ταινίες. Κάθε πρωί όμως, πριν ξεκινήσει το γύρισμα, υπήρχε μία εντός εισαγωγικών “τελετή” κατά την οποία ο Μπραντ καλούσε όλο το καστ, τους συντελεστές ηθοποιούς και τους βοηθητικούς σε έναν κύκλο και κάθε φορά καλούσε έναν για να διηγηθεί τη δική του ιστορία. Οπότε θέλω να πω πως είναι πολύ σχετικό το τι εννοούμε πραγματική ή μη ιστορία. Εκεί άκουγες τα πάντα.
Πρέπει να ήταν μια καταπληκτική εμπειρία για εσένα Κωνσταντίνε…
Τρομερή εμπειρία και όπως καταλαβαίνεις, μας έδεσε και πάρα πολύ. Βέβαια, η ιστορία του δικού μου χαρακτήρα, του Σταύρου, είναι βασισμένη πράγματι στον Κυριάκο Παπαδόπουλο, που ήταν ένας λιμενικός ο οποίος είχε τιμηθεί και από την Προεδρία της Δημοκρατίας και ο οποίος δυστυχώς δεν ζει πια. Για τον Παπαδόπουλο είχε γίνει και το ταινιάκι “4.1 Miles” της Δάφνης Ματζιαράκη το οποίο είχε φτάσει στις υποψηφιότητες για Όσκαρ. Φόρος τιμής σε έναν άνθρωπο που τον έριξε η μοίρα να είναι σε μια κρίσιμη στιγμή της ιστορίας, σε μια θέση όπου το ανθρώπινο καθήκον του ήταν να σώζει ζωές. Υποδύομαι λοιπόν κάποιον που έχει σώσει χιλιάδες ανθρώπους μα έχει και χάσει πολλούς.
Κάνεις έναν ρόλο που μπορεί εύκολα να πέσει σε διαφορετικές παγίδες.
Αυτό που προσπάθησα εγώ να κάνω είναι να αφαιρέσω από τον χαρακτήρα το οτιδήποτε ηρωικό, όπως θα βλέπαμε σε οποιαδήποτε action ταινία, Ο Σταύρος δεν αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως ήρωα. Είναι ένας άνθρωπος απέναντι σε έναν άλλον άνθρωπο που πρέπει να πράξει ανθρώπινα. Και το ανθρώπινο είναι να σώσει όσο περισσότερους ανθρώπους μπορεί ανεξαρτήτως χρώματος, θρησκείας, καταγωγής.
Πόσο άλλαξε για σένα η άποψή σου για τον κόσμο και τα πράγματα από αυτό; Προσωπικά, μετακινήθηκα πολύ -μετά από αυτή την ταινία νομίζω ότι θα ξαναδώ τα πράγματα με τον ίδιο τρόπο.
Είδα την ταινία σε προβολή στο Φεστιβάλ του Βερολίνου το 2024 και τον Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Έτσι, διαπίστωσα ότι η ταινία λειτουργεί τρομερά καλά στις αίθουσες – οι άνθρωποι βγαίνουν συγκινημένοι. Τους έχει διαπεράσει, δεν γίνεται αλλιώς δηλαδή. Και ο σκοπός της πιστεύω ότι είναι ακριβώς αυτός: να σου δώσει τη δυνατότητα να βλέπεις. Να βλέπεις ανθρώπους. Όταν συναντήσεις έναν σερβιτόρο στο εστιατόριο, την κυρία που καθαρίζει τις σκάλες στο γραφείο, τον ντελιβερά που θα σου φέρει το φαγητό -να τους βλέπεις.
Αυτό ξέρεις, είναι ανεξάρτητο από πολιτική τοποθέτηση.
Εννοείται – ό,τι και να πιστεύεις για τον χ ή ψ πόλεμο ή για την οποιαδήποτε κατάσταση είναι σημαντικό να μπορείς να θυμάσαι ότι πίσω από όλα υπάρχουν άνθρωποι. Άνθρωποι που είχαν ή έχουν γονείς και παιδιά, που ζούσαν μια κανονική ζωή και βρέθηκαν σε μια βάρκα για να σωθούν και μπορεί να καθαρίζουν τις σκάλες σήμερα αλλά μπορεί να είχαν μια άλλη, καλή δουλειά προχθές. Μπορεί, λοιπόν, να μην σου περνάει από το μυαλό σε τι δυσκολία ζωής βρέθηκε κάποιος και να τον προσπερνάς, αλλά μπορείς να είσαι ευγενής και χαμογελαστός μαζί του αντί να τον υποτιμάς.
Οι σκηνές της τρομερής τρικυμίας είναι αληθινές ή AI;[......................................................................................................]
ΣΥΝΕΧΙΣΤΕ ΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΣΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου