Μανόλης Κορρές: «Λίγοι γνωρίζουν πως το Ηρώδειο διέθετε στέγη»
Αρχικά στην περιοχή του Ηρωδείου, στη νότια κλιτύ της Ακρόπολης, υπήρχε, λέει, ένα μικρό θέατρο που έναν αιώνα αργότερα μεγάλωσε πολύ, φτάνοντας τις 17.000 θέσεις. Εκατόν τριάντα χρόνια μετά, το 161 π.Χ. κατασκευάστηκε η Στοά του Ευμένους (δωρήθηκε από τον ηγεμόνα της Περγάμου Ευμένη Β΄) και αργότερα, επί ρωμαιοκρατίας, το Ωδείο του Ηρώδου του Αττικού (161 μ.Χ.), το οποίο «δέσποζε» στο πνευματικό κέντρο της τότε Αθήνας, περιλαμβάνοντας θέατρο, σχολείο και βιβλιοθήκη: «Η ιδέα για ένα πνευματικό κέντρο ξέχωρο από τις άλλες δραστηριότητες της πόλης υπήρξε πρότυπο στη ρωμαϊκή εποχή και για άλλες αρχαίες πόλεις και όχι μόνο στον ελλαδικό χώρο –έχουμε διάφορα τέτοια παραδείγματα από την Ιορδανία μέχρι την Ιταλία και τη Γαλλία–, αποτέλεσε επίσης πρόταγμα για την αρχιτεκτονική και την πολεοδομία του 20ού αιώνα. Στη σύγχρονη Αθήνα, για παράδειγμα, σχεδιαζόταν να δημιουργηθεί στην περιοχή της Ριζαρείου ένα τέτοιο κέντρο, δηλαδή μια ομοειδής σύνθεση πολιτιστικών ιδρυμάτων που αλληλεπιδρούν ενισχυτικά μεταξύ τους, από τον διεθνώς φημισμένο αρχιτέκτονα Ιωάννη Δεσποτόπουλο. Όμως το μόνο κτίριο που αποπερατώθηκε ήταν το Ωδείο Αθηνών (1976), το οποίο έχει μάλιστα ακριβώς το μήκος της Στοάς του Ευμένους, στην ίδια δε λογική χτίστηκε το παρακείμενο Πολεμικό Μουσείο».
Υπάρχουν άραγε ακόμα κρυμμένα μυστικά σε ένα τόσο γνωστό μνημείο; «Τα αρχαία μνημεία, ξέρετε, ακόμα κι όσα έχουν μελετηθεί εξαντλητικά, εξακολουθούν να φυλάνε πολλά μυστικά, ακόμα και για τον επίμονο και υπομονετικό μελετητή. Αναφορικά με το Ηρώδειο, μια πολύ σημαντική λεπτομέρεια, όχι ευρέως γνωστή, είναι πως διέθετε στέγη. Αυτό το γνωρίζουμε από περιγραφές αρχαίων συγγραφέων οι οποίες θεωρούνται αξιόπιστες από πολλούς επιστήμονες. Άλλοι ωστόσο τις αμφισβήτησαν, κρίνοντας ότι θα ήταν αδύνατο να στεγαστεί ένας τόσο μεγάλος χώρος χωρίς ενδιάμεσα στηρίγματα. Βέβαια, αν εγώ δεν δύναμαι να ελέγξω την ορθότητα μιας μαρτυρίας, δεν σημαίνει ότι είναι οπωσδήποτε λάθος. Κοντά στις δύο αυτές “ομάδες” υπάρχει και μια τρίτη, πιο ολιγομελής και με υψηλή αντίληψη της τεχνολογίας, η οποία μπορεί να διακρίνει καλύτερα τι είναι δυνατό να επιτευχθεί. Σε αυτήν ανήκε ο Ρώσος αρχιτέκτονας Σέρτζιο Ιβάνοφ που επισκέφθηκε την Αθήνα το 1858, εποχή που ο Κυριακός Πιττάκης, ο πρώτος Έλληνας αρχαιολόγος, σε μεγάλη πλέον ηλικία, προβαίνει σε μια δεύτερη και συστηματικότερη ανασκαφική έρευνα στο Ηρώδειο.
«Πόσους αιώνες πρέπει να περιμένει η Αθήνα για να δώσει λίγο χώρο στους αρχαίους της δρόμους; Ο κύριος λόγος, δε, που δεν γίνεται αυτό, είναι η αδράνεια που μπορεί να είναι είτε παθητική είτε ενεργητική».
Φανταστείτε
ότι με τους αιώνες το κτίριο είχε μπαζωθεί σε ύψος περίπου 12 μέτρων,
απ’ έξω δε υπήρχαν βουνά από μπάζα στο ύψος σχεδόν των θυρών. Ο Πιττάκης
αφαίρεσε δεκάδες χιλιάδες κυβικά μέτρα από αυτά και κάπου 200 από τους
μεγάλους λίθους του κτιρίου. Δυστυχώς, βέβαια, για λόγους πρακτικούς
αλλά και οικονομικούς αναγκάστηκε να προωθήσει όλο το υλικό στην αγορά
μεταχειρισμένων υλικών που βρισκόταν σε άνθηση, καθώς ανοικοδομούνταν
τότε όλη η Αθήνα πάνω σε νεοκλασικά σχέδια. Και μιλάμε για υλικό αξίας.
Σήμερα, ας πούμε, ένα κυβικό μέτρο από αυτή την πέτρα κοστολογείται περί
τα 2.500 ευρώ – αν προσθέσουμε δε την αρχαιολογική του αξία αλλά και
αυτή της κατεργασίας θα πλησιάζαμε τα 10.000 ευρώ. Εν τέλει το πούλησε
για πενταροδεκάρες, αλλά κατάφερε σε ένα εξάμηνο να αποχωματώσει τον
χώρο.[..............................]ΣΥΝΕΧΙΣΤΕ 
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου