Ποτὲ δὲν κύλησαν οἱ πέτρες, τὰ παγωμένα νερὰ
ποιὰ εἶσαι, ἃς μὴν ἔρθεις ποτὲ ἐκδίκηση στὴ λίμνη
μὲ τ’ ἄσπρα ἄλογα, τὴν καμένη μουσική τοῦ Τσαϊκόφσκι
στὸ πέρασμα τοῦ ἐλαφιοῦ τὸ οὐράνιο τόξο
μᾶς σκέφτεται, φτάνουμε πάντα ἀργά, χωρὶς χρήματα
μισοὶ πιὰ - ἀλλὰ θεοὶ μὲς στὰ δέντρα, δική μας εἶναι
ἡ βροχὴ λίγη ἄνοιξη στὴν ἄκρη τῶν βράχων, ἡ Δίκη
μᾶς κοιτάζει μ’ ὅλο τὸ φῶς καὶ τὸ σκοτάδι ποὺ ἔχει
ἀνοίγουν τὰ πέταλα φώσφορο, μελιθάνατο
ὅ,τι εἴμαστε θὰ μᾶς ξαναβροῦν χόρτα μέταλλα
θὰ μᾶς ξοδέψουν, θὰ μοιράσουν τὸν καιρὸ στὰ σκυλιὰ
τὰ χέρια μας μαθημένα στὴ μουσικὴ δὲν φοβοῦνται
τὸ δάσος μήτε τ’ οὐρλιαχτὸ τοῦ δαίμονα πίσω
ἀπ’ τὴν πόρτα μόλις κλείσει ἡ βάρδια τὸν αἰώνα.
Πηγή: Περιοδικό Ποίηση, ἄρ. 9, Ἄνοιξη-Καλοκαίρι 1997
|
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου