«Ο κόσμος αλλάζει ραγδαία, δεν μπορώ να τον παρακολουθήσω· πράγματα που με σόκαραν χθες συνειδητοποιώ ότι δεν με σοκάρουν σήμερα με τον ίδιο τρόπο, αφού έχει προκύψει κάτι ακόμα πιο αδιανόητο.Βρισκόμαστε στο τελευταίο σκαλοπάτι πριν το φασισμό, ζώντας την πιο ακραία μορφή καπιταλισμού»
Χρήστος Χαραλαμπίδης , Σκηνοθέτης
performed live by Anton Batagov at the Moscow International House of Music, October 30, 2015
The Poet Acts Morning Passages Something She Has to Do I'm Going to Make a Cake An Unwelcome Friend Dead Things Why Does Someone Have to Die? Tearing Herself Away Escape! Choosing Life The Hours
Ο Νίκος Κυριακίδης γεννήθηκε το 1960 πίσω απ’ τα προσφυγικά του
Αϊ-Σώστη. Είναι μαθηματικός. Πρωτοεμφανίστηκε στο διαδίκτυο το 2011 και
οι “Δρόμοι με ματωμένα γόνατα” είναι το πρώτο του βιβλίο. Ο Νίκος
Κυριακίδης συνεργάζεται με την ομάδα G.A.P. Gathered Avand-Gard Poets
Στάθηκε ακίνητη και με κοιτούσε Τη λέγαν – «Κάτι δάκρυα που ξεκινούν από κάπου». Πήρα από τις μνήμες Όσες είχαν αξιοπρέπεια τουλάχιστον Κι έσκυψα λίγο. Καμία απόκριση στα βήματα. Πρέπει να με κοιτούσε ακόμη. Το δειλινό ευτυχώς διαλύει, κάθε φυγή στο παρελθόν. Πένθος για πολλούς, αυτό που θα ήταν μνήμη, Άλλο ξεχωριστό, κάθε φορά. «Αγάπη μου – Με συνάντησα Με τη μορφή μιας γριάς το απόγευμα. Εσύ κάτι θα έδινες. Εγώ έφυγα… Ήταν σαν να βρέθηκα πάλι στην αυλή, Να φοβάμαι τις κάμπιες και άρα τα παιχνίδια. Ήταν μάλλον νηστική Όπως εγώ, χωρίς αίμα. Α! Για την εγχείρηση, Να μην ξεχάσεις: Θέλω να μην ευχηθεί Κανείς».
ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΤΑΜΕΙΟ
Ο θάνατος είχε κέφια τελευταία.
Παίζοντας μαζί μου,
Έπαιρνε κάθε φορά το πρόσωπο των κοριτσιών
Που ποτέ δεν τόλμησα να προσεγγίσω
Να τους μιλήσω
Να τα αγγίξω,
Αν και το ήθελα.
«Θα σε άγγιζαν» είναι σαν να μου λέει –
«θα ήταν κάμποσα τα βράδια, τα πρωινά, που θάσασταν μαζί.
Αλλά τότε με φοβόσουν
Με ξόρκιζες.
Τις έχανες πριν τις μυρίσεις.
Όλα σε πήγαιναν,
Δεν οδηγούσες».
Και μετά φεύγει για λίγο.
Σκασμένος στα γέλια, ο βλάκας.
«Αλλά πού το ξέρει ακριβώς το πόσο πολύ κάποιες
Μου άρεσαν ή θα μου άρεσαν, σαν μεγάλωναν;»
Το ξέρει μάλλον
Γιατί είναι ομιλητική πολύ
Η δειλία μου.
Γιατί δεν υπάρχει κάτι πιο διαφανές
Απ’ την ανεπάρκεια.
Υπό το βαρύ φορτίο μιας αποκλίνουσας ιστορικής μνήμης, Τόκιο και Πεκίνο
διαγκωνίζονται για επιρροή και κυριαρχία στην Ανατολική Ασία
Με
τις γεωπολιτικές συνθήκες στη Νοτιοανατολική Ασία να απέχουν πολύ από
αυτό που θα μπορούσε κάποιος να χαρακτηρίσει ως σχετικά σταθερή
κατάσταση ή έστω ως στάτους παγιωμένης ακινησίας, η «παραδοσιακή»
αντιπαλότητα Κίνας-Ιαπωνίας με αφορμή αυτή τη φορά το ζήτημα της Ταϊβάν
έρχεται να προσθέσει ακόμα μία απόχρωση γκρίζου στο σκιτσογράφημα των
ισορροπιών της περιοχής.
Σε μια ασυνήθιστη επίδειξη πυγμής
χρησιμοποιώντας ευθείες προειδοποιήσεις και αυστηρό τόνο, η Κίνα
διαμήνυσε την περασμένη Παρασκευή στην Ιαπωνία ότι παίζει με τη φωτιά
και ότι την περιμένει μια «συντριπτική» ήττα σε περίπτωση που παρέμβει
στρατιωτικά στη Ταϊβάν. Φαίνεται πως το Τόκιο γίνεται όλο και πιο
ανήσυχο στην προοπτική μιας δυναμικής κίνησης εκ μέρους του Πεκίνου στα
Στενά η οποία θεωρητικά θα το έφερνε σε απόσταση αναπνοής από την
Οκινάουα, το νοτιότερο άκρο της ιαπωνικής επικράτειας όπου υπάρχουν 32
αμερικανικές βάσεις. Ως γνωστόν, η Ιαπωνία είναι η χώρα όπου σταθμεύει
το μεγαλύτερο απόσπασμα αμερικανικού στρατού στο εξωτερικό. Μάλιστα, οι
κινεζικές Αρχές προέτρεψαν τους Κινέζους πολίτες να μην επισκέπτονται
την Ιαπωνία, κάτι που, όπως φάνηκε από τις μετέπειτα αντιδράσεις, έκανε
έξω φρενών το Τόκιο. Το ιαπωνικό υπουργείο Εξωτερικών ζήτησε ακολούθως
από την κινεζική κυβέρνηση να πάρει πίσω την προτροπή αυτή.
Η
Ιαπωνία με τη σειρά της κάλεσε τον Κινέζο πρέσβη στο Τόκιο και του
επέδωσε έντονη διαμαρτυρία για μια ανάρτηση άλλου κορυφαίου Κινέζου
διπλωμάτη στην Ιαπωνία η οποία περιείχε επιθετικές αναφορές στην
πρωθυπουργό Σανάε Τακαΐτσι. Πρόκειται για τον γενικό πρόξενο της Κίνας
στην Οσάκα Χούε Τζιάν, ο οποίος κοινοποιώντας στην πλατφόρμα X ένα άρθρο
σχετικά με τα όσα είπε η Τακαΐτσι στην ιαπωνική Βουλή για την Ταϊβάν
σχολίασε: «Ο βρομερός λαιμός που βρομάει από μόνος του πρέπει να
κοπεί»... Μπορεί η ανάρτηση αυτή να διαγράφηκε στη συνέχεια, αλλά ο
θυμός του Τόκιο δεν ξεθύμανε. Πολιτικοί από το κυβερνητικό στρατόπεδο
ζήτησαν την άμεση απέλαση του Χούε Τζιάν, ωστόσο η κυβέρνηση φάνηκε πιο
ψύχραιμη ζητώντας μόνο από το Πεκίνο να «λάβει τα κατάλληλα μέτρα», αν
και δεν διευκρίνισε ποια θα μπορούσε να είναι αυτά.
Λόγια-φωτιά...
Η
σπίθα που άναψε το φιτίλι της τελευταίας κόντρας ήταν όσα είπε η
Τακαΐτσι από το βήμα της ιαπωνικής Βουλής περί μιας πιθανής κινεζικής
επίθεσης στην Ταϊβάν. Ισοδυναμεί, υποστήριξε, με «υπαρξιακή απειλή» για
την Ιαπωνία και αυτό μπορεί να προκαλέσει τη στρατιωτική αντίδρασή της.
Απαντώντας σε σχετική ερώτηση βουλευτή της αντιπολίτευσης, είπε πως μια
επίθεση σε αμερικανικά πολεμικά πλοία που θα έχουν σταλεί για να σπάσουν
ενδεχόμενο κινεζικό ναυτικό αποκλεισμό της Ταϊβάν θα μπορούσε να
αναγκάσει το Τόκιο να παρέμβει στρατιωτικά για να υπερασπιστεί τον εαυτό
του και την ισχυρή σύμμαχό του, την Ουάσιγκτον.
Σημειώνεται ότι
οι ανατολικές ακτές της Ταϊβάν απέχουν μόλις 110 χλμ. από την ιαπωνική
επικράτεια των τελευταίων νησιών του συμπλέγματος της Οκινάουα και η
θαλάσσια περιοχή αποτελεί ζωτικής σημασίας εμπορική οδό για το Τόκιο.
Ο
όρος «υπαρξιακή απειλή» παραπέμπει σ’ έναν αμφιλεγόμενο νόμο του 2015,
της κυβέρνησης του -δολοφονηθέντος το 2022- πρωθυπουργού Σίνζο Άμπε, ο
οποίος σηματοδότησε μια ιστορική μετατόπιση στη μέχρι τότε ιαπωνική
αμυντική πολιτική, επιτρέποντας την ανάπτυξη ιαπωνικών στρατευμάτων στο
εξωτερικό για πρώτη φορά από τον Β´ Παγκόσμιο Πόλεμο. Θεωρώντας τον ως
μια απροκάλυπτη παραβίαση του πασιφιστικού συντάγματος και χαρακτήρα της
χώρας, ο νόμος αυτός είχε ξεσηκώσει θύελλα αντιδράσεων. Για πολλούς
εντός και εκτός Ιαπωνίας, περισσότερο όμως για τις χώρες της Ανατολικής
Ασίας που βίωσαν τα δεινά του μιλιταριστικού ιμπεριαλισμού της
αυτοκρατορικής περιόδου, ο νόμος της κυβέρνησης Άμπε ενέτεινε την
αίσθηση μιας απόπειρας αναθεωρητισμού που βρισκόταν σε φανερή ασυμφωνία
με την πολιτική της προσέγγισης, της συμφιλίωσης και της συνεργασίας που
ακολουθήθηκε από το Τόκιο καθ’ όλη τη μεταπολεμική περίοδο.
Η
Τακαΐτσι, που ανέλαβε τα καθήκοντά της πριν από σχεδόν ένα μήνα και
θεωρείται ότι εκπροσωπεί τον σκληροπυρηνικό εθνικιστικό πυρήνα της
κυβερνώσας ελίτ της Ιαπωνίας, εξόργισε επίσης το Πεκίνο δημοσιοποιώντας
τη συνάντησή της με εκπρόσωπο της Ταϊβάν σε μια περιφερειακή σύνοδο
κορυφής στη Σεούλ στις αρχές Νοεμβρίου.
Η τελευταία διαμάχη
απειλεί να επιδεινώσει τις δύσκολες σχέσεις των δύο μεγαλύτερων
οικονομιών της Ασίας, οι οποίες βρίσκονται σε σταθερή τροχιά ανάπτυξης
τα τελευταία χρόνια.
Σε μια πιο ψύχραιμη επαναθεώρηση της
κατάστασης, το Πεκίνο φάνηκε να παίρνει πίσω τις απειλές του
σημειώνοντας ότι οι αναφορές της Τακαΐτσι για την Ταϊβάν παραβιάζουν
σοβαρά το πνεύμα της συμφωνίας του 1972 μεταξύ των δύο χωρών, βάσει της
οποίας η Ιαπωνία αναγνωρίζει τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας ως τη μόνη
νόμιμη κυβέρνηση όλης της Κίνας.
Η ουσία της κατάστασης
Για
τους περισσότερους αναλυτές η τελευταία κόντρα με αφορμή τις δηλώσεις
Τακαΐτσι δεν είναι παρά ακόμα ένα επεισόδιο της μακρόχρονης
σινο-ιαπωνικής σχέσης ανταγωνισμού και αντιπαλότητας, η οποία αποτελεί
δεδομένη «ιδιορρυθμία» της γεωπολιτικής κατάστασης πραγμάτων στην
Ανατολική Ασία. Οι δύο χώρες έχουν μια πολυκύμαντη και περίπλοκη σχέση
στιγματισμένη από τραυματικά ιστορικά γεγονότα και επηρεαζόμενη
καθοριστικά από τη γεωγραφία, την οικονομία και την περιφερειακή
δυναμική ασφαλείας. Τα ανεπίλυτα ζητήματα πηγάζουν από ένα μείγμα βαθιών
ιστορικών τραυμάτων, προκαταλήψεων, πολιτισμικών καταβολών, στρατηγικής
αντιπαλότητας και ανταγωνισμού για επιρροή και πρωτοκαθεδρία στην Ασία.
Ο
ιαπωνικός ιμπεριαλισμός της αυτοκρατορικής περιόδου, από τα τέλη του
19ου ως τα μέσα 20ού αιώνα, με την εισβολή και κατοχή τμημάτων της
Κίνας, ειδικά ο Δεύτερος Σινοϊαπωνικός Πόλεμος (1937-1945) άφησε βαθιά
τραύματα στο κινεζικό συλλογικό υποσυνείδητο. Γεγονότα όπως η σφαγή της
Ναντσίνγκ, τα στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας, η υποταγή χιλιάδων
γυναικών σε σεξουαλική σκλαβιά για την ικανοποίηση των ιαπωνικών
στρατευμάτων παραμένουν νωπά. Πιο τραυματικά απ’ όλα, οι βαρβαρότητες
που ακολούθησαν την κατάληψη της Ναντσίνγκ, της τότε πρωτεύουσας της
εθνικιστικής «Δημοκρατίας της Κίνας», τον Δεκέμβριο του 1937, όπου τα
ιαπωνικά στρατεύματα επιδόθηκαν σε διάστημα έξι εβδομάδων σε μαζικές
δολοφονίες, βιασμούς, εμπρησμούς και λεηλασίες. Ο αριθμός των Κινέζων
αμάχων και αιχμαλώτων που σκοτώθηκαν στη σφαγή της Ναντσίνγκ έχει
αποτελέσει αντικείμενο πολλών συζητήσεων, με τις περισσότερες εκτιμήσεις
να κυμαίνονται από 100.000 έως και πάνω από 300.000. Οι περισσότεροι
σύγχρονοι ιστορικοί εκτιμούν ότι ο αριθμός των θυμάτων κυμαίνεται μεταξύ
200.000 και 300.000.
Τα σχετικά αριθμητικά και άλλα στοιχεία που
συμπεριλήφθηκαν στο κατηγορητήριο του Διεθνούς Στρατιωτικού Δικαστηρίου
για την Άπω Ανατολή και του Δικαστηρίου Εγκλημάτων Πολέμου της
Ναντσίνγκ, τα οποία συστάθηκαν μετά τον Β´ Παγκόσμιο Πόλεμο, βασίστηκαν
σε ιαπωνικά στρατιωτικά έγγραφα, φωτογραφίες και μαρτυρίες και
θεωρούνται εξαιρετικά αξιόπιστα.
Η σφαγή της Ναντσίνγκ δεν
αμφισβητείται σήμερα, ωστόσο ορισμένες πολιτικές και εθνικιστικές
ομάδες, κυρίως στην Ιαπωνία, αμφισβητούν πτυχές της, όπως ο αριθμός των
θυμάτων ή η φύση των εγκλημάτων. Το γεγονός συνεχίζει να τροφοδοτεί την
ένταση στις σχέσεις των δύο χωρών καθώς λειτουργεί ως καίριο σύμβολο του
εθνικού τραύματος για την Κίνα, των ιστορικών ευθυνών για την Ιαπωνία
αλλά και της αποκλίνουσας ιστορικής μνήμης για τις δύο πλευρές.
Η
Κίνα υποστηρίζει ότι η Ιαπωνία δεν έχει αναγνωρίσει πλήρως τις ευθύνες
της και δεν έχει ζητήσει συγγνώμη για τις πράξεις της στη διάρκεια του
πολέμου, όμως η Ιαπωνία επιμένει πως το έχει κάνει ζητώντας
επανειλημμένα συγγνώμη από τον κινεζικό λαό. Ζητήματα όπως οι διαφωνίες
για το πώς παρουσιάζονται τα γεγονότα αυτά στα σχολικά βιβλία Ιστορίας,
οι επισκέψεις Ιαπώνων αξιωματούχων σε μνημεία που συνδέονται με τον
πόλεμο, αλλά βεβαίως και η πολιτική ρητορική που περνά από φάσεις ύφεσης
σε περιόδους έξαρσης κρατούν τις πληγές ανοιχτές.
Από το χθες στο σήμερα
Αλλά
δεν είναι μόνο το παρελθόν που ρίχνει βαριά τη σκιά του στη δύσκολη
σχέση Τόκιο-Πεκίνου. Είναι και το πιεστικό παρόν. Ο «τοπικός» και
ευρύτερος γεωπολιτικός ανταγωνισμός για πρόσβαση σε πόρους και έλεγχο
εμπορικών οδών εντείνεται, κλιμακώνοντας αναλόγως τη σινο-ιαπωνική
διαμάχη για κυριαρχία στα Νησιά Σενκάκου (για την Ιαπωνία) Ντιαογιού για
την Κίνα. Είναι ένα μικρό σύμπλεγμα ακατοίκητων νησιών και βραχονησίδων
στη Θάλασσα της Νότιας Κίνας, 170 χλμ. από τις βορειοανατολικές ακτές
της Ταϊβάν.
Η Κίνα διεκδικεί ιστορικά την ανακάλυψη και κυριότητα
των νησιών από τον 14ο αιώνα, ωστόσο η Ιαπωνία ήταν εκείνη που διατήρησε
τον έλεγχό τους από το 1895 μέχρι την παράδοσή της στις ΗΠΑ στο τέλος
του Β´ Παγκοσμίου Πολέμου. Η κυβέρνηση του Τόκιο παραχώρησε στη συνέχεια
διοικητικά δικαιώματα στις Ηνωμένες Πολιτείες βάσει της Συνθήκης του
Σαν Φρανσίσκο και το νησιωτικό σύμπλεγμα Σενκάκου εντάχθηκε στην
Πολιτική Διοίκηση των Νήσων Ριουκιού από το 1945 έως το 1972, οπότε και
επιστράφηκε στην Ιαπωνία βάσει της Συμφωνίας Επιστροφής της Οκινάουα. Η
ανακάλυψη μεγάλων πετρελαϊκών κοιτασμάτων το 1968 στη θαλάσσια περιοχή
των νησιών λειτούργησε ως καταλύτης στη σινο-ιαπωνική κόντρα για τον
έλεγχό τους.
Σημειώνεται ότι, παρά την αντιπαλότητα Κίνας-Ταϊβάν,
και οι δύο κυβερνήσεις συμφωνούν ότι τα νησιά αποτελούν μέρος της Ταϊβάν
ως διοικητική προέκταση της πόλης Τουτσένγκ στην κομητεία Γιλάν. Η
Ιαπωνία διοικεί σήμερα τα νησιά ως μέρος της αυτοδιοικητικής περιφέρειας
της πόλης Ισιγκάκι στην επαρχία Οκινάουα. Δεν αναγνωρίζει τις αξιώσεις
της Κίνας ούτε της Ταϊβάν, αλλά δεν έχει επιτρέψει ούτε στην
περιφερειακή διοίκηση του Ισιγκάκι να προχωρήσει σε οικιστική ή άλλη
ανάπτυξη των νησιών.
Αν και μικροσκοπικές, οι νησίδες αποτελούν
ένα μεγάλο διακύβευμα. Βρίσκονται σε στρατηγική τοποθεσία που οριοθετεί
ΑΟΖ για κρίσιμους πόρους όπως οι υδρογονάνθρακες και η αλιεία, ενώ
επιτρέπει τον έλεγχο της ναυσιπλοΐας και κατ’ επέκταση των καίριων
εμπορικών οδών της Ανατολικής Ασίας.
Καθώς η Κίνα αναδύεται ως
παράγοντας ισχύος στην περιοχή, η Ιαπωνία ως εδραιωμένη περιφερειακή
δύναμη που διαθέτει πανίσχυρο Πολεμικό Ναυτικό -το δεύτερο ισχυρότερο
μετά από αυτό των ΗΠΑ-, εξοπλισμένο με τα πλέον προηγμένα συστήματα από
Αμερικανούς και Ευρωπαίους, δηλώνει παρούσα και επιχειρεί να ανακόψει
την ορμή του Πεκίνου.[..........]
Ο Πλάτων Ανδριτσάκης γεννήθηκε το 1948 στην Αθήνα. Από το 1967 έως το
1975 έζησε στο Παρίσι. Έχει γράψει μουσική για θέατρο, μπαλέτο,
κινηματογράφο και τηλεόραση στην Ελλάδα και το εξωτερικό, καθώς και
τραγούδια που έχουν κυκλοφορήσει σε όλο τον κόσμο.
Η διαφθορά ήταν και παραμένει γάγγραινα για την Ελλάδα. Η κατάσταση όχι μόνο δεν βελτιώθηκε με την επιβολή των μνημονίων ,εντός των οποίων ακόμη ζούμε, αλλά επιδεινώθηκε δραματικά! Δεν χρειάζεται παρά να παρακολουθήσει την πρόσφατη εσωτερική ειδησεογραφία! Ζούμε στην εποχή των εξόφθαλμων, ξεδιάντροπων σκανδάλων… Ένας πρώην Οικονομικός Επιθεωρητής, ο κ. Γιώργος Μπούτος, μιλά για τις δραματικές εμπειρίες του όταν προσπάθησε να κάνει το αυτονόητο: τη δουλειά του. Αποτέλεσμα της αγωνίας του ήταν δύο βιβλία που έγραψε. Το πρώτο έχει τίτλο «Το παιχνίδι με το Σύστημα» και το δεύτερο είναι το «Μικρό Εγχειρίδιο για τη Διαφθορά στη Δικαιοσύνη».
Αριστοτεχνικό αστυνομικό θρίλερ του Γάλλου
σκηνοθέτη Henri-Georges Clouzot. Το σενάριο είναι βασισμένο στο
αστυνομικό μυθιστόρημα του Stanislas Steeman
Henri-Georges Clouzot
Director, Screenplay
Stanislas-André Steeman
Novel
Jean Ferry
ScreenplayΗ Τζένη Λαμούρ είναι μία τραγουδίστρια του μουσικού θεάτρου και
φιλοδοξεί ν' ανέβει ψηλότερα, κατακτώντας μέχρι και πρωταγωνιστικούς
ρόλους στον
κινηματογράφο. Ο Μορίς Μαρτινό, είναι ο άντρας της, πιανίστας στο
επάγγελμα,
ο οποίος την ζηλεύει παράφορα, σε σημείο να της θέτει περιορισμούς στην
επαγγελματική της δραστηριότητα.
Όταν ο Μπρινιόν, ένας εκκεντρικός και διεστραμμένος επιχειρηματίας με
πολλές διασυνδέσεις στον χώρο του θεάματος θα προσεγγίσει την Τζένη,
εκείνη θα ενδώσει και ο ζηλιάρης σύζυγος θα γίνει έξω φρενών απειλώντας
την ζωή του Μπρινιόν.
Η Τζένη λέγοντας ψέματα στον Μορίς θα πάει στο σπίτι του Μπρινιόν για να
τον δει.
Ο Μορίς θα το ανακαλύψει και θα σπεύσει οπλισμένος να τους σκοτώσει,
πλην όμως εισερχόμενος στο σπίτι του Μπρινιόν θα τον βρει ήδη νεκρό.[.....]
Σαν σήμερα, 60 χρόνια πριν, έλαβα το διαβατήριο να περάσω την μπάρα στην άκρη του χωριού μου, που με φυλάκιζε, και να μπω στην περιπέτεια του μεγάλου κόσμου.
Ήταν η μέρα που βγήκαν τα αποτελέσματα για τις εισαγωγικές εξετάσεις στο πανεπιστήμιο. Τότε τα μαθαίναμε από τη δημοσίευσή τους στις εφημερίδες. Εμένα μου έφερε στο σπίτι Τα Νέα ο φίλος μου ο Χρήστος και τα έδωσε στη μάνα μου, με υπογράμμιση του ονόματός μου: Φιλοσοφική Θεσσαλονίκης!
Παραθέτω φωτογραφικό τεκμήριο από την εφημερίδα Μακεδονία, που βρήκα στο αρχείο.
Διατρέχοντας τα ονόματα (εκτός απ’ το δικό μου), βρήκα ονόματα της τάξης μου που αργότερα έγιναν πολύ γνωστοί στο χώρο της φιλολογίας, φιλοσοφίας και ιστορίας…Και κάποιους «σταρ», σαν τον Αντώνη τον Λιάκο… Βάζω κάποια με σειρά Βαθμολογίας (ο Κεχαγιόγλου πάντα πρώτος και στις εισαγωγικές, και στα έτη, και στο πτυχίο):
Ήταν η χρονιά με το Ακαδημαϊκό Απολυτήριο (Α’ και Β’ τύπος)… ίσχυσε το 1965 και το 1966 (με το Ν.Δ 4379/1964, Ν.Δ. 277/1965, 377/1965, 546/1965, 424/1966).
Ακαδημαϊκό Απολυτήριο τύπου Α’ οι θεωρητικές σχολές (φιλοσοφική νομική κ.λπ.), και τύπου Β’ οι πρακτικές (πολυτεχνείο, ΦΜΣ κ.λπ.).
Εξετάσεις σε κέντρα ανά περιφέρεια με μεικτές επιτροπές καθηγητών τριτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας. Και οι δύο κατευθύνσεις εξετάζονταν στα ίδια μαθήματα, με διαφορετικό συντελεστή για κάθε τύπο στη βαθμολόγηση, που πολλαπλασιαζόταν με τον βαθμό του γραπτού, συν ο βαθμός ενδεικτικού των δύο τελευταίων τάξεων, με συντελεστή 3:
Αρχαία (Α’6 και Β’2), έκθεση και ερμηνεία λογοτεχνικού κειμένου (Α’ 6 και Β’ 4), ιστορία (Α’4 και Β’2), μαθηματικά (άλγεβρα, τριγωνομετρία, γεωμετρία) (Α’2 και Β’6), φυσική (φυσική, χημεία, ανθρωπολογία) (Α’2 και Β’6), λατινικά (για τον τύπο Α’, 3), σχέδιο (για τον τύπο Β’, 3).
Ουσιαστικά, όλα τα μαθήματα και όλη η ύλη του σχολείου, με διαφορετικό κέντρο βάρους… Για να καταλάβετε, εγώ πέρασα με 19 στα μαθηματικά και φυσική και 6 λατινικά…
Το 1965 οι υποψήφιοι ήσαν 28.911 και οι εισακτέοι 12.035.
Ο θεωρητικός της Εκπαιδευτικής Μεταρρύθμισης, που έφερε η κυβέρνηση Παπανδρέου το 1964, Ευάγγελος Παπανούτσος, έλεγε:
«Ένα γυμνασιακό απολυτήριο σαν το σημερινό, που δεν ανοίγει καμιά πόρτα, είναι άχρηστο πλέον στους νέους μας. Και πρέπει να σκεφτούμε με τι θα το αντικαταστήσουμε, για να αποκτήσει και πάλι αντίκρισμα και αξία. Πρέπει να διαχωριστεί το απολυτήριο γυμνασίου από το απολυτήριο που επιτρέπει στον νέο να συνεχίσει τις σπουδές του στις ανώτατες σχολές. Οι νέοι που θα εξεταστούν εκ νέου πρέπει να πείσουν τους εξεταστές τους ότι έχουν τις ικανότητες να συνεχίσουν τις σπουδές τους. Εάν χρειαστεί έβδομος χρόνος φοίτησης στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, για απόκτηση των προσόντων που απαιτούνται στις εξετάσεις, δεν θα διστάσει η πολιτεία να το νομοθετήσει. Γιατί θα πρέπει τα παιδιά να φύγουν από τα φροντιστήρια και να έρθουν πίσω στα δημόσια εκπαιδευτήρια».
Εξ όνυχος τον λέοντα για να καταλάβουμε σε ποιο χαμηλό επίπεδο κινείται η πολιτική ζωή στη χώρα.
Είπε λοιπόν ο Άδωνις Γεωργιάδης για τον Κυριάκο Βελόπουλο ότι «αν άνοιξω το στόμα μου δεν θα τον ξεπλένει ο Ιορδάνης ποταμός»!
Όμως υποχρεούται να ανοίξει το στόμα του!
Είναι καθήκον του να ανοίξει το στόμα του!
Δεν μπορεί ένας Υπουργός να ομιλεί με όρους Ομερτά!
Και μάλιστα να μην καταλαβαίνει ότι ομιλεί με όρους Ομερτά!
Σαν κοινός μαφιόζος ή εκβιαστής ή οποιοσδήποτε άλλος υποκοσμιακός.
Αλλά γιατί να μην μιλά έτσι ο Άδωνις;
Όταν όλη η κυβερνητική πολιτική κινείται σε αυτό το επίπεδο και αναλόγως εκφράζεται;
Τι να πει δηλαδή ο Κ. Μητσοτάκης για τις υποκλοπές; Να μας διαβάσει
αποσπάσματα της προς Κορινθίους Επιστολής του Αποστόλου Παύλου;
Τι να μας πει η κυβέρνηση για τον Φραπέ, τον Χασάπη και την κυρία Φεράρι; Να μας απαγγείλει Καβάφη;
Όμως το χαμηλό επίπεδο στον δημόσιο διάλογο οφείλεται στο δόλιο επίπεδο των κυβερνητικών πράξεων.
Τι να μας πει για τον Τέμπη η κυβέρνηση; να μην συκοφαντήσει τους γονείς;
Τι να μας πει για την τουρκική απειλή που η ίδια με τον κατευνασμό ενδυναμώνει;
Τι να πει για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια που αποδεικνύονται μια άγρια
αρπαχτή, η οποία, με τη σειρά της υπονομεύει τη φροντίδα για την Δημόσια
Εκπαίδευση;
Με τέτοια κατάσταση και τέτοιο επίπεδο στη χώρα, γιατί οι ΗΠΑ να μην μας στείλουν Πρέσβειρα την κυρία Κίμπερλι Γκιλφόϊλ;
Η οποία στο κάτω–κάτω είναι πολύ καλύτερη από τα 3/4 των βουλευτών στο Κοινοβούλιο…
Fascism made in USA: H νέα στήλη του Σημείου στο NEWS 24|7
Η Αμερική του Τραμπ παράγει και εξάγει φασισμό: διώξεις, λογοκρισία,
ψέματα, θεωρίες συνωμοσίας, μαζικές απελάσεις, ρατσιστικός λόγος,
αντι-επιστημονισμός, κατασκευή εσωτερικού εχθρού, στοχοποίηση ατόμων,
εξιδανίκευση της αποικιοκρατίας, αναθεώρηση της ιστορίας της δουλείας,
ασυδοσία για τους πλούσιους, έλεγχος των ΜΜΕ, όπλα, βίαιες ακροδεξιές
ομάδες. Αυτά συνθέτουν τη νέα πραγματικότητα στις ΗΠΑ, αυτά είναι τα
συστατικά του φασισμού, αυτά ήταν πάντα. Το Σημείο αναλύει την
επικαιρότητά του, παρακολουθεί τη διαδρομή του στον χρόνο, θυμίζει τις
ρίζες του.
MAGA προπαγάνδα: Τα “κανάλια” του ακροδεξιού μίσους
Η εν εξελίξει κόντρα του Τραμπ με
το BBC είναι μια ακόμα περίπτωση στη μακρά λίστα κρουσμάτων χειραγώγησης
και αντιστροφής της πραγματικότητας (κοινώς: gaslighting).
Προσπαθώντας να απαξιώσει κάθε επικριτική φωνή –συνεπής στην προσπάθεια να κατασκευάζει μια «αλήθεια» αποκλειστικά για τους οπαδούς του–, ο Τραμπ θέλει επιπλέον να στρέψει το βλέμμα μακριά από την υπερσυγκέντρωση Μέσων σε χέρια επιχειρηματιών που τον στηρίζουν, μακριά από τις ωμές προσπάθειες φίμωσης του Τύπου που έχουν επισημάνει οι Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα, και βεβαίως μακριά από την κλιμάκωση μιας ακριβοπληρωμένης προπαγάνδας στο διαδίκτυο.
Η λογοκρισία των «ενοχλητικών» είναι
μία από τις όψεις της στρατηγικής του Τραμπ απέναντι στα ΜΜΕ. Στο
σημερινό σημείωμα θα ασχοληθούμε με τις άλλες: Θα δούμε ποια είναι τα
παραδοσιακά Μέσα, κανάλια και εφημερίδες, που εδώ και χρόνια έχουν
αναλάβει να κάνουν ελκυστικές τις αντικοινωνικές απόψεις της Ακροδεξιάς.
Θα αναδείξουμε τις ιστοσελίδες και τις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης
που κάνουν τον εξτρεμισμό στοιχείο της καθημερινότητας εκατομμυρίων
ανθρώπων στις ΗΠΑ. Και θα παρακολουθήσουμε ποιοι είναι οι πιο
επιδραστικοί προπαγανδιστές της αμερικανικής Ακροδεξιάς, ποια η απήχησή
τους και ποια η σχέση τους με τον Αμερικανό Πρόεδρο.
Κανάλια και εφημερίδες
Εμπροσθοφυλακή της τραμπικής προπαγάνδας είναι,
βεβαίως, το συνδρομητικό κανάλι Fox News, του δισεκατομμυριούχου Ρούπερτ
Μέρντοχ. Το Fox δημιουργήθηκε το 1996, προκειμένου να
ανταγωνιστεί τα κανάλια CBS, NBC και ABC. Τριάντα χρόνια σχεδόν μετά,
κυριαρχεί στην τηλεθέαση στις ώρες αιχμής (prime time). Κι αυτό, παρά τα
όχι λίγα πρόστιμα πολλών εκατομμυρίων σε βάρος του, παρά τις βάσιμες
κατηγορίες για μεροληψία υπέρ των Ρεπουμπλικάνων, διακίνηση θεωριών
συνωμοσίας και ανακριβειών για την κλιματική κρίση και την πανδημία.
Αλλά και παρά τη στενή επαφή παρουσιάστριας του καναλιού με υψηλόβαθμο
στέλεχος των Ρεμπουμπλικάνων.
Στην έντυπη δημοσιογραφία, ακραιφνώς υπέρ του Τραμπ τοποθετείται το ταμπλόιντ New York Post, επίσης ιδιοκτησίας Μέρντοχ. Η Washington Post,
του Τζεφ Μπέζος, τήρησε «ουδετερότητα» στις προεδρικές εκλογές,
αποθαρρύνοντας στην πραγματικότητα την κριτική στον Τραμπ και την
οικονομική πολιτική του: μέσα σε λίγες μέρες, η στάση αυτή κόστισε στην
εφημερίδα 250.000 περίπου συνδρομητές. Έτσι, Η New York Times είναι
η μόνη από τα μεγάλα φύλλα που παραμένει σαφώς στην πλευρά των
Δημοκρατικών, σε ένα τοπίο που γίνεται όλο και πιο ολιγαρχικό.
Συγκρίνοντας τις σημερινές δυνατότητες άσκησης αντιπολίτευσης μέσω του Τύπου σε σχέση με αυτές προ δεκαετίας, το κίνημα Indivisible (πρωταγωνιστική δύναμη στις κινητοποιήσεις “No Kings”), σχολίαζε
λίγο μετά τις περσινές προεδρικές εκλογές ότι οι τοπικές πηγές
ενημέρωσης έχουν κλείσει ή απορροφηθεί από επιχειρήσεις στην επιρροή της
Δεξιάς, δυσχεραίνοντας την κάλυψη από τον τοπικό Τύπο: «Οι άνθρωποι
είναι όλο και πιο κλεισμένοι σε “φούσκες” ενημέρωσης που επιβεβαιώνουν
τις υπάρχουσες απόψεις τους».
Ιστοσελίδες
Η αμερικανική Ακροδεξιά αποδείχτηκε εξαιρετικά επιδέξια στο να
φτιάχνει και να αξιοποιεί τέτοιες «φούσκες» στο διαδίκτυο – ιστοσελίδες
και πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης, μέινστριμ και εναλλακτικές. Η
διασπορά ψευδών ειδήσεων μέσω του διαδικτύου έφτασε σε δυσθεώρητα ύψη.
Ενδεικτική είναι η περίπτωση του The Gateway Pundit,
του Τζιμ Χοφτ, που βγήκε το 2004 και για μεγάλα διαστήματα είχε
περισσότερες από 50 εκ. επισκέψεις: τον Σεπτέμβριο του 2021, η Google
διέκοψε τη λειτουργία του ιστότοπου λόγω δημοσίευσης παραπληροφόρησης.
Εμβληματικό για τον τραμπισμό ήταν για χρόνια το ακροδεξιό Breitbart News, που αυτοανακηρύχθηκε «πλατφόρμα της alt-right».
Ξεκινώντας το 2007 με τον δημοσιογράφο Άντριου Μπράιπαρτ, υπό την
ηγεσία του Στηβ Μπάνον η σελίδα έφτασε το 2016 20 εκατομμύρια
αναγνώστες. Λίγο πριν από τις εκλογές του 2024, η επιρροή της είχε «προσγειωθεί» πια στους 700.000 μοναδικούς χρήστες.
To Breitbart ήταν η κορυφή του παγόβουνου. Η επίθεση στο «κατεστημένο των νεοσυντηρητικών», από ακτιβιστές και διανοούμενους που αργότερα πρωτοστατούσαν στις βίαιες κινητοποιήσεις της «Εναλλακτικής Δεξιάς» στο Σαρλότσβιλ, χρωστά πολλά σε ιστοσελίδες όπως το αντιμεταναστευτικό V-Dare ή το ακροδεξιό Taki’s Magazine.
Τοποθετούμενα στα δεξιά των Ρεπουμπλικάνων προτού ο Τραμπ αναλάβει την
ηγεσία τους, οι ιστοσελίδες αυτές δημιούργησαν κύκλους σκληροπυρηνικών
ιδεολόγων, καλλιεργώντας ένα κλίμα ενότητας ανάμεσα σε όλες τις άλλες
τάσεις της Δεξιάς – από τους πιο παραδοσιακούς «παλαιοσυντηρητικούς», μέχρι τους οπαδούς της λευκής υπεροχής και τους νεοναζιστές. Το νεοναζιστικό Daily Stormer και το ανοιχτά αντιδραστικό Occidental Dissent,
που απευθύνεται στους νοσταλγούς των δουλοκτητικών πολιτειών της
Συνομοσπονδίας, ανήκουν στον ίδιο αστερισμό. Ιδιαίτερα επιδραστικό,
τέλος, είναι το Daily Wire, του ακροδεξιού φιλοσιωνιστή Μπεν Σαπίρο. Συντάκτης του Breitbart (2012-2016), και αρθρογράφος σε περιοδικά του κυρίαρχου ρεύματος όπως το Newsweek, o Σαπίρο ίδρυσε το 2015 την εταιρεία ΜΜΕ Daily Wire, που συνδέεται με το καθημερινό πόντκαστ και ζωντανό ραδιοφωνικό The Ben Shapiro Show.
Το twitter, του Ίλον Μασκ, είναι μια από τις προφανείς επιλογές. Πρόσφατο δημοσίευμα
αποκάλυψε ότι μερικοί από τους πιο επιδραστικούς λογαριασμούς
τραμπιστών ανήκουν σε χρήστες εκτός ΗΠΑ – από την ανατολική Ευρώπη μέχρι
τη Χιλή και τη Νιγηρία. Το Instagram είναι επίσης δημοφιλές: ο
λογαριασμός της μόλις παραιτηθείσας Μάρτζορι Τέιλορ Γκριν μετρά 1 εκ.
ακολούθους, αυτός της ακροδεξιάς ινφλουένσερ Καντάς Όουενς 7 εκ., ενώ ο
λογαριασμός του δολοφονημένου Τσάρλι Κερκ έχει σήμερα 14 εκ. followers. [.......................................]
Choreographic version by Yuri Grigorovich Design by Simon Virsaladze Ballet master-director Regina Nikiforova Prince Desire - Artem Ovcharenko Princess Aurora - Elizaveta Kokoreva Lilac Fairy - Alena Kovaleva Catalabutte, chief master of ceremonies - Yuri Ostrovsky Evil Fairy Carabosse - Denis Savin King Florestan XIV - Alexey Loparevich Queen - Anastasia Meskova Princess Florina - Anastasia Stashkevich With artists of the Bolshoi Ballet and Orchestra. See closing credits (in Russian) for full cast details.