efsyn.gr

Λουκίνο Βισκόντι, το όνομά του οποίου έχει γραφτεί με χρυσά γράμματα, είχε την τύχη να βρεθεί στην ακμή του όταν η Ιταλία ήταν μία κινηματογραφική υπερδύναμη, επηρεάζοντας κορυφαίους σκηνοθέτες σε όλο τον κόσμο και δημιουργώντας καλλιτεχνικά ρεύματα και κινήματα. Και ταυτόχρονα η Ιταλία είχε την τύχη να περηφανεύεται, για τον μέγα σκηνοθέτη και καλλιτέχνη, με το κάπα κεφαλαίο, αλλά και για τα μεγαλόπνοα έργα του, στον κινηματογράφο, το θέατρο και την όπερα.

Κληροδοτώντας το παγκόσμιο σινεμά με μία σπάνια φιλμογραφία, που ποτέ δεν έπαψε να αποτελεί σημείο αναφοράς στην 7η Τέχνη και να υιοθετείται από σύγχρονους και μεταγενέστερους σπουδαίους δημιουργούς, ο Βισκόντι, δεν ήταν απλώς ένας από τους αναμορφωτές του ιταλικού μεταπολεμικού σινεμά, εκ των θεμελιωτών του νεορεαλισμού, μαζί με Βιτόριο Ντε Σίκα και Ρομπέρτο Ροσελίνι και μια αυθεντία στην όπερα, αλλά και ένα τεράστιο ανάστημα, μία σπουδαία και σίγουρα αντιφατική προσωπικότητα. Δεν είναι άλλωστε τυχαίος ο χαρακτηρισμός «Κόκκινος Βαρώνος», καθώς παρότι γαλαζοαίματος, ήταν μαχητικός ιδεολόγος, αντιστασιακός μαχητής εναντίον των φασιστών.

Το σινεμά του, μπορεί να χωριστεί σε δυο εποχές: Αρχικά, του νεορεαλισμού, με την αποτύπωση της ζωής των φτωχών ανθρώπων, τις αγωνίες τους και τα βάσανά τους, χρησιμοποιώντας πολλές φορές ερασιτέχνες ηθοποιούς και στη συνέχεια, του οπερατικού σινεμά, όπου η εικαστική αρτιότητα, έδενε, με τη λογοτεχνία, τη μουσική, τη ζωγραφική, την αρχιτεκτονική, αλλά και στοχαστικές αξίες γύρω από τη ματαιότητα της ζωής και τον θάνατο. Μερικές μόνο από τις αξεπέραστες ταινίες του ήταν: «Ο Γατόπαρδος», «Senso», «Διαβολικοί Εραστές», «Μπελίσιμα», «Η Γη Τρέμει», «Θάνατος στη Βενετία» και «Η Γοητεία της Αμαρτίας».

Ο Λουκίνο Βισκόντι, που γεννήθηκε πριν από 120 χρόνια (2 Νοεμβρίου του 1906), εκτός από το κεφαλαιώδες έργο του, είχε και μια συναρπαστική ζωή, αποτέλεσμα των αντιφάσεων του έντονου χαρακτήρα του. Γαλαζοαίματος, γόνος μίας παλαιότατης και της πιο πλούσιας οικογένειας του Μιλάνου, αλλά και ένθερμος κομμουνιστής, γνωστός ομοφυλόφιλος και λάτρης των γυναικών, αριστοκράτης της ιταλικής όπερας και των Γερμανών λογοτεχνών και νεορεαλιστής, οραματιστής, στα όρια της μεγαλομανίας και ταπεινός δίπλα στον απλό λαό. Το κυριότερο, όμως, προικισμένος με απεριόριστο ταλέντο, που το πρόσφερε απλόχερα στις τέχνες, στον ιταλικό λαό και στην παγκόσμια κοινότητα.

Η βαριά καταγωγή και ο Δάντης

Ο Λουκίνο Βισκόντι, ήταν ένα από τα επτά παιδιά του Τζουζέπε Βισκόντι ντι Μοντρόνε, Δούκα του Γκρατσιάνο Βισκοντι του Λονάτε Ποτσόλο και της Κάρλα, μίας πάμπλουτης κληρονόμου. Ο οίκος των Βισκόντι είχε συνεχή παρουσία στη ζωή της βόρειας Ιταλίας από τον 14ο αιώνα. Μάλιστα, ο συνονόματός του ήταν βάναυσος κυβερνήτης του Μιλάνου και της Παβίας, που βρέθηκε το 1349 δηλητηριασμένος, ενώ δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι ο Δάντης αναφέρει στη «Θεία Κωμωδία» τον Ουγκολίνο Βισκόντι της Πίζας, απόγονος του οποίου ήταν ο Λουκίνο Βισκόντι.

Ανορθόδοξος καθολικός

Τα παιδικά του χρόνια τα έζησε στο Παλάτσο Βισκόντι ντι Μοντρόνε στη Βία Τσέρβα, του Μιλάνου, ενώ είχε βαπτιστεί Ρωμαιοκαθολικός, κάτι που δεν απαρνήθηκε ποτέ, λέγοντας «μπορεί να είμαι ανορθόδοξος, αλλά θα είμαι πάντα καθολικός». Μετά τον χωρισμό των γονιών του το 1920, ακολούθησε τη μητέρα και τα μικρότερα αδέλφια του, στο δικό της σπίτι στο Μιλάνο, καθώς και στη θερινή κατοικία της, στη βίλα Έλμπα, στο Κόμο. Ο πατέρας του, ως θαλαμηπόλος του βασιλιά Βίκτωρα Εμμανουήλ Γ΄ της Ιταλίας, κατείχε επίσης μια βίλα στη Ρώμη, την οποία αργότερα κληρονόμησε ο Λουκίνο και έζησε εκεί για δεκαετίες, ανοίγοντάς την στον καλλιτεχνικό κόσμο και τη διανόηση.

Μυθική ενηλικίωση

Από μικρός ήρθε σε επαφή με τις τέχνες και ειδικά με τη μουσική – στα 14 του έδωσε το πρώτο του δημόσιο ρεσιτάλ βιολοντσέλου, ενώ παράλληλα είχε την τύχη να βλέπει από κοντά οικογενειακούς φίλους καλλιτέχνες και μυθικές προσωπικότητες, όπως ο Τζάκομο Πουτσίνι και ο Αρτούρο Τοσκανίνι, αλλά και συγγραφείς όπως ο Γκαμπριέλε Ντ’ Ανούντσιο! Ο παππούς του, Γκουίντο, ήταν διευθυντής στη Σκάλα του Μιλάνου, την οποία έσωσε εκείνη την εποχή από τη χρεοκοπία. Γι’ αυτό η οικογένεια διατηρούσε το δικό της θεωρείο. ‘Αλλο μεγάλο του πάθος ήταν η λογοτεχνία, ενώ στα 18 του αντί να αναλάβει την γιγαντιαία επιχείρηση της μητέρας του, προτίμησε να υπηρετήσει στην αριστοκρατική σχολή Πινερόλο του Τορίνο. Μετά το τέλος της θητείας του, ασχολήθηκε με πάθος στην εκπαίδευση αλόγων κούρσας, ενώ ήταν και αρραβωνιασμένος με την πριγκίπισσα Ίρμα του Βίντις Γκράετς, αλλά η σχέση τους δεν προχώρησε.

Στον κύκλο του Ρενουάρ

Παράλληλα, τη δεκαετία του ‘30 επισκεπτόταν το ανήσυχο καλλιτεχνικά Παρίσι, όπου γνώρισε σημαντικές προσωπικότητες, μία απ’ τις οποίες ήταν και η Κοκό Σανέλ, η οποία τον γνώρισε στον Ζαν Ρενουάρ, που τον έχρισε τρίτο βοηθό του στην ταινία «Τονί», αναλαμβάνοντας και τα κοστούμια. Η εμπειρία του αποδείχθηκε μεγάλο σχολείο, ενώ στον κύκλο του Ρενουάρ γνωρίζει και την κομμουνιστική ιδεολογία.

Αντίσταση

Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Βισκόντι εντάχθηκε στο Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα, ως αντίπαλον δέος του φασισμού και κατηγόρησε δριμεία την αστική τάξη για προδοσία στην τυραννία. Γρήγορα μπήκε στην αντίσταση, υποστήριξε το αντάρτικο αγώνα των κομμουνιστών και έκανε τη βίλα του στη Ρώμη, τόπο συνάντησης καλλιτεχνών και αντικαθεστωτικών. Το 1943, μετά την στροφή των Γερμανών εναντίον της Ιταλίας, κρύφτηκε στα βουνά και βοήθησε ‘Αγγλους και Αμερικάνους αιχμαλώτους να κρυφτούν έπειτα από την απόδρασή τους. Στην κατοχή της Ρώμης από τους Γερμανούς, ο Βισκόντι συνελήφθη και καταδικάστηκε σε εκτέλεση, αλλά γλύτωσε την τελευταία στιγμή, από την σταρ της εποχής Μαρία Ντενί.

Τρέχοντας

Την ίδια εποχή, γράφει στο περιοδικό Cinema, μαζί με τους Αντόνιο Πιετράντζελι και Τζουζέπε Ντε Σάντις, στηλιτεύοντας το καθεστώς και επικρίνοντας δριμύτατα τους πνευματικούς υπηρέτες του. Το 1943 εγκαινιάζει τον ιταλικό νεορεαλισμό, με την ταινία του «Διαβολικοί Εραστές», που επηρεάζει την εξέλιξη της κινηματογραφικής τέχνης. Ένα υπέροχο φιλμ, βασισμένο στο μυθιστόρημα «Ο Ταχυδρόμος Χτυπά Πάντα Δυο Φορές», που είχε πλατιά απήχηση και έκανε τον γιο του Μουσολίνι, Βιτόριο, να φύγει τρέχοντας φωνάζοντας «αυτό δεν είναι Ιταλία».

Μπελίσιμα

Τρία χρόνια μετά, γυρίζει, με χρήματα του ΚΚΙ, την περίφημη ταινία «Η Γη Τρέμει», ένα οδοιπορικό στη ρημαγμένη Σικελία, όπου αποτυπώνει αδρά τα βάσανα ψαράδων χρησιμοποιώντας ερασιτέχνες ηθοποιούς. Το 1951, έρχεται η ώρα για την θαυμάσια και εξόχως συγκινητική «Μπελίσιμα», με την εκπληκτική ‘Αννα Μανιάνι, να ενσαρκώνει τα απατηλά μικροαστικά όνειρα μιας μάνας, που ονειρεύεται να δει το παιδί της στην Τσινετσιτά. Η διάψευση των ονείρων στις λαϊκές συνοικίες της Ρώμης και ένα απαράμιλλο φινάλε, που ο Βισκόντι αναδεικνύει το μεγαλείο της εκφραστικής δεινότητας της «Λύκαινας» του ιταλικού σινεμά.[................................]

Η ιστορία του γαλαζοαίματου κομμουνιστή Λουκίνο Βισκόντι


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Lo Straniero - Marcello Mastroianni - Luchino Visconti - Albert Camus - 1967«Lo Straniero» (L' Etranger)  Ιταλο-γαλλική δραματική ταινία του 1967, βασισμένη στο ομώνυμο φιλοσοφικό μυθιστόρημα του Αλμπέρ Καμύ (1942).


Πρόκειται για μια ταινία που για χρόνια ήταν δυσεύρετη και δεν είχε κυκλοφορήσει ευρέως σε DVD, γεγονός που συνέβαλε στο να θεωρείται μια «χαμένη» δουλειά του Βισκόντι .


Συντελεστές & Παραγωγή

• Σκηνοθεσία: Λουκίνο Βισκόντι (Luchino Visconti)
• Σενάριο: Λουκίνο Βισκόντι, Σούζο Τσέκι ντ' Αμίκο (Suso Cecchi d'Amico), Γκεόργκ Κονσόν και Εμανουέλ Ρομπλές
• Πρωταγωνιστές:
    • Μαρτσέλο Μτρογιάνι (Marcello Mastroianni) ως Αρθούρος Μερσό (Arthur Meursault)
    • Άννα Καρίνα (Anna Karina) ως Μαρί Καρντόνα (Marie Cardona)
    • Ζορζ Ζερέ (Georges Géret), Μπερνάρ Μπλαν, Ζορζ Γουίλσον, Μπρούνο ΚρεμέρΗ ταινία 




Η ταινία ακολουθεί πιστά την πλοκή του βιβλίου, τοποθετημένη στο Αλγέρι της δεκαετίας του 1930, υπό γαλλική αποικιοκρατία . Ο πρωταγωνιστής, Αρτίρ Μερσό (Μαρτσέλο Μαστρογιάνι), είναι ένας αποστασιοποιημένος υπάλληλος που δεν δείχνει συναισθήματα ούτε στην κηδεία της μητέρας του. Λίγο αργότερα, σε μια παραλία, κάτω από τον αποπνικτικό ήλιο, πυροβολεί και σκοτώνει έναν Άραβα χωρίς ξεκάθαρο λόγο . Στη δίκη που ακολουθεί, το δικαστήριο δεν κρίνει τόσο τον φόνο όσο την «απάθειά» του και την άρνησή του να συμμορφωθεί με τους κοινωνικούς κανόνες, καταδικάζοντάς τον τελικά σε θάνατο .


Ο Βισκόντι, γνωστός για το οπερατικό του ύφος, επιλέγει εδώ μια πιο λιτή προσέγγιση. Η σκηνοθεσία του εστιάζει στην οπτική αναπαράσταση της ζέστης και της αποξένωσης, χρησιμοποιώντας την εικόνα για να αποδώσει την αίσθηση του παραλόγου .

    Ο Μαρτσέλο Μαστρογιάνι θεωρείται εξαιρετική επιλογή για τον ρόλο, αποδίδοντας με τη χαρακτηριστική του απάθεια , την εσωστρέφεια.  την «αποξένωση» από τον κόσμο  ήρωα  .

    Η Άννα Καρίνα στο ρόλο της Μαρί, της συντρόφου του Μερσ'ο, προσθέτει μια αίσθηση ζεστασιάς και ανθρωπιάς που αντιπαραβάλλεται με την ψυχρότητα του πρωταγωνιστή .



Η ταινία δίχασε τους κριτικούς: από τη μία επαινέθηκε  για την οπτική της ομορφιά και την πιστότητα στα γεγονότα του βιβλίου, καθώς και για την ανάδειξη του πολιτικού και αποικιοκρατικού πλαισίου της εποχής περισσότερο από ό,τι το μυθιστόρημα .

 Από την άλλη, αρκετοί κριτικοί υποστήριξαν ότι ο κινηματογράφος δεν μπορεί να αποδώσει την εσωτερική φωνή και τον φιλοσοφικό στοχασμό του Καμί, με  αποτέλεσμα το  «άτονο» ή «άψυχο» ύφος της ταινίας , παρά την προσεγμένη παραγωγή .