Τετάρτη, Ιανουαρίου 02, 2019

ΣΗΜΕΙΑ ΚΑΙ ΤΕΡΑΤΑ

Κώστας Σημίτης:Συνέντευξη στον Σήφη Πολυμίλη και τη Δήμητρα Κρυστάλλη, στο Βήμα=> «Είναι βέβαιο ότι η Ελλάδα θα προσφύγει ξανά σε  δανεισμό από τον ESM...»

________________________

2.ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ ΣΕ ΝΕΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ ΕΝΩΣΗ ΚΕΝΤΡΟΥ:  Ο ΑΓΩΝΑΣ ΠΟΥ ΕΚΑΝΑΝ ΕΠΙ ΧΡΟΝΙΑ  ΤΩΡΑ ΔΙΚΑΙΩΝΕΤΑΙ.

________________________________

3. ΤΑ  ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ ΜΑΣ  ΚΑΛΑΝΤΑ

 

 

Για τον Γεώργιο Δροσίνη




«Αλλάζουν όλα;» του Μ. Γ. Μερακλή

«Αλλάζουν όλα;»

Όλα αλλάζουν. Είναι αυτό μια κοινή εμπειρία. Πάνω σ’ αυτή διαμορφώθηκε και η αντίληψη ότι η Ιστορία δεν επαναλαμβάνεται, μολονότι, στοχαστικότερα αν το δει κανείς, υπάρχουν πράγματα που επαναλαμβάνονται. Δεν τα αφήνει η Ιστορία πίσω της. Υπάρχει η μνήμη που τα ανακαλεί. Αυτή υπήρξε κίνητρο της οργάνωσης ενός συνεδρίου με θεματικό πλαίσιο τον Γεώργιο Δροσίνη (1859-1951), και οι ανακοινώσεις που έγιναν «ανακάλεσαν» τον ποιητή και, συν τοις άλλοις, την απαράμιλλη αρχαιογνωσία του. Η παλαιότερη λαϊκή λέξη «ανακάλημα» σήμαινε τη συνομιλία (επαφή) ζωντανών με πεθαμένους. Συνιστούν οι τέτοιες «ανακλήσεις» ένα είδος πραγματικότητας, που μπορεί να χάνεται αλλά και να επανέρχεται κατά καιρούς.
Αυτά σκεπτόμουν διαβάζοντας το βιβλίο (ανατύπωση της ανακοίνωσής του) του φιλολόγου και κατ’ επανάληψιν προέδρου της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων Αναστασίου Άγγ. Στέφου, διδάκτορα της Γαλλίδας Jacqueline de Romilly, ιδιαίτερα γνωστής κλασικής φιλολόγου, με τον τίτλο Η αρχαία ελληνική γραμματεία στην ποίηση του Γεωργίου Δροσίνη.
Ένα διπλό «ανακάλημα» προέκυψε από το συνέδριο, χάρη στην ανακοίνωση του Στέφου: της ποίησης του Δροσίνη, που είναι πλήρης από τη σχεδόν εξαφανισμένη στους κύκλους των λογοτεχνών ελληνική αρχαιογνωσία αφενός (πληροφορούμαι ότι το ίδιο συμβαίνει με την ανακοίνωση του αρχαιολόγου Αντώνη Μαστραπά, που ασχολήθηκε με την πεζογραφία, κατεξοχήν με το μυθιστόρημα του ποιητή Έρση, αρχαιοελληνικό όνομα), και αφετέρου της σχεδόν πλήρως εξαφανισμένης στη σύγχρονη ποίηση αξίας της σαφήνειας.
Ο Δροσίνης είχε φοιτήσει στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών αλλά και στη Λειψία, και είχε μεταφράσει αρχαιοελληνικά ποιήματα. Και, προπάντων, οιονεί βάφτισε όλη την ποίησή του μέσα στην αρχαία ελληνική μυθολογία. Στο τέλος της ανακοίνωσής του ο Στέφος επαναβεβαίωσε, μετά το πλήθος των τεκμηρίων που παρέθεσε, ότι το έργο του Δροσίνη «αποτελεί όντως ένα αληθινό ορυχείο αρχαιογνωσίας, με εμφανές το μυθολογικό υπόστρωμα σε όλες τις ποιητικές του συλλογές. Αναμφίβολα τα αξιόλογα αυτά μεταλλεύματα είναι απόρροια της εκπληκτικής αρχαιομάθειάς του, καθώς και της ευρύτερης ενασχόλησής του με την αρχαία ελληνική γραμματεία, διαχρονικά σε όλες τις διαστάσεις της, παράλληλα με τις γνώσεις του βυζαντινής φιλολογίας όσο και της νεοελληνικής ιστορίας: τρεις πυλώνες που οικοδομούν περίτεχνα την ποίησή του, αλλά και την πεζογραφία του». Για τους αρχαίους μύθους δεν περιορίζεται βέβαια σε ξηρές παραπομπές-πηγές. Λογικά τον είλκυσαν οι ωραίες, χαριτωμένες εν πολλοίς, ιστορίες τους. Άλλωστε αυτό είταν και το ζητούμενο.
Στην πρώτη συλλογή του, Ιστοί Αράχνης (1880), έκανε ο Δροσίνης ποίημα τον «εξαιρετικής ωραιότητας νεανία, τον Άδωνι, αγαπημένο της θεάς Αφροδίτης», ο οποίος «σκοτώθηκε σε κυνήγι, από αγριόχοιρο, και από το αίμα του βλάστησε ανεμώνη:
Αν από του Αδώνιδος το αίμα,
Εβλάστησε αβρόν, ως λέγουν θρέμμα
Η ανεμώνη.
Κατά κανόνα ο Δροσίνης δεν περνούσε στους στίχους του και τους συμβολισμούς, που συνήθως περιείχαν οι μύθοι. Γι’ αυτό παρεμβαίνει κάθε φορά ο κύριος Στέφος, διασαφηνίζοντας τα σύμβολα. Στην προκειμένη περίπτωση γράφει: «Ο Άδωνις εξάλλου λατρευόταν από τους Αρχαίους για την ανάπτυξη της βλάστησης (Αδώνιδος κήποι). προς τιμήν του εορτάζονταν τα Αδώνια, με γιορτές μεγαλοπρεπείς, στη διάρκεια των οποίων θρηνούσαν το θάνατο και χαίρονταν την ανάστασή του», ενώ έχει πιο πάνω πει, για να κάνει κατανοητή αυτή την περιοδικότητα θανάτου και ζωής. η Αφροδίτη, που αγαπούσε τον Άδωνι, «επέτυχε από τον Δία την οιονεί ανάστασή του, για ένα χρονικό διάστημα». Σε τέτοιες περιπτώσεις η Λαογραφία συμβάλλει πολύ στην καλύτερη κατανόηση των δεδομένων. Πιο κάτω θα δώσω ένα τέτοιο παράδειγμα.
Υπάρχει και η ασάφεια, που κρύβει ένα βάθος, και ο αναγνώστης κανονικά πρέπει να το αποσαφηνίσει, για να είναι η αισθητική του χαρά πιο όμορφη. Αλλά υπάρχει και η αβαθής ασάφεια, εκζητημένη, κυρίαρχη στην τωρινή ποίηση ως επί το πλείστον.
Μία σκέψη, διατυπωμένη από τον Ευριπίδη, σε τραγωδία που δεν έφτασε ώς εμάς (Πολύειδος), πέρασε ωστόσο στον πλατωνικό διάλογο Γοργίας, είναι: ποιος ξέρει αν η ζωή είναι θάνατος για εμάς και ο θάνατος ζωή; Ο Δροσίνης την έκανε ποίημα, μάλιστα από τις πιο επιτυχημένες αφομοιώσεις του αρχαίου δανείου:
Τι λοιπόν; Της ζωής μου το σύνορο
Θα το δείχνει ένα ορθό κυπαρίσσι;
Κι απ’ ό,τι είδαμε, ακούσαμε, αγγίξαμε
Τάφου γη θα μας έχει χωρίσει;…
Κάτι ανέγγιχτο, ανάκουστο, αθώρητο,
Μήπως κάτω απ’ τους τάφους ανθίζει
Κι ό,τι μέσα μας κρύβεται αγνώριστο
Μήπως πέρα απ’ το θάνατο αρχίζει;
Μήπως είν’ η αλήθεια στο θάνατο
Κι η ζωή μήπως κρύβει την πλάνη;
Ό,τι λέμε πως ζει μήπως πέθανε
Κι ειν’ αθάνατο ό,τι έχει πεθάνει;
Το μικρό αυτό ποίημα μπορεί κανείς να το αγαπήσει και για τη διαυγέστατη σαφήνειά του. Είταν η εποχή της παλαμικής σχολής της Ηθογραφίας, εποχή της σαφήνειας του λόγου (και είναι λάθος ο ισχυρισμός ότι η σαφήνεια είναι εχθρός της ποίησης). Κι αυτή συνεχίστηκε και στη δεκαετία του 1920.
Η απομάκρυνση από τη σαφήνεια άρχισε από την εμφάνιση του υπερρεαλισμού (surrealisme, στη Γαλλία, 1924 και εξής). Στην Ελλάδα ήρθε αργότερα. Οι Έλληνες ποιητές δεν περίμεναν βέβαια να τον γνωρίσουν όταν θα ερχόταν εδώ, όσοι τουλάχιστον είχαν άμεσην επαφή με την Ευρώπη. Αυτοί έπαιρναν και μια γεύση από το νεοφανή modernisme, εν γένει. Ο Ελύτης είχε αρχίσει να δημοσιεύει ποιήματά του το 1935, που μαρτυρούσαν κάποιαν επίδραση, το 1940, δημοσιεύτηκαν οι Προσανατολισμοί. Οι δεδηλωμένοι Έλληνες υπερρεαλιστές παρουσιάστηκαν το 1935 o Εμπειρίκος (Υψικάμινος), το 1938 o Εγγονόπουλος (Μη(ν) ομιλείτε εις τον οδηγόν). Πρώτος από όλους τους νεωτερικούς υπήρξε ο Σεφέρης, με το πρώτο του βιβλίο Στροφή, δημοσιευμένο το 1931. Ο τίτλος του καθαρά προδήλωνε τη στροφή που έπαιρνε η ποίησή του, κατά κανένα τρόπο πάντως αγγίζοντας το σουρεαλισμό, ίσως όμως από εκεί πήρε την ιδέα μιας σκόπιμης περισσότερης ασάφειας, για να σκεπάζει κάπως το κατά το μάλλον ή ήττον θλιμμένο υποκειμενισμό του. Πάντα με συγκινεί ο στίχος του από το ποίημα «Ένας γέροντας στην ακροποταμιά»: Δεν θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά, να μου δοθεί/ αυτή η χάρη. Είναι αυτό σαν μια νοσταλγία της απλότητας.
Υπάρχει και η ασάφεια, που κρύβει ένα βάθος, και ο αναγνώστης κανονικά πρέπει να το αποσαφηνίσει, για να είναι η αισθητική του χαρά πιο όμορφη. Αλλά υπάρχει και η αβαθής ασάφεια, εκζητημένη, κυρίαρχη στην τωρινή ποίηση ως επί το πλείστον. Φαντάζομαι το συνέδριο για τον Δροσίνη σαν ένα διάλειμμα απλού και καθαρού λόγου, γιατί η συζήτηση είταν για κείνον, που τόσο αγάπησε, στην ποίηση, αλλά και στην πεζογραφία του, στην έκφρασή του, την απλότητα και τη σαφήνεια του λόγου.
Στις 114 υποσημειώσεις του Στέφου βρήκα παραπομπές και στον Νικόλαο Πολίτη, δημιουργό της λαογραφίας στην Ελλάδα, στο corpus των παραδοσιακών λαϊκών παραδόσεων (θρύλων), που αυτός τις εξέδωσε. Θα έλεγα ότι αυτές είναι συνέχεια των αρχαίων μύθων. Σε ορισμένες από αυτές είναι διακριτά θέματα, πίστεις σε θαυμαστά γεγονότα, φόβοι, η εθιμική ζωή, η οποία, μαζί με τις παραδόσεις, σχηματίζουν τις βάσεις ενός πνευματικού παραδοσιακού πολιτισμού. Και είναι εδώ που η λαογραφία ζευγαρώνει με τη λογοτεχνία (ασφαλώς και τη λόγια) και παίζει ένα συμπληρωματικό ρόλο.
Ανέφερε ο Στέφος, μιλώντας για τον Άδωνη, τους «Αδώνιδος κήπους». Στο ερώτημα, τι είναι οι «κήποι» αυτοί, απαντά η λαογραφία, αρχαιοδιφικό μέρος της (το μέρος αυτό δεν καλύπτει διόλου το σύνολό της. είναι μια επιστήμη και κοινωνική, φιλολογική, ιστορική, φιλοσοφική).
Αντιγράφω από το βιβλίο του αγαπημένου μαθητή του Πολίτη Γεωργίου Μέγα, Ελληνικές γιορτές και έθιμα λαϊκής λατρείας, την επόμενη σελίδα, όπου ο ίδιος είχε παρατηρήσει στο παρελθόν τη συνήθεια γυναικών των Σερρών «να τοποθετούν, στη διάρκεια της περιφοράς του Επιταφίου, επάνω σε τραπέζι, μπροστά στο κατώφλι της εξώθυρας, την εικόνα του Εσταυρωμένου, ανάμεσα σε άνθη, αναμμένα κεριά και θυμιάματα. Δίπλα τοποθετούν ένα πιάτο με χλόη φακής ή κριθαριού, την οποία έχουν φυτέψει, γι’ αυτόν το σκοπό, κάποια ημέρα της Μεγάλης Παρασκευής. Το έθιμο συναντάται και σε άλλες περιοχές, της Ανατολικής Μακεδονίας, και θυμίζει τους κήπους του Αδώνιδος. Όπως είναι γνωστό, στη γιορτή του Άδωνη οι γυναίκες, ντυμένες πένθιμα, τοποθετούσαν επάνω σε νεκροκρέβατο κέρινα ομοιώματα του Άδωνη, τα “είδωλα”, γύρω από τα οποία έβαζαν άνθη και τους λεγόμενους “κήπους”, δηλαδή γλάστρες όπου είχαν φυτέψει μάραθα ή άλλα φυτά που γρήγορα μαραίνονται, αλλά και γρήγορα ξανανθίζουν, για να συμβολίσουν την πρόωρα μαραμένη νεότητα του Άδωνη, δηλαδή την ακμή της άνοιξης που γρήγορα διαβαίνει, την οποία εκπροσωπούσε ο Άδωνης».
Πολλοί μακρινοί, προϊστορικοί άνθρωποι έχουν συνειδητοποιήσει τη σταθερά εναλλαγή των εποχών του έτους, που την έβλεπαν και σαν ένα θαύμα. Την είχαν κάνει θρησκευτικό μύθο. Τον έκαναν έπειτα λατρευτική τελετουργία. Τελικά τον έκαναν ποίηση. Αυτό το τελευταίο, για εμάς πιο πολύ. Εκείνοι ζούσαν έτσι κι αλλιώς στην ποιητική, που συνδύαζε πραγματικότητα και υπερβατικότητα, προϊστορία τους.

Έξι μύθοι για τον Νίκο Καββαδία

Toυ Σπύρου Αραβανή
 Πηγή: epohi.gr


Με αφορμή το νέο βιβλίο «Νίκος Καββαδίας – Ο αρμενιστής ποιητής», εισαγωγή – επιμέλεια – κείμενα: Μιχάλης Γελασάκης (εκδόσεις Άγρα, 2018)

Υπάρχει κάτι άλλο να ειπωθεί για τον Καββαδία; Το ερώτημα αυτό, μετά την πολυάριθμη –αντιστρόφως ανάλογη με το έργο– βιβλιογραφία σχετικά με τον «Μαραμπού» της θάλασσας και της ποίησης, μέχρι πριν λίγες μέρες θα ήταν απλώς ρητορικό. Όμως, ένας εικοσάχρονος τότε πιτσιρικάς από την Κρήτη, ο δημοσιογράφος Μιχάλης Γελασάκης, βάζει όνειρο ζωής –πρώτα και κυρίως από προσωπική του ανάγκη– να μελετήσει όχι απλώς το τι έχει γραφεί για τον Καββαδία, αλλά τον ίδιο τον ποιητή. Επί δέκα και πλέον χρόνια «ταξιδεύει» μέσα σε βιβλιοθήκες, αρχεία περιοδικών, δημόσια έγγραφα, μαρτυρίες ανθρώπων, αλλά και εντός των έργων του ποιητή ξετυλίγοντας με απόλυτη επιστημονική προσήλωση και εγκυρότητα ένα περίπλοκο κουβάρι. Το αποτέλεσμα, δώδεκα χρόνια μετά, ένα βιβλίο 460 σελίδων όπου για πρώτη φορά έρχονται στο φως της ευρύτερης δημοσιότητας οι θαμμένες στο χρονοντούλαπο της ιστορίας δέκα συνεντεύξεις του ποιητή (1962 – 1975), ανέκδοτα και αθησαύριστα ποιήματά του, η ανέκδοτη αλληλογραφία του με σημαίνοντα πρόσωπα όπως ο Μ. Καραγάτσης, ο Σ. Τσίρκας, ο Ν. Λαπαθιώτης, ο άγνωστός του ναυτικός φάκελος, δεκάδες αδημοσίευτες φωτογραφίες, τα καράβια με τα οποία ταξίδεψε και δεκάδες άλλα μικρά ντοκουμέντα με πλήρη σχολιασμό και τεκμηρίωση. Και επειδή η μέχρι σήμερα άγνοια ή ημιμάθεια σχετικά με τη ζωή του Καββαδία γιγάντωσε αστικούς, και όχι μόνο, μύθους, ο συγγραφέας του βιβλίου αναφέρει στην «Εποχή» έξι από αυτούς που πλέον καταρρίπτονται…

Toυ Σπύρου Αραβανή

Ο Νίκος Καββαδίας δεν είχε ταξιδέψει ποτέ έξω από τη Μεσόγειο.
Αυτό έχει γραφτεί και ακούγεται κατά καιρούς. Πώς προέκυψε, κανείς δεν ξέρει, αλλά σίγουρα δεν είναι αληθές. Εκτός από την Αυστραλία, που εύκολα βρίσκει κάποιος ότι ταξίδεψε με το υπερωκεάνιο ss Cyrenia σε ένα μακρύ ταξίδι που ξεκίναγε από τη Γένοβα και έφτανε στη Μελβούρνη, με πολλές ενδιάμεσες στάσεις όπως ήταν το λιμάνι της Τζέντα στην Ερυθρά Θάλασσα, ο ποιητής είχε βρεθεί σε λιμάνια της Σουηδίας, στη Δουνκέρκη, στο Χονγκ Κονγκ, στην Αμβέρσα και αλλού.
Ο Γιώργος Σεφέρης δεν του μίλαγε.
Στο βιβλίο υπάρχει ένα εκτενές κείμενο ακριβώς για αυτόν το μύθο που αναπαράγεται συχνά. Υπάρχει και αλληλογραφία, αλλά και πολλές μαρτυρίες από κοντινά του πρόσωπα, που υποστηρίζουν το αντίθετο. Ο Σεφέρης μάλιστα, στα γνωστά Ημερολόγιά του (Μέρες) αναφέρεται με θετική διάθεση τρεις φορές στον Καββαδία. Από την έρευνα προκύπτει ότι είχαν ταξιδέψει αρκετές φορές στο ίδιο πλοίο. Μαθαίνουμε ότι είχαν συζητήσει και για τον Κώστα Καρυωτάκη. Είναι πολλά που καταρρίπτουν το μύθο. Στην καμπίνα του, για κάποιο διάστημα, ο Καββαδίας είχε κολλημένη φωτογραφία του Σεφέρη με αφιέρωση του ίδιου, που κάθε άλλο παρά τυπική ήταν. Στο βιβλίο υπάρχει όλη η ιστορία για αυτήν την αφιέρωση. Πιθανό κάποια στιγμή να έγινε κάποια μικροπαρεξήγηση, αλλά αυτό είναι πολύ μακριά από την ανακρίβεια ότι ο Σεφέρης τον απέφευγε ή δεν του μιλούσε.
Πριν τις μελοποιήσεις ήταν ένας άγνωστος ποιητής.
Η πραγματικότητα είναι ότι η πρώτη του ποιητική συλλογή, το «Μαραμπού», που εκδόθηκε το 1933, δημιούργησε μεγάλο θόρυβο στο λογοτεχνικό σινάφι. Οι κριτικές ήταν πολλές και οι περισσότερες θετικές, από μεγάλα ονόματα της εποχής. Πέρασαν αρκετά χρόνια μέχρι τη δεύτερη, το «Πούσι», το 1947. Το πεζό «Βάρδια», που βγήκε το 1954, δεν προκάλεσε την αίσθηση που είχαν προκαλέσει τα ποιήματά του. Ήδη, όμως, ήταν γνωστός ως «Μαραμπού» στους λογοτεχνικούς κύκλους ή ως Κόλιας στους πιο κοντινούς. Ακόμα μεγαλύτερη αναγνώριση και δημοφιλία ήρθε από το 1962 και μετά, οπότε εκδίδεται το «Μαραμπού» και το «Πούσι» μαζί, σε μία έκδοση, και δίνει την πρώτη, καθώς φαίνεται, συνέντευξή του στον Φρέντυ Γερμανό, για το δημοφιλές περιοδικό «Εικόνες». Από τότε και μέχρι το θάνατό του, το 1975, η έκδοση αυτή ανατυπώνεται σχεδόν κάθε δύο χρόνια. Γεγονός εντυπωσιακό για ποιήματα που είχαν κυκλοφορήσει τόσα χρόνια πριν και σίγουρα όχι χαρακτηριστικό ενός άγνωστου ποιητή. Είναι ενδεικτικό ότι σχεδόν όλες οι μεγάλες εφημερίδες της εποχής δημοσιεύουν μεγάλα αποχαιρετιστήρια κείμενα και αφιερώματα μετά το θάνατό του. Μέχρι τότε δεν υπάρχει καμία ευρέως γνωστή μελοποίηση. Οι γνωστές μελοποιήσεις ξεκινάνε με τον Γιάννη Σπανό με το «Ιδανικός κι ανάξιος εραστής», συνεχίζουν με τη Μαρίζα Κωχ και τη «Φάτα Μοργκάνα» κ.λπ. Μελοποιήσεις έχουν γίνει πολλές (Δημήτρης Ζερβουδάκης, Ξέμπαρκοι, Λάκης Παπαδόπουλος, κ.ά). Ο Καββαδίας αναλογικά με το έργο του είναι από τους πιο μελοποιημένους ποιητές –αν όχι ο πιο. Όπως και να έχει πάντως, δεν μπορεί να αμφισβητήσει κανείς ότι τα τραγούδια αναφοράς των δίσκων του Θάνου Μικρούτσικου «Σταυρός του Νότου» και «Γραμμές των Οριζόντων», οριοθέτησαν τη δημοφιλία του Καββαδία σε προ και μετά Μικρούτσικου εποχή. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο Καββαδίας ήταν άγνωστος. Ήταν γνωστός ως ένα βαθμό. Μετά τον Μικρούτσικο έγινε πασίγνωστος.

Δεν έχει δώσει ποτέ συνεντεύξεις.
Αυτό εύκολα καταρρίπτεται, αφού βρέθηκαν και δημοσιεύονται δέκα. Καμία σε λογοτεχνικό περιοδικό! Σίγουρα πάντως δεν μιλούσε συχνά για κάποιο μέσο.
Δεν είχε ταξιδέψει με εμπορικά πλοία.
Αυτή είναι μια άποψή που ακούγεται συνήθως από ναυτικούς που θεωρούσαν ότι ο Καββαδίας έκανε φιλολογία και μιλούσε για τη ζωή τους ταξιδεύοντας μόνο με επιβατικά. Είχε ταξιδέψει και με φορτηγά πλοία. Ένα από αυτά μετέφερε ξύλα από τη Σουηδία στον Πειραιά…
Δεν είχε ουσιαστικά δεσμούς με την Αριστερά.
Και με την Αριστερά είχε δεσμούς και με πολλούς αριστερούς, που ήταν φίλοι του. Όπως ξέρουμε και από μαρτυρίες, αλλά και από το φάκελο του Στρατή Τσίρκα στην Ασφάλεια, ήταν κι εκείνος ένας από τους ανθρώπους που παρακολουθούσαν οι Αρχές και ήταν καταγεγραμμένος ως κομμουνιστής. Στο αρχείο του υπάρχουν κουπόνια του ΚΚΕ και, όπως έχει γραφτεί, για κάποιο χρονικό διάστημα το ’44 διετέλεσε γραμματέας του ΕΑΜ λογοτεχνών. Η αριστερή του ιδεολογία έχει αποτυπωθεί και στα ποιήματά του («Στον τάφο του επονίτη», «Σπουδαστές», «Αντίσταση», «Αθήνα 1943», «Federico Garcia Lorca», «Guevara» κ.ά). Εκτός από τα ποιήματα, όμως, είναι ενδεικτικά και τα ξεκάθαρα αριστερά περιοδικά που επιλέγει να κάνει δημοσιεύσεις σε καυτές πολιτικές περιόδους (Πρωτοπόροι, Ελεύθερα Γράμματα, Πανσπουδαστική, Θούριος). Υπάρχει ένα σχετικό βιβλίο του Φίλιππου Φιλίππου για τον πολιτικό Νίκο Καββαδία. Οι φίλοι του όμως ήταν πάνω από τις κομματικές γραμμές και αυτό φάνηκε στην κίνησή του να φωτογραφηθεί με τον Στρατή Τσίρκα όταν συγκρούστηκε με το ΚΚΕ μετά το βιβλίο του «Λέσχη».

Εγκλήματα πολέμου από συμμάχους των ΗΠΑ στη Συρία

Εγκλήματα πολέμου από συμμάχους των ΗΠΑ στη ΣυρίαAνεξάρτητοι ερευνητές από διάφορες χώρες και αντιπρόσωποι από κοινωνικές οργανώσεις που μελέτησαν τις δραστηριότητες της οργάνωσης που αποκαλείται «Λευκά Κράνη» στη Συρία κατέθεσαν και επιθυμούν να μοιρασθούν τα ευρήματά τους με τη διεθνή κοινότητα, σύμφωνα με την ανακοίνωση του ΟΗΕ.

Απόλυτη σιωπή. Ψάχνοντας στα αποκαλούμενα δυτικά Μέσα του Συρμού, ουδέν βρήκα για την εγκληματική δραστηριότητα από τα άλλοτε σχεδόν καθημερινά φιλοξενούμενα «Λευκά Κράνη». Κι όμως, στις 20 Δεκεμβρίου επί μία ώρα η εγκληματική τους δραστηριότητα στην εμπόλεμη Συρία απασχόλησε τα Ηνωμένα Έθνη, όπως μετέδωσε μόνον το RT.com.

Κι όμως, στη σύνοδο ήταν παρόντες και δυτικοί δημοσιογράφοι. Άρα, η έλλειψη ενημέρωσης δεν οφείλεται στην απουσία τους.

Εξάλλου υπήρξε ζωντανή αναμετάδοση από το τηλεοπτικό κανάλι του ΟΗΕ και υπάρχει ανάρτηση στο YouTube.



Είναι προφανές ότι τα δυτικά Μέσα δεν θέλησαν να προβάλουν την εγκληματική δραστηριότητα από τα Λευκά Κράνη, η οποία αποδείχτηκε με στοιχεία και περιλάμβανε κλοπή ανθρώπινων οργάνων, συνεργασία με τρομοκράτες τζιχαντιστές ακόμη και ελεύθερους σκοπευτές και δήθεν επιχειρήσεις διάσωσης, αλλά και κλοπές από αμάχους.

Ο Maxim Grigoriev, διευθυντής του ιδρύματος για τη Μελέτη της Δημοκρατίας (που είναι μέλος της παγκόσμιας οργάνωσης του ΟΗΕ του δικτύου εναντίον της τρομοκρατίας), αναφέρθηκε σε λεπτομέρειες από την έρευνα που έκανε το ίδρυμα, σε συνεντεύξεις με 100 αυτόπτες μάρτυρες.

Σ’ αυτές συμπεριλαμβάνονται 40 «Λευκά Κράνη» και 15 πρώην τρομοκράτες, 50 αυτόπτες μάρτυρες από επεισόδια στην εμπόλεμη περιοχή, όπου δραστηριοποιούνταν τόσο τα Λευκά Κράνη όσο και οι τρομοκράτες. Κατατέθηκαν επίσης 500 συνεντεύξεις από κατοίκους στο Χαλέπι και στην Ντάραα.

Στις αποδείξεις που κατέθεσε ο Grigoriev περιλαμβάνονται τα επίμαχα στοιχεία για τη δραστηριότητα των μελών της οργάνωσης αυτής σε κλοπές ανθρωπίνων οργάνων.





Επικεφαλής νοσοκόμων από το Χαλέπι είπε πως διαπίστωσε στο πτώμα γείτονά της που είχε οδηγηθεί για «θεραπεία» από τα Λευκά Κράνη στην Τουρκία «μεγάλη πληγή από τον λαιμό έως το στομάχι. Όταν άγγιξα με το χέρι, διαπίστωσα πως όλα έλειπαν από κάτω - δεν είχαν μείνει όργανα».

Σε άλλη συνέντευξη αναφέρεται: «Τα Λευκά Κράνη είχαν διασώσει κάποιον με ελαφρά τραύματα και κατόπιν τον έφεραν πίσω με το στομάχι του ανοικτό και τα κυριότερα εσωτερικά όργανά του να λείπουν».

​ Όσο κρατούσε η μεγάλη πολεμική αναταραχή, έως το 2016 αλλά και λίγο αργότερα, τα δυτικά Μέσα καθημερινά σχεδόν μετέδιδαν ειδήσεις για τα «ανδραγαθήματα» που έκαναν τα Λευκά ΚράνηΗ κατάθεση του Σύρου πολίτη Omar al-Mustafa ανέφερε: «Σχεδόν όλοι όσοι συνεργάζονταν με τα Λευκά Κράνη ήταν μαχητές της al-Nusra ή βρίσκονταν σε στενή σχέση με τους τζιχαντιστές. Είχα ζητήσει να συμμετάσχω κι εγώ στην οργάνωση, αλλά μου είχαν πει πως έπρεπε να είχα προταθεί από την al-Nusra».

Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε πως όσο κρατούσε η μεγάλη πολεμική αναταραχή, έως το 2016 αλλά και λίγο αργότερα, τα δυτικά Μέσα καθημερινά σχεδόν μετέδιδαν ειδήσεις για τα «ανδραγαθήματα» που έκαναν τα Λευκά Κράνη, δήθεν διασώζοντας ανθρώπους από τις βιαιότητες των συριακών κυβερνητικών αλλά και των ρωσικών δυνάμεων.





Οι δυτικοί δημοσιογράφοι που ήταν παρόντες στη σύνοδο του ΟΗΕ δεν ενδιαφέρθηκαν να υποβάλουν έστω και μία ερώτηση για τις κλοπές ανθρωπίνων οργάνων, για τις ψεύτικες διασώσεις ή για όλα τα γεγονότα που παρατέθηκαν για την εγκληματική δραστηριότητα της οργάνωσης. Έκαναν ερωτήσεις μόνο για διάφορα άλλα ζητήματα που αφορούσαν στη Συρία.



Για παράδειγμα, ο ανταποκριτής του CBS δεν είχε ούτε μία ερώτηση για τα στοιχεία που παρατέθηκαν, μολονότι το αμερικανικό τηλεοπτικό πρόγραμμα είχε δημοσιοποιήσει πάμπολλα ρεπορτάζ εκθειάζοντας την «ανθρωπιστική δραστηριότητα» της οργάνωσης στη Συρία.

Δέκα ημέρες μετά τη σύνοδο του ΟΗΕ και τις συγκλονιστικές αποκαλύψεις δεν βρέθηκε κάποιο δυτικό Μέσο να αναφερθεί στο γεγονός.

Σύνταξη: Κώστας Μπετινάκης


Το δάκρυ του κροκόδειλου

Νίκος Παπαδογιάννης
 koutipandoras.gr

Όσοι βεβαίως θεωρούν τον μακαρίτη Κατσίφα ακοίμητο εθνικό ήρωα και αυτόν τον Πετσίτη δούρειο ίππο για τη μαδουροποίηση του ελληνορθόδοξου οικοδομήματος δεν πρόκειται να βρουν κάτι θετικό στα παραπάνω ή στα παρακάτω.
Με όποιον πληρώνει για να διδαχθούν τα σκυλιά του αρχαία ελληνικά στο κρυφό σχολειό του Άδωνι ή για να διασκεδάσει με τα αηδιαστικά καλαμπούρια του Σίλα και τα ψωροεστέτ λογοπαίγνια του Μπογδάνου, δεν υπάρχει οδός συνεννόησης.
Οι αναλογίες που θα πρέπει να τηρηθούν ώστε να αξιολογηθούν θετικά τα κυβερνητικά πεπραγμένα του 2018 είναι οι πανίσχυρες ρίζες αυτού που ονομάζουμε «βαθύ κράτος». Όσο περισσότερο βυθίζεται κανείς στα πλοκάμια της δικαιοσύνης, της αστυνομίας, της εκκλησίας, των ενόπλων δυνάμεων, αλλά και «ιδιωτικής» φύσης θεσμών όπως η δημοσιογραφία, τόσο περισσότερο απελπίζεται από το πίσσα σκοτάδι.
Η δικαιοσύνη μπορεί να είναι ανεξάρτητη -στη θεωρία τουλάχιστον, διότι η πράξη άλλα δείχνει- αλλά για την ασυδοσία σωμάτων που υπάγονται στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη ή στο τσιφλίκι του Καμένου δεν υπάρχει δικαιολογία. Σε απλά ελληνικά, είναι απαράδεκτο να μένουν υπηρεσιακά ατιμώρητοι και αμετακίνητοι όσοι ένστολοι ευθύνονται για τη στυγνή  δολοφονία του Ζακ Κωστόπουλου ή για τον «στολισμό» στρατοπέδου με ναζιστικά συνθήματα.
Το ΠΑΣΟΚ του πρώτου καιρού άφησε το ίχνος του στην ελληνική κοινωνία επειδή κατόρθωσε να αποψιλώσει σε σημαντικό βαθμό τα σώματα ασφαλείας και το στράτευμα από «σταγονίδια» και νοσταλγούς της Χούντας, αυτούς που μακροημέρευαν με την ανοχή της καραμανλικής ΝΔ.
Έκτοτε, όμως, κύλησαν τρεις δεκαετίες και η ανθρωπογεωγραφία άλλαξε όσο και το ΠΑΣΟΚ. Η «πρώτη φορά αριστερά» θα αφήσει το δικό της στίγμα εάν μπορέσει να ενισχύσει το, ισχνό πια, δημοκρατικό φρόνημα εκεί όπου οι χρυσαυγίτες και οι κρυπτοφαιοχίτωνες απειλούν να γίνουν (αν όχι πλειοψηφία, πάντως) ισχυρή και ηχηρή μειοψηφία.
Άλλο, όμως, ήθελα να πω όταν ξεκίνησα να γράφω αυτό το σχόλιο. Η όποια ευκαιρία για να αποκτήσει θετικό πρόσημο αυτό το έτος της σχετικής ανάκαμψης χάθηκε μέσα στους καπνούς, εκείνο το βράδυ που η κατακαημένη Ελλάδα περίμενε ένα επίσημο δάκρυ για τη συμφορά του Ματιού.
Το μόνο που είχαν να κάνουν οι κυβερνώντες για να τοποθετήσουν λίγο βάλσαμο στις ανοιχτές πληγές, ήταν να κοιτάξουν τον κοσμάκη κατάματα, να εκφράσουν βαθιά και γνήσια οδύνη και να του πουν αυτά που έλεγαν μεταξύ τους ακόμα και όσοι έζησαν τη φωτιά από απόσταση εγκαύματος.
Ότι, δηλαδή, ήταν ανθρωπίνως αδύνατο να αντιμετωπίσει άνθρωπος ή αρμόδια αρχή μία πυρκαγιά που έτρεχε με τέτοια ταχύτητα, με τέτοιον άνεμο, σε τέτοιο εύφλεκτο περιβάλλον, σε περιοχή με τέτοια άναρχη δόμηση. Από λαίλαπα αυτής της έντασης δεν υπάρχει σωτηρία. Μόνο ανακούφιση των πληγέντων και πρόληψη για την επόμενη φορά.
«Κλαίμε όλοι μαζί σας, νιώθουμε σαν να χάσαμε τα δικά μας παιδιά, κάναμε ότι περνούσε από τα χέρια μας, καλύτερα να είχαμε καεί εμείς στη θέση σας», όφειλαν να πουν οι τα φαιά φορούντες. Και, κυρίως, να το εννοούν. Τους κροκόδειλους τους καταλαβαίνει αμέσως το λαϊκό αισθητήριο. Τους ξεχωρίζει, από το παχύ δέρμα.
Αντ’ αυτού, η βαρυπενθούσα χώρα αντίκρυσε κάτι ξύλινους γαλονάδες που επέμεναν ότι δεν έκαναν το παραμικρό λάθος στους χειρισμούς, έναν αμήχανο κυβερνητικό εκπρόσωπο που έμοιαζε να σκέφτεται τις χαμένες ψήφους και συνολικά μία εξουσία που απέδιδε την ευθύνη για τους θανάτους στους ίδιους τους νεκρούς.
Οι όποιες συγγνώμες ακούστηκαν με καθυστέρηση, συνοδεύονταν από «αλλά» και έμοιαζαν προσχηματικές. Την ώρα που καίγεται στο σύμπαν, είναι προτιμότερο να βουτάει ο πολιτικός στη φωτιά, παρά να επισημαίνει ότι είχε εξαρχής δίκαιο. Κανένας δεν συμπαθεί εκείνον που λέει: «Σας τά ‘λεγα εγώ».
Ο ιστορικός του μέλλοντος μπορεί να καταγράψει το 2018 ως χρονιά απαλλαγής από την κηδεμονία των δανειστών, αντιστροφής του δυσοίωνου οικονομικού κλίματος και ρεαλιστικής επίλυσης του μακεδονικού ζητήματος. Μέχρι να ανεβούν στο παλκοσένικο οι ιστοριοδίφες, όμως, το 2018 θα μείνει στο θυμικό του Έλληνα ως το έτος της εκατόμβης στο Μάτι. Και της αναλγησίας που φάνηκε να τη συνοδεύει.

Τρίτη, Ιανουαρίου 01, 2019

Πάει και ο Μάρκος!...


«Δεν άκουσες ποτέ σου; Πονάει κάθε χάραμα η αυγή στα αίματα και στη σιωπή ανεβαίνοντας ανατέλλει.»

(Μάρκος Μέσκος, Ψιλόβροχο Ι)

Μάρκος Μέσκος (1935-2019) - Βικιπαίδεια

 Δημήτρη Καλαμάρα, "Ο θνήσκων πολεμιστής"



ΟΝΕΙΡΑ
(Ελπίζεις σαλπίζεις νύσταξες πάλι).
Του γλύπτη Δημήτρη Καλαμάρα
Ξεστράτιζαν πάντα ασύλληπτοι ιππότες στο δάσος χαράματα κελαηδημένα
και σπαρταρούσε η βροχή πάνω στα νερά σκορπώντας τα σημάδια
τίποτε δεν στέριωνε, γκρεμισμένα βάσκανα προδομένα, καπνός και πάνε
με άλλο πρόσωπο άλλων τον ύπνο να χτυπήσουν, πλούτη να ρημάξουν
και να πλανέψουν φωτεινά γαλάζια μάτια οδηγώντας τα στα σκοτάδια.
Ανήσυχα τα κυπαρίσσια στον αέρα — διάβασέ τα• σκιές του παρελθόντος
σαν ήλιος λάμπουν μα τώρα η ανοησία της σκουριάς αρχή ποιας
αγάπης; Κρύα τα χέρια της αγαπημένης από καιρό κι αυτήν που
φιλούσες είναι ήδη νεκρή. Σαν το σκυλί που όλη νύχτα συλλαβίζει
στα βάραθρα πεταμένο. Λοιπόν; Χρείαν έχεις ονείρων.
Το κενό (πάλι) του έφιππου αναβάτη να περάσει τα ψηλά βουνά
χάδια στη φεγγερή σελήνη σύντροφοι παλιοί να κλείσουν τα βλέφαρά του•
πλησίον οί γαλαξίες πλησίον οι συντριβές μάντεψε την υπόσχεσή τους
την άγραφη αν μπορείς• με τον υβίσκο συντάξου πού έχει μιας μέρας ζωή
ο ανθός του, άχαρες πέτρες πού επιζούν στο χώμα, τίποτε άλλο.
Σε γυροφέρνουν ξανά κι αν βαλτώνεις χωρίς όνειρα ελπίζουν εκείνα
για σένα — άγνωστα τραγούδια ενθύμια όσων σκέπασεν η λήθη η τυφλή
σκοποί αλλοτινοί σα να μην χάνονται στα τρίστρατα του κόσμου. Εσύ τώρα
βάλε μυαλό, καλού κακού μην κόβεις λουλούδια τη νύχτα — πονάνε. Σαν
κατάρα, συνήθεια παλιά, επιστρέφουν και τα όνειρα πίσω.
(Χαιρετισμοί, 1995)



XVIII
Τω καιρώ εκείνω η χώρα πάλι δυστυχούσε.
Αόρατοι πόλεμοι μα θανατηφόροι εξίσου, αρρώστιες συχνά και το φριχτον τέλος όχι στην όμορφη θέα του μοναστηριού που οι καλόγεροι κρατούν στη μέση τα κλειδιά των κρανίων μήτε στον λόφο με τα κυπαρίσσια• μα στη σκόνη μέσα και στα σκου¬πίδια και στα υπόγεια αζήτητοι νεκροί — με το στανιό τα μάτια ορθάνοιχτα για τη φωτογραφία και την επικήρυξη. Και άλλη πείνα και ανέχεια ψυχής κάτω απʼ τον ίδιο πάντοτε ουρανό του κόσμου.
Στο διηνεκές τότε διάλεξε την ώρα ο Βασιλιάς και μια μέρα εκατέβη στην αγορά όπου το ψέμα συνωστίζεται και η απάτη και οι σιωπηλές φωνές του κέρδους. Παραμέρισαν οι ρακένδυτοι να περάσει η συνοδεία και να σταθεί στο κέντρον ο Μεγαλειό¬τατος με τις πορφύρες. Εκείνος, ο θεόπνευστος, σήκωσε τα χέρια ψηλά τρις, κάθε φορά γεμίζοντας τις χούφτες του διαμα¬ντικά και γρόσια και χρυσάφια τινάζοντάς τα προς τα σύννεφα, σημάδι, λένε, πως αγαπούσε τους ανθρώπους και τον λαό και πως τα χάριζε σκορπώντας τα έτσι.
Αλαλάζοντας συρφετός χύμηξε ποιος να προλάβει πρώτος χτυπώντας και υβρίζοντας ο εις τον άλλον. Γρηγορότερα από τις αστραπές της βροχής συνάχτηκαν οι ξαφνικές λάμψεις στο χώμα και το στερνό φλουρί ακόμα που κυλούσε προς τον υπόνομο.
Η πομπή ξεκίνησε από τα μάτια του Βασιλιά για το παλάτι με το κνούτο μπροστά που πρίν λίγο σιγούσε. Κι από τους τυχερούς της ημέρας άλλοι ταχύτατα λάκισαν σφίγγοντας τον κόρφο για το καλύβι, άλλοι βροντώντας τις τσέπες πέρασαν στίς ανάγκες και στα καπηλειά• μα κάποιοι στη γωνιά, αμέτοχοι στην εξαγορά του βίου τους, σφίγγοντας τα δόντια έκλαιγαν.
(Στον ίσκιο της γης, 1986)

Ο ΑΝΤΙΛΑΛΟΣ
Όμορφος είναι• φεύγει.
Χτυπώντας το ένα στήθος πονούσε και τʼ άλλο, τα μάτια έκλαιγαν
μαζί. Σε γέλασα, φώναζες πάλι, είπα δεν θα γεράσω, άσπρα μαλλιά
στην κεφαλή μου δεν θα δεις — όσα τα βήματα σου τόσα γρόσια.
Κι από το ξέφωτο ευλογούσε η Άγια Παρασκευή, χαρά μεγάλη,
πλαγιασμένες οι πέτρες όπως κι οι ανώνυμοι αιώνες τώρα νεκροί.
Λίγο-λίγο πιο σιωπηλός κι από την γκορτσιά τη φαρμακωμένη
ζούσες ψευτοζούσες αγκαλιά με την αυτογνωσία των αγελάδων
τί να κάνει το χωριό ράγισε• με φωνές τρομαγμένες κύλισε
πιο κάτω• και δεν αρκούσε το τραγούδι του Φώτη πού γύρισε πί¬-
σω καλώντας ζωντανούς νεκρούς για την ανάσταση. Του κάκου!
(Λίγοι φωνάζουν κανείς δεν ακούει)• στον αέρα οράματα
φαντάσματα εκτελέσεις όταν οι γυναίκες έχυναν τα μαλλιά τους
στο ποτάμι πλένοντάς τα. Τώρα στους τάφους χαμογελούν φωτο¬-
γραφίες ξεθωριασμένες, μπλοκάρει από τα στενά ήχος λάλος αντί––
του αντίλαλου ολάκερη η μάνα σύνθημα-παρασύνθημα: Θάνατος.
(Χαιρετισμοί, 1995)

Ο Ποιητής Μάρκος Μέσκος δεν είναι πια μαζί μας!



Πέθανε σε ηλικία 84 ετών, ύστερα από μακροχρόνια μάχη με τον καρκίνο, ο Μάρκος Μέσκος, ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της μεταπολεμικής ποίησης. Η κηδεία του θα γίνει μεθαύριο (Πέμπτη) το μεσημέρι στην Έδεσσα και ο ποιητής θα ενταφιαστεί στο χωριό του - το Γραμματικό Πέλλας.
Ο Μ. Μέσκος γεννήθηκε στην Έδεσσα το 1935, όπου και έκανε τις γυμνασιακές του σπουδές. Αποφοίτησε από το Αθηναϊκό Τεχνολογικό Ινστιτούτο της Σχολής Δοξιάδη Αθηνών το 1968. Εργάστηκε ως γραφίστας σε αρκετά διαφημιστικά γραφεία, όπως και ως επιμελητής εκδόσεων. Συνεργάστηκε με ποιήματα, μελέτες και πεζογραφήματα σε πολλά περιοδικά. Ποιήματά του μεταφράστηκαν σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες. Από το 1981 ήταν εγκατεστημένος στη Θεσσαλονίκη. Τιμήθηκε με το βραβείο ποίησης του περιοδικού «Διαβάζω» το 1995, για την ποιητική του συλλογή «Χαιρετισμοί», και με το βραβείο του Ιδρύματος Κώστα και Ελένης Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών το 2006, για το σύνολο του ποιητικού του έργου. Δημοσίευσε μεταξύ άλλων τα ποιητικά βιβλία «Πριν από τον θάνατο» (1958), «Μαυροβούνι» (1963), «Τα ανώνυμα» (1971), «Άλογα στον ιππόδρομο» (1973), «Ιδιωτικό νεκροταφείο» (1975), «Τα ισόβια ποιήματα» (1977), «Τα φαντάσματα της ελευθερίας» (1979), «Άνθη στο καταραμένο φίδι» (1983), «Στον ίσκιο της γης» (1986), «Χαιρετισμοί» (1995), «Ψιλόβροχο» (2000), «Ελεγείες» (2005), «Στον ενικό και πληθυντικό ψίθυρο» (2009), «Τα λύτρα» (2012), «Τα ποιήματα της σκάλας» (2013), «Στην όχθη του παραδείσου» (2016) και «Όνειρα στον Άδη» (2018).
Ο δυνατός αέρας της ελευθερίας που πνέει στους ανοιχτούς χώρους, οι μαγικές και ταυτοχρόνως μαγεμένες εικόνες του φυσικού τοπίου, αλλά και η ματωμένη, άσβεστη μνήμη της Ιστορίας: αυτό είναι το τρίπτυχο που ορίζει το ποιητικό έργο του Μ. Μέσκου. Πρωταγωνιστικό ρόλο στη μυθολογία του αναλαμβάνουν τα ανδραγαθήματα μιας παράξενης κλεφτουριάς: μιας δράκας γενναίων που είναι έτοιμη να τα βάλει με όλα τα άδικα του κόσμου, έχοντας πλήρη επίγνωση πως η βία του εχθρού μπορεί ανά πάσα στιγμή να τη διαμελίσει. Ο φυσικός περίγυρος λειτουργεί εν προκειμένω ως αβίαστη λυρική και παραμυθητική πηγή ενόσω παράλληλα σπεύδει να κλείσει στους κόλπους του το ανείπωτο ανθρώπινο δράμα. Στην πορεία του ποιητή προς την ωριμότητα, μνήμες, όνειρα και τραύματα μεταμορφώνονται σε μικρούς, αλλά πεντακάθαρους κρυστάλλους, που κρατούν το νόημά τους σε μιαν υποβλητική εκκρεμότητα, σύμφυτη με την ολοφάνερη επίταση του άγχους της ύπαρξης ή με τη γέννηση της αγωνίας του θανάτου.
Τα πολιτικά παθήματα της Ιστορίας, σε αντίκρουση με την αίσθηση της ελευθερίας που αποπνέουν οι εικόνες της φύσης μέσα στην αντάρα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και του Εμφυλίου, έχουν βάλει τη σφραγίδα τους στο ποιητικό έργο του Μέσκου, ο οποίος υπήρξε και σημαντικός διηγηματογράφος. Με έναν μόνο χρόνο να τα χωρίζει μεταξύ τους, τα δύο πρώτα πεζογραφικά του βιβλία κινούνται στον ίδιο ιστορικό και γεωγραφικό χώρο (το μόνιμο σκηνικό στις σελίδες τους είναι η Έδεσσα της Κατοχής και της εμφύλιας σύρραξης), αλλά αν τα κοιτάξουμε κάπως καλύτερα θα διαπιστώσουμε πως μοιάζουν με αντικριστούς καθρέφτες. Στα «Παιχνίδια στον Παράδεισο» (1978) κατισχύει το βλέμμα του παιδιού. Στην «Κομμένη γλώσσα» (1979), μολονότι ο αφηγητής είναι και πάλι κατά κανόνα παιδί, κυριαρχεί το σύμπαν των ενηλίκων. Ο τρόπος με τον οποίο θα δώσουν το παρών οι ενήλικες είναι οδυνηρός: άλλοτε θα αγωνιστούν να επιβιώσουν κάτω από τον ναζιστικό ζυγό, άλλοτε θα οργανώσουν την αντίστασή τους στον κατακτητή κι άλλοτε θα εμπλακούν στις εξοντωτικές διαμάχες του Εμφυλίου. Με ένα γενναίο άλμα στον χρόνο, ο Μέσκος θα απομακρυνθεί με τα διηγήματα του «Μουχαρέμ» (1999) από τα πάθη της Ιστορίας για να δώσει χώρο στον παραλογισμό και τη φθορά της καθημερινότητας. Αν, ωστόσο, το ιστορικό στοιχείο απουσιάζει πανηγυρικά από τα πρώτα κομμάτια του «Μουχαρέμ», δεν συμβαίνει το ίδιο και με εκείνο το οποίο του δίνει τον τίτλο του, όπου πρωταγωνιστεί ένα πρόσωπο παρμένο απευθείας από το οικογενειακό δέντρο του συγγραφέα, το οποίο διηγείται με τα μπολιασμένα με σλάβικες και τούρκικες ντοπιολαλιές ελληνικά του την προσπάθειά του να επιβιώσει στην Ελλάδα και την Αμερική πριν αλλά και μετά τους δύο παγκόσμιους πολέμους. Οι Σλαβομακεδόνες και οι εθνοτικές και πολιτικές τους περιπέτειες θα επανέλθουν στη συναγωγή «Νερό Καρκάγια» (2005). Και σε αυτό το βιβλίο, εντούτοις, ακόμα κι όταν ο αφηγητής φτάνει στη ρίζα του κακού, που δεν είναι άλλη από την εμφύλια σύγκρουση, η Ιστορία θα σταθεί μακριά από τα δεινά της μυθοπλαστικής εξιστόρησης. Αντί για τα γεγονότα της δημόσιας σκηνής θα επικρατήσει, για άλλη μια φορά, η προσωπική συντριβή, με την οπτική του Μέσκου να επανακάμπτει στην οπτική του παιδιού, που ξέρει πως όσα το προκαλούν ή το ενθουσιάζουν είναι μοναδικά και ανεπανάληπτα: εμπειρίες πρωτοφανείς και αναντικατάστατες, αταύτιστες με οτιδήποτε άλλο στον κόσμο, που θα μείνουν για πάντα χαραγμένες στον νου και την καρδιά.
ΣΥΡΙΖΑ: Από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της μεταπολεμικής ποίησης
Η θλιβερή είδηση για τον θάνατο ενός δικού μας ανθρώπου, του ποιητή Μάρκου Μέσκου, επισκίασε την πρώτη μέρα του 2019», σημειώνει ο ΣΥΡΙΖΑ σε συλληπητήριο μήνυμά του για την απώλεια του Μάρκου Μέσκου και προσθέτει:
«Ο Μάρκος Μέσκος, υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της μεταπολεμικής ποίησης αλλά και ένας ενεργός πολίτης ταγμένος στις ιδέες της Αριστεράς. Στις εκλογές του Σεπτεμβρίου 2015 μάλιστα, κόσμησε με το όνομά του, το ψηφοδέλτιο Επικρατείας του ΣΥΡΙΖΑ, κατέχοντας τη 12η τιμητική θέση.
Γεννημένος το 1935, έμαθε τα πρώτα του γράμματα στην Έδεσσα και στη συνέχεια σπούδασε γραφικές τέχνες και διακόσμηση στην Αθήνα. Από το 1965 εργάστηκε ως γραφίστας και επιμελητής εκδόσεων. Έχει μάλιστα εικονογραφήσει αρκετές ποιητικές συλλογές δικές του αλλά και άλλων ποιητών.Πρωτοεμφανίστηκε στη λογοτεχνία το 1956, δημοσιεύοντας ποίημά του με τίτλο «Ειρήνη», στην Επιθεώρηση Τέχνης (τεύχος 13), με το ψευδώνυμο Κούλης Αυγερινός.
Τα τελευταία χρόνια το έργο του άρχισε να αναγνωρίζεται ευρύτερα, κάτι που επισφραγίζεται από αρκετά σημαντικά βραβεία. Συγκεκριμένα, το 1996 τιμήθηκε με το βραβείο ποίησης του περιοδικού Διαβάζω (πρόκειται μάλιστα για την πρώτη φορά που απονεμήθηκε το βραβείο) για τη συλλογή του Χαιρετισμοί (1995), το 2005 με το βραβείο Καβάφη, το 2006 με το βραβείο του Ιδρύματος Κώστα και Ελένης Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών για το σύνολο του ποιητικού του έργου, και το 2013 με Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή του  Τα Λύτρα (2012).
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Η EΛΛΑΔΑ ΚΑΙ Η ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ


Η αντεθνική πολιτική των σκαντζόχοιρων του εθνικισμού και του πολιτικού καιροσκοπισμού

Πρέσπες: από το καρναβάλι στον εκβιασμό

Αποτέλεσμα εικόνας για συμφωνια πρεσπες
Είναι εύκολο να υποδύεσαι τον προοδευτικό, τον φιλελεύθερο, τον δημοκράτη. Οσο η σχέση ιδεών και πραγματικότητας έχει απόσταση, η ασάφεια διευκολύνει ιδεολογικές επιλογές χωρίς δέσμευση. Φτάνει όμως κάποια στιγμή που πρέπει να αποφασίσεις συγκεκριμένα. Οχι επειδή είναι στο χέρι σου, αλλά επειδή τα πράγματα το επιβάλλουν. Και τότε η απόφασή σου είναι που μετράει, αυτή η απόφαση σε δεσμεύει, υποθηκεύει το μέλλον σου. Αυτή η απόφαση και μόνο, αυτή η απόφαση γυμνή, και όχι οι λόγοι που σε οδήγησαν σε αυτήν.
Προφανώς εννοώ το Μακεδονικό. Αποτελεί μια μουντζούρα στην εικόνα της Ελλάδας στο εξωτερικό, κανείς δεν μπορεί να καταλάβει την ελληνική εμμονή, σκιάζει ακόμη και ζητήματα εξωτερικής πολιτικής στα οποία διεκδικούμε το δίκιο μας. Απλώνει όμως και μια τεράστια μελανιά στο εσωτερικό. Η αναμόχλευση ενός εθνικισμού παράλογου, φοβικού, επιθετικού, το σύνδρομο του έθνους-σκαντζόχοιρος με προτεταμένα αγκάθια προς όλες τις κατευθύνσεις. Το Μακεδονικό είναι δυστυχώς ο ελληνικός δρόμος προς την ακροδεξιά κατάσταση που σκιάζει όλη την Ευρώπη, από την Πολωνία και την Ουγγαρία έως την Ιταλία και τη Γαλλία.
Η Συμφωνία των Πρεσπών ήταν ό,τι καλύτερο μπορούσε να πετύχει η Ελλάδα. Το ανώτερο δυνατό των παραχωρήσεων, υπό ειρηνικές συνθήκες. Υπήρξε ένα παράθυρο ευκαιρίας και δύο πρωθυπουργοί που αποφάσισαν να το ανοίξουν. Θα έπρεπε να εγκαλέσουμε τον Τσίπρα αν, λόγω Καμμένου, δεν άγγιζε τα παντζούρια. Όχι γιατί τα άνοιξε. Και τα παράθυρα ευκαιρίας, στα εθνικά ζητήματα, δεν ανοίγουν κάθε τόσο. Γιατί τα πράγματα παγιώνονται, η επόμενη φορά, αν υπάρξει, θα είναι απείρως δυσκολότερη της προηγούμενης.
Το Κυπριακό είναι το τέλειο αντι-παράδειγμα. Αν η Συμφωνία των Πρεσπών δεν περάσει, και μάλιστα με ελληνική υπαιτιότητα, το Μακεδονικό, ζήτημα ανύπαρκτο ουσιαστικά για τη διεθνή κοινότητα, θα έχει κλείσει με το τωρινό status quo.
Το ελληνικό veto θα παρακαμφθεί, τόσο ως προς την ένταξη της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση όσο και στο ΝΑΤΟ. Ουδείς θα διανοείται στο εξής να μην την αποκαλεί Μακεδονία. Οι Έλληνες θα παγιώσουν την υποκρισία. Στο εξωτερικό συμμόρφωση με τα διεθνή νόμιμα, στο εσωτερικό λεονταρισμοί. Εκείνο που θα μείνει θα είναι η δηλητηριασμένη ατμόσφαιρα. Ο εθνικισμός.
Καθώς οι διαδικασίες για τη Συμφωνία των Πρεσπών στη γειτονική χώρα ολοκληρώνονται, η συμφωνία θα έρθει στην ελληνική Βουλή σε λίγες βδομάδες.

 Υπάρχουν τρεις κατηγορίες πολιτικών σε σχέση με τη συμφωνία. 

Η πρώτη κατηγορία είναι των εθνικιστών, στην οποία δεν χρειάζεται εκτενέστερη αναφορά.
 Η δεύτερη κατηγορία είναι όλοι εκείνοι οι οποίοι δεν έχουν αντιρρήσεις αρχής, γιατί τη διπλή ονομασία την είχαν δοκιμάσει ή αποδεχτεί σε διάφορες απόπειρες στο παρελθόν. Και σ’ αυτή την κατηγορία ανήκουν ηγετικές πολιτικές προσωπικότητες εντός ή εκτός Κοινοβουλίου.Όλοι οι πρώην πρωθυπουργοί, εκτός Σαμαρά. Και ο Σημίτης, και ο Καραμανλής, και ο Γ. Παπανδρέου, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, επιδίωξαν να λύσουν το Μακεδονικό με διπλή ονομασία ή την αποδέχτηκαν. Το ίδιο ισχύει και για τη δυναστεία των Μητσοτάκηδων, καθώς και για τον Σταύρο Θεοδωράκη που σχημάτισε ένα κόμμα με αντίστοιχες προγραμματικές διακηρύξεις. 
Τέλος, η τρίτη κατηγορία είναι των καιροσκόπων. Οι «ναι μεν, αλλά» και όσοι κρύβονται. Αυτή είναι και η μεγαλύτερη κατηγορία. Τους βρίσκει κανείς σε όλα τα πολιτικά περιβάλλοντα, παλαιοκομματικά και εκσυγχρονιστικά.
Τι θα κάνουν και τι θα πουν όλοι αυτοί τώρα; 

Το πρώτο επιχείρημα που προβάλλουν η δεύτερη και η τρίτη κατηγορία, για να μη συμπράξουν, είναι πως ο Τσίπρας δεν συνεννοήθηκε πριν μαζί τους και ότι επιδίωξε να τους διασπάσει. Ας υποθέσουμε πώς ήταν λάθος του που δεν συνεννοήθηκε. Αλλά ο εκ των υστέρων εναγκαλισμός του εθνικισμού εκ μέρους τους τι δείχνει; Η μόνη απάντηση που θα εισέπραττε θα ήταν «άσ' το, μη θέτεις τέτοιο ζήτημα τώρα, το ακροατήριό μας δεν το σηκώνει». 

Το δεύτερο επιχείρημα είναι της «στρατηγικής ήττας του ΣΥΡΙΖΑ», προερχόμενο από το ΚΙΝ.ΑΛΛ.
Δεν σχολιάζω τον μικρομεγαλισμό αυτού του φθίνοντος κόμματος. Συγκροτεί όμως πολιτική ευθύνη να θέτεις ένα ζήτημα του εσωτερικού πολιτικού παιχνιδιού πάνω από τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα της χώρας;

 Μένει το τρίτο επιχείρημα: η κυβέρνηση, αφού την έκανε τη συμφωνία, θα την περάσει έστω και με πλειοψηφία επί των παρόντων, δηλαδή με κάτω από 150 ψήφους. Άρα, και ο σκύλος χορτάτος και η πίτα άθικτη. Αφενός η συμφωνία θα περάσει και άρα δεν θα χρεωθούμε εμείς (δηλαδή η τωρινή αντιπολίτευση) την άρνηση, αφετέρου θα βγούμε να καταγγείλουμε την κυβέρνηση ότι περνάει με μειοψηφία, άρα πραξικοπηματικά, μια προδοτική συμφωνία. Η τέλεια παγίδα!

Αν τα δύο προηγούμενα επιχειρήματα ανήκουν στο καρναβάλι, κατανοητό και ώς ένα σημείο αναμενόμενο στο κοινοβουλευτικό παιχνίδι, το τελευταίο επιχείρημα αποτελεί απλώς εκβιασμό. Ας ελπίσουμε ότι δεν θα είναι πολλοί όσοι αποφασίσουν να αυτοκτονήσουν, πολιτικά και ηθικά, στα παγωμένα νερά των Πρεσπών.
*Iστορικός, Πανεπιστήμιο Αθηνών

Η πιο πειστική μεταφορά του μυθιστορήματος "Πόλεμος και Ειρήνη" στη μεγάλη οθόνη

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ...

Αποτέλεσμα εικόνας για Πόλεμος και ειρήνηΠόλεμος και Ειρήνη (Μυθιστόρημα) - Βικιπαίδεια

 


Πόλεμος και Ειρήνη 
(τρία αποσπάσματα)

1. [Να σκοτώσουν εμένα που όλοι μ' αγαπούν τόσο;]
Ο ΝΑΠΟΛΕΩΝ μετά τη μάχη στην Ουλμ (1805), αφού κατέλαβε τη Βιέννη, επιχειρεί να αποκόψει την καταπονημένη ρωσική στρατιά από τις ενισχύσεις που έρχονταν από τη Ρωσία. Ο Ρώσος αρχιστράτηγος Κοντούζοφ, για να εμποδίσει το σχέδιο του εχθρού, διατάζει το στρατό του να σπεύσει με κατεύθυνση τα περίχωρα της Βιέννης, για να ενωθεί με τα στρατεύματα που έρχονταν από τη Ρωσία. Σε σύγκρουση των δύο στρατιών έξω από το χωριό Σεντγράμπεν ο δόκιμος αξιωματικός Νικολάι Ροστόβ, που υπηρετεί σε ένα σύνταγμα ουσάρων*, θα αποκτήσει την πρώτη του πολεμική εμπειρία.
— Ας γίνει, τέλος, μια ώρα αρχήτερα, κείνο που 'ναι να γίνει, — σκεφτόταν ο Ροστόβ νιώθοντας πως έφτασε τέλος η στιγμή να ζήσει την απόλαυση της εφόδου, που γι' αυτήν τόσα και τόσα του διηγόνταν οι συνάδελφοι του ουσάροι.
— Εμπρός, ο Θεός μαζί σας! —ακούστηκε η φωνή του Ντενίσοβ— απάνω τους! Μαγς!
Στην πρώτη γραμμή αναταράχτηκαν τα κορμιά των αλόγων. Ο Γράτσικ τεντώθηκε και κάλπασε, χωρίς να περιμένει την παρακίνηση του Ροστόβ.
Ο Νικολάι έβλεπε δεξιά του τις πρώτες γραμμές των ουσάρων του συντάγματός του και μπροστά, πιο πέρα, διέκρινε μια σκούρα λουρίδα που δεν μπορούσε να ξεχωρίσει τι ήταν και που νόμιζε πως ήταν ο εχθρός. Ντουφεκιές ακούγονταν, όμως από μακριά.
— Ταχύτερα! — ακούστηκε το πρόσταγμα, κι ο Ροστόβ ένιωσε πως ο Γράτσικ άρχισε ν' ανατινάζεται, έτοιμος να περάσει απ' τον τριποδισμό στον καλπασμό.
Μάντευε την κάθε κίνηση του ζώου και γινόταν κι ο ίδιος ολοένα και πιο ζωηρός, ολοένα και πιο χαρούμενος. Είχε διακρίνει κάποιο απομονωμένο δέντρο παραμπρός. Το δέντρο αυτό στην αρχή βρισκόταν μπροστά, στη μέση της γραμμής, του ορίου* που φαινόταν τόσο τρομερό. Όμως να, που τη γραμμή αυτή την πέρασαν κι όχι μόνο τίποτα το τρομερό δε συνέβη, μα αντίθετα η ζωηρότητα και το κέφι γίνονταν όλο και πιο έντονα.
— Πώς θα τον πετσοκόψω κείνον που θα φανεί μπροστά μου! — σκεφτόταν ο Ροστόβ σφίγγοντας στο χέρι του τη λαβή του σπαθιού του.
— Ζή-τω-ω-ω-ω!! — βούιξαν οι φωνές.
— Ε, ας βρεθεί τώρα μπροστά μου, όποιος να 'ναι! — σκεφτόταν ο Ροστόβ και σπιρουνίζοντας αλύπητα τον Γράτσικ, και προσπερνώντας τους συντρόφους του όρμησε μπροστά με ασυγκράτητο καλπασμό. Πιο μπρος διακρινόταν κιόλας ο εχθρός. Ξαφνικά μια δυνατή πνοή, σαν κάποια τεράστια σκούπα να κινήθηκε στον αέρα, χτύπησε πάνω στον ουλαμό. Ο Νικολάι ύψωσε το σπαθί του, έτοιμος να χτυπήσει, μα την ίδια στιγμή ο στρατιώτης Νικήτιενκο, που κάλπαζε μπροστά του, αποκόπηκε απ' αυτόν κι ο Ροστόβ αισθάνθηκε, σα μέσα σ' όνειρο, πως εξακολουθούσε να τρέχει με ιλιγγιώδη ταχύτητα και ταυτόχρονα πως μένει ακίνητος στην ίδια θέση. Πίσω του, ο γνώριμος ουσάρος Μπανταρτσούκ παρ' ολίγο να πέσει πάνω του και στράφηκε και τον κοίταξε θυμωμένος. Το άλογο του Μπανταρτσούκ ξαφνιάστηκε και προσπέρασε καλπάζοντας.
— Μα τι συμβαίνει; Δεν κινούμαι; Δεν προχωρώ; Έπεσα, είμαι σκοτωμένος, — την ίδια στιγμή ρώτησε και αποκρίθηκε ο Ροστόβ. Ήταν πια μονάχος μέσα στον κάμπο. Αντίς για τα άλογα που κάλπαζαν και τις πλάτες των ουσάρων, έβλεπε γύρω του να εκτείνεται μονάχα η ακίνητη γης κι ο θερισμένος κάμπος. Αισθάνθηκε κάτωθέ του ζεστό αίμα.
— Όχι, είμαι πληγωμένος και τ' άλογο σκοτωμένο, — στοχάστηκε. Ο Γράτσικ έκανε ν' ανασηκωθεί στα μπροστινά του πόδια, μα έπεσε και ζούλιξε το πόδι του αναβάτη. Απ' το κεφάλι του ζώου έτρεχε άφθονο αίμα. Το άλογο παράδερνε και δεν μπορούσε να σηκωθεί. Ο Ροστόβ θέλησε να σηκωθεί, μα έπεσε κι κείνος. Η ζώνη του είχε σκαλώσει στη σέλα. Πού βρίσκονταν οι δικοί μας, πού βρίσκονταν οι Γάλλοι — δεν ήξερε. Γύρω του δεν ήταν κανείς.
Αφού με χίλια βάσανα κατόρθωσε να ξαγκιστρώσει το πόδι του, ο Νικολάι μπόρεσε κι ανασηκώθηκε.
— Πού, από ποια μεριά είναι τώρα εκείνη η γραμμή, το όριο, που χώριζε τα δυο στρατόπεδα; — αναρωτήθηκε και δεν μπόρεσε να δώσει απάντηση.
— Μην έπαθα τάχα κάτι κακό; Να τυχαίνουν τάχα τέτοιες περιπτώσεις, και τι πρέπει να κάνει κανείς σ' αυτές; — αναρωτήθηκε πάλι καθώς σηκωνόταν. Και κείνη τη στιγμή αισθάνθηκε σαν κάτι ξένο να κρεμόταν απ' τ' αριστερό του χέρι που το 'νιωθε τρομερά μουδιασμένο. Ο καρπός του χεριού ήταν σαν ξένος. Ο Νικολάι κοίταξε καλά καλά το χέρι, μάταια αναζητώντας να βρει πάνω του ίχνη από αίματα.
— Α, να κι άνθρωποι, — σκέφτηκε με χαρά, βλέποντας μερικούς ανθρώπους που έτρεχαν προς το μέρος του. — Αυτοί θα με βοηθήσουν.
Μπροστά μπροστά απ' όλους εκείνους τους ανθρώπους έτρεχε ένας με καπέλο περίεργο, με μπλε μαντύα, μαυριδερός, ηλιοψημένος, με μύτη καμπουρωτή. Τον ακολουθούσαν δυο ακόμα και πολλοί άλλοι παραπίσω. Ένας απ' αυτούς είπε κάτι σε μια παράξενη γλώσσα, όχι ρωσικά. Ανάμεσα στους παραπίσω, που όλοι φορούσαν όμοια περίεργα καπέλα, στεκόταν ένας ρώσος ουσάρος. Τον κρατούσαν απ' τα χέρια, κι άλλοι πιο πίσω κρατούσαν τ' άλογό του.
— Κάποιος δικός μας αιχμάλωτος, φαίνεται... Ναι. Τάχα θα με πιάσουν και μένα; Τι άνθρωποι είναι αυτοί; — όλο σκεφτόταν ο Ροστόβ, χωρίς να πιστεύει στα μάτια του. — Να 'ναι Γάλλοι, τάχα; — Κοίταξε τους Γάλλους που κοντοζύγωναν και μολονότι πριν από 'να λεπτό κάλπαζε με μόνο σκοπό να φτάσει αυτούς τους Γάλλους και να τους πετσοκόψει, τώρα που πλησιάζανε του φαίνονταν τόσο τρομεροί, που δεν πίστευε τα μάτια του.
— Ποιοι είν' αυτοί; Γιατί τρέχουν; Για μένα έρχονται τάχα; Για μένα τρέχουν έτσι; Και γιατί; Για να με σκοτώσουν, Εμένα, που όλοι μ' αγαπούν τόσο;
Αναθυμήθηκε την αγάπη που του είχε η μητέρα του, η οικογένειά του όλη, οι φίλοι του, και του φάνηκε πως θα 'ταν αδύνατο να 'χουν οι εχθροί του την πρόθεση να τον σκοτώσουν...
— Ίσως ίσως και να με σκοτώσουν...
Στεκόταν παραπάνω από δέκα δευτερόλεπτα χωρίς να σαλέψει καθόλου και χωρίς να κατανοεί τη θέση του. Ο πρώτος Γάλλος με την καμπουρωτή μύτη είχε κοντοζυγώσει τόσο που ο Νικολάι διέκρινε πια τη φυσιογνωμία του και την έκφρασή του. Κι η ξαναμμένη, η ξενική φυσιογνωμία του ανθρώπου που με τη λόγχη μπροστά, κρατώντας την ανάσα του, έτρεχε ανάλαφρα προς το μέρος του, τον τρόμαξε. Άρπαξε το πιστόλι και, αντίς να πυροβολήσει, το πέταξε με φόρα ενάντια στο Γάλλο κι ο ίδιος μ' όλες του τις δυνάμεις έτρεξε κατά τα χαμόκλαδα. Τώρα δεν έτρεχε πια όπως έτρεχε στη γέφυρα του Ενς, με κείνο το συναίσθημα της μαχητικότητας και της αμφιβολίας, μα με το συναίσθημα του λαγού που ξεφεύγει απ' τα σκυλιά. Ένα ολοκληρωτικό συναίσθημα φόβου για τη νεαρή, για την ευτυχισμένη του ζωή, είχε κυριέψει ολόκληρο το είναι του. Πηδώντας γοργά τα χαντάκια, με την ορμή που 'τρεχε όταν ήταν παιδί κι έπαιζε κρυφτό, πετούσε στον κάμπο, γυρίζοντας κάπου κάπου το χλομό, το αγαθό νεανικό πρόσωπό του, και ρίγος παγερό περνούσε τη ραχοκοκαλιά του.
— Όχι, είναι προτιμότερο να μην κοιτάξω, — σκέφτηκε, μα σα βρέθηκε κοντά στα πυκνά χαμόκλαδα, ξανακοίταξε άλλη μια φορά. Οι Γάλλοι είχαν μείνει παραπίσω και, μάλιστα τη στιγμή που ο Ροστόβ κοίταξε, ο πρώτος είχε κάνει το βήμα του πιο αργό και μισογυρισμένος προς τα πίσω, κάτι φώναξε στο σύντροφό του. Ο Νικολάι σταμάτησε.
— Όχι. Δεν μπορεί. Κάτι άλλο θα συμβαίνει, — στοχάστηκε. — Δεν είναι δυνατό να 'θελαν να με σκοτώσουν.
Στο αναμεταξύ ένιωθε τόσο βαρύ το αριστερό του χέρι, σαν να 'χαν κρεμασμένο απ' αυτό κάποιο βάρος εικοσιπέντε οκάδες. Δεν μπορούσε να τρέξει άλλο. Ο Γάλλος σταμάτησε και σκόπευσε. Ο Νικολάι έσκυψε μισοκλείνοντας τα μάτια. Δυο σφαίρες, η μια ύστερ' απ' την άλλη, σφυρίζοντας, πέρασαν πάνωθέ του. Συγκέντρωσε τις τελευταίες του δυνάμεις, με το δεξί του χέρι κράτησε τ' αριστερό και τρέχοντας έφτασε τέλος στα χαμόκλαδα. Κει μέσα υπήρχαν Ρώσοι ακροβολιστές.

__________________________________


ουσάρος: αυτός που υπηρετεί σε ιππικό που αποτελείται από ελαφρά οπλισμένους ιππείς.
το όριο: η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στα δύο αντίπαλα στρατεύματα.

________________________________________


2. [Τι θαύμα σου είναι αυτή η Νατάσα μου]
O ΝΕΑΡΟΣ Νικολάι Ροστόβ, διοικητής μιας ίλης ουσάρων, επιστρέφει με άδεια στο οικογενειακό του αγρόκτημα στο Ατράντνογιε, για να επιβλέψει προσωπικά στην οικονομική διαχείριση της περιουσίας του, που δεν ήταν καλή. Αφού προσπάθησε στην αρχή να βάλει κάποια τάξη στις ατασθαλίες του επιστάτη τους, γρήγορα κατάλαβε ότι δε θα μπορούσε να τα καταφέρει καλύτερα από τον πατέρα του. Γι' αυτό αποφασίζει να επιδοθεί στο κυνήγι, μια διασκέδαση ασυνήθιστη γι' αυτόν. Στο παρακάτω απόσπασμα ο Νικολάι και η αδελφή του Νατάσα φιλοξενούνται, μετά από το κυνήγι, στη φτωχική αγροικία ενός μακρινού θείου τους που δεν είχε δική του οικογένεια. Στην ειρηνική αυτή σκηνή του πατροπαράδοτου ρωσικού γλεντιού παρατηρούμε με πόση τέχνη ο μεγάλος συγγραφέας απεικονίζει τη μετάδοση της εύθυμης διάθεσης από τον ένα στον άλλο και τους ψυχικούς δεσμούς που ενώνουν τα πρόσωπα. Κυρίαρχη μορφή στο απόσπασμα είναι η Νατάσα, που συγκεντρώνει όλες τις χάρες της νεαρής της ηλικίας καθώς και πολλά κοινά στους Ρώσους χαρακτηριστικά.
— Εξακολουθήστε ακόμα, πολύ σας παρακαλώ, — είπε η Νατάσα απ' την πόρτα, μόλις έπαψε η μουσική. Ο Μίτκα* κούρντισε την μπαλαλάικά* του και ξανάπαιξε τη «Μπάρινια»* με διάφορα σκέρτσα και παραλλαγές. Ο θείος καθόταν κι άκουγε με το κεφάλι γερμένο απ' τη μια μεριά και μ' ένα αδιόρατο χαμόγελο. Το μοτίβο αυτό επαναλήφτηκε καμιά εκατοστή φορές. Συχνά ο Μίτκα ξανακούρντιζε την μπαλαλάικα και κάτω απ' τα μαστορικά του δάχτυλα ντιντίνιζαν οι ίδιοι ήχοι που οι ακροατές του δε βαριόνταν ποτέ να τους ακούνε. Η Ανίσια Φιοντόροβνα* μπήκε και στήλωσε το ογκώδες κορμί της στην κορνίζα της πόρτας.
— Σας αρέσει, — είπε στη Νατάσα, μ' ένα χαμόγελο που 'μοιαζε πολύ με το χαμόγελο του θείου. — Ο Μίτκα παίζει πολύ όμορφα.
- Να, όμως, σε τούτο το σημείο, δεν το πάει σωστά — παρατήρησε ξαφνικά, με μια επεξηγηματική χειρονομία, ο θείος. — Εδώ πρέπει να το παίξει πιο μπιχλιμπιδωτά, τη δουλειά μας, μαρς! μπιχλιμπιδωτά.
— Παίζετε μήπως και σεις; — ρώτησε η Νατάσα.
Ο θείος δεν αποκρίθηκε παρά μονάχα στράφηκε στην Ανίσια Φιοντόροβνα και της είπε χαμογελώντας.
— Για δες, Ανίσιουσκα*, είναι όλες οι κόρδες της κιθάρας μου εντάξει; Έχω τόσον καιρό να την πιάσω, τη δουλειά μας, μαρς! Τα παράτησα!
Η Ανίσια Φιοντόροβνα έτρεξε πρόθυμα με το ανάλαφρο βάδισμά της να εκτελέσει την παραγγελία του κυρίου της και γύρισε σε λίγο με την κιθάρα.
Ο θείος, χωρίς να κοιτάξει κανένα, φύσηξε τη σκόνη, χτύπησε ύστερα με τα κοκαλιάρικα δάχτυλά του το όργανο, το κούρντισε και ταχτοποιήθηκε στην πολυθρόνα του. Έπιασε, με κάπως θεατρική χειρονομία, τεντώνοντας τον αγκώνα τ' αριστερού του χεριού, την κιθάρα απ' το χέρι κι αφού έγνεψε με τρόπο της Ανίσιας Φιοντόροβνας, κι αφού έκρουσε μιαν ηχερή και καθάρια συγχορδία, άρχισε να παίζει σα να λάξευε, ρυθμικά, ήσυχα, σταθερά, όχι τη «Μπάρινια», μα το γνωστό τραγούδι «Στο δρόμο το λιθόστρωτο». Με το χρόνο, το ρυθμό, με κείνη τη μετρημένη και συγκρατημένη ευθυμία, την ίδια που ανάδινε όλο το είναι της Ανίσιας Φιοντόροβνας, αντήχησε ο ήχος του τραγουδιού μέσα στην ψυχή του Νικολάι και της Νατάσας. Η Ανίσια Φιοντόροβνα είχε κατακοκκινίσει και, κρύβοντας το πρόσωπό της στο μαντίλι της, έφυγε, γελώντας. Ο θείος εξακολούθησε όμορφα, με προσοχή και με σταθερότητα, να παίζει, κοιτάζοντας μ' ένα βλέμμα συνεπαρμένο, εμπνευσμένο, στο σημείο απ' όπου εξαφανίστηκε η Ανίσια Φιοντόροβνα. Αδιόρατα, ανάλαφρα, κάποιο χαμόγελο παιχνίδιζε στο πρόσωπό του απ' τη μια μεριά, κάτω απ' τ' άσπρο μουστάκι του και γινόταν πιο έντονο όσο προχωρούσε το τραγούδι, όσο ο ρυθμός του γινόταν πιο γοργός και στα τσακίσματα, σαν κάτι να κοβόταν.
- Θαύμα, θαύμα, θείε! Εξακολουθήστε ακόμα! — ξεφώνισε η Νατάσα, μόλις εκείνος έπαψε, και χωρίς να χάσει καιρό, τινάχτηκε απ' τη θέση της, έτρεξε, τον αγκάλιασε και τον φίλησε. — Νικόλινκα, Νικόλινκα! — συνέχισε κοιτάζοντας τον αδελφό της και σα να τον ρωτούσε: Τι είναι τούτο δω;
Και στο Νικολάι άρεσε, το ίδιο πολύ, το παίξιμο του θείου. Το χαμογελαστό πρόσωπο της Ανίσιας Φιοντόροβνας πρόβαλε πάλι στην πόρτα και πίσωθέ της κι άλλα πρόσωπα ακόμα... «Νερό δροσάτο της πηγής. Της λέει: ομορφονιά μου στάσου!» έπαιξε ο θείος πάλι ένα πετυχημένο σκέρτσο* και τινάζοντας ψηλά τα δάχτυλα και κουνώντας χαρακτηριστικά τους ώμους του σταμάτησε.
— Ελάτε, ελάτε, θείε μου, χρυσέ μου, — αναστέναξε με μια τόσο ικετευτική φωνή η Νατάσα, σάμπως όλη της η ζωή να εξαρτιόταν απ' αυτό. Ο θείος σηκώθηκε και σα να βρισκόταν μέσα του δυο άνθρωποι: ο ένας απ' αυτούς χαμογέλασε σοβαρά, ειρωνευόμενος το γλεντζέ κι ο γλεντζές πήρε με αφέλεια, κανονικότατα, τη στάση του για το χορό.
- Έλα, ανιψιά! Μπρος! — ξεφώνισε, κινώντας προς το μέρος της Νατάσας το χέρι που 'χε αποσπαστεί απ' τις χορδές.
Η Νατάσα πέταξε το μαντίλι που είχε στις πλάτες της, έτρεξε μπροστά του και στηρίζοντας τα χέρια της στη μέση, έκανε μια κίνηση με τους ώμους και στάθηκε.
Πού, πώς και πότε βύζαξε αυτή τη ρωσική ατμόσφαιρα, που απόπνεε εκείνη η μικρή κόμισσα, η αναθρεμμένη από μια γαλλίδα εμιγκρέ*, αυτόν τον αέρα, αυτά τα τσακίσματα, που τα pas de châtle* θα 'πρεπε να τα 'χαν από καιρό εκτοπίσει ολοκληρωτικά; Όμως ο αέρας και τα τσακίσματα ήταν εκείνα ακριβώς τα αμίμητα που δε διδάσκονται, τα καθαρά ρούσικα, που τέτοια τα περίμενε απ' αυτήν ο θείος της. Μόλις η Νατάσα άρχισε, κι αφού χαμογέλασε θριαμβευτικά, περήφανα, πονηρά και κεφάτα, ο πρώτος φόβος που κυρίεψε το Νικολάι κι όλους τους άλλους μην τυχόν δεν θα τα κατάφερνε καλά, διαλύθηκε μονομιάς.
Τα κατάφερε με τόση ακρίβεια, με τόση απόλυτη ακρίβεια, που η Ανίσια Φιοντόροβνα, που της είχε φέρει το απαραίτητο για το χορό αυτό μαντιλάκι, δάκρυσε μέσ' από τα γέλια της, βλέποντας εκείνη τη λεπτούλα, τη χαριτωμένη, την τόσο ξένη γι' αυτή κόμισσα, την αναθρεμμένη μέσα στα βελούδα και στα μετάξια, να κατανοεί τόσο τέλεια όλα εκείνα που είχε μέσα της η Ανίσια κι ο πατέρας της Ανίσιας, κι η θεία της κι η μάνα της κι ο κάθε Ρώσος.
— Μωρέ μπράβο κόμισσα, τη δουλειά μας, μαρς! — Είπε ο θείος γελώντας χαρούμενα, όταν τέλειωσε το χορό του. — Μπράβο, κόμισσα, να μου ζήσεις, ανιψιά! Μονάχα να σου βρούμε κι ένα λεβέντη, που να σου ταιριάζει.
— Έχει βρεθεί πια, — είπε χαμογελώντας ο Νικολάι.
— Ω; — έκανε ο θείος με κατάπληξη κοιτάζοντας ερωτηματικά τη Νατάσα. Η Νατάσα κίνησε καταφατικά το κεφάλι της, μ' ένα ευτυχισμένο χαμόγελο.
— Και να ξέρατε ποιος! — είπε η νέα. Όμως, μόλις ξεστόμισε αυτή τη φράση, μια άλλη σειρά από σκέψεις και συναισθήματα ορθώθηκε μέσα της. — Τι να σήμαινε το χαμόγελο του Νικολάι, όταν είπε «έχει βρεθεί πια»; — στοχάστηκε. — Είναι τάχα ή δεν είναι ευχαριστημένος; Μοιάζει σα να σκέφτεται πως ο Μπαλκόνσκι* μου δε θα επιδοκίμαζε, δε θα κατανοούσε τούτη μας εδώ τη χαρά. Μα όχι, όχι. Εκείνος θα τα καταλάβαινε τόσο καλά όλα. Πού να βρίσκεται τώρα; — και το πρόσωπό της έγινε μεμιάς σοβαρό πάνω στη σκέψη αυτή. Μα αυτό δεν κράτησε, παρά μια στιγμή. Ας μη σκέφτουμαι, ας μην τολμώ να το σκέφτουμαι αυτό — είπε μέσα της και, χαμογελώντας, κάθισε πάλι κοντά στο θείο και τον παρακάλεσε να παίξει ακόμα.
Ο θείος έπαιξε άλλο ένα τραγουδάκι κι ένα βαλς. Ύστερα, αφού σώπασε λίγο, ξερόβηξε και τραγούδησε τ' αγαπημένο του κυνηγετικό τραγούδι:
Τί όμορφα που αποβραδίς
έπεφτε το πρωτόχιονο...
Ο θείος τραγουδούσε έτσι ακριβώς που τραγουδάει ο λαός, με κείνη την απόλυτη και αφελέστατη πεποίθηση πως όλη η σημασία του τραγουδιού βρίσκεται μονάχα στα λόγια και πως ο ήχος έρχεται από μόνος του και πως ο ήχος είναι έτσι μονάχα για συνοδεία. Και για τούτο ακριβώς, αυτή η ασυναίσθητη μελωδία, όπως και στο κελάηδισμα των πουλιών, έτσι και στο τραγούδι του θείου ήταν εξαιρετικά πετυχημένη. Η Νατάσα ήταν κατενθουσιασμένη απ' το τραγούδι του. Πήρε την απόφαση πως θα σταματούσε πια τα μαθήματα της άρπας και θα εξακολουθούσε μονάχα κιθάρα. Πήρε την κιθάρα του θείου κι αμέσως βρήκε το ακομπανιαμέντο του τραγουδιού.
Κατά τις δέκα τη νύχτα ήρθαν δυο αμάξια και τρεις καβαλαρέοι να τους παραλάβουν. Ο κόμης κι η κόμισσα δεν ήξεραν πού βρίσκονταν κι ανησυχούσαν πολύ.
Τον Πιέτια* τον πήραν στα χέρια και τον απίθωσαν κοιμισμένον στο ένα αμάξι. Η Νατάσα με τον Νικολάι κάθισαν στο άλλο. Ο θείος βοήθησε τη Νατάσα να καθίσει στ' αμάξι και τη σκέπαζε απ' όλες τις μεριές με μια εντελώς καινούρια τρυφερότητα. Τους συνόδεψε πεζός ίσαμε τη γέφυρα, που έπρεπε να την παρακάμψουν, για να περάσουν με τα πόδια απ' τα ρηχά του ποταμού, και πρόσταξε τους κυνηγούς να προπορευτούν με φανάρια.
— Γεια-χαρά, ανιψιά, αγαπημένη, — ακούστηκε μέσ' απ' το σκοτάδι η φωνή του, μα όχι εκείνη που ήξερε πάντα η Νατάσα, παρά η φωνή που τραγούδησε το κυνηγετικό τραγουδάκι.
Στο χωριό, που πέρασαν, ήταν αναμμένες φωτιές και μύριζε χαρούμενα ο καπνός.
— Τι θαύμα αυτός ο θείος! είπε η Νατάσα, σα βγήκαν στο μεγάλο δρόμο.
— Ναι, — αποκρίθηκε ο Νικολάι. — Μήπως κρυώνεις;
— Καθόλου. Είμαι λαμπρά, περίφημα, Είμαι τόσο καλά, — είπε η Νατάσα με κάποια απορία μάλιστα.
Πολλήν ώρα σώπαιναν και οι δυο τους. Η νύχτα ήταν σκοτεινή και υγρή. Τ' άλογα δεν τα 'βλεπαν, μονάχα τ' άκουγαν να τσαλαβουτάνε μέσα σε αθώρητες λάσπες.
Τι να γινόταν τάχα μέσα σε κείνη την παιδιάστικη, την ευαίσθητη ψυχή, που τόσο αχόρταγα συλλάμβανε κι αφομοίωνε όλες τις πιο πολυποίκιλες εντυπώσεις της ζωής; Πώς όλ' αυτά συνταιριάζονταν μέσα της; Όμως εκείνη ήταν κατενθουσιασμένη. Κι όταν πια πλησίασαν στο σπίτι τους, τραγούδησε ξαφνικά το κυνηγετικό τραγουδάκι, που τη μελωδία του, σ' όλο το δρόμο προσπαθούσε να τη θυμηθεί, και στο τέλος τη βρήκε.
— Α, το 'μαθες κιόλας! — παρατήρησε ο Νικολάι.
— Τι σκεφτόσουν τώρα δα, Νικόλινκα; — ρώτησε η Νατάσα. Συνήθιζαν και τους άρεσε πολύ να κάνουν αυτή την ερώτηση αναμεταξύ τους.
— Εγώ; — έκανε ο Νικολάι, προσπαθώντας να θυμηθεί. Να, στην αρχή σκεφτόμουν πως ο Ρουγάι, το κόκκινο σκυλί, μοιάζει με το θείο και πως, αν ήταν άνθρωπος, δε θ' αποχωριζόταν στιγμή το θείο, θα τον κρατούσε πάντα κοντά του, αν όχι για τίποτ' άλλο, τουλάχιστο για την καλή του καρδιά. Αλήθεια· τι λεβεντάνθρωπος αυτός ο θείος! Δε βρίσκεις; Καλά, και συ, τι σκεφτόσουν;
— Εγώ; Στάσου, στάσου! Ναι, στην αρχή σκεφτόμουν πως να, προχωράμε με τ' αμάξι και νομίζουμε πως πάμε σπίτι, ενώ εμείς ποιος ξέρει πού πάμε μέσα σ' αυτό το σκοτάδι και ξαφνικά θα φτάσουμε κάπου και θα δούμε πως δε φτάσαμε στο Ατράντνογιε, μα σε κάποιο μαγεμένο βασίλειο. Κι ύστερα σκεφτόμουν ακόμα... Μα όχι. Τίποτ' άλλο.
— Ξέρω, σίγουρα σκεφτόσουν εκείνον, — είπε ο Νικολάι, χαμογελώντας, όπως κατάλαβε η Νατάσα απ' τον ήχο της φωνής του.
— Όχι, — αποκρίθηκε εκείνη, μολονότι, πραγματικά, μέσα σ' όλα σκέφτηκε και τον πρίγκιπα Αντριέι και για το πώς θα του φαινόταν ο θείος. — Κι ακόμα όλο λέω και ξαναλέω όλο αυτό το διάστημα τι όμορφα που φέρθηκε η Ανίσιουσκα... — συμπλήρωσε η Νατάσα κι ο Νικολάι άκουσε το ηχηρό, το αναίτιο, το ευτυχισμένο γέλιο της. — Ξέρεις όμως, Νικόλινκα*, —πρόσθεσε ξαφνικά— ξέρω πως ποτέ πια δε θα 'μαι τόσο ευτυχισμένη, τόσο ήρεμη, όπως τώρα.
— Άσε τις ανοησίες· αυτά είναι σαχλαμάρες, ψευτιές! — έκανε ο Νικολάι, μα μέσα του στοχάστηκε: — Τι θαύμα σού είναι αυτή η Νατάσα μου! Άλλη τέτοια φίλη μήτε έχω, μήτε θα 'χω. Και για ποιο λόγο τώρα να παντρευτεί; Θα γυρίζαμε όλο μαζί οι δυο μας παντού!
— Θαύμα είν' αυτός ο αδελφός μου! — σκεφτόταν την ίδια στιγμή η Νατάσα και πρόσθεσε δυνατά δείχνοντας τα παράθυρα της έπαυλης που έλαμπαν όμορφα μέσα στην υγρή, τη βελουδένια σκοτεινιά της νύχτας. — Ω, κοίτα! Ακόμα τα φώτα είναι αναμμένα μέσα στο σαλόνι!
_________________________________________


Μίτκα: ο αμαξάς του θείου της Νατάσας.
μπαλαλάικα: είδος έγχορδου μουσικού οργάνου.
Μπάρινια: η κυρά.
Ανίσια Φιοντόροβνα: η οικονόμος του σπιτιού.
Ανίσιουσκα: υποκοριστικό της Ανίσια.
σκέρτσο: είδος ελαφρού και εύθυμου μουσικού κομματιού.
εμιγκρέ: ξένος, μετανάστης,
pas de châtle: βήμα γαλλικού χορού.
Μπαλκόνσκι: ο πρίγκιπας Αντριέι Μπαλκόνσκι, υπασπιστής του αρχιστράτηγου Κουτούζοφ και μνηστήρας της Νατάσας.
Πιέτια: ο μικρότερος αδελφός της Νατάσας.
Νικόλινκα: υποκοριστικό του Νικολάι.

___________________________Πηγή:_http://digitalschool.minedu.gov.gr_____


Απόσπασμα 3
[Εθνικοί χαρακτήρες  ανδρών]
…Ο Πφουλ ήταν από κείνους τους αθεράπευτα, αμετάλλακτα και βασανιστικά οιηματίες, όπως είναι μόνον οι Γερμανοί, γιατί μόνον οι Γερμανοί βασίζουν την αυτοπεποίθησή τους σε μια αφηρημένη έννοια, στην επιστήμη, δηλαδή στη γνώση, δήθεν, της απόλυτης αλήθειας. Η έπαρση του Γάλλου πηγάζει απ’ την πίστη του ότι, τόσο διανοητικά όσο και σωματικά, είναι ακαταμάχητα γοητευτικός τόσο στους άντρες, όσο και στις γυναίκες. Η έπαρση του Άγγλου προέρχεται από το γεγονός ότι είναι πολίτης του καλύτερα οργανωμένου κράτους στον κόσμο, επειδή, ως Άγγλος, ξέρει πάντα τι πρέπει να κάνει κι επειδή έχει συνείδηση πως ό,τι κι αν κάνει ως Άγγλος είναι καλώς καμωμένο. Ο Ιταλός έχει έπαρση επειδή είναι ευερέθιστος, επειδή εύκολα συγκινείται κι εξίσου εύκολα ξεχνάει και τον εαυτό του και τους άλλους. Ο Ρώσος έχει την έπαρση της άγνοιάς του: τίποτα δεν ξέρει και τίποτα δε θέλει να μάθει, επειδή δεν πιστεύει ότι είναι δυνατόν να μάθει κάτι απόλυτα. Η έπαρση του Γερμανού είναι η χειρότερη απ’ όλες, η πιο πεισματική κι η πιο αποκρουστική, γιατί ο Γερμανός φαντάζεται ότι γνωρίζει την αλήθεια, δηλαδή την αλήθεια που επινόησε μόνος του, μα που γι’ αυτόν είναι η απόλυτη αλήθεια…
 ************************************************

...ΣΤΟΝ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟ

 Η ταινία "Πόλεμος και Ειρήνη" (1966) , του Σεργκέι Μπονταρτσούκ αποτελεί σταθμό στην ιστορία του  παγκόσμιου κινηματογράφου, λόγω της πιστής μεταφοράς του βιβλίου στην οθόνη , χωρίς όμως να "προδοθεί" το πνεύμα του συγγραφέα. 
Η καταπληκτική ανάδειξη της ατμόσφαιρας της εποχής, όπου εκτυλίσσονται κοσμοϊστορικά γεγονότα στην Ευρώπη, αλλά και η εμβάθυνση στους χαρακτήρες των ηρώων καθηλώνουν τον θεατή , που παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα τις εναλλαγές των επεισοδίων από τις στιγμές ηρεμίας στα αιματηρά πεδία των μαχών.
Η ταινία αποτελεί την "απάντηση" του σοβιετικού κινηματογράφου στις επικές υπερπαραγωγές του Χόλιγουντ.
Χρησιμοποιήθηκαν δεκάδες χιλιάδες κομπάρσοι, γυρίστηκε σε φυσικούς χώρους,χρησιμοποιήθηκαν χιλιάδες άτομα για να ραφτούν κουστούμια και στολές εποχής και στοίχισε το θηριώδες ποσό των 9,2 εκατ. ρουβλίων , που αντιστοιχεί σε 50 εκατομμύρια ευρώ της εποχής μας .Αποτέλεσμα εικόνας για War and Peace 1966

See: War and Peace  1966 (film series) - Wikipedia

With english subtitles

ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΙΚΟΙ ΑΘΛΟΙ

Από την «Αινειάδα» στον «Ανακτημένο χρόνο»

 

 του Παντελή Μπουκάλα

kathimerini.gr


Τ​​ο τέλος της μικρής μας πόλης, της πόλης του βιβλίου, δεν ήρθε ούτε και φέτος. Μπορεί να προαναγγέλλεται κάθε τόσο, και με ποικίλες αφορμές (από την επέλαση της εικόνας και τη μαζική τηλεοπτικοποίηση του γούστου έως την εν πολλοίς μιμητική εγκαθίδρυση νέων αντιλήψεων και συνηθειών λόγω του Διαδικτύου και γενικά της μοντέρνας τεχνολογίας), το πιο πιθανό ωστόσο είναι ότι θα έρθει ταυτόχρονα με το επίσης προαναγγελθέν τέλος της ιστορίας: ποτέ. Ο άκαμπτος πόθος της γραφής και το σχεδόν ιερό πάθος του χαρτιού αρκούν για να μας πείσουν, παρότι ξέρουμε ότι δεν αφορούν δυστυχώς το σύνολο – όχι μονάχα εδώ, και τώρα, αλλά σχεδόν παντού και πάντα.
Στατιστικά στοιχεία για το πώς πήγαν οι πωλήσεις βιβλίων τη χρονιά που πέρασε δεν γνωρίζω, η εικόνα πάντως που σχηματίζεται με ψηφίδες την προσέλευση στις σχετικές εκθέσεις και τις συζητήσεις με ορισμένους εκδότες, συγγραφείς και βιβλιοπώλες είναι αρκετά παραμυθητική. Ενας άλλος δείκτης είναι η επιστροφή των βιβλιοδιαφημίσεων στην τηλεόραση και στις εφημερίδες. Σχεδόν τις είχαμε ξεχάσει. Φυσικά και δεν είναι ρόδινα τα πράγματα· σε κανέναν τομέα του δημόσιου βίου δεν είναι. Πιστεύω μολαταύτα ότι το 2018 ήταν από τις εκδοτικά πλουσιότερες χρονιές, και όχι μόνο στην περίοδο της κρίσης. Κυκλοφόρησαν αξιοσύστατες μεταφράσεις εμβληματικών έργων της παγκόσμιας λογοτεχνίας, οι οποίες κάλυψαν όντως κενά της εν γένει παιδείας και φιλολογίας μας, και σοβαρά μάλιστα, εκδόθηκαν άγνωστα ποιήματα σπουδαίων ποιητών μας, εμπλουτίστηκε η γνώση μας, πάλι με μεταφράσεις, για την ποίηση «περιφερειακών» χωρών και γλωσσών, τυπώθηκαν ερεθιστικά δοκίμια ιστοριογνωστικού και φιλολογικού περιεχομένου.
Τίτλους του είδους «το σπουδαιότερο βιβλίο της χρονιάς» ή της δεκαετίας δεν τους συνηθίζω και αδυνατώ να τους υποστηρίξω. Πιστεύω πάντως πως μια περιδιάβαση στην πλούσια σοδειά του 2018 δεν μπορεί να έχει άλλη αφετηρία από την «Αινειάδα» του Βιργίλιου (43 π.Χ.-17 μ.Χ.). Το περίφημο λατινικό έπος εκδόθηκε από το Μορφωτικό Ιδρυμα της Εθνικής Τραπέζης, με εκτενέστατα προλεγόμενα, μετάφραση και σχόλια του Θεόδωρου Παπαγγελή, καθηγητή της Λατινικής Φιλολογίας στο Τμήμα Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου της Θεσσαλονίκης.
Τη μεταφραστική δεινότητα του Παπαγγελή την είχε απολαύσει ο αναγνώστης των «Μεταμορφώσεων» του Οβίδιου, μιας επιλογής τους καλύτερα, που είχε κυκλοφορήσει το 2009 στις εκδόσεις Gutenberg, με τον τίτλο «Σώματα που άλλαξαν τη θωριά τους». «Το έμμετρο ποιητικό κείμενο που παραδίδει στον αναγνώστη», σημείωνα τότε στην «Καθημερινή» (30.6.2009), «με τα θαλερά ελληνικά του και την ευφροσύνη που προκαλεί, αγλαΐζει τον μικρόκοσμο των μεταφράσεων λατινικών κειμένων στα ελληνικά». Το ίδιο ακριβώς πιστεύω και για τη μετάφραση της «Αινειάδας», όπου σαν στίχος δεξίωσης έχει επιλεγεί και πάλι ο στίχος των 21 συλλαβών (απαρτισμένος από ένα οξύτονο δεκασύλλαβο ημιστίχιο και ένα παροξύτονο ενδεκασύλλαβο). Προσυπογράφω λοιπόν τη γνώμη του Μιχαήλ Πασχάλη, ομότιμου καθηγητή Κλασικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, ο οποίος, μνημονεύοντας και τις προηγούμενες, όχι ιδιαίτερα επιτυχημένες μεταφραστικές δοκιμές (την πρώτη, σε σχεδόν ομηρικά ελληνικά και δακτυλικό εξάμετρο, την υπέγραφε προ δύο αιώνων ο διαφωτιστής Ευγένιος Βούλγαρις), συμπεραίνει: «Η μετάφραση της “Αινειάδας” διά χειρός του Θεόδωρου Παπαγγελή είναι μακράν η καλύτερη νεοελληνική μετάφραση του ρωμαϊκού έπους» («Τα Νέα», 8.7.2018).

https://www.miet.gr/userfiles/books/covers/aineiada.jpg?w=216

Αποτέλεσμα εικόνας για «Η μετάφραση της “Αινειάδας” διά χειρός του Θεόδωρου Παπαγγελή
Θα ενταχθεί πλέον, έστω και έπειτα από δύο χιλιετίες, στο σώμα της παιδείας μας η συναρπαστική «Αινειάδα»; Ή θα συνεχίσει να κυβερνάει το μυαλό μας η σιγουριά πως ό,τι λατινικό είναι δεύτερης κατηγορίας, φτωχή απομίμηση; Αν ούτε η συγκεκριμένη απολαυστική μετάφραση θεραπεύσει «τη νεοελληνική ανορεξία για το δεύτερο συνθετικό του περίφημου “ελληνορωμαϊκού”», όπως την προσδιορίζει ο Παπαγγελής στα προλεγόμενά του, τότε «η ουσιαστική απάλειψη της Ρώμης στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα της νεοελληνικής αρχαιογνωσίας και η αποκλειστική ταύτιση της κλασικής Αρχαιότητας με τον ελληνικό της πυλώνα», θα παραμείνει «ένα από τα συμπτώματα, κι ας μην το συνειδητοποιούμε, μιας αναδελφοσύνης που άλλοτε ανεμίζουμε περήφανα σαν μπαϊράκι και άλλοτε διεκτραγωδούμε».
Μένουμε στις μεταφράσεις και στον σπουδαίο ρόλο τους στον εκδημοκρατισμό της γνώσης και της τέρψης. Ολοκληρώθηκε φέτος, με την κυκλοφορία του έβδομου τόμου του μυθικού μυθιστορήματος «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» του Μαρσέλ Προυστ (1871-1922), μια μεταφραστική περιπέτεια που ξεκίνησε στις φυλακές της Αίγινας το 1969. Πολιτικός κρατούμενος των χουντικών τότε ο Παύλος Ζάννας, άρχισε να πολεμάει, χωρίς πολλά βοηθήματα, με τον πολύπλοκο και πολυφωνικό λόγο του Γάλλου συγγραφέα. Ο θάνατός του, το 1989, άφησε εκκρεμή τη σπουδαία μεταφραστική εργασία, που συνεχίστηκε από τον Παναγιώτη Πούλο, κατ’ αρχάς για λογαριασμό του Γαλλικού Ινστιτούτου και κατόπιν της «Εστίας». Ο έβδομος και τελευταίος τόμος έχει τον τίτλο «Ο ανακτημένος χρόνος».
Το ύψος στον Προυστ βρίσκεται στο πιο απλό, το πιο τριμμένο, το χαμένο μέσα στους δαιδάλους ενός ενίοτε εξουθενωτικού μακροπερίοδου λόγου που απαγορεύει το διαγώνιο διάβασμα. Πρέπει να κοπιάσεις για να βρεις τη διάσημη μαντλέν και να τη γευτείς. Το στοχαστικό, απόσταγμα μιας οδυνηρά βαθιάς σχέσης για τα ανθρώπινα, δεν κραυγάζει, δεν διαλαλεί την ευρηματικότητά του, αλλά συνεκφέρεται ομαλά με το τυπικό και το συμβατικό, κι έτσι ακριβώς κατορθώνει να σε αιφνιδιάσει, να σε αφοπλίσει, να σε κατακτήσει. Στιγμές στιγμές, πάμπολλες στιγμές, σε αφήνει αποσβολωμένο η φυσικότητα της σοφίας του Γάλλου συγγραφέα: Διαβάζεις μια οξυνούστατη παρατήρηση, αποσπασμένη ωστόσο μαστορικά από κάποιο γεγονός απολύτως κοινότοπο, και λες, «μα αυτό είναι προφανές»· προφανές μπορεί να ήταν, έμενε ωστόσο στα σκοτάδια, ανυπόληπτο, ώσπου το ανέδειξε και το καθιέρωσε σαν αυτονόητο η καταπληκτική τέχνη του Προυστ.
Ένα βιβλίο μέσα στο βιβλίο έγραφε ο Προυστ, συνθέτοντας το «Αναζητώντας». Ενα βιβλίο όπου η γραφή υπάρχει σαν διαρκής αναβολή και ο πόθος της αναστέλλεται τη στιγμή ακριβώς που οξύνεται. Ο διχασμός παραμένει η πλουσιότερη πηγή. Θα γράψω, αλλά αργότερα. Γιατί αυτό που θέλω να γράψω, θέλω να το γράψω «με τον τρόπο που η Φρανσουάζ έφτιαχνε το μοσχάρι μπρεζέ, που τόσο το παίνευε ο κύριος ντε Νορπουά, ακριβώς επειδή είχε προσθέσει τόσο πολλά και διαλεχτά κομμάτια κρέας, τα οποία έκαναν το ζελέ του πλούσιο σε γεύση». Από τη μαντλέν έως το μοσχάρι μπρεζέ, ο Προυστ αποθεώνει την κινητοποιό αίσθηση της γεύσης δίχως να παραμελεί τις υπόλοιπες τέσσερις. Ισα ίσα. Ενα κείμενο τόσο λόγιο, τόσο εμφανώς λόγιο, παραμένει εντέλει σωματικό. Αυτή είναι μία από τις πολλές αιτίες της νοστιμιάς του.
Θα συνεχίσουμε την άλλη Κυριακή. Καλή σας χρονιά, αγαπητοί.
______________________ 
1. ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΙΝΕΙΑΔΑ ΤΟΥ ΒΙΡΓΙΛΙΟΥ
Στο πλαίσιο της 15ης Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης, το ΜΙΕΤ παρουσίασε το βιβλίο «Βιργιλίου Αινειάδα» (ΜΙΕΤ) το Σάββατο 5 Μαΐου 2018. Ομιλητές στην εκδήλωση ήταν οι: • Θεόδωρος Παπαγγελής, ακαδημαΐκός, καθηγητής Λατινικής Φιλολογίας ΑΠΘ • Διονύσης Καψάλης, διευθυντής του ΜΙΕΤ
 _______________________

2. ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΑΚΤΗΜΕΝΟ ΧΡΟΝΟ ΤΟΥ ΜΑΡΣΕΛ ΠΡΟΥΣΤ

Οι εκδόσεις της Εστίας  παρουσίασαν τον έβδομο και τελευταίο τόμο του κλασικού έργου του Μαρσέλ Προύστ Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο Τόμος VII: Ο ανακτημένος χρόνος  

Ομιλητές: Παντελής Μπουκάλας , Συγγραφέας-δημοσιογράφος Παναγιώτης Πούλος, Αναπληρωτής καθηγητής φιλοσοφίας και αισθητικής (Α.Σ.Κ.Τ.) 

Σάββατο 10 Νοεμβρίου 2018 
 Στο βιβλιοπωλείο της Εστίας Διδότου 19, 106 80 Αθήνα

ΟI KYΡΙΑΡΧΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ ΚΑΙ ΤΑ ΚΡΑΤΗ , ΑΠΟ ΤΟ 400 π.Χ. ΕΩΣ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΜΑΣ