Κυριακή, Ιανουαρίου 03, 2010

ΤΟ ΑΙΩΝΙΟ ΟΝΕΙΡΟ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΑ


Η ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ
(Ρωμαϊκή παράδοσις)

Χειμώνας, νύχτα, βροχή, κρύο.
Ένας ρωμιός, χωρίς παρά,
Κάθηται σ΄ένα καφενείο
Συλλογισμένος φοβερά.

Ξαφνου σηκώνει το κεφάλι
Και του ξεφεύγει ένα Α!
Με ρούχ΄αλλόκοτα και κάλλη,
Σαν οπτασία, σα σκιά,

Ψηλή γυναίκα εμπρός του στέκει,
Και τον κοιτάζει τρυφερά.
"Τι θέλεις από με , κυρά;"
Θέλει να πει, αλλά τα μπλοέκει.

Τον πιάνει φόβος΄πάει να φύγει,
Αλλά να φύγει δεν μπορεί.
Τρίβει τα μάτια του, τ΄ανοίγει,
Μα πάλι μπρος του τη θωρεί.

Από μετάξ΄η φορεσιά της
Και από τράπουλας χαρτιά΄
Κάτου στο πάτωμα η ουρά της
Ξεσέρνεται, μακριά , πλατιά.

Στους ώμους της διπλώνει ταίρι
Φτερά διαμαντοπλουμιστά,
Με χάρι σ΄το ΄να της το χέρι
Ένα χρυσό ραβδί βαστά.
....................................
....................................
....................................
"Εγώ στες μοίρες είμ΄η πρώτη,
Πάντα χιλιόπλουτη και νια.
Με χαιρετούν χαρές και κρότοι,
Εγώ είμαι η πρωτοχρονιά.

Μα τώρ΄αυτά πο ΄χω για σένα
Ποτέ καμιά της γης γωνιά,
Κανείς δεν τά ειδε αραδιασμένα,
Εγώ είμαι η πρωτοχρονιά.

Πες μου τι θες να σου χαρίσω,
Αγαπημένο μου παιδί;
Λέγε΄μου φτάνει να σ' εγγίσω
Με το χρυσό μου το ραβδί!

Θες να γλεντήσεις στο Παρίσι;
Θέλεις στην Λόντρα ν΄ακουστείς;
Να πας σ΄Ανατολή και Δύση
Ακούραστος σεργιανιστής;

Θέλεις να χάσκουν, καβαλάρης
Όταν περνάς κάθε μεριά;
Στην εμορφιά να είσαι Πάρις
Και Οδυσσεύς στην πονηριά;

Στην εκκλησία Πατριάρχης,
Αρχιραβίνος μες στη χάβρα,
Να γράφεις στίχους σαν Πετράρχης,
Να λαχταρά για σε μια Λαύρα;

Πες μου τι θέλεις να σε κάνω;
Αυλάρχη, λόρδο, στρατηγό
Κατακτητή, σοφό, σουλτάνο,
Θησαυροφύλακα, υπουργό;

Ό,τι κι αν θες, μικρό, μεγάλο,
Μπροστά σου θα το ιδείς ευθύς.
Φτάνει το χέρι μου να βάλω
Μες στο ζεμπίλι...Τι ποθείς;"

Μόλις το στόμα της εκλείσθη
Και μόλις πήρε ανασασμό,
Αυτός λιγάκι εσυλλογίσθη
Και απαντά: "Διορισμό!".

ΚΩΣΤΗΣ
Περιοδικό "Ασμοδαίος" τχ. 308, 1885.

ΑΝΕΠΙΘΥΜΗΤΟΙ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΜΠΡΗΣΜΟ ΣΠΙΤΙΟΥ
ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΛΑΥΡΕΝΤΙΟ ΠΗΛΙΟΥ

«Ανεπιθύμητοι στο χωριό»
Ο Αγιος Λαυρέντιος είναι από τα τελευταία γραφικά χωριά του Πηλίου, που δεν έχει πληγεί από την άμετρη τουριστική ανάπτυξη. Μ’ αυτό το κριτήριο τον επέλεξε πριν τρία χρόνια ως τόπο μόνιμης κατοικίας ένα νεαρό ζευγάρι από την Αθήνα, μία ζωγράφος και ένας κοινωνικός ανθρωπολόγος. Δεν δούλευαν στους αγρούς, όπως η πλειοψηφία των συγχωριανών τους, αλλά διακοσμούσαν κτίρια, κυρίως ταβάνια με κλασικά μοτίβα. Έμεναν σε ένα εγκατελειμένο σπίτι, το οποίο τους είχε παραχωρηθεί από τον αθηναίο ιδιοκτήτη του, και το οποίο επισκεύαζαν συνεχώς με πολλή προσωπική εργασία. Ομως, παρά τις αρκετές φιλίες που ανάπτυξαν στο χωριό, για κάποιους ήταν ανεπιθύμητοι, όπως, δυστυχώς, είχαν αποδειχτεί απο κάποιους ανεπιθύμητοι για το ίδιο χωριό στις αρχες του 1990 και αρκετοί Αλβανοί, οι οποίοι είχαν αντιμετωπιστεί με εξαιρετικά βίαιο τρόπο.

Στις 20 Δεκεμβρίου το νεαρό ζευγάρι έφυγε από το χωριό για διακοπές. Στις 10 το βράδυ της 26ης Δεκεμβρίου, έλαβαν τηλεφώνημα από γείτονά τους ότι το σπίτι καίγεται. Έφτασαν εσπευσμένα στις 4 το πρωί της 27ης. Εκεί βρήκαν τους πυροσβέστες να παλεύουν ακόμα με τις φλόγες (το σπίτι ήταν παλιό, το πάτωμα και η οροφή του από παλιά ξύλα και στο ισόγειο είχαν χρώματα για τις διακοσμητικές εργασίες τους). Οι πρώτες πληροφορίες, που τους έδωσαν, μιλούσαν για εμπρησμό, καθώς το λουκέτο της εισόδου βρέθηκε διαρρηγμένο και δεν υπήρχε περίπτωση βραχυκυκλώματος, αφού ο γενικός ηλεκτρικός διακόπτης ήταν κλειστός. Παρά το σοκ της απώλειας όχι μόνο όλων των προσωπικών τους αντικειμένων αλλά και μεγάλου όγκου της δουλειάς τους, από την οποία ζούσαν (σχεδίων, αρχείων, υλικών, εργαλείων), ξαφνικά διαπίστωσαν ότι ορισμένα παλαιότερα «ατυχήματα», που τους είχαν συμβεί, δεν έμοιαζαν πλέον και τόσο τυχαία: στην αρχή του καλοκαιριού είχαν βρεί σπασμένη τη μοτοσικλέτα τους και λίγο καιρό αργότερα κάποιος με ένα αγροτικό είχε σπρώξει το αμάξι τους, που είχε ξεμείνει σε έναν επαρχιακό δρόμο, προς το γκρεμό!

Η αστυνομία δεν ασχολήθηκε καθόλου με τον εμπρησμό. Ασχολήθηκε, όμως, με τα θύματά του! Ήρθε την επομένη να ανακρίνει το ζευγάρι, κατόπιν υπόδειξης ορισμένων ντόπιων, επειδή κάποιος είχε ξύσει κάποια αυτοκίνητα στην πλατεία του χωριού. Παρότι το ζευγάρι δεν είχε μείνει στο χωριό (μήπως είχε και σπίτι πιά;), ο αστυνομικός απευθύνθηκε με πολύ επιθετικό τρόπο στους πυρόπληκτους. Η δικηγόρος τους πήγε στον ανακριτή της πυροσβεστικής και την διαβεβαίωσαν προφορικά ότι το πόρισμα είναι διάρρηξη και εμπρησμός από πρόθεση.

Στις 29 Δεκέμβρη κάλεσαν συνέλευση στο χωριό. Συμμετείχαν πάνω από 100 άτομα και πέρα από τον αποτροπιασμό για τέτοια γεγονότα, που βλάπτουν τη φήμη (και τον τουρισμό) του χωριού, δηλώθηκε από μερικούς η υπόνοια πως ίσως ο εμπρησμός να είχε να κάνει με το ... σκοτεινό παρελθόν των δύο νεαρών, δηλαδή με τις πολιτικές απόψεις και δράσεις τους, κυρίως στο Βόλο, σε κοινωνικά και οικολογικά θέματα. Διατυπώθηκε, επίσης, και η υπόνοια πως ίσως οι εμπρηστές να προέρχονται από το χωριό. Κάτι, που άλλωστε, μάλλον είναι πιθανό, καθώς το σπίτι που κάηκε βρισκόταν στην άκρη ενός δαιδαλώδους καλντεριμιού και κανείς δεν μπορούσε να το προσεγγίσει με αυτοκίνητο ή μοτοσικλέτα και να αναχωρήσει γρήγορα, αφού το κάψει.

Το συμβάν είναι πολύ πιο σοβαρό από την απλή πυρπόληση ενός παλιού σπιτιού. Έχει να κάνει με την αποδοχή της άλλης άποψης και τη δημοκρατία σε ένα χωριό. Γιατί αν προχτές ο ανεπιθύμητος ξένος ήταν ο Αλβανός και σήμερα είναι ο Αθηναίος με πολιτική και κοινωνική δράση, αύριο ποιός θα είναι;


ΚΑΤΟΙΚΟΙ ΤΟΥ ΠΗΛΙΟΥ

Η ΑΤΑΚΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ


[................]
* Σ' αυτή τη συνθήκη άγριας εμπορευματοποίησης πώς στέκεται το βιβλίο;


“Πού και πού ορισμένα βιβλία καταφέρνουν να διαπεράσουν τον τοίχο αυτής της εμπορικότητας και να γίνουν κλασικά έργα. Εμείς έχουμε το εξής φαινόμενο, ορισμένοι ποιητές έχουν ένα σταθερό κοινό, όπως η Κατερίνα Γώγου, η Δημουλά, ο Καββαδίας και παραδόξως ο Καρυωτάκης έχουν το κοινό τους. Όμως υπάρχουν και περιπτώσεις παραμερισμού, όπως της άξιας ποιήτριας Μαντώς Αραβαντινού η οποία επειδή δεν είχε έναν εκδότη να την προωθήσει έχει σχεδόν ξεχαστεί. Κι αυτό συμβαίνει και σε άλλες περιπτώσεις. Στην περίπτωσή μου, που έχω 12 εκδότες, δεν είναι ότι ήθελα να έχω τόσους πολλούς αλλά αναγκαζόμουν να πάω από τον έναν στον άλλο επειδή μετά από λίγο θεωρούσαν ότι τα έργα μου δεν θα πουλούσαν. Δεν φταίνε οι εκδότες φταίνε ίσως τα έργα”.

* Σας πήραν τηλέφωνο τώρα μετά τη βράβευση να σας συγχαρούν;


“Όχι, ούτε ένας”.

* Είναι καλό για έναν λογοτέχνη να μην έχει έναν σταθερό εκδότη;

“Νομίζω πως όχι. Γιατί το σκόρπισμα αυτό δημιουργεί προβλήματα αναγνώρισης”.
* Μπορεί να έχετε εσείς τέτοιου είδους προβλήματα;

“Βεβαίως και έχω. Βιβλία μου που δεν είχαν κριτική υποδοχή έκαναν 15 με 20 χρόνια να πουληθούν. Έμεναν θαμμένα. Και ξαφνικά όταν κάποιος εκδότης ήθελε να κάνει μια δεύτερη έκδοση αναστήθηκαν. Όμως η δική μου γραφή δεν απευθύνεται πάντα σε ευρύ κοινό. Κι γι' αυτό φταίω εγώ. Μία έκδοση σήμερα γίνεται με τους όρους της αγοράς. Διαφήμιση, προώθηση, κριτική, είναι ένας διαδεδομένος μηχανισμός, οπότε αν πέσεις στα χέρια ενός εκδότη που δεν σε διαφημίζει εξαρτάσαι από το κοινό. Η κριτική είναι μεροληπτική αυτό είναι σίγουρο. Ένα έργο που αξίζει τον κόπο όπως “Ο άρχων του σκότους” του Δημήτρη Ρικάκη που είναι ένα μικρό αριστούργημα, είναι όλη η ιστορία της “Διάπλασις των παίδων”, έχει σχεδόν αποσιωπηθεί. Υπάρχει σύγχυση και μεροληψία ταυτόχρονα γιατί δεν υπάρχουν κανόνες. Ξαφνικά βλέπεις κριτικούς να αλλάζουν θέση απέναντι σε συγγραφείς και σε έργα”.


* Δεν είναι ένα γενικότερο φαινόμενο της εποχής μας;

“Έχει να κάνει με την ταχύτητα της αλλαγής, της εμπορευματοποίησης και των πολύ ισχυρών οίκων, είτε είναι εκδοτικοί οργανισμοί είτε τράπεζες, με αποτέλεσμα να παραγνωρίζονται αξιόλογοι συγγραφείς και έργα. Κι όσο πάει χειροτερεύει η κατάσταση γιατί ότι δεν πουλάει εξοβελίζεται”.
* Αισθάνεστε βολικά στην εποχή μας; “Δεν είμαι πολύ αισιόδοξος, μάλλον προς τη δυστοπία κλίνω. Κινδυνεύει η ανθρωπότητα από τις κλιματικές αλλαγές, είναι σα να βρισκόμαστε μπροστά σ' έναν πόλεμο που μας αφορά όλους. Μπορούμε να ενωθούμε για να το αντιμετωπίσουμε; αυτό είναι το ερώτημα. Δηλαδή μπορούμε να κάνουμε τόσο ριζικές αλλαγές ώστε να μπορέσουμε να αντεπεξέλθουμε; Μέχρι στιγμής δεν έχει δημιουργηθεί ούτε συμφωνία μεταξύ των μεγάλων χωρών”.

* Μήπως πρέπει να δημιουργήσουμε ξανά συλλογικότητες;

“Αυτό είναι ιδεατή λύση αλλά είναι και επικίνδυνο γιατί μπορεί να οδηγήσει σε ολοκληρωτισμούς. Δηλαδή πράσινους ολοκληρωτισμούς. Υπάρχουν ήδη πολλά βιβλία που προειδοποιούν για τον κίνδυνο ενός πράσινου ολοκληρωτισμού. Δηλαδή δογματισμός, αφόρητη επέμβαση στην ατομική ζωή”.

* Κάτι τέτοιο διακρίνατε στους Οικολόγους Πράσινους και αποχωρήσατε;

“Ναι, εδώ βέβαια διακρίνεται εμβρυακά αλλά στα πράσινα κινήματα της Ευρώπης είναι πολύ πιο φανερό. Επεμβαίνουν στα πάντα”.


* Δηλαδή δεν υπάρχει ελπίδα;

“Πρέπει να είμαστε διαυγείς, σαφείς και να έχουμε συνείδηση των κινδύνων. Μπορούμε όλα αυτά να τα υπερβούμε, αλλά πρέπει να τα ξέρουμε. Ο Πλάτωνας δεν λέει ότι το κακό είναι η άγνοια και τίποτε άλλο;”

Απόσπασμα από συνέντευξη του πρόσφατα βραβευμένου
με το Μεγάλο Βραβείο Λογοτεχνίας Νάνου Βαλαωρίτη
(Η Αυγή, 3/1/2010)

Σάββατο, Ιανουαρίου 02, 2010

ΟΜΕΛΕΤΑ ΜΕ ΜΠΙΛΙΕΣ

ΟΜΕΛΕΤΑ ΜΕ ΜΠΙΛΙΕΣ

[ Αφήγημα σε αναθεωρημένη ανάρτηση]
Το κουδούνι του θυροτηλέφωνου έκοψε στη μέση τη θαλπωρή μας ,
σαν το ξαφνικό μπουρίνι την ώρα που βλέπεις ένα θρίλερ του Χίτσκοκ σε θερινό σινεμά. Εννιά η ώρα της νυκτός, με το Βαρδάρη να παγώνει τ΄αρνάκια και τους ανθρώπους, κατά πώς λέει ο ποιητής, κι εγώ με την Κούλα να απολαμβάνουμε την ηρεμία της οικογενειακής μας ρουτίνας και να ΄χουμε αφήσει ες αύριον όλα τα σπουδαία.
"Μανόλη, εσύ;"
"Ναι, ποιος είναι;"
"Κορόπουλος! Μπορώ να σε δω λιγάκι; Σε χρειάζομαι επειγόντως!
Ζήτημα ζωής ή θανάτου! Επαγγελματικώς, εννοώ..."
Πάγωσα.
Φτου, ρε γαμώ το, τι γκαντεμιά ήταν αυτή τέτοια ώρα , ο Κορόπουλος στην ιερότερη στιγμή μου, ο Γιάννης ο τσιφούτης προ των πυλών μου!
"Μια στιγμούλα, Γιάννη μου, κατεβαίνω αμέσως!", είπα και ελάλησα και κατέβασα αστραπιαία το ακουστικό.
Δεν τον προσκάλεσα ν’ ανέβει επάνω. Κατέβηκα εγώ με τις ριγωτές σε στιλ Αλκατράζ πιτζαμούλες
μου και τις σκοτσέζικες παντοφλίτσες μου, τακτικά και μη εξαιρετέα δώρα της πεθερούλας μου, δέκα ολόκληρες μέρες πριν από τη γιορτή μου, για να μπορώ να τις αλλάξω εγκαίρως κατά το προνοητικό μυαλό της.
Απαπαπαπα! Δεν είχα καμία όρεξη να χαλάσω τη βολή μου για το Γιάννη τον Κορόπουλο. Το κανάλι που έβλεπα είχε μεγάλη πλάκα εκείνη την ώρα, τα συνοφρυωμένα βουλευτάκια που έσχιζαν τις γάτες εξαπέλυαν μύδρους το ένα ενάντια στο άλλο και το ΚΚΕ έβαλλε κατά πάντων, άσε που η Κούλα μου επιδιδόταν στην προ κατακλίσεως μυσταγωγία της, με τις κρεμούλες της και τα προπολεμικά μπικουτάκια της, τούθ' όπερ σημαίνει πως θα ήτο μεγίστη ιεροσυλία να τη δει ξένος οφθαλμός, έτσι όπως φάνταζε σαν το δεύτερο πνεύμα των Χριστουγέννων ενώπιον του Σκρουτζ.
Αλλά...αλλά... η δουλειά είναι δουλειά! Καλή και άγια η οικογενειακή θαλπωρή, όταν όμως το καθήκον σε καλεί, πρέπει να κάνεις και τις θυσίες σου. Κι ο Κορόπουλος ήταν κατηγορηματικός: "Μανόλη, σε χρειάζομαι επειγόντως! Ζήτημα ζωής ή θανάτου!" είχε πει.

Ανοίγοντας την πόρτα του ασανσέρ έμεινα άναυδος με το θέαμα που αντίκρισα στον προθάλαμο της πολυκατοικίας
. Αυτό το δίποδο που στεκόταν μπροστά μου και έσταζε απ’ την κορυφή ως τα νύχια μια παράξενη υποκίτρινη κόλλα ήταν όντως ο Γιάννης ο Κορόπουλος , ο επονομαζόμενος και "τσιφούτης", λόγω της παγκοίνως γνωστής τσιγγουνιάς του, ή μήπως ήταν κάποιο εκτόπλασμα, που είχε κατέβει από το υπερπέραν για να με τρομάξει, παίρνοντας την αμυδρή μορφή του;
« Τι συμβαίνει, ρε Γιάννη, έπεσες
με το κεφάλι σε ταψί με ρεβανί του Χατζή ;», είπα αστειευόμενος.
Το εκτόπλασμα του φίλου μου αναστέναξε βαριά.
«Πού τέτοια τύχη,
Μανόλη μου, πού τέτοια τύχη! Σε αβγοθύελλα έπεσα , σε αβγοθύελλα ο δυστυχής! Παρά λίγο να γίνω ομελέτα!».
Τι "παρά λίγο" , μου έλεγε ο άνθρωπος; Ήταν ήδη ομελέτα , μόνο η φέτα της έλειπε, αλλά , πού ξέρεις, μπορεί να την είχε φυλαγμένη στις τσέπες του και να την έτρωγε ξεχωριστά . Τον έβλεπα με ανοιχτό στόμα και δεν πίστευα στο ελεεινό θέαμα που αντίκριζαν τα μάτια μου, τη γλοιώδη δηλαδή μάζα που κάλυπτε το κουστούμι του από την κορυφή ως τα νύχια και τα κροκάδια που είχαν αρχίσει να ξεραίνονται στα ακάλυπτα μέρη του σώματός του . Μαλλιά, πρόσωπο και χέρια καλύπτονταν από απίθανα αραβουργήματα , ένα τερατώδες σύμπλεγμα κιτρινοασπρίλας με πιτσιλωτή επικάλυψη από κομματάκια τσόφλια που είχαν απομείνει κολλημένα πάνω τους. Η οπτική όμως παραμόρφωση δεν ήταν τίποτα μπροστά στη δυσωδία που είχε αρχίσει να κατακλύζει το χώρο και τον έκανε να όζει σαν την περιοχή των λουτρών της Αγίας Ελένης, στη Χαλκιδική, όπου μπαίνεις με αραμπά των 10 χιλιομέτρων και βγαίνεις βολίδα γκαζώνοντας 250 χιλιόμετρα την ώρα .
Έσπρωξα προς τα πίσω ένα κύμα εμετού που ορμούσε αποφασιστικά προς την έξοδο του ανώτερου γαστρεντερικού μου και είπα όλως ανοήτως : "Ψυχραιμία, φίλε, ψυχραιμία! Όλα θα πάνε καλά!".
Κούνησε καταπτοημένος το κεφάλι :
« Κατάντια , φίλε μου, κατάντια ! Τριάντα τέσσερα χρόνια υπηρεσίας και ιδού το αποτέλεσμα: να με κάνουν ομελέτα! Θα τους δείξω όμως εγώ , θα τους πιω το αίμα, τους αλήτες! Ντύσου γρήγορα , να πάμε στην Αστυνομία…»
«Στάσου, Γιάννη μου, να το συζητήσουμε λιγάκι, να καταλάβω κι εγώ τι σου συνέβη!»
«Τι να συζητήσουμε, ρε Μανόλη; Χρειάζεται συζήτηση για να καταλάβεις; Δε βλέπεις το χάλι μου; Με κάνανε ρεζίλι των σκυλιών κι εγώ θα κάθομαι να κάνω φιλοσοφικές συζητήσεις ;»
« Ποιοι σε κάνανε ρεζίλι των σκυλιών και πώς; Αυτό θέλω να μάθω πρώτα και μετά να πάμε όπου θες , ακόμα και στον Άρειο Πάγο.»
Τα λόγια μου επέδρασαν επάνω του ως καταλύτης.
«Δίκιο έχεις! Πρώτα πρέπει να μάθεις περί τίνος πρόκειται και ύστερα προχωρούμε στις μηνύσεις. Λοιπόν επί τροχάδην η ιστορία μου έχει ως εξής…».
Και άρχισε ο Γιάννης το επιτροχάδην του και έλεγε , έλεγε... και δε σταματούσε. Κι εγώ είχα σκυμμένο το κεφάλι και έκανα πως τον άκουγα με άκρα σοβαρότητα , αλλά περισσότερο με απασχολούσαν οι αβγουλοκατεβασιές του , που τις έβλεπα να κοσμούν με απίθανα αραβουργήματα τη μοκέτα της εισόδου της πολυκατοικίας μας και μ' είχε πιάσει απελπισία, καθότι, πέρα από ένοικος ,τυγχάνει να είμαι και ο διαχειριστής της, εγώ ξέρω τι πόλεμο κάνω εκάστην πρώτην του μηνός για να μαζέψω τα κοινόχρηστα . Εν τη απελπισία μου όμως ευγνωμονούσα την αρχική απόφασή μου να μην τον ανεβάσω επάνω. Για φαντάσου στη θέση της κοινόχρηστης μοκέτας να ήταν το ασανσέρ, ο διάδρομος του ορόφου μου και προπαντός το χαλί του σαλονιού μας, το κόκκινο καμάρι της Κούλας μου από τη χώρα των Ιρανών Αγιατολάχ, προϊόν σκληρής οικονομίας τριών χρόνων στον κουμπαρά της, ευρουδάκι, ευρουδάκι αγοράζουμε χαλάκι…
Σε όσους αναγνώστες αρχίζουν να αμφιβάλλουν για την επαγγελματική μου ευσυνειδησία , δηλώ κατηγορηματικώς ότι η περίπτωση του Γιάννη ήταν απ’ αυτές που δε χρειάζονται πολλά λόγια για να καταλάβεις τι του συνέβη. Οι λεπτομέρειες είναι περιττές, όταν έχεις να κάνεις με δυο τσογλάνια, που τον παραφυλάνε σε κάποιο παραδρόμι και τον κάνουν του αλατιού, επί το ορθότερον του... αβγού, καθώς αναχωρεί μέσα στη νύχτα, από το σχολείο του , μετά την επίδοση των Ελέγχων Προόδου του Α΄ Τετραμήνου στους γονείς των μαθητών.
«Τους αναγνώρισες;»
«Αν τους αναγνώρισα, λέει; Τους είδα, κύριε, όπως σε βλέπω και με βλέπεις! Πετάχτηκαν ξαφνικά και μου έφραξαν το δρόμο. Κρατούσαν από μια σακούλα μ’ αβγά ο καθένας τους και φώναζαν καγχάζοντας "Σ’ αρέσουν τα αβγά, Κωλόπουλε; Πάρτα, ρε μαλάκα, να τα κάνεις ομελέτα!", ενώ με βομβάρδιζαν αλύπητα. »
« Μαθητές σου είναι αυτά τα τσογλάνια ;»
« Ναι, τα πασίγνωστα δίδυμα της περιοχής Συκεών και των γύρω κορφοβουνίων!
»
« Γιατί τα αποκαλείς δίδυμα;»
«Γιατί είναι όντως δίδυμα!
Ανέστης και Βασίλης Λεβέντογλου ονομάζονται , στάσιμοι τρεις φορές στην Α΄ Λυκείου. Αντί να φοιτούν στο Πανεπιστήμιο, ταλαιπωρούν όλους εμάς , καθηγητές και μαθητές, χωρίς να μπορεί κανείς να τους κάνει τίποτα.Μιλάμε για κράτος εν κράτει...»
«Κατάλαβα! Πρόκειται περί επικίνδυνων φρούτων!»
« Μην αδικείς τα φρούτα. Πρόκειται περί δολοφονικών φυτών!».
Πήρα το πιο αποφασιστικό δικηγορίστικο ύφος μου.
« Λοιπόν, θα τους τσακίσουμε ! Θα τους τυλίξουμε σε μια κόλλα χαρτί, θα πούμε απρόκλητος επίθεσις σκοπούσα εις τον ευτελισμόν της προσωπικότητος , συνοδευομένη υπό χυδαίων εξυβρίσεων και …»
« …Και φθορά ξένης περιουσίας να γράψεις, Μανόλη! Και απειλή κατά της ζωής μου!»
.
Έκανα ένα βήμα προς τα πίσω.
«Ωπα! Είχαμε και τέτοιο από πάνω; Αυτά δε μου τα 'πες, Γιαννάκη μου!»
«Ξέρεις πώς μου έκαναν το αυτοκίνητο; Θερινό!»
«Πέταξαν και σ’ αυτό αβγά;»
« Τα αβγά δεν είναι τίποτα, μπροστά σε ό,τι ακολούθησε. Όταν κατάφερα να το σκάσω και χώθηκα στο αυτοκίνητό μου, ώσπου να καταφέρω να το βάλω μπρος, τα χέρια μου βλέπεις έτρεμαν από την ταραχή και τα ζουμιά, άρχισαν να με πατατοβολούν..
.»
«Να σε... "πατατοβολούν"; Δε το πιάνω αυτό.»

« Μου πετούσαν πατάτες, αλλά τι πατάτες , παραγεμισμένες με... μπίλιες από ρουλεμάν! Μου έσπασαν όλα τα τζάμια, παρά λίγο να μου βγάλουν το μάτι με τα θραύσματα… Και ξέρεις τι άλλο έκαναν;»
«Υπάρχει και άλλο, χειρότερο απ' αυτά; Μη μου πεις ότι χειροδίκησαν επάνω σου!»
« Κάτι αισχρότερο: μου τραβούσαν φωτογραφίες με τα κινητά τους!»
« Φοβερό! Λήψις φωτογραφιών άνευ της συναινέσεως του φωτογραφουμένου συνιστά αδίκημα , το οποίον …»
«Αυτό έλειπε να είχαν και τη συναίνεσή μου! Με το ένα χέρι με βομβάρδιζαν τα καθίκια και με τ’ άλλο μου τραβούσαν φωτογραφίες με τα κινητά τους! Ποιος ξέρει τι θα γίνεται τώρα στο Ιντερνέτ. Ρεζίλι των σκυλιών θα έχω γίνει!»
« Δε μου λες, τι βαθμό τους έχεις στα Μαθηματικά;
« Ό,τι τους βάζω πάντοτε : δυάρια και τριάρια! Όταν ο κουμπούρας χαρακτηρίζεται και από απύθμενο θράσος, τότε ακόμη και το πεντάρι είναι σκανδαλώδης εύνοια προς αυτόν. Α, ξέχασα να σου πω ότι υπάρχει και μάρτυρας του επεισοδίου.»
« Αυτό είναι καλό, πολύ καλό τεκμήριο
, εάν υπάρχει αυτόπτης μάρτυρας.»
« Είναι ο περιπτεράς , που βρίσκεται δίπλα απ’ το σχολείο. " Τα ξέρω τα κωλόπαιδα!", φώναζε, " Πρώτα τους χρειάζεται ένα γερό ξύλο και μετά φυλακή!"
« Το πράγμα είναι ξεκάθαρο , φίλε μου! Τους έχουμε δεμένους χεροπόδαρα ! Έχουμε το κίνητρο, έχουμε το γεγονός, έχουμε και τη βεβαιωμένη μαρτυρία . Θα τους κάνουμε μια μηνυσάρα επί τεντιμποϊσμώ, που θα το φυσάνε και δε θα κρυώνουν. Περίμενε δυο λεπτά να πάω να ετοιμαστώ και φεύγουμε για τη Αστυνομία. Όμως…»
«Τι όμως;»
«Πώς θα πας εσύ εκεί πέρα;»
« Τι πώς θα πάω; Όπως είμαι και μαζί σου! »
«Αδύνατο! Στη κατάσταση που είσαι , θα μου κάνεις χάλια το αυτοκίνητο. Εσύ θα έρθεις με το δικό σου αμάξι.»
«Μανόλη, δε μου τα λες καλά! Το αμάξι δεν είναι για τσούλημα, άσε που μπορεί να αρπάξω καμιά πούντα. Δωσ’ μου κάτι να ρίξω επάνω κι αν σου λερώσω το αυτοκίνητο, αναλαμβάνω να στο κάνω καινούριο. Σου ορκίζομαι ότι θα το πάω αύριο πρωί πρωί στο καλύτερο πλυντήριο…».
Ντράπηκα. Σκέφτηκα τι θα προσδοκούσα εγώ από ένα φίλο ευρισκόμενος εν κινδύνω
, και υποχώρησα.
« Καλά , καλά, κάτι θα βρούμε να κάνουμε…», είπα μέσα από τα δόντια μου.
«Περίμενε εδώ. Πάω να ετοιμαστώ και επιστρέφω αμέσως.».
Ανέβηκα επάνω και ντύθηκα στο άψε σβήσε.
Η Κούλα είχε πέσει και κοιμόταν του καλού καιρού, δε θέλησα να την ξυπνήσω. Έψαξα για κανένα παλιόρουχό μου , αλλά δε βρήκα τίποτε , στο τέλος βούτηξα μια ρόμπα της , απ’ αυτές που τις έχει από το Μάη του 68 για να κάνει δουλειές του σπιτιού, και βγήκα.Ξεκινήσαμε για το Τμήμα, εγώ με τη δικηγορική κουστουμιά και τη γραβάτα και ο Γιάννης που έμοιαζε με άλιεν τραβεστί , έτσι όπως φορούσε με άπειρη χάρη τη λουλουδάτη ρόμπα της Κούλας. Ευτυχώς που η απόσταση ως την Αστυνομία δεν ήταν μεγάλη, γιατί αλλιώς θα πέθαινα από τη μπόχα που ανέδιδε ο κακομοίρης, μπόχα αφόρητη και που , παρά τη φιλότιμη προσπάθεια που κατέβαλλε ο παγωμένος αέρας για ναμε βοηθήσει εισορμώντας από τα ανοιχτά παράθυρα , με πολιορκούσε στενά επιχειρώντας επίμονες εφορμήσεις με κατεύθυνση την περιοχή του στομάχου. Ήταν ηλίου φαεινότερο: τα Λεβεντόπουλα είχαν διαλέξει τις πιο δραστικές αβγουλοβομβίδες που υπάρχουν για τέτοιου είδους επιθέσεις , δηλαδή τις κλούβιες!
Στο τμήμα αντιμετωπίσαμε τη συνήθη στάση των αστυνομικών οργάνων προς τους αγρίως φορολογούμενους και ηλιθίως νομοταγείς πολίτες , η οποία συνοψίζεται στις τέσσερις λέξεις- κλειδιά για την κατανόηση των υπηρεσιών που προσφέρουν : Καφεδάκι, Αδιαφορία, Κυνισμός, Αγένεια, που με τη σειρά αυτή σχηματίζουν την κακώνυμη ακροστιχίδα ΚΑΚΑ. Χέσε μέσα που λέει ο λαός, όταν μιλάει για την Αστυνομία!...
« Να κάνετε μήνυση!» είπε ο Αξιωματικός Υπηρεσίας , που έπινε χαλαρά το φραπεδάκι του, έχοντας λύσει τη ζώνη , για να μη ζορίσει την εξαμηνίτικη κοιλιά του , και μας κοιτούσε με κάτι γαριδίσια μάτια νααα..., ενώ με δυσκολία κρατούσε τα γέλια του για το αξιοθρήνητο θέαμα του όζοντος μες στη ρόμπα της συμβίας μου Ιωάννη.
Καθίσαμε και συ
ντάξαμε τη μήνυση , το και το, με το νι και με το σίγμα και με ΄κρα φραστική φροντίδα και επιμέλεια, ο Γιάννης αφηγούνταν κι εγώ υπαγόρευα...
«Εντάξει! Θα ερευνήσουμε την καταγγελία και θα σας ειδοποιήσουμε εν ευθέτω χρόνω . Πηγαίνετε τώρα!», είπε ο Αξιωματικός και πέταξε τη μήνυση πάνω σε μια πελώρια στοίβα από ομογάλακτες αδελφές της, που ροχάλιζαν μακαρίως σε μια άκρη του γραφείου του.
«Τι πάει να πει εν ευθέτω χρόνω; αντέτεινα οργίλος. Εμείς θέλουμε να δώσετε εντολή στα όργανά σας να συλληφθούν αμέσως οι δράστες. Δεν έχει παρέλθει ο χρόνος για το Αυτόφωρο.Πρόκειται για καθαρή δολοφονική ενέργεια! Υπάρχουν και μάρτυρες...»
Με κοίταξε ψυχρά με τα γαριδίσια μάτια του:

« Θα αστειεύεστε φαίνεται, κύριε δικηγόρε! Τι να ψάξουμε δηλαδή, ψύλλους στα άχυρα; Νομίζετε ότι θα βρείτε τέτοια ώρα στα σπίτια τους τους πιτσιρικάδες σας; Αυτοί ήδη θα έχουν μετακομίσει οικογενειακώς για την Αθήνα .»
«Μα…»
« Δεν έχει μα και ξεμά! Αυτό που σας λέω! Άσε που δεν έχω ούτε ένα όργανο διαθέσιμο ούτε ένα περιπολικό, είναι όλοι τους απασχολημένοι σε σοβαρές υποθέσεις. Με ομελέτες και πατατοκεφτέδες θα ασχολούνται τώρα;»
«Δεν ήταν πατατοκεφτέδες, αλλά πατάτες με μπίλιες από ρουλεμάν!»
«Εντάξει, εντάξει, δε θα τα χαλάσουμε στο είδος της γέμισης των πατατών!Όπως και να ΄χει το πράμα, καταλήγουμε στο ίδιο συμπέρασμα: η Αστυνομία σηκώνει τα χέρια ψηλά ελλείψει ανδρών και οχημάτων. Το καταλάβατε αυτό ή να σας το ξαναπώ από την αρχή;».
Φύγαμε ζεματισμένοι από το Τμήμα , εγώ έχοντας ένα λόγο παραπάνω να νιώθω το κάψιμο , διότι κρίμα τα γαλόνια του Αρείου Πάγου που έχω και τα καμαρώνω σε περίοπτη θέση στο γραφείο μου , κι ο Γιάννης που θρηνούσε τη μοίρα του και καταριόταν όλους τους Υπουργούς Δημόσιας Τάξης από καταβολής ρωμαίικου. Φτάνοντας έξω από το σπίτι του , στη Θέρμη, μου ήρθε η μια ιδέα.
« Αύριο θα έρθω πρωί πρωί απ’ το σχολειό σου, να τα πούμε με το Λυκειάρχη σου, μπας και μπορεί να βοηθήσει την κατάσταση. Εσύ στο μεταξύ κάν’ του ένα τηλεφώνημα απόψε, να τον ενημερώσεις για τα καθέκαστα , και κάθισε να γράψεις μια αναφορά καταγγέλλοντας το γεγονός στο Σύλλογό σου, ζητώντας επειγόντως έκτακτη συνεδρίαση.»
« Τώρα προκόψαμε! Στου κουφού την πόρτα όσο θέλεις βρόντα! Δε νομίζω ότι θα πετύχουμε τίποτα.»
« Γιατί όχι; Τους ενόχους τους ξέρεις, ο περιπτεράς είναι στο stand by, αν ο Λυκειάρχης σου τους ζορίσει λιγάκι , αυτοί θα σπάσουν και τότε το πράγμα είναι απλό.»
« Δεν τον ξέρεις καλά τον Κουτσάφτη. Είναι ικανός να έχει ένα βομβιστή με τις μολότοφ αναμμένες μπροστά του και να ισχυρίζεται ότι δε βλέπει τίποτα. Μη θίγετε τα κακώς κείμενα, κύριοι, πρέπει να βλέπουμε το δάσος κι όχι το δέντρο , τα παιδιά δε φταίνε σε τίποτα, είναι εικόνα και ομοίωσή μας, δώστε τους άλλη μία ευκαιρία… Μας έχει πρήξει στα τσιτάτα και στις χρηστοήθειες, ο δειλός!»
« Δε σε πιστεύω! Εδώ έγινε το έλα να δεις με ένα συνάδελφό του κι αυτός θα μου μιλήσει για δεύτερες ευκαιρίες και δασάκια;»
« Μανόλη, τι να σου πω; Άμ θέλεις να περάσεις , πέρνα, αλλά όταν συναντήσεις τον Κουτσαύτη , με την πρώτη ματιά θα καταλάβεις τι σόι κουμάσι είναι.»

Πήγα λοιπόν την επομένη στο σχολείο, ενώ ο Βαρδάρης είχε αρχίσει να παγώνει, εκτός από τα αρνάκια , και τα γελάδια του Νομού Θεσσαλονίκης , και τα είπαμε ένα χεράκι με τον κύριο Κουτσάφτη, του οποίου τα ώτα περιέργως ήταν αντιστρόφως ανάλογα του επιθέτου του: είχαν μιαν καταπληκτική ομοιότητα με τα αυτιά από
το ελεφαντάκι Ντάμπο . Ο Λυκειάρχης απεδείχθη τάλε κουάλε όπως τον περιέγραψε ο ατυχής μαθηματικός Ιωάννης Κορόπουλος, όστις παρευρίσκετο φυσικά στη συνάντησή μας, κατακόκκινος σαν ινδιάνος, περισσότερο από το ολονύκτιο γδάρσιμο της αβγουλίλας απ’ το πετσί του και λιγότερο από το μένος του κατά των χθεσινοβραδινών .
«Δεν είμαι ανακριτής , κύριε, εγώ , είπε ο Κουτσαύτης απευθυνόμενος σε μένα , για να κάνω ανακρίσεις και μάλιστα για ένα επεισόδιο που συνέβη έξω από το σχολείο! Δεν έχω τέτοιες δικαιοδοσίες.»
«Ακόμα και όταν αφορά έναν καθηγητή, ένα συνάδελφό σας , ο οποίος έπεσε θύμα τεντιμπόιδων μαθητών του σχολείου που διευθύνετε εσείς;», σημείωσα εμφαντικά.
«Δε το βρίσκετε σόλοικο για ένα διευθυντή του κύρου σας;», συνέχισα με ειρωνικό τόνο.
« Κοιτάξτε , κύριε Βασιλειάδη... πριν έρθετε, φρόντισα να ενημερωθώ για το συμβάν. Σας πληροφορώ ότι οι μαθητές που κατηγορείτε όχι μόνο αρνούνται πως είναι οι δράστες του απαισίου συμβάντος , πράγμα για το οποίο απειλούν με μηνύσεις κάθε συκοφάντη, αλλά υπάρχει και η έγγραφη μαρτυρία του παπά της ενορίας μας , ο οποίος προσήλθε αυθορμήτως το πρωί , για να με διαβεβαιώσει ότι τα παιδιά έμειναν χθες στο σπίτι του και δεν απομακρύνθηκαν καθόλου από αυτό. Την ώρα μάλιστα που έγιναν όλα αυτά, τα παιδιά ήταν μαζί του στον Άγιο Σώστη και τον βοηθούσαν στην ακολουθία του Εσπερινού…»
«Κύριε Λυκειάρχα, τι αξία μπορεί να έχει μια τέτοια μαρτυρία, όταν όλοι ξέρουμε ότι ο παπάς είναι αδελφός του πατέρα των μαθητών μας;", πετάχτηκε με αγανάκτηση ο Γιάννης.
« Αγαπητέ συνάδελφε, ένας ιερωμένος είναι πρόσωπον υπεράνω πάσης υποψίας! Δεν διανοούμαι ότι έας εκπρόσωπος του Θεού , ένας άγιος άνθρωπος , μπορεί να λέει ψέματα.»
«Να φωνάξουμε τότε τον περιπτερά! Αυτός τα είδε όλα. Οπωσδήποτε θα τους αναγνωρίσει.»
« Έχουν γνώσιν οι φύλακες , κύριε συνάδελφε! Φρόντισα ήδη και μίλησα και μ' αυτόν, ερχόμενος στο σχολείο.», είπε καμαρωτά ο Κουτσαύτης.
« Επομένως δεν έχομεν χρείαν άλλων μαρτύρων... », μπήκα
στη μέση εγώ.
«
Έχομεν, έχομεν, κύριε δικηγόρε! Διότι ο περιπτεράς δεν είδε και δεν άκουσε τίποτα για το επεισόδιο με το συνάδελφο!
«Τι; Πώς;», έκανε ο Γιάννης , που έχασε αστραπιαίως την κοκκινίλα του
και σωριάστηκε σε μια πολυθρόνα δίπλα στο γραφεία του Λυκειάρχη.
«Μα πώς είναι δυνατόν, κύριε Λυκειάρχα;»
«Για τον απλούστατο λόγο, αγαπητέ μου, επειδή το περίπτερο ήταν κλειστό , όταν επέπεσαν επάνω σου οι κάφροι! Ο περιπτεράς δήλωσε ότι κατέβασε από νωρίς τα κεπέγκια λόγω στομαχικών ενοχλήσεων…»
"Αν δεν τρελαθώ σήμερα, σίγουρα θα πάθω εγκεφαλικό!", αναστέναξε ο Γιάννης, με ύφος που έκλεινε προς την λιποθυμία.
«Για να τελειώνουμε , κύριε συνάδελφε, αν θέλετε τη δική μου γνώμη, νομίζω ότι δεν είδατε καλά τους δράστες της πρωτοφανούς, ομολογουμένως, επίθεσης που υποστήκατε . Συνεπώς πρέπει να αποκλεισθούν οι Λεβέντογλου. Πιθανότατα να ήσαν Αλβανοί ή Ρωσοπόντιοι. Ακούγεται πως έχουν επαναδραστηριοποιηθεί οι συμμορίες τους στην περιοχή μας και...»
«Μα δεν έχω τέτοιους μαθητές στα τμήματα που διδάσκω, κύριε Λυκειάρχα! Τι λόγο είχαν να μου επιτεθούν; Εξάλλου, δε μου έκλεψαν τίποτα.»
«Και τι μ’ αυτό; Μπορεί να μην αρέσει σε κάποιους η φάτσα σου, άσε που υπάρχει κι η περίπτωση οι δράστες να ενεργούσαν κατά παραγγελία μαθητών σας, που δε σας χωνεύουν λόγω υπερβολικής αυστηρότητος. Κι εδώ που τα λέμε εμείς οι διδάσκαλοι της παλαιάς γενιάς δημιουργούμε εύκολα αντιπάθειες. Είμεθα άτεγκτοι σε θέματα πειθαρχίας και τσιγγούνηδες εις την βαθμολογίαν. Τολμώ να πω , φίλτατε, ότι έχουμε φάει τα ψωμιά μας, είμεθα ξεπερασμένοι επιμένοντες σε παλαιομοδίτικες παιδαγωγικές και διδασκαλίες!»
«Δηλαδή , για να είμαστε και μεις μοντέρνοι, πρέπει να τους αφήνουμε να κάνουν ό,τι θέλουν και να επιβραβεύουμε την τεμπελιά τους;»
«Ας μην είμεθα υπερβολικοί, αγαπητέ συνάδελφε. Ομιλώ για κατανόηση και επικείκεια . Λίγη επιείκεια δε βλάπτει. Αντιθέτως αποκαθιστά τις ισορροπίες και εξομαλύνει τις σχέσεις μαθητών -καθηγητών…»
«Η επιείκεια όπως την εννοείτε εσείς, γεννά τις αδικίες! Γιατί τότε τι θα πουν οι φιλότιμοι μαθητές, αυτοί που ξεσχίζονται στο διάβασμα, οι άριστοι;»
« Δεν πρέπει να ανησυχούν. Ουδείς πρόκειται να αμφισβητήσει τα πρωτεία τους.»
« Απ’ όσα λέτε, φοβάμαι ότι δεν υπάρχει περίπτωση να τιμωρηθούν οι Λεβέντογλο
υ οι αλήτες !»
« Σε παρακαλώ να μη χρησιμοποιείς εκφράσεις μειωτικού χαρακτήρα για μαθητές του σχολείου μας! Το έχουμε πει άπειρες φορές ότι δε φτ…»
« Ξέρω, ξέρω: … δε φταίνε
τα παιδιά! Τα παιδιά είναι η εικόνα και η ομοίωσή μας…»
« Μπράβο, πολύ σωστά , κύριε Κορόπουλε! Διότι όταν βλέπουμε μόνο το δέντρο, κινδυνεύουμε να χάσου…»
Δεν πρόλαβε να αποσώσει το σλόγκαν του και είχαμε βγει δρομαίοι απ’ το γραφείο του.
«Εγώ στα έλεγα κι εσύ δε μ’ άκουγες, Βασιλειάδη! Σκέτος Πόντιος Πιλάτος, ο αδιάντροπος ! Πρώτα με έβγαλε γκαβό κι έπειτα με είπε γκαβό, μουρλό και ξεπερασμένο !", αναφώνησε ο φίλος μου στο διάδρομο χειρονομώντας σε έξαλλη κατάσταση.
« Δε μου λες, γιατί κάθεσαι και βουρλίζεσαι ακόμα σ’ αυτό το τρελοκομείο; Δεν τους στέλνεις όλους στο διάολο, λέω εγώ!; Και τους Κουτσαύτηδες και τους Λεβέντογλου! Με τριάντα τέσσερα χρόνια υπηρεσίας κι ακόμα κάθεσαι να σε κάνουν οι κανάγιες ομελέτα με μπίλιες;»
« Και να χάσω τρεις χιλιάδες Ευρώ από το εφάπαξ μου; Δεν κατάλαβες καλά , παλικάρι μου! Δε χαρίζω στο κωλοσύστημα ούτε ένα Ευρώ, Μανόλη , ούτε ένα ευρώ ! Καλύτερα ομελέτα με μπίλιες και να με δουλεύει ύστερα ο Κουτσαύτης, παρά ριγμένος από το Δημόσιο! Άσε που στη σύνταξή μου θα πάρω επιπλέον 45 ευρώ! Ξέρεις τι είναι 45 ευρώ παραπάνω το μήνα για ένα συνταξιούχο , από τον οποίο έχουν τα τελευταία χρόνια κόψει την αύξηση;Άντε , γεια σου τώρα και σ΄ευχαριστώ πολύ!». Προχώρησε με ανοιχτές δρασκελιές προς το βάθος του διαδρόμου.
Έμεινα να τον κοιτάζω μαρμαρωμένος."Ιδού , σκέφτηκα, ο μωρός που ο Κύριος βούλεται απολέσαι για...45 ευρώ!".

Η ΠΟΙΗΣΗ ΣΤΑ ΥΨΗ

T. S. ELIOT
(1888-1965)

Journey of the Magi
(1927)

"A cold coming we had of it,
Just the worst time of the year
For a journey, and such a long journey:
The was deep and the weather sharp,
The very dead of winter."
And the camels galled, sore-footed, refractory,
Lying down in the melting snow.

There were times we regretted
The summer palaces on slopes, the terraces,
And the silken girls bringing sherbet.
Then the camel men cursing and grumbling
And running away, and wanting their liquor and women,
And the night-fires gong out, and the lack of shelters,

And the cities hostile and the towns unfriendly
And the villages dirty, and charging high prices.:
A hard time we had of it.
At the end we preferred to travel all night,
Sleeping in snatches,
With the voices singing in our ears, saying
That this was all folly.


Then at dawn we came down to a temperate valley,
Wet, below the snow line, smelling of vegetation;
With a running stream and a water-mill beating the darkness,
And three trees on the low sky,
And an old white horse galloped away in the meadow.

Then we came to a tavern with vine-leaves over the lintel,
Six hands at an open door dicing for pieces of silver,
And feet kicking the empty wine-skins.
But there was no information, and so we continued
And arrived at evening, not a moment too soon
Finding the place; it was (you may say) satisfactory.

All this was a long time ago, I remember,
And I would do it again, but set down
This set down
This: were we lead all that way for
Birth or Death? There was a Birth, certainly,
We had evidence and no doubt. I have seen birth and death,
But had thought they were different; this Birth was

Hard and bitter agony for us, like Death, our death.
We returned to our places, these Kingdoms,
But no longer at ease here, in the old dispensation,
With an alien people clutching their gods.
I should be glad of another death.

ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΩΝ ΜΑΓΩΝ
(1927)

"Έκανε πολύ κρύο,
Ήταν απλώς η χειρότερη εποχή του έτους
Για ένα ταξίδι, για ένα τόσο μακρύ ταξίδι:
Οι δρόμοι τρομεροί και ο καιρός δριμύς,
Μες στο καταχείμωνο."
Και οι καμήλες όλο χολή, με πληγιασμένα πόδια,

απείθαρχες,
Να πλαγιάζουν στο χιόνι που 'λιωνε.
Ήταν φορές που μας έπιανε ο πόνος
Για τα θερινά παλάτια στις πλαγιές,
τις πεζούλες
Και τα μεταξένια κορίτσια που έφερναν σερμπέτια.
Και οι καμηλιέρηδες να βλαστημούν και
να γκρινιάζουν
και να το σκάνε, και να ζητούν
ποτό και τις γυναίκες τους,
Και οι πυρές να σβήνουν τα βράδια
και να μη βρίσκεις μια φωλιά να ξαποστάσεις
Κι οι μεγάλες πόλεις εχθρικές και οι μικρές
αφιλόξενες
Και τα χωριά μες στη βρόμα και να χρεώνουν
πανάκριβα:
Δύσκολες μέρες.
Στο τέλος προτιμήσαμε να ταξιδεύουμε
νύχτα,
Και να κοιμόμαστε στα κλεφτά,
Με φωνές να τραγουδούνε στα αυτιά μας,
λέγοντας
Πως όλα τούτα ήταν μια τρέλα.

Φτάσαμε τότε ξημερώματα σε μιαν
εύκρατη κοιλάδα,
Υγρή, κάτω απ΄τη χιονογραμμή, που μύριζε
βλάστηση΄
Το ρέμα κυλούσε κι ένας νερόμυλος
χτυπούσε το σκοτάδι,
Και τρία δέντρα πέρα στο χαμηλό ουρανό,
Κι ένα γέρικο άσπρο άλογο έφυγε καλπάζοντας
στο λιβάδι.
Ήρθαμε τότε σε μια ταβέρνα με
κληματόφυλλα πάνω απ' το υπέρθυρο,
Έξι χέρια μπρος σε ορθάνοιχτη πόρτα έριχναν τα ζάρια
για ασημένια νομίσματα ,
Και ποδάρια κλωτσούσαν τα άδεια ασκιά του οίνου.
Αλλά από ειδήσεις τίποτα, κι έτσι
συνεχίσαμε το δρόμο μας
Και φτάνοντας κατά το δειλινό,
πάνω στην ώρα
Βρήκαμε το μέρος΄ήταν (μπορείς να πεις)
ικανοποιητικό.

Όλα αυτά πάει καιρός που έγιναν, θυμάμαι,
Και πάλι θα το ξανά ΄κανα, αλλά πρόσεξε
Σημείωσέ το
Αυτό: διανύσαμε όλον αυτό το δρόμο για να πάμε
σε Γέννηση ή σε Θάνατο; Υπήρξε μία Γέννηση
οπωσδήποτε
Είχαμε τις αποδείξεις αναμφίβολα. Είχα
δει γεννήσεις και θανάτους,
Αλλά σκέφτηκα πως ήταν διαφορετικά΄
αυτή η Γέννηση υπήρξε
Σκληρή και πικρή αγωνία , σαν το Θάνατο,
το δικό μας θάνατο.
Επιστρέψαμε στα μέρη μας, σ΄αυτά
τα Βασίλεια,
Καμιά όμως περαιτέρω ανακούφιση εδώ, σαν την
παλιά μας απομόνωση
Κοντά σε ξένους ανθρώπους που είναι σφιχτά δεμένοι
με τους θεούς τους.
Θα ΄μουν ευχαριστημένος μ΄έναν αλλιώτικο θάνατο.

[Απόδοση: Gerontakos]

Η ΑΤΑΚΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

Α Β
Α: "Αισθάνομαι ότι κάποιος θέλει
να σε εξαπατήσει!"
Β: "Ωωωω! Ευχαριστώ πολύ για την προειδοποίηση!
Πόσο σας οφείλω;"
Αστρολόγοι, ταρώ και ... καφετζούδες!

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΚΑΤΣΙΚΑ
"Η Αυγή" (01/01/2010)

"Πέφτει το σκοτάδι. Oι δαίμονες ξεσηκώνονται".
Carl Sagan

Πέντε αιώνες μετά το 1525, αφότου ο Παράκελσος, ένας από τους προδρόμους της σύγχρονης χημείας, μάζεψε όλους τους γιατρούς, φαρμακοποιούς και χημικούς της Βασιλείας και έβαλε φωτιά στα συγγράμματα του Γκάλεν, του Αβικένα και των άλλων πρωτοπόρων της αλχημείας -θέλοντας με τη δραματική αυτή χειρονομία να διακηρύξει την ανάγκη χειραφέτησης της νεαρής επιστήμης από τα δεσμά του μυστικισμού- η εποχή μας, περιμένει τον δικό της Παράκελσο για να απελευθερώσει την επιστήμη και τα μυαλά των ανθρώπων από τα δεσμά ενός καινούργιου Μεσαίωνα.

Πιο συγκεκριμένα στις μέρες μας εξακολουθούμε και ζούμε ένα φαινόμενο που μπορεί να αποκρυσταλλωθεί στη γνωστή ρήση του Hegel «Η λογική γίνεται παραλογισμός». Οι αστρολόγοι, οι μάγισσες, οι χαρτορίχτρες, τα μέντιουμ, οι καφετζούδες, οι προφήτες, τα «ταρώ» και τα «ευχέλαια», τα μάγια και τα ξόρκια, τα θαύματα και τα τάματα, ένα πολυποίκιλο μυστικο-εσωτεριστικό νεφέλωμα ανθεί κυριολεκτικά δίπλα στους υπολογιστές, το διαδίκτυο, και τη λεγόμενη «έκρηξη των γνώσεων».

Έχουν ραγδαία εισβολή σε εφημερίδες και περιοδικά. Παρελαύνουν καθημερινά σε τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές εκπομπές, σε εκπομπές υψηλής τηλεθέασης, ακόμη και σε δελτία των ειδήσεων, άνθρωποι που «προβλέπουν το μέλλον», «λένε τη μοίρα», μαρτυρούν ότι… «συνάντησαν τα σατανά», «ότι μίλησαν με τον Θεό», κ.λπ. Μάλιστα στο διαδίκτυο περισσότεροι είναι οι επισκέπτες σελίδων με αστρολογικές προβλέψεις παρά με επιστημονικό ή πολιτιστικό περιεχόμενο, ή εκείνοι που αναζητούν φανταστικά ταξίδια σε άλλους πλανήτες ή σε φανταστικούς πολιτισμούς κάτω από τη γη, καθώς σύμφωνα με ορισμένες εκδοχές της κουλτούρας του νεομυστικισμού ο πλανήτης γη είναι…κούφιος και κατοικείται από τεχνολογικά προηγμένα όντα!

Την τελευταία 15ετία σε ΗΠΑ και Ευρώπη έχει γεμίσει ο τόπος αγγέλους! Μιλάμε για αγγελομανία! Κατάλογοι ολόκληροι από βιβλία, εικονίτσες, αγαλματάκια, αγιογραφίες, προσευχές... Τους βλέπουμε και στην τηλεόραση και μάλιστα στις ειδήσεις! Το BBC, π.χ., έκανε ένα ντοκιμαντέρ ειδικά για αγγελικές εμφανίσεις, με προσωπικές μαρτυρίες από όλο τον κόσμο.

Στην Ελλάδα συγγραφείς ανάλογων πονημάτων που ερμηνεύουν τους αρχαίους Έλληνες ως επισκέπτες από άλλους πλανήτες, αρχαία σύμβολα όπως τον δίσκο της Φαιστού ως κώδικες διαστημοπλοίου κ.ά. έχουν σχεδόν καθημερινή πρόσβαση σε τηλεοπτικές εκπομπές και οι εκδόσεις τους πραγματοποιούν σημαντικές εμπορικές επιτυχίες. Το συγγραφικό τους ρεπερτόριο γίνεται ελκυστικό για τη νεολαία, καθώς μπλέκουν τις μυστικιστικές θεωρίες των ναζιστών με τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό, την Ακρόπολη, το βουνό της Πεντέλης και άλλα σημεία κοντά στην πόλη της Αθήνας αλλά και κάτω από αυτή (οι θεωρίες για τις περίφημες στοές της Αθήνας).

Φυσικά παρόμοια «φαινόμενα» έχουμε παντού. Π.χ οι ΗΠΑ, η χώρα στην οποία η έρευνα και η ανάπτυξη της επιστήμης και της τεχνολογίας προχωρά με γιγαντιαία βήματα είναι ταυτόχρονα η χώρα με την πιο αντιεπιστημονική, ανορθολογική και αντιουμανιστική ατμόσφαιρα σε όλο τον αναπτυγμένο κόσμο. Είναι πραγματικά κωμικοτραγικό στη χώρα που αποκωδικοποιήθηκε ο γενετικός κώδικας να τελεί υπό διωγμό η διδασκαλία του Δαρβίνου, επτά στα δέκα άτομα να πιστεύουν στην ύπαρξη δαιμονίων που παρεμβαίνουν στη ζωή των ανθρώπων και από αυτούς το 68% να ορκίζεται ότι έχει συναντήσει τον Σατανά και το 44% να πιστεύει ότι οι βιβλικοί μύθοι της Γένεσης και του Κατακλυσμού αντιπροσωπεύουν την πραγματική ιστορία του σύμπαντος.

Στη χώρα που έστειλε τον πρώτο άνθρωπο στο φεγγάρι, να οργιάζουν οι σέχτες που ετοιμάζονται για εισβολή των Αρειανών στη Γη ή που αυτοκτονούν ομαδικά όταν πλησιάζει στη Γη ένας κομήτης στον οποίο αποδίδουν ιδιότητες Μεσσία. Μερικές εκατοντάδες χιλιόμετρα μακρύτερα, στη Γαλλία «του φωτός», για παράδειγμα, υπάρχουν περίπου 40.000 επαγγελματίες αστρολόγοι που δηλώνουν τα εισοδήματα τους στην εφορία και δεν είναι λίγα τα ισχυρά πολιτικά πρόσωπα που προσφεύγουν στις υπηρεσίες τους.

Παράλληλα κινηματογραφικές ταινίες που προβάλλουν μια virtual μυθολογία τύπου «Ο άρχοντας των δακτυλιδιών» σπάνε ταμεία και τα ομότιτλα βιβλία έχουν κατακτήσει ένα μεγάλο νεαρό αναγνωστικό κοινό. Αυτό το κοινό δεν είναι χαμηλού εκπαιδευτικού επιπέδου. Δεν μιλάμε για κοινωνικές ομάδες που παραδοσιακά λόγω της αγραμματοσύνης οι ερπύστριες της μεταφυσικής περνούν σχεδόν ανεμπόδιστες. Πρόκειται για απόφοιτους μεταδευτεροβάθμιων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και πτυχιούχους πανεπιστημίων, καλούς χειριστές υπολογιστή, χρήστες του διαδικτύου. Κατά συνέπεια δε μπορούμε να πούμε ότι έχουμε έλλειψη εκπαίδευσης, όπως συνέβαινε στον Μεσαίωνα που ανάλογα φαινόμενα ανθούσαν στην αγραμματοσύνη των ανθρώπων.

Τι συμβαίνει και δορυφοριοποιούμαστε στο φαντασιακό; Τι τρέχει και "ξαναμαγεύεται" ο κόσμος;

Η ανθρωπότητα καταφεύγει, σε καιρούς δύσκολους, στη δοξασία και στη μεταφυσική για να παρηγορήσει τους φόβους της. Είναι φανερό ότι "σε χρόνια δίσεκτα και χρόνια οργισμένα", όπως τα σημερινά, νεκρανασταίνεται από το σκοτεινό παρελθόν της αμάθειας, της δεισιδαιμονίας και των προλήψεων, το πνεύμα ενός κόσμου απ' όπου έχει λείψει το πνεύμα. Όσο φοβόμαστε ή αποφεύγουμε με την πολιτική δράση να αλλάξουμε τον κόσμο, αλλάζουμε... κόσμο…