Ο σουρεαλισμός στα δημόσια οικονομικά από τους μαθητευόμενους μάγους μας: στο πρόγραμμα δημόσιου δανεισμού για το 2026 είναι εγγεγραμμένα 13 δισ., δηλαδή όσα πάμε να αποπληρώσουμε πρόωρα . Αυτό σημαίνει ότι αποπληρώνουμε τώρα πρόωρα παλαιά δάνεια που έχουν επιτόκιο 1,5%, αλλά παίρνουμε καινούρια δάνεια με ...4%! Και πανηγυρίζουμε. Φασκελοκουκούλωστα!...
Δευτέρα, Μαΐου 01, 2017
Ταινίες που άφησαν εποχή: Ορφέο Νέγκρο
Orfeu Negro (Black Orpheus, 1959) του Marcel Camus
O Μαρσέλ Καμύ, σκηνοθετώντας ξανά το μύθο του Ορφέα στο Ρίο ντε Τζανέϊρο κατά τη διάρκεια του καρναβαλιού, κάνει την έκπληξη : κερδίζει τον Χρυσό Φοίνικα στις Κάνες και αργότερα το Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας. Γυρισμένο με νεορεαλιστικές τεχνικές - ερασιτέχνες ηθοποιούς και γυρίσματα σε σφύζοντες από ζωή δρόμους - το φιλμ υμνήθηκε για την ζωηρή απεικόνιση της βραζιλιάνικης ζωής και των λαϊκών της παραδόσεων. Το "Ορφέο Νέγκρο" (1959) θεωρήθηκε το πιο επαναστατικό φιλμ για το γεγονός ότι υπήρξε η πρώτη διεθνής ταινία που αποτελούνταν αποκλειστικά από έγχρωμο καστ. Στην ευρεία του αποδοχή και στην αίσθηση αυθεντικότητας που το συνοδεύει, έχει συμβάλλει τα μέγιστα και η υπέροχη μουσική των Λουίς Μπόνφα και Αντόνιο Κάρλος Τζομπίμ, δύο εκ των κορυφαίων συνθετών της αφροβραζιλιάνικης σάμπα (ο Τζομπίμ έγραψε το '67 το "The girl from Ipanema").
Αποτελεί ειρωνεία που το φιλμ είναι
στόχος μόνιμης κριτικής στη Βραζιλία, επειδή παρουσιάζει τη χώρα ως έναν
εξωτικό τόπο με ολονύχτια χορευτικά πάρτι, που κατοικείται από
θερμόαιμες καρικατούρες Λατίνων. Αν και είναι δύσκολο να αντιταχθεί
κανείς σε αυτή την κριτική - τονίζει τις σύγχρονες αντιπαραθέσεις όσον
αφορά την πολιτική του θεάματος - το φιλμ ασκεί μια ανελέητη γοητεία,
απλά γι' αυτό που είναι! Το "Ορφέο Νέγκρο" είναι ένα συνειδητό παραμύθι,
υπέροχα γυρισμένο. Οι δύο πρωταγωνιστές, Μαρπέσα Ντάουν και Μπρένο
Μέλο, ερμηνεύουν υποδειγματικά τους ρόλους τους. Ο τρόπος με τον οποίο ο
Καμύ απεικονίζει τον Αχέροντα και τον περάτη Χάροντα ως νυχτοφύλακα σε
κυβερνητικό κτίριο να στέκεται στο διάδρομο με διάφορα χαρτιά να
ανεμίζουν ανάμεσα στα πόδια του, είναι αλησμόνητος...
"Βοήθεια, με σκοτώνουν!" , φώναζε ο στυγνός δολοφόνος τη στιγμή του εγκλήματος
Η εξόντωση των χριστιανών σε μια κομμουνιστική χώρα
Η Εφημερίδα των Συντακτών, 29.04.2017
Συντάκτης:
Γιάννης Η. Χάρης
Ποιοι οι πιεζόμενοι και πολεμώμενοι; Οι χριστιανοί, όπως μας λέει ο ποιμενάρχης τους.
Και τότε πού, σε ποια παλαιοκομμουνιστική ή αγριοϊσλαμιστική χώρα;
Σε χώρα όπου τίμιες ζώνες έβγαιναν περιοδεία κι έμπαιναν σε σπίτια ασθενούντων σοσιαλιστών πρωθυπουργών· όπου (όλο και συχνότερα πια) παρουσιάζουν αρμ! σε λείψανα αγίων και ιερές κανδήλες, όπου άλλες πομπές, αγήματα και μπάντες υποδέχονται ακόμα και αντίγραφα ιερών εικόνων· όπου βουλευτές όλων ανεξαιρέτως των κομμάτων συναγωνίζονται σε μετάνοιες και σταυροκοπήματα, ποιος θα κρατήσει την εικόνα στη λιτανεία και ποιος θα πει το Πάτερ ημών στη λειτουργία (αναζητήστε απροπό στο ίντερνετ τον συγκυβερνώντα Πάνο Καμμένο, που έχει κόκκινη γραμμή την υποδοχή του αγίου φωτός με τιμές αρχηγού κράτους, να διαβάζει το Πάτερ ημών και μετρήστε λάθη!)· σε χώρα όπου η δημόσια τηλεόραση θεοκρατείται, μεταδίδοντας οιονεί θεολογικές πραγματείες σε θρησκευτικές γιορτές και πανηγύρεις, χωρίς να μένουν πίσω και τα ιδιωτικά κανάλια, απαξάπαντα, όταν εκστασιάζονται, καληώρα, μπροστά στο «θαύμα» του αγίου φωτός, την «ιερότερη στιγμή της χριστιανοσύνης» κτλ.
Σ’ αυτήν λοιπόν τη χώρα ο αρχιεπίσκοπος, που παύει μέχρι και υπουργούς, ενώ μητροπολίτες του πιάνουν στασίδι έως και σε λαϊφστάιλ εκπομπές, πυκνώνοντας τη χορεία Αδώνηδων και Σίας, σ’ αυτήν λέω τη χώρα ο αρχιεπίσκοπος δηλώνει πως αισθάνεται υπό εξόντωση.
Ο αρχιεπίσκοπος που σίγουρα διέλυσε το τοξικό νέφος το οποίο έπνιγε τον δημόσιο βίο επί Χριστοδούλου, αλλά σύντομα άρχισε να μας ξαφνιάζει.
Σε άλλο αναντίρρητα επίπεδο, με άλλο οπωσδήποτε ύφος (μπορεί όμως και γι’ αυτό ακριβώς πιο αποτελεσματικά –για εκείνον και την Εκκλησία), άρχισε να παρεμβαίνει στα της Πολιτείας και να προβάλλει απόψεις που ελάχιστα διαφέρουν πια από του προκατόχου του αλλά και, σήμερα ιδίως, από τα πιο ακραία ιδεολογικά ρεύματα.
Πριν καν συμπληρωθεί χρόνος από την ανάρρησή του στον αρχιεπισκοπικό θρόνο, αυτός που είχε εναντιωθεί στο δημοψήφισμα του Χριστόδουλου για τις ταυτότητες ζητούσε δημοψήφισμα για τον χωρισμό Εκκλησίας - κράτους (Καθημερινή, 28.12.08), αντιμετωπίζοντας δηλαδή, όπως έγραφα τότε, τις θρησκευτικές ελευθερίες και τα ανθρώπινα δικαιώματα με όρους πλειοψηφίας και μειοψηφίας: ήταν το λιγότερο, και από πολλές απόψεις ίσως εύλογο και κατανοητό.
Ομως τελευταία, σε διάφορες συνεντεύξεις (π.χ. Σκάι, 10.2.16· ΕΡΤ 1, 21.3.16· και τώρα Πρώτο Θέμα, 10.4.17), τον παρακολουθούμε να αναδιπλώνεται στο θέμα της ανέγερσης τζαμιών, να αρνείται δηλαδή ουσιαστικά τις θρησκευτικές ελευθερίες και να εκφράζει, άλλοτε έμμεσα, άλλοτε αμεσότερα, ισλαμοφοβικές και γενικότερα ξενοφοβικές θέσεις.
Με τους πρόσφυγες «θα χάσουμε [...] τη γειτονιά μας την ελληνική, [...] αυτό που λέγαμε, είμαστε μια χώρα καθαρή…» έλεγε στην ΕΡΤ 1, ενώ στο Πρώτο Θέμα τώρα (ασχολίαστο αυτό), που το διαβάζει μάλιστα κάθε Κυριακή (επίσης ασχολίαστο), δηλώνει πως πρέπει «να μάθουν οι άνθρωποι αυτοί ότι έχουμε αγάπη, είμαστε φιλόξενοι, αλλά δεν είναι εδώ ο τόπος τους, ο προορισμός τους είναι να πάνε στην πατρίδα τους»!
Δύσκολο να σχολιάσει κανείς εδώ, όταν έχουμε σχεδόν ξεχάσει (και επισήμως πάντως αναστείλει) το δικαίωμα του καθενός στην αναζήτηση καλύτερης ζωής, δηλαδή την οικονομική μετανάστευση, δικαίωμα που το διεκδικήσαμε μ’ ολόκληρα χωριά μας από τις αρχές του περασμένου αιώνα, και το πολύ που χωράει στο μυαλό και στην πολιτική μας είναι οι πρόσφυγες πολέμου, κι αυτό όχι σαν δικαίωμα δικό τους και ρητή υποχρέωση δική μας, αλλά σαν οίκτος και ψευτοελεημοσύνη: «έχουμε αγάπη, είμαστε φιλόξενοι».
Σε τι διαφοροποιείται ο αρχιεπίσκοπος, επανέρχομαι, από τον τρέχοντα ρατσιστικό λόγο;
Σε τι διαφοροποιείται από συγκεκριμένους ιεράρχες που κηρύσσουν το μίσος κατά των πάσης φύσεως «άλλων»;
Σε σχετικές ερωτήσεις ο αρχιεπίσκοπος απάντησε πως έχουν και κόσμο αυτοί τον οποίο εκφράζουν, «και αν δεν τον εξέφραζαν αυτό τον κόσμο [...] θα ήταν έλλειμμα στην Εκκλησία» έλεγε στον Σκάι, κάτι που ακούγεται αμοραλιστικό, όπως σημείωνα τότε.
Επανήλθε τώρα ο μακαριότατος, σε ερώτηση ειδικά για τον Θεσσαλονίκης και τον Πειραιώς: «Οποιοδήποτε πρόσωπο έχει ηγετική θέση έχει και απόψεις. Γιατί εμείς δεν πρέπει να έχουμε απόψεις; Γιατί π.χ. ο Πειραιώς να μην έχει άποψη, την προσωπική του, και να μην τη λέει; Νομίζετε ότι δεν έχει πλήρωμα που τον ακολουθεί και του λέει “καλά τα λες”;»
Λίγο το βρίσκω τώρα το επίθετο «αμοραλιστικός». Και μάλλον προσβλητική την τάχα αφέλεια της επισήμανσης πως κάποιοι ακολουθούνε κάποιους και τους λένε πως καλά τα λένε!
Ούτε λόγος. Και τους μαχαιροβγάλτες της Χρυσής Αυγής και τον κάθε δικτάτορα ή μεγαλοαπατεώνα κάποιοι πάντα τους ακολουθούνε και τους λένε πως καλά τα λένε.
Οπως και τον Εξαποδώ, μακαριότατε, πειράζομαι να πω, μήπως και δούμε τα όρια μιας τέτοιας σκανδαλωδώς παράλογης, άλογης λογικής.
Η ΕΚΘΕΣΗ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΟΥΝ ΟΛΟΙ ΟΙ ΝΕΟΙ ΜΑΣ
Το Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία και ο Δήμος Θεσσαλονίκης διοργανώνουν έκθεση με τίτλο «Σκοτεινή επταετία, 1967-1974: η δικτατορία των συνταγματαρχών» στο Κέντρο Ιστορίας Θεσσαλονίκης, τα εγκαίνια της οποίας θα πραγματοποιηθούν την Τετάρτη 3 Μαΐου 2017 και ώρα 19:30.
Η έκθεση, η οποία είχε παρουσιαστεί στον εκθεσιακό χώρο του Ιδρύματος της Βουλής το 2014, με αφορμή τα 40 χρόνια από την αποκατάσταση της δημοκρατίας, αναδεικνύει πτυχές της σκοτεινής επταετίας, με έμφαση στην κατάλυση του δημοκρατικού πολιτεύματος και την παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των ατομικών ελευθεριών, ενώ παράλληλα εστιάζει στην οργανωμένη αντίσταση στο εσωτερικό και τη διεθνή στήριξη του αντιδικτατορικού αγώνα στο εξωτερικό.
Τα τεκμήρια της έκθεσης: φωτογραφίες, πρωτοσέλιδα εφημερίδων, έντυπα, χειρόγραφα, αφίσες και οπτικοακουστικά τεκμήρια προέρχονται από ελληνικά και ξένα αρχεία, δημόσια και ιδιωτικά, όπως η Βιβλιοθήκη της Βουλής, τα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας, το Μουσείο Μπενάκη, το Αρχείο Δημόσιας Ραδιοτηλεόρασης, τα Γενικά Αρχεία του Κράτους, το Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο, η Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, αλλά και από πολλές ιδιωτικές συλλογές.
Για τις ανάγκες της έκθεσης στη Θεσσαλονίκη, δημιουργήθηκε μια νέα θεματική ενότητα, η οποία αφορά αποκλειστικά την σκοτεινή επταετία στη Θεσσαλονίκη. Τα τεκμήρια προέρχονται από το υλικό που έχει συγκεντρώσει το Κέντρο Ιστορίας Θεσσαλονίκης, στο πλαίσιο της προσπάθειας για τη δημιουργία Χώρου Μνήμης για τον Αντιδικτατορικό Αγώνα, στο Πολεμικό Μουσείο Θεσσαλονίκης.
Κέντρο Ιστορίας Θεσσαλονίκης
Μέγαρο Μπίλλη, Πλ. Ιπποδρομίου
54621 Θεσσαλονίκη τηλ. 231-0-264668, 274167
www.thessaloniki.gr
Διάρκεια: 3 Μαΐου – 30 Ιουνίου 2017
Ώρες λειτουργίας: Δευτέρα – Παρασκευή 8:00-14:00 & 18:00-21:00
ΣΙΧΑΜΕΡΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΥΠΑΡΞΕΙΣ
Σφοδρή επίθεση Ποταμιού κατά Κατερίνας Μάρκου ενόψει... ΝΔ
Την οργή του Ποταμιού προκάλεσε η
πρόσφατη συνέντευξη της Κατερίνας Μάρκου, μέσω της οποίας ουσιαστικά
προανήγγειλε την προσχώρησή της στο κόμμα της Νέας Δημοκρατίας.
Ο πρώην βουλευτής του κόμματος, Παναγιώτης Καρκατσούλης, με ανάρτησή του στο Facebook κάνει λόγο μεταξύ άλλων για «αποστασία... με επίπεδο» ενώ προχωρά και σε προσωπική επίθεση εναντίον της κ. Μάρκου γράφοντας χαρακτηριστικά ότι «ο λόγος αποχώρησής της από το Ποτάμι γιατί «δεν ήθελε να δίνει στο Κίνημα την συνδρομή που όλοι οι βουλευτές δίνουν, δηλαδή το 20% του μισθού τους».
Η ανάρτηση του κ. Καρκατσούλη είναι η εξής:
Αποστασία αλλά με … επίπεδο
Τελικά για ένα παλιό κόμμα εξουσίας, κανένα πρόβλημα δεν είναι άλυτο. Το επιτελείο του κ. Μητσοτάκη βρήκε εκλογική περιφέρεια και για την κυρία Μάρκου! Η προσχώρηση της στην ΝΔ καθυστερούσε γιατί οι γαλάζιοι βουλευτές δεν την ήθελαν στην Β’ Θεσσαλονίκης και δεν υπήρχαν εγγυήσεις για την επανεκλογή της. Όμως λύση βρέθηκε και θα ανακοινωθεί τις επόμενες μέρες. Προς το παρόν η βουλευτής έδωσε την απαραίτητη συνέντευξη (στα πρότυπα Φωτήλα) , όπου εκθειάζει τον αρχηγό της ΝΔ: «Ειλικρινής, ευθύς, ακομπλεξάριστος, προσιτός, με επίπεδο»!
Απαραίτητος όρος που βοηθάει να ξεχαστούν και όσα παρόμοια εγκωμιαστικά είχε πει για την κυρία Γεννηματά όταν ανεξαρτητοποιήθηκε.
Βέβαια, από εμάς έφυγε γιατί δεν ήθελε να δίνει στο Κίνημα την συνδρομή που όλοι οι βουλευτές δίνουν (το 20% του μισθού τους). «Γιατί να δώσω σε δύο χρόνια, 20.000 σε ένα κόμμα που μέχρι τις εκλογές μπορεί και να μην υπάρχει;» ήταν η επική της ερώτηση. Ελπίζουμε ότι η ΝΔ έχει την οικονομική άνεση να διευκολύνει την Βουλευτή, αλλιώτικα να της το πουν να παραμείνει ανεξάρτητη."
Ο πρώην βουλευτής του κόμματος, Παναγιώτης Καρκατσούλης, με ανάρτησή του στο Facebook κάνει λόγο μεταξύ άλλων για «αποστασία... με επίπεδο» ενώ προχωρά και σε προσωπική επίθεση εναντίον της κ. Μάρκου γράφοντας χαρακτηριστικά ότι «ο λόγος αποχώρησής της από το Ποτάμι γιατί «δεν ήθελε να δίνει στο Κίνημα την συνδρομή που όλοι οι βουλευτές δίνουν, δηλαδή το 20% του μισθού τους».
Η ανάρτηση του κ. Καρκατσούλη είναι η εξής:
Αποστασία αλλά με … επίπεδο
Τελικά για ένα παλιό κόμμα εξουσίας, κανένα πρόβλημα δεν είναι άλυτο. Το επιτελείο του κ. Μητσοτάκη βρήκε εκλογική περιφέρεια και για την κυρία Μάρκου! Η προσχώρηση της στην ΝΔ καθυστερούσε γιατί οι γαλάζιοι βουλευτές δεν την ήθελαν στην Β’ Θεσσαλονίκης και δεν υπήρχαν εγγυήσεις για την επανεκλογή της. Όμως λύση βρέθηκε και θα ανακοινωθεί τις επόμενες μέρες. Προς το παρόν η βουλευτής έδωσε την απαραίτητη συνέντευξη (στα πρότυπα Φωτήλα) , όπου εκθειάζει τον αρχηγό της ΝΔ: «Ειλικρινής, ευθύς, ακομπλεξάριστος, προσιτός, με επίπεδο»!
Απαραίτητος όρος που βοηθάει να ξεχαστούν και όσα παρόμοια εγκωμιαστικά είχε πει για την κυρία Γεννηματά όταν ανεξαρτητοποιήθηκε.
Βέβαια, από εμάς έφυγε γιατί δεν ήθελε να δίνει στο Κίνημα την συνδρομή που όλοι οι βουλευτές δίνουν (το 20% του μισθού τους). «Γιατί να δώσω σε δύο χρόνια, 20.000 σε ένα κόμμα που μέχρι τις εκλογές μπορεί και να μην υπάρχει;» ήταν η επική της ερώτηση. Ελπίζουμε ότι η ΝΔ έχει την οικονομική άνεση να διευκολύνει την Βουλευτή, αλλιώτικα να της το πουν να παραμείνει ανεξάρτητη."
Εργατικά τραγούδια της Πρωτομαγιάς από όλο τον κόσμο
0:00 Первомай (May Day) [Soviet Union]
0:51 Da nam živi, živi rad (Long, Long Live Labour) [Yugoslavia]
2:17 Възхвала на Труда (Ode to Labour) [Bulgaria]
4:18 Píseň práce (Song of Labour) [Czechoslovakia]
5:30 Nasza Piosenka (Our Song) [Poland]
7:26 Májusköszöntő (May Greeting) [Hungary]
9:15 Unu Mai Muncitoresc (First of May Workers) [Romania]
11:26 Der rote Wedding (Red Wedding) [Germany]
15:00 Första Maj (First of May) [Sweden]
16:28 Sang Om Første Maj (Song of the First of May) [Denmark]
19:32 Inno del Primo Maggio (Hymn of the First of May) [Italy]
23:33 Primero de Mayo, Día del Trabajo (First of May, Day of Labour) [Cuba]
24:24 Día del Trabajo (Day of Labour) [Mexico]
26:48 Primero de Mayo (First of May) [Chile]
29:29 Marcha del Trabajo (March of Labour) [Argentina]
32:54 聞け万国の労働者 (Listen, Workers of the World) [Japan]
34:46 欢庆五一 (Celebrating May Day) [China]
36:31 Awit ng Pag-asa (Song of Hope) [Philippines]
38:57 हम मेहनतकश (We Are Working) [India]
43:13 এলোরে দিন এলো আবার রক্তেরাঙ্গা পয়লা মে (Workers' Day Comes on the First of May) [Bangladesh]
56:59 मे दिवस मे दिवस मजदुरको चाड (May Day, May Day, Festival of the Toilers) [Nepal]
52:42 Bir Mayıs Marşı (May Day March) [Turkey]
57:35 We'll Have a May Day [Great Britain]
0:51 Da nam živi, živi rad (Long, Long Live Labour) [Yugoslavia]
2:17 Възхвала на Труда (Ode to Labour) [Bulgaria]
4:18 Píseň práce (Song of Labour) [Czechoslovakia]
5:30 Nasza Piosenka (Our Song) [Poland]
7:26 Májusköszöntő (May Greeting) [Hungary]
9:15 Unu Mai Muncitoresc (First of May Workers) [Romania]
11:26 Der rote Wedding (Red Wedding) [Germany]
15:00 Första Maj (First of May) [Sweden]
16:28 Sang Om Første Maj (Song of the First of May) [Denmark]
19:32 Inno del Primo Maggio (Hymn of the First of May) [Italy]
23:33 Primero de Mayo, Día del Trabajo (First of May, Day of Labour) [Cuba]
24:24 Día del Trabajo (Day of Labour) [Mexico]
26:48 Primero de Mayo (First of May) [Chile]
29:29 Marcha del Trabajo (March of Labour) [Argentina]
32:54 聞け万国の労働者 (Listen, Workers of the World) [Japan]
34:46 欢庆五一 (Celebrating May Day) [China]
36:31 Awit ng Pag-asa (Song of Hope) [Philippines]
38:57 हम मेहनतकश (We Are Working) [India]
43:13 এলোরে দিন এলো আবার রক্তেরাঙ্গা পয়লা মে (Workers' Day Comes on the First of May) [Bangladesh]
56:59 मे दिवस मे दिवस मजदुरको चाड (May Day, May Day, Festival of the Toilers) [Nepal]
52:42 Bir Mayıs Marşı (May Day March) [Turkey]
57:35 We'll Have a May Day [Great Britain]
Η ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΤΟΥ Α.Π.Θ. ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ
Η Εικόνα του Μαθηματικού στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 1928-1970 από τον ιστορικό των επιστημών και διδάσκοντα στο ΑΠΘ Νίκο Καστάνη*.
Οι μαθηματικοί συνυπάρχουν μαζί με τις άλλες επιστημονικές ειδικότητες στο Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Όλοι μαζί καλλιέργησαν κι αναπτύσσουν την επιστημονική κουλτούρα στην συμπρωτεύουσα κι όχι μόνο. Ατομικά και συλλογικά συνέβαλαν στη μόρφωση, τις εξειδικευμένες εφαρμογές και την έρευνα.
Κάθε αφορμή για ανάδειξη όλων αυτών που συμμετείχαν στο επιστημονικό γίγνεσθαι της τοπικής κοινωνίας βοηθάει στην προώθηση της ιστορικής μνήμης ενός επιμέρους κλάδου, αλλά και των επιστημονικών διασυνδέσεων του στην πανεπιστημιακή συγκυρία.
Μερικές επισημάνσεις των μαθηματικών και των συγκείμενών τους ανοίγουν έναν ορίζοντα αναστοχασμού των επιμέρους συμπεριφορών και αλλαγών, αλλά και συνειδητοποίησης των στοιχείων της διεπιστημονικής συμβίωσης στο πλαίσιο του εν λόγω Πανεπιστημίου.
Διάγραμμα ομιλίας του Νίκου Καστάνη στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο του Δήμου Θεσσαλονίκης, τον Απρίλιο του 2015.
Οι μαθηματικοί συνυπάρχουν μαζί με τις άλλες επιστημονικές ειδικότητες στο Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Όλοι μαζί καλλιέργησαν κι αναπτύσσουν την επιστημονική κουλτούρα στην συμπρωτεύουσα κι όχι μόνο. Ατομικά και συλλογικά συνέβαλαν στη μόρφωση, τις εξειδικευμένες εφαρμογές και την έρευνα.
Κάθε αφορμή για ανάδειξη όλων αυτών που συμμετείχαν στο επιστημονικό γίγνεσθαι της τοπικής κοινωνίας βοηθάει στην προώθηση της ιστορικής μνήμης ενός επιμέρους κλάδου, αλλά και των επιστημονικών διασυνδέσεων του στην πανεπιστημιακή συγκυρία.
Μερικές επισημάνσεις των μαθηματικών και των συγκείμενών τους ανοίγουν έναν ορίζοντα αναστοχασμού των επιμέρους συμπεριφορών και αλλαγών, αλλά και συνειδητοποίησης των στοιχείων της διεπιστημονικής συμβίωσης στο πλαίσιο του εν λόγω Πανεπιστημίου.
*.:BiblioNet : Καστάνης, Νίκος
Διάγραμμα ομιλίας του Νίκου Καστάνη στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο του Δήμου Θεσσαλονίκης, τον Απρίλιο του 2015.
Πρωτομαγιές της Κατοχής - Ελληνική Πρωτομαγιά του 1944
Πρωτομαγιές της Κατοχής - Ελληνική Πρωτομαγιά του 1944
Αναδημοσίευση: Ριζοσπάστης,28.29.30 Απριλίου 2015
***
1942 - «Ριζοσπάστης» 21/5 - Ο αγώνας του λαού. «Παρά την απαγορευτική διαταγή των γερμανοϊταλών που απειλεί με θάνατο κάθε απόπειρα απεργίας, την Πρωτομαγιά κατέβηκαν σε απεργία πάνω από 1.500 εργάτες τεσσάρων μηχανουργείων του Πειραιά. Την ίδια μέρα σταμάτημα δουλειάς στους σιδηροδρομικούς και στο καπνεργοστάσιο Παπαστράτου. Στην Ελευσίνα απεργήσανε 120 εργάτες κι εργάτριες της Ελαιουργίας».
1943 - «Ριζοσπάστης» 10/5 - Στην Αθήνα μαζικές εκδηλώσεις στη γιορτή της Πρωτομαγιάς.
«Στα Πατήσια (Αλυσίδα), στο Παγκράτι, στο Κουκάκι, στην Καισαριανή και
σ' άλλες συνοικίες και συνοικισμούς δεκάδες χιλιάδες εργάτες κι
εργαζόμενοι διαδήλωσαν για το ψωμί, τους μιστούς και τα μεροκάματα, για
τη λευτεριά και τη λαοκρατία. Μίλησαν ομιλητές που εξήγησαν τη σημασία
της Πρωτομαγιάς μέσα σε ατμόσφαιρα ενθουσιασμού κι αντιφασιστικών
εκδηλώσεων. Υψώθηκαν Ελληνικές και Κόκκινες σημαίες. Τα όργανα του
Ταβουλάρη κι η καραμπινιερία χτύπησαν στο ψαχνό και τραυμάτησαν μερικούς
σοβαρά.Παρόμοιες εκδηλώσεις είχαμε στον Πειραιά...».
(Κατά την κατοχή, η Πρωτομαγιά ξαναπαίρνει την πρωτοβουλιακή κι ηρωική μορφή της, απ' όπου την είχε απομακρύνει κι αποκλείσει ο μεταξικός φασισμός. Τα παραπάνω απλά λόγια ξαναφέρνουν στο νου μας τα καταπληκτικά εκείνα κατορθώματα του ελληνικού λαού, όταν με πέτρες και με τα κορμιά του κυνηγούσε τα τανκς, και τ' αχρήστευε. Η 3η Πρωτομαγιά της κατοχής βρίσκει τους πρωτοπόρους μας στο Χαϊδάρι, και δημιουργεί την εποποιία των 200 στο Θυσιαστήριο).
Και ο Θανάσης μου τα λέει. Ολα είνε δικά του.
Τάπε τόσο ωραία, δεν αλλάζω τίποτα.
Η προετοιμασία του Φονικού
«Απ' τις 15 του Απρίλη ως τις 26 του Μάη πούφυγαν για τη Γερμανία, ή πρώτη αποστολή (1.050 κρατούμενοι), ήταν η εποχή της πιο άγριας τρομοκρατίας. Τους λέγαμε: ο ματωμένος Απριλομάης. Απ' τις 26 και πέρα, φέρνανε οι τσολιάδες στο Χαϊδάρι πέντε - πέντε, δέκα - δέκα, δώδεκα, χιλιάδες (αυτές ήταν της Κοκκινιάς) απ' τα μπλόκα, και φεύγαν για τη Γερμανία σε 3, 5, 6 μέρες. Το στρατόπεδο ήταν κείνη την ώρα 3.000 ψυχές. Πιο ύστερα πληθύνανε. Εγώ μεταφέρθηκα απ' τη Μέρλιν εκεί στις αρχές του Απρίλη, δηλαδή απάνω στην ώρα. Το πρώτο βράδι σε βάνουνε στην απομόνωση. Σ' αφήνουν ως τις 12 μεσάνυχτα. Τότε έρχεται ο δεσμοφύλακας. Είνε για το κατούρημα. Μόνο τότε επιτρέπεται. Υστερα σε ξανακλειδώνουν στο κλουβί σου. Στο έμπα και το έβγα, πέφτουνε βουρδουλιές απάνω σου. Οπου νάνε. Οπου σε πάρει. Πρέπει να μην τις μποδίζεις, τότε σε βαρά χειρότερα. Την πρώτη φορά δεν το ξέρεις. Την αβγή βαρά το πρώτο σου προσκλητήριο. Ακούς λέξη γερμανική, πρέπει να καταλάβεις. Αμα δεν καταλάβεις, σε βαρούν. Σου λέει πρώτα προσοχή, ύστερα ανάπαυση. Εμείς την ξέραμε την ανάπαυση ελληνικά, δηλαδή τα χέρια οπίσω. Μα η γερμανικιά είν' αλλιώς, τα χέρια μπρος, να ετσιδά. Την κάνομε την πρώτη μέρα ελληνικιά, τρώμε άθεο βούρδουλα.
Βρίσκω τώρα στο Χαϊδάρι 227 Ακροναυπλιώτες της 4ης Αυγούστου. Πολλοί ήταν γνωστοί μου, μα αρχή αρχή δεν τους εγνώρισα. Απ' τις κακουχίες. Ηταν ένας φορτοεκφορτωτής που καλουμάριζε 150 οκάδες πράμα στην πλάτη, και τ' απόμεινε τώρα δύναμη μωρού. Ετούτοι oι παληοί, του Μεταξά, είχανε την οργάνωση υπηρεσιών - γουρουνάδικα, πρόβατα, μαραγκούδικα, σκεύη, - όλη η ομαλότητα του στρατόπεδου ήταν στα χέρια τους. Ξέρανε καλά. Οχι μόνο για τις δουλειές, μα και για ό,τι έβρισκε τον άνθρωπο εκεί μέσα, καλό ή κακό, ξέρανε τα βολέβαν τέλεια. Τα γουρούνια και τα πρόβατα που σου λέου, θαρείς πως ήτανε για μας; Οοοχι! για τους γερμανούς. Εμείς για 10 τσιγάρα κάθε Σάβατο φιάναμε ντουλάπες, γραφεία, κοστούμια, για τη Γερμανία. Οποιος δε ήτανε τεχνίτης, πάγαινε στο Σκαραμαγκά, στον Πειραιά, στα βομβαρδισμένα, ψαχούλευε ν' ανασύρει πτώματα, ή συντρίμια. Τα πολυβόλα μας παγαίνανε, τα πολυβόλα μας εγύριζαν. Κάτω απ' τα ερείπια οι γυναικούλες βάζανε τη νύχτα σημειωματάκια, καμιά φημερίδα, κάνα τσιγάρο. Αν σ' έπιαναν μ' αυτά, ίσως είχες και θάνατο. Από κει μαθαίναμε οι κρατούμενοι τα νέα του όξω κόσμου. Γιατί, μιας και εμπήκες μεσαδώ, πουλί πετάμενο απ' τον όξω κόσμο δεν πρόκεται να δεις ποτέ. Μόνο σαν κατεβαίνεις στα έργα, στον Περαία, στη στροφή, στο Πυριτιδοποιείο, εκεί μαζεύουνταν κορίτσα όταν περνάγαμε, και μας φωνάζανε: γειά σας παιδιά ! γιατί δε μας μιλάτε ! Μα εμείς πού να μιλήσομε, είχε θάνατο η μιλιά! Μας ρίχνανε τσιγάρα, οι γερμανοί μας τα πέρνανε. Καμιά γυναίκα ερχόντανε και φώναζε από μακρυά τ' όνομα του παιδιού της: - Ο... τάδες, παληκάρια, μήπως είνε μαζί σας; Μα δεν εμάθαινε, δεν απαντούσαμε, θα θέριζε το πολυβόλο.
Τη μεγάλη βδομάδα εχτέλεσαν εδώ επί τόπου, απάνω στα νταμάρια, 50 από μας, σ' αντίποινα για γερμανοτσολιάδες που δε θυμούμαι τι επάθανε. Τους θέρισαν με πολυβόλα και πήγαν τα σκυλιά την άλλη μέρα και καθαρίσανε τα αίματα. Τη Δευτέρα του Πάσχα, στις 25, 26, 27 του Απρίλη, όλο και μας πέρνανε, 10 για κρέμασμα, 60, 70 για εχτέλεση, 5, 6, 15, ετούτα είτανε τα ψιλοπράματα, για σαμποτάζ γραμμών. Ετούτα όλα ήταν τα προοίμια του φονικού της Πρωτομαγιάς.
Την παραμονή από γιατάκι σε γιατάκι εμάθαμε: Περιμέναμε την κατάληψη του Τσέρνοβιτς και πολιορκιότανε το Ιάσιο. Και είμαστε στις παραμονές του 2ου Μετώπου.
(Εδώ για πρώτη φορά απ' την αρχή σταματώ το Θανάση. --Είσαι σίγουρος; λέω. Τσέρνοβιτς και Ιάσιο; Μη γράψομε ανακρίβειες και τα θυμούνται άλλοι. -- Τσέρνοβιτς και Ιάσιο! Μάλιστα! Και κανένας άλλος δεν μπορεί να θυμάται όπως θυμούνται οι μελλοθάνατοι. Τι θες να πεις συναγωνίστρια! Δεν ξέρω δηλαδή εγώ πως με το Τσέρνοβιτς και το Ιάσιο χαραγμένο στην καρδιά και την ελπίδα του 2ου Μετώπου, 200 αγωνιστές μας ξεψυχήσανε την περσυνή Πρωτομαγιά; Πώς δεν το ξέρω; Είμαι σίγουρος! Και εξακολουθεί ο Θανάσης).
(Του γνέφω του Θανάση ότι λίγο κατάλαβα. Και ο Θανάσης εξακολουθεί).

Ιδιόχειρο σημείωμα ενός από τους εκτελεσμένους, με το οποίο αποχαιρετά τους δικούς του ανήμερα της εκτέλεσης
Επιθεωρεί το λοιπόν ο Φίσερ, και πάει και κάθεται στη μέση, εκεί όπου ήταν ένα πράμα που πηδάγανε τ' άλογα. Κι αρχίζει και λέει: «Οσοι ακούνε όνομα, να βγαίνουνε γρήγορα». Γυρίζει τα χαρτιά, τον κατάλογο. Αμέσως ηλεχτρισμός πιάνει το στρατόπεδο. Ανοίγει το στόμα του και λέει το πρώτο όνομα: Αϊβατζίδ-η-η-η-ς Γεώργιος. Μάγειρας είταν απ' τα Σέρβια της Μακεδονίας. Μόλις ακούει τ' όνομα, πετιέται ένας άντρας. -- Γειά σας αδέρφια, φωνάζει, και σηκώνει τη γροθιά του ψηλά. Ο κατάλογος εξακολουθεί. Ενας - ένας π' ακούει, πετιέται στη μέση.
Γροθιές
παντού ανεμίζανε, σα νάτανε σημαίες. Ακουες τις φωνές τους να
φωνάζουνε: «Ζήτω το ΕΑΜ! ΕΛΑΣ! Κ.Κ.Ε!» Μα το κυριώτερο ήταν: «Γειά σας -
γειά σας - εκδίκηση». Είσαντε και δυο μικρά και φωνάξανε: «Ζήτω η
ΕΠΟΝ!». Ο ένας 17 χρονώ, είχε κάμει επί Μεταξά στην Ανάφη.Με
την πρώτη κραυγή εκδίκηση! οι γερμανοί ανακουμπωθήκανε κι αναταραχτήκαν.
Δεν τόβαλε ο νους του πως θα το υποψιαστούν, ότι πάνε για θάνατο.
Καμιά φορά τελειώνει η πρώτη 20άδα. Σκοποί τους πέρνουν και τους παν στα μαγειρεία να πάρουνε τα ρούχα τους, τάχα πως μετακινιούνται γι' αλλού. Μα οι αγωνιστές είτανε σίγουροι, και μόνο για τα μάτια πέρναν καμιά χαλασμένη κουβέρτα, τάφιναν τ' άλλα για τους ζωντανούς.
Ο κατάλογος εξακολουθεί. Κατά 5άδες και καθώς τους πέρνουν, αδειάζανε αραιώνανε οι θέσεις, ιδίως απ' τις 100αρχίες των συνεργείων, γιατί εκεί, ήταν οι παληοί, τα θύματα του Μεταξά, οι Ακροναυπλιώτες, οι υπεύθυνοι, οι καλλίτεροί μας, οι ήρωες. Τότε σε μια στιγμή το στρατόπεδο άρχισε να κλαίει. Σιγά σιγά όμως, μην το δείξουνε, και φέρει αντίποινα χειρότερα το κλάμα.
Ο κατάλογος εξακολουθεί. Βαλασόπουλος ιδιωτικός υπάλληλος, Μακέδος καπνεργάτης από την Καβάλα. Ρεμπούτσικας δικηγόρος από την Πάτρα. Πλακοπίτης χτίστης από την Κοζάνη. Τσαλίκης δάσκαλος από το Βόλο. Χιτήρης δάσκαλος από την Κέρκυρα. Κλαπατσέας φοιτητής νομικής από την Καλαμάτα. Σαντομοίρης βιολονίστας από τις Σέρες. Ολα τα επαγγέλματα κι όλες οι ελληνικές περιοχές αντιπροσωπεύονταν. Ωσπου φώναζαν τα ονόματα, έβλεπες κι ήτανε ξεπεταμένα τα νεύρα του λαιμού, και μια πανάδα σέχε περεχύσει, κι έτσι λοιπόν ώσπου εφώναζες εκείνο το τρομαχτικό: παρών!
Ηταν εκεί κι η Ιταλική φρουρά, παληά από τις πρώτες, πούξερε λίγα ελληνικά, έκπληχτοι κατακίτρινοι μας παρακολουθούσαν. Ητανε κι η Γερμανική φρουρά, περίμενε σαν κάθε μέρα για να μας πάει στην αγγαρεία, ανοίξανε κι αυτοί το στόμα τους την ώρα που αποχαιρέταγε ο Ναπολέοντας το στρατόπεδο.
Ο γερμανός διοικητής πολλές φορές του τόχε πει: Ναπολέων, θα σε σκοτώσω, δε θα βγεις ζωντανός από δω! Τον μισούσε. Γιατί όπως σου λέου ήταν πολύ μεγάλος. Αγιος. Κι έτσι ο Ναπολέοντας κάθε μέρα περίμενε να τελειώσει η ζωή του. Σήμερα όμως ο διοικητής σα να ταράχτηκε και λέει: (μας το ξηγήσαν ύστερα όσοι ξέραν γερμανικά και βρέθηκαν κοντά) -- Οχι δεν είναι δυνατόν, θα σου χαρίσω Ναπολέων τη ζωή. -- Δέχομαι, λέει ο Ναπολέων, μα να μην μπει στη θέση μου άλλος. Ο γερμανός δεν απαντά. Ο Ναπολέων φεύγει με την 20άδα.
Ο κατάλογος εξακολουθεί. Φτάνει τους 100. Δεν είχε φτάσει ποτέ τόσο. Το στρατόπεδο ανάστατο. Ο κατάλογος εξακολουθεί. Φτάνει τους 150. Το στρατόπεδο μουγκαλίζει: όλους θα μας σκοτώσουνε ! Θρήνος και οδυρμός μας αναταράζει. Λέει κάποιος τότε: «Μια ζωή την έχομε παιδιά, χαλάλι! Δεν πεθαίνομε εγκληματίες, για την Πατρίδα πάμε».
Ο κατάλογος εξακολουθεί, φτάνει τους 200. Μες στον εγέρα άκουες φωνές: -- «γειά σας παιδιά! ΚΚΕ! ΕAM! εκδίκηση!» Ηταν αυτοί που φεύγανε. Εμείς οι άλλοι, τσιμουδιά. Μια σιωπή, δεν άκουες μήτε την ανάσα.
Τον έπιασαν από το χέρι, κάνουνε κύκλο, η φρουρά τους περικυκλώνει, οι μπούκιες τ' αυτόματα καταπάνω τους, κι αρχινάν το χορό. «Εχε γειά καημένε κόσμε, έχε γειά γλυκειά ζωή...». Κάθε στροφή κι αλλάζανε. Εσερνε το χορό ο επόμενος. Σύρανε όλοι οι μελλοθάνατοι. Τα πράματά τους που βαστούσαν τάχανε πεταμένα χάμω. Αλλάζαν κάθε τόσο σκοπό και τραγούδι. «Μαύρη είν' η νύχτα στα βουνά, στους βράχους πέφτει χιόνι, στα άγρια στα σκοτεινά στις ράχες, ρούγες, στα βουνά, ο κλέφτης ξεσπαθώνει - ξεσπαθώνει...». Δόστου και σέρνανε κι αλλάζανε κι έβλεπες τα κορμιά τους να τινάζουνται, σα νάτανε ηλεχτρισμένα.
Τότες θάταν η ώρα ως 7 1/2 το πρωί. Δεν είχαμε ρολόι κανένας, μα απ' τον ήλιο εκαταλαβαίναμε. Στέκουνται εκείνη τη στιγμή σε στάση προσοχής, κι αρχινάνε τον Εθνικό Υμνο. Βροντερά και λυπητερά τόπανε. Τη στροφή «απ' τα κόκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά και σαν πρώτα αντρειωμένη χαίρε ω χαίρε ελευτεριά» την είπαν τρεις φορές συνέχεια. Εμείς oι άλλοι οπού στεκόμαστε κι ήταν θολό το μάτι μας κι ένα σκοινί σα νάταν στο λαιμό και μας έπνιγε, θαρούσαμε ότι ακούγαμε τα κόκαλά τους κι έτριζαν εκείνη την ώρα.
Η ώρα ήταν περασμένες 9. Τους φορτώνουνε, στ' αυτοκίνητα. Μπρούμυτα τους φορτώσανε, για να χωράν πολλοί. Οπως τα παστά στα βαρέλια.
Τότε κίνησαν τ' αυτοκίνητα. Εμείς πίσω ακούαμε, όσο φεύγανε, το τελευταίο τους ηρωικό τραγούδι. Αυτό αντιπροσώπευε όλο το Χαϊδάρι μας: Ηρωισμός απάνω απ' ό,τι μπορεί να πιστέψει άνθρωπος, και αλληλεγγύη. Αυτό το ίδιο πράγμα αντιπροσώπεψε κι ο Ναπολέοντας, όταν αρνήθηκε να πάρει άλλος τη θέση του στο θάνατο.
Πολυβόλα από δω, αυτόματα από κει, μοτοσυκλέτες πλάγια, κι έτσι κινήσανε για την Καισαριανή.
Εμείς πίσω κάθε 5 λεφτά λέγαμε: Τώρα θάνε στο Πυριτιδοποιείο. Σε 10 λεφτά λέγαμε: Τώρα θάνε στην Ομόνοια. Σ' ένα τέταρτο λέγαμε: Τώρα θα τους ξεφορτώνουν. Μέχρι τις 12 το μεσημέρι τους παρακολουθούσε η αγωνία μας, και κανένας το μεσημέρι δεν έφαε.
Επί
15 μέρες αδιάκοπα λέγαμε για κείνους. Μας αγαπήσαν, μας εβόηθησαν, και
τώρα να στους παίρνουνε μέσα από τα χέρια. Οποιος ήξερε ανέκδοτά τους τα
'λεγε. Εγώ θυμόμουν τον Πλακοπίτη τον εργολάβο, ήταν λίγο τσεβδός. Στην
Ειδική Ασφάλεια επί Μεταξά εκάμαμε μαζί. Ο Κομποχόλης τον έπιανε τότε
και τον εβάραγε με τσεκούρι στα μπράτσα του, που ήταν γερά σα βράχος.
Γύριζε ύστερα και μας έλεγε με την τσεβδή μιλιά του: «Βρε τούτα τα
μπρατσάκια μου που χτίζουνε τα σπίτια, που φτιάχνουν τόσα πράματα, γιατί
βρε να μου τα βαράνε έτσι; Να μου τα σπάσουν θέλουνε τώρα oι κερατάδες;
Δηλαδή τα χεράκια μου σε τι τους φταίξαν; Δεν καταλαβαίνω...».Την
άλλη μέρα αναρχία στο στρατόπεδο. Καμιά δουλειά δεν εγινόταν. Οι νέοι
που πήγανε συνεργεία στα ζώα, τα ζώα δεν τους δέχουνταν. Τα γουρούνια
γρύλιζαν, τα πρόβατα προγκάγανε. Τόσον καιρό, βλέπεις, οι άλλοι τα
περιποιόσαντε, μπλέκανε μες στα σύρματα, τα ξέμπλεκαν απαλά - απαλά,
τους είχανε μάθει. Οι νέοι τότε πικράθηκαν. Λέγαν γιατί; Μήπως κι εμείς
δεν είμαστε αγωνιστές; Να μη μας θέν' τα ζώα... Ως κι αυτά τους
αγάπαγαν!
Ξέχασα να σου πω: Εκείνο το πρωί που φύγανε, ήταν μαζί μας κι ένας γέρος που κατηγόρησε η γυναίκα του πως φυγάδευε Εγγλέζους, δεν ήτανε κομμουνιστής, δεν ήταν τίποτα, και λίγο ως τότε γκρίνιαζε. Σα φύγαν οι 200, λέει στο φίλο του: «Αλκή μου, την γλυτώσαμε για σήμερα. Αν κι άξιζε να πάει κανείς με τέτοιο θάνατο, όπως τον σημερνό!».
Ετσι μας τους πήρανε τους 200 μας την Πρωτομαγιά.
Μέσα στο χώρο της εχτέλεσης ήταν δυο εργάτες του Δήμου για να νταραβερίζουνται τα αίματα, κι ένας παπάς. Ο παπάς ξεμολόγαγε. Τι του ξεμολογιόντανε oι μελλοθάνατοι; - Χαιρετίσματα στη γυναίκα μου! - Ζήτω ο Κόκκινος στρατός! - Εκδίκηση! - Ζήτω η λευτεριά! - Πεθαίνουμε για τη λευτεριά και τη λαοκρατία! Δεν άντεχε για μια στιγμή ο παπάς, κάνει να στρέψει αλλού το πρόσωπο, τον πρόγκησαν οι Γερμανοί με τα πιστόλια.
Ο κόσμος πήρε το ξοπίσω τα καμιόνια που 'φευγαν με τα νεκρά κορμιά. Οι άντρες βγάζανε στο πέρασμά τους τα καπέλα, οι γυναίκες τρέχανε και κουβαλούσανε και ρίχνανε λουλούδια, κι όλοι ήταν βαρούσες σαν υπνωτισμένοι απάνω απ' τις σταγόνες το αίμα τους, που 'τρεχε κι έπηζε, κι η γης δεν το 'πινε, και γινόταν αυλάκια. Απάνω στο αίμα σκύβοντας και κοιτάζοντάς το, σήκωναν ύστερα πολλοί τα μάτια και τα χέρια τους ψηλά στον ουρανό. Ητανε η απόγνωση. Μέσα στο χώρο της εχτέλεσης οι εργάτες του Δήμου κουβάλησαν απ' το δίπλα χωράφι με φτυάρια πολύ χώμα, για να ρουφήξει κι εκεί τα αίματα. Το τμήμα αυτό της ελληνικής γης, απ' το πηχτό εκείνο υγρό, ήτανε τώρα πια, καθώς λέν', κορεσμένο.
Ετσι γιορτάστηκε η Πρωτομαγιά στην Αθήνα, στο χρόνο 1944.
Η εκτέλεση των 200 στην Καισαριανή, σε χαρακτικό του Τάσσου
***
1942 - «Ριζοσπάστης» 21/5 - Ο αγώνας του λαού. «Παρά την απαγορευτική διαταγή των γερμανοϊταλών που απειλεί με θάνατο κάθε απόπειρα απεργίας, την Πρωτομαγιά κατέβηκαν σε απεργία πάνω από 1.500 εργάτες τεσσάρων μηχανουργείων του Πειραιά. Την ίδια μέρα σταμάτημα δουλειάς στους σιδηροδρομικούς και στο καπνεργοστάσιο Παπαστράτου. Στην Ελευσίνα απεργήσανε 120 εργάτες κι εργάτριες της Ελαιουργίας».
(Κατά την κατοχή, η Πρωτομαγιά ξαναπαίρνει την πρωτοβουλιακή κι ηρωική μορφή της, απ' όπου την είχε απομακρύνει κι αποκλείσει ο μεταξικός φασισμός. Τα παραπάνω απλά λόγια ξαναφέρνουν στο νου μας τα καταπληκτικά εκείνα κατορθώματα του ελληνικού λαού, όταν με πέτρες και με τα κορμιά του κυνηγούσε τα τανκς, και τ' αχρήστευε. Η 3η Πρωτομαγιά της κατοχής βρίσκει τους πρωτοπόρους μας στο Χαϊδάρι, και δημιουργεί την εποποιία των 200 στο Θυσιαστήριο).
Ελληνική Πρωτομαγιά του 1944
Από
καιρό μούλεγε ό Θανάσης: Είμαι αγωνιστής κι εγώ. Εχουνε δει τόσα τα
μάτια μου. Θάθελα να τα πω. Να τα πω να τα γράψουνε. Εγώ δεν ξέρω πολλά
γράμματα, μα τάχω ζήσει και τα ξέρω καλά. Ημουνα και στο Χαϊδάρι την
περσινή Πρωτομαγιά!
-- Ησουν εκεί Θανάση; Λέγε μου για το Χαϊδάρι την Πρωτομαγιά!Και ο Θανάσης μου τα λέει. Ολα είνε δικά του.
Τάπε τόσο ωραία, δεν αλλάζω τίποτα.
Η προετοιμασία του Φονικού
«Απ' τις 15 του Απρίλη ως τις 26 του Μάη πούφυγαν για τη Γερμανία, ή πρώτη αποστολή (1.050 κρατούμενοι), ήταν η εποχή της πιο άγριας τρομοκρατίας. Τους λέγαμε: ο ματωμένος Απριλομάης. Απ' τις 26 και πέρα, φέρνανε οι τσολιάδες στο Χαϊδάρι πέντε - πέντε, δέκα - δέκα, δώδεκα, χιλιάδες (αυτές ήταν της Κοκκινιάς) απ' τα μπλόκα, και φεύγαν για τη Γερμανία σε 3, 5, 6 μέρες. Το στρατόπεδο ήταν κείνη την ώρα 3.000 ψυχές. Πιο ύστερα πληθύνανε. Εγώ μεταφέρθηκα απ' τη Μέρλιν εκεί στις αρχές του Απρίλη, δηλαδή απάνω στην ώρα. Το πρώτο βράδι σε βάνουνε στην απομόνωση. Σ' αφήνουν ως τις 12 μεσάνυχτα. Τότε έρχεται ο δεσμοφύλακας. Είνε για το κατούρημα. Μόνο τότε επιτρέπεται. Υστερα σε ξανακλειδώνουν στο κλουβί σου. Στο έμπα και το έβγα, πέφτουνε βουρδουλιές απάνω σου. Οπου νάνε. Οπου σε πάρει. Πρέπει να μην τις μποδίζεις, τότε σε βαρά χειρότερα. Την πρώτη φορά δεν το ξέρεις. Την αβγή βαρά το πρώτο σου προσκλητήριο. Ακούς λέξη γερμανική, πρέπει να καταλάβεις. Αμα δεν καταλάβεις, σε βαρούν. Σου λέει πρώτα προσοχή, ύστερα ανάπαυση. Εμείς την ξέραμε την ανάπαυση ελληνικά, δηλαδή τα χέρια οπίσω. Μα η γερμανικιά είν' αλλιώς, τα χέρια μπρος, να ετσιδά. Την κάνομε την πρώτη μέρα ελληνικιά, τρώμε άθεο βούρδουλα.
Βρίσκω τώρα στο Χαϊδάρι 227 Ακροναυπλιώτες της 4ης Αυγούστου. Πολλοί ήταν γνωστοί μου, μα αρχή αρχή δεν τους εγνώρισα. Απ' τις κακουχίες. Ηταν ένας φορτοεκφορτωτής που καλουμάριζε 150 οκάδες πράμα στην πλάτη, και τ' απόμεινε τώρα δύναμη μωρού. Ετούτοι oι παληοί, του Μεταξά, είχανε την οργάνωση υπηρεσιών - γουρουνάδικα, πρόβατα, μαραγκούδικα, σκεύη, - όλη η ομαλότητα του στρατόπεδου ήταν στα χέρια τους. Ξέρανε καλά. Οχι μόνο για τις δουλειές, μα και για ό,τι έβρισκε τον άνθρωπο εκεί μέσα, καλό ή κακό, ξέρανε τα βολέβαν τέλεια. Τα γουρούνια και τα πρόβατα που σου λέου, θαρείς πως ήτανε για μας; Οοοχι! για τους γερμανούς. Εμείς για 10 τσιγάρα κάθε Σάβατο φιάναμε ντουλάπες, γραφεία, κοστούμια, για τη Γερμανία. Οποιος δε ήτανε τεχνίτης, πάγαινε στο Σκαραμαγκά, στον Πειραιά, στα βομβαρδισμένα, ψαχούλευε ν' ανασύρει πτώματα, ή συντρίμια. Τα πολυβόλα μας παγαίνανε, τα πολυβόλα μας εγύριζαν. Κάτω απ' τα ερείπια οι γυναικούλες βάζανε τη νύχτα σημειωματάκια, καμιά φημερίδα, κάνα τσιγάρο. Αν σ' έπιαναν μ' αυτά, ίσως είχες και θάνατο. Από κει μαθαίναμε οι κρατούμενοι τα νέα του όξω κόσμου. Γιατί, μιας και εμπήκες μεσαδώ, πουλί πετάμενο απ' τον όξω κόσμο δεν πρόκεται να δεις ποτέ. Μόνο σαν κατεβαίνεις στα έργα, στον Περαία, στη στροφή, στο Πυριτιδοποιείο, εκεί μαζεύουνταν κορίτσα όταν περνάγαμε, και μας φωνάζανε: γειά σας παιδιά ! γιατί δε μας μιλάτε ! Μα εμείς πού να μιλήσομε, είχε θάνατο η μιλιά! Μας ρίχνανε τσιγάρα, οι γερμανοί μας τα πέρνανε. Καμιά γυναίκα ερχόντανε και φώναζε από μακρυά τ' όνομα του παιδιού της: - Ο... τάδες, παληκάρια, μήπως είνε μαζί σας; Μα δεν εμάθαινε, δεν απαντούσαμε, θα θέριζε το πολυβόλο.
Ο
νιοφερμένος ήτανε ακόμα σε πιο απομόνωση. Δεν τον εμπιστευόνταν oι
άλλοι κρατούμενοι, ίσαμε να τον καταλάβουν μπα κι είνε τίποτα χαφιές.
Αμα κέρδιζες την εμπιστοσύνη, σου λέγανε κι' εσέ τα νέα. Τη νύχτα. Από
γιατάκι σε γιατάκι. Δηλαδή στο τσιμέντο. Με μια κουβέρτα από κάτω του
Ερυθρού Σταυρού, κι άλλη μια από πάνω, του σπιτιού σου.
Το
περσινό Πάσχα ήταν 16 Απρίλη. Τότες ήταν βγαλμένη η πρώτη γερμανική
επικήρυξη: "Για έναν γερμανό, 50 έλληνες - για έναν τσολιά, 15 έλληνες
θανατωμένοι".Τη μεγάλη βδομάδα εχτέλεσαν εδώ επί τόπου, απάνω στα νταμάρια, 50 από μας, σ' αντίποινα για γερμανοτσολιάδες που δε θυμούμαι τι επάθανε. Τους θέρισαν με πολυβόλα και πήγαν τα σκυλιά την άλλη μέρα και καθαρίσανε τα αίματα. Τη Δευτέρα του Πάσχα, στις 25, 26, 27 του Απρίλη, όλο και μας πέρνανε, 10 για κρέμασμα, 60, 70 για εχτέλεση, 5, 6, 15, ετούτα είτανε τα ψιλοπράματα, για σαμποτάζ γραμμών. Ετούτα όλα ήταν τα προοίμια του φονικού της Πρωτομαγιάς.
Την παραμονή από γιατάκι σε γιατάκι εμάθαμε: Περιμέναμε την κατάληψη του Τσέρνοβιτς και πολιορκιότανε το Ιάσιο. Και είμαστε στις παραμονές του 2ου Μετώπου.
(Εδώ για πρώτη φορά απ' την αρχή σταματώ το Θανάση. --Είσαι σίγουρος; λέω. Τσέρνοβιτς και Ιάσιο; Μη γράψομε ανακρίβειες και τα θυμούνται άλλοι. -- Τσέρνοβιτς και Ιάσιο! Μάλιστα! Και κανένας άλλος δεν μπορεί να θυμάται όπως θυμούνται οι μελλοθάνατοι. Τι θες να πεις συναγωνίστρια! Δεν ξέρω δηλαδή εγώ πως με το Τσέρνοβιτς και το Ιάσιο χαραγμένο στην καρδιά και την ελπίδα του 2ου Μετώπου, 200 αγωνιστές μας ξεψυχήσανε την περσυνή Πρωτομαγιά; Πώς δεν το ξέρω; Είμαι σίγουρος! Και εξακολουθεί ο Θανάσης).
Την
παραμονή της Πρωτομαγιάς, απ' τα χαρτάκια κάτω στα συντρίμια, μάθαμε το
φόνο του γερμανού στρατηγού στους Μολάους της Σπάρτης. Τότε οι
κρατούμενοι αρχίνησαν να λογαριάζουνε. -- Πόσους χρωστάμε τώρα βρε
παιδιά; 50 για το στρατηγό (αν κι άλλοι λέγανε: για τούτον δεν πρέπει να
χρωστάμε, γιατί ήταν μάχη κανονική, στρατός με στρατό, 1.500 γερμανοί
με αντάρτες) - καλά γι' αυτόν, ας τον αφίσομε απόξω, μα είνε κι άλλοι 2
τσολιάδες. 15+15=30 χρωστάμε - είνε κι άλλη μια οφειλή της περασμένης
εβδομάδας άλλοι 30, κάνουνε 60 - ήταν και της Ζωοδόχος Πηγής το μπλόκο
στο Παγκράτι, σκοτώθηκαν κι εκεί κάνα - δυο τσολιάδες, τραυματίστηκαν
κάνα - δυο γερμανοί, χρωστάμε ακόμα και γι' αυτούς - πόσους χρωστάμε
άραγες...
Τους μέτραγαν, κρατάγανε μες στο μυαλό τους το
τεφτέρι, την οφειλή, ήξεραν ότι από μεσαδώ, μες απ' το Χαϊδάρι, θα
δίναμε για να ξοφλήσουνε όλα εκείνα των ελλήνων τα χρωστίδια ! Και μη
νομίζεις, ήταν με χαρά που τόλεγαν ! Για να τελειώνει μια ώρα αρχήτερα
τούτο το βάσανο της κατοχής ! Λέγανε: δεν πειράζει, ας χτυπούν oι
αγωνιστές ! Δεν τους γονάτιζε πως το πληρώνανε με τη ζωή τη δική τους.
Δεν ξαίρω αν σούδωκα να καταλάβεις, συναγωνίστρια, επειδής και δεν
έκαμες εσύ στο Χαϊδάρι, και είνε λίγο δύσκολο.(Του γνέφω του Θανάση ότι λίγο κατάλαβα. Και ο Θανάσης εξακολουθεί).
Είχαμε
τότε διερμηνέα το Ναπολέοντα, ακροναυπλιώτης κι αυτός, ο καλλίτερός
μας, τον αγαπάγαμε και μας αγάπαγε σα μάνα. Την παραμονή της Πρωτομαγιάς
του λεν oι γερμανοί ν' αντικατασταθούν όλα τα συνεργεία, για να
μαθαίνουν τάχα κι άλλοι τις δουλειές. Εκείνος όμως φαίνεται εκατάλαβε το
φοβερό νόημα. Στις 6 τ' απόγεμα ήταν ο γυρισμός απ' τις αγγαρείες. 6 με
7 ήταν ανάπαυλα. Oι έμπιστοι τότε μίλαγαν αναμεταξύ τους. Ερχεται ένας
και μου λέει κρυφά: «Αβριο θα μας φάνε, έτσι φαίνεται». Υστερα έκλεινε ο
θάλαμος, χαιρετιόσουνα ίσαμε για το άλλο απόγεμα. Κείνη τη νύχτα ο
θάλαμος είχε νεκρική σιγή, και ποτές δεν το εξηγήσαμε το μυστήριο της
σιγής εκείνης της νύχτας. Στο θάλαμο όμως της ακροναυπλίας τη νύχτα
κείνη τραγουδήσανε, μ' όλη τη τρομερή απαγόρεψη! Είμαστε στους θαλάμους
150-200, κατά τη σφίξη πούχε το στρατόπεδο. Μέσα στη νύχτα, στα βαθειά,
άκουες φοβερές φωνές: - βοήθεια ! - γυναικούλα μου ! - παιδάκια μου !
Βλέπανε εφιάλτες. Μόνο κάνας κοιλόπονος απ' τα ρεβυθοφάσολα σε κράταγε
ξύπνιο, οι άλλοι ξεραινόταν από τη φοβερή κούραση. Δίπλα μου ήταν ένας
λοχαγός απ' την Κόρινθο πούχε κατηγορία σύμπραξη με αντάρτες - δε
θυμάμαι τ' όνομά του, πρέπει να ψάξω νάβρω τη γυναίκα του να της πω τα
τελευταία του λόγια. Με πλησιάζει ξυστά τη νύχτα και μου γυρεύει μια
γόπα τσιγάρο. -- Βλέπω ονείρατα, μου λέει, και ξυπνώ. Αν ζήσεις παρηγόρα
τη γυναίκα μου. Δεν είμαι κομμουνιστής εγώ, ούτε ΕΑΜ. Πεθαίνω όμως για
την πατρίδα. Και πάσκιζε μες στο σκοτάδι να διακρίνει μια φωτογραφία
πούσωσε μες στα ρούχα του.
Ξημερώνοντας αβγή το προσκλητήριο. Είμαστε όλοι
ζαβωμένοι σα να πλανιότανε ο χάρος. Πολλοί κάμανε το σταυρό τους, κι ο
λοχαγός μαζί. Συνταχτήκαμε. Φραπ, και ολούθε γύρα μας τα πολυβόλα
ξεφαντώνουν από τις σκοπιές. Οι μπούκες στρέφουν καταπάνω μας. Οι
φαντάροι με τ' αυτόματα. Κι ήταν μια μέρα να την έβλεπες, χαρά θεού. Και
οι νεκρές σκοπιές κείνη τη μέρα είχαν πολυβόλα. Τριπλοσκοποί παντού. Οι
φαντάροι με κράνη. Φτάνει ο γερμανός διοικητής, Φίσερ τόνε λέγανε, λέει
στο Ναπολέοντά μας που ήταν διερμηνέας: «Ολοι οι πάντες θάρθουν σήμερα,
δε δέχομαι απουσίες». Αλλες φορές κάτι γουρουνάδες, γιατρούς, τους
δικαιολογούσε για δουλειές, σήμερα, έπρεπε νάνε όλοι παρόντες εκεί -
χάμω. Τρέξανε όλοι. Κάνει μια βόλτα ο Φίσερ, επιθεωρεί τις σκοπιές.
Παραταζόμαστε κατά 100αρχίες τις λέγανε, αν κι είμαστε και ως διακόσιοι.
Επιθεωρεί ο γερμανός, ξαναπάει στο κέντρο. Οι 100αρχίες ήταν σε σχήμα
γάμα και κάθεμια με το διάδρομό της.
(Ο Θανάσης κάνει
τώρα μπροστά του πάνω στο τραπέζι το προαύλιο του Χαϊδαριού. Βάζει ένα
κουτάκι σπίρτα, έναν αναφτήρα που βρέθηκαν, καρφώνει και το δάχτυλό του
στη μέση, και το μετακινεί ανάλογα. Εκεί απάνω παρακολουθεί μ'
ορθάνοιχτα μάτια το τοτινό δράμα. Δε με υποψιάζεται πως τόνε παρακολουθώ
τι κάνει. Μετακινεί το δάχτυλό του και ο Θανάσης εξακολουθεί).Ιδιόχειρο σημείωμα ενός από τους εκτελεσμένους, με το οποίο αποχαιρετά τους δικούς του ανήμερα της εκτέλεσης
Επιθεωρεί το λοιπόν ο Φίσερ, και πάει και κάθεται στη μέση, εκεί όπου ήταν ένα πράμα που πηδάγανε τ' άλογα. Κι αρχίζει και λέει: «Οσοι ακούνε όνομα, να βγαίνουνε γρήγορα». Γυρίζει τα χαρτιά, τον κατάλογο. Αμέσως ηλεχτρισμός πιάνει το στρατόπεδο. Ανοίγει το στόμα του και λέει το πρώτο όνομα: Αϊβατζίδ-η-η-η-ς Γεώργιος. Μάγειρας είταν απ' τα Σέρβια της Μακεδονίας. Μόλις ακούει τ' όνομα, πετιέται ένας άντρας. -- Γειά σας αδέρφια, φωνάζει, και σηκώνει τη γροθιά του ψηλά. Ο κατάλογος εξακολουθεί. Ενας - ένας π' ακούει, πετιέται στη μέση.
Καμιά φορά τελειώνει η πρώτη 20άδα. Σκοποί τους πέρνουν και τους παν στα μαγειρεία να πάρουνε τα ρούχα τους, τάχα πως μετακινιούνται γι' αλλού. Μα οι αγωνιστές είτανε σίγουροι, και μόνο για τα μάτια πέρναν καμιά χαλασμένη κουβέρτα, τάφιναν τ' άλλα για τους ζωντανούς.
Ο κατάλογος εξακολουθεί. Κατά 5άδες και καθώς τους πέρνουν, αδειάζανε αραιώνανε οι θέσεις, ιδίως απ' τις 100αρχίες των συνεργείων, γιατί εκεί, ήταν οι παληοί, τα θύματα του Μεταξά, οι Ακροναυπλιώτες, οι υπεύθυνοι, οι καλλίτεροί μας, οι ήρωες. Τότε σε μια στιγμή το στρατόπεδο άρχισε να κλαίει. Σιγά σιγά όμως, μην το δείξουνε, και φέρει αντίποινα χειρότερα το κλάμα.
Ο κατάλογος εξακολουθεί. Βαλασόπουλος ιδιωτικός υπάλληλος, Μακέδος καπνεργάτης από την Καβάλα. Ρεμπούτσικας δικηγόρος από την Πάτρα. Πλακοπίτης χτίστης από την Κοζάνη. Τσαλίκης δάσκαλος από το Βόλο. Χιτήρης δάσκαλος από την Κέρκυρα. Κλαπατσέας φοιτητής νομικής από την Καλαμάτα. Σαντομοίρης βιολονίστας από τις Σέρες. Ολα τα επαγγέλματα κι όλες οι ελληνικές περιοχές αντιπροσωπεύονταν. Ωσπου φώναζαν τα ονόματα, έβλεπες κι ήτανε ξεπεταμένα τα νεύρα του λαιμού, και μια πανάδα σέχε περεχύσει, κι έτσι λοιπόν ώσπου εφώναζες εκείνο το τρομαχτικό: παρών!
Το αγγελτήριο των εκτελέσεων σε εφημερίδα της εποχής («Καθημερινή», 30/4/1944)
Κατά
την έβδομη 20άδα φωνάζει ο γερμανός: Να-πο-λέ-ων Σου-κα-τζί-δης. Μας
ήρθε χτύπημα σα νάπεσε σύννεφο και μας σκέπασε το στρατόπεδο και μ' όλο
πούταν λαμπρή μέρα. Σα νάπερνες το παιδί απ' τη μάνα του. Ο γερμανός
φωνάζει τ' όνομα και γυρίζει απ' αλλού. Πα-ρ-ώ-v! φωνάζει ο Ναπολέων,
πετιέται στη μέση, και δίνει τα χαρτιά της δουλειάς στο βοηθό. Του λέει:
«Να μου προσέχεις τα παιδιά όπως τα πρόσεχα κι εγώ». Του δίνει τα
κλειδιά κι ό,τι άλλο είχε της υπηρεσίας, και μιλούν μεταξύ τους σιγά 2
λεφτά.
Τότε ο Ναπολέων με τα δυο του χέρια, άρχισε να μας
στέλνει φιλιά. Μέχρι 10 φορές. -- Παιδιά μου! Παιδιά μου! φώναζε κι
άνοιγε προς εμάς τα χέρια του. Ηταν κατακόκκινος. Την τραγιάσκα του την
είχε χώσει στην τσέπη. Ετούτη ήταν απ' όλες η πιο μεγάλη συγκινητική
στιγμή, την ώρα που ο Ναπολέοντας χαιρετούσε το στρατόπεδο.Ηταν εκεί κι η Ιταλική φρουρά, παληά από τις πρώτες, πούξερε λίγα ελληνικά, έκπληχτοι κατακίτρινοι μας παρακολουθούσαν. Ητανε κι η Γερμανική φρουρά, περίμενε σαν κάθε μέρα για να μας πάει στην αγγαρεία, ανοίξανε κι αυτοί το στόμα τους την ώρα που αποχαιρέταγε ο Ναπολέοντας το στρατόπεδο.
Ο γερμανός διοικητής πολλές φορές του τόχε πει: Ναπολέων, θα σε σκοτώσω, δε θα βγεις ζωντανός από δω! Τον μισούσε. Γιατί όπως σου λέου ήταν πολύ μεγάλος. Αγιος. Κι έτσι ο Ναπολέοντας κάθε μέρα περίμενε να τελειώσει η ζωή του. Σήμερα όμως ο διοικητής σα να ταράχτηκε και λέει: (μας το ξηγήσαν ύστερα όσοι ξέραν γερμανικά και βρέθηκαν κοντά) -- Οχι δεν είναι δυνατόν, θα σου χαρίσω Ναπολέων τη ζωή. -- Δέχομαι, λέει ο Ναπολέων, μα να μην μπει στη θέση μου άλλος. Ο γερμανός δεν απαντά. Ο Ναπολέων φεύγει με την 20άδα.
Ο κατάλογος εξακολουθεί. Φτάνει τους 100. Δεν είχε φτάσει ποτέ τόσο. Το στρατόπεδο ανάστατο. Ο κατάλογος εξακολουθεί. Φτάνει τους 150. Το στρατόπεδο μουγκαλίζει: όλους θα μας σκοτώσουνε ! Θρήνος και οδυρμός μας αναταράζει. Λέει κάποιος τότε: «Μια ζωή την έχομε παιδιά, χαλάλι! Δεν πεθαίνομε εγκληματίες, για την Πατρίδα πάμε».
Ο κατάλογος εξακολουθεί, φτάνει τους 200. Μες στον εγέρα άκουες φωνές: -- «γειά σας παιδιά! ΚΚΕ! ΕAM! εκδίκηση!» Ηταν αυτοί που φεύγανε. Εμείς οι άλλοι, τσιμουδιά. Μια σιωπή, δεν άκουες μήτε την ανάσα.
Εναν
καιρό συγκεντρώνουνται οι 200, ο κατάλογος τότε σταματά. Αρχινά τώρα
συνέχεια ο άλλος κατάλογος: -- 1 τζαμτζής, 5 μαραγκοί, 1
επιγραφοποιός... Ο κανονικός κατάλογος της κάθε μέρας. Το στρατόπεδο
ανάσανε. Γλυτώνει ως άβριο πρωί. Κάνεις ένα αχ! Κι ας είνε μόνο για 24
ώρες. Ποιος ξέρει ως άβριο... Μπορεί ν' ανοίξει το 2ο Μέτωπο... Μπορεί
και να ψοφίσουν όλοι οι γερμανοί φασίστες... Ποιος ξέρει ως άβριο,
μπορεί και γλύτωσες.
Εν τέλει συγκεντρώνουνται όλοι οι
200 μπροστά στα μαγεριά. Ο κουλοχέρης ο βασανιστής Κόβατς συζήταγε με το
Ναπολέοντα: Τώρα όλοι εσείς παρτιζάνοι, μπουμ μπουμ, σήμερα καπούτ ! Ο
Ναπολέων του λέει: -- Σου ζητώ μια χάρη, μην τους χτυπάς, να τους
φέρεσαι καλλίτερα. Το χτήνος γελούσε. Υστερα ο Ναπολέων μπαίνει στη μέση
και λέει: -- Ελάτε παιδιά να χορέψομε, να δουν οι γερμανοί πώς
πεθαίνουν οι έλληνες!Τον έπιασαν από το χέρι, κάνουνε κύκλο, η φρουρά τους περικυκλώνει, οι μπούκιες τ' αυτόματα καταπάνω τους, κι αρχινάν το χορό. «Εχε γειά καημένε κόσμε, έχε γειά γλυκειά ζωή...». Κάθε στροφή κι αλλάζανε. Εσερνε το χορό ο επόμενος. Σύρανε όλοι οι μελλοθάνατοι. Τα πράματά τους που βαστούσαν τάχανε πεταμένα χάμω. Αλλάζαν κάθε τόσο σκοπό και τραγούδι. «Μαύρη είν' η νύχτα στα βουνά, στους βράχους πέφτει χιόνι, στα άγρια στα σκοτεινά στις ράχες, ρούγες, στα βουνά, ο κλέφτης ξεσπαθώνει - ξεσπαθώνει...». Δόστου και σέρνανε κι αλλάζανε κι έβλεπες τα κορμιά τους να τινάζουνται, σα νάτανε ηλεχτρισμένα.
Τότες θάταν η ώρα ως 7 1/2 το πρωί. Δεν είχαμε ρολόι κανένας, μα απ' τον ήλιο εκαταλαβαίναμε. Στέκουνται εκείνη τη στιγμή σε στάση προσοχής, κι αρχινάνε τον Εθνικό Υμνο. Βροντερά και λυπητερά τόπανε. Τη στροφή «απ' τα κόκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά και σαν πρώτα αντρειωμένη χαίρε ω χαίρε ελευτεριά» την είπαν τρεις φορές συνέχεια. Εμείς oι άλλοι οπού στεκόμαστε κι ήταν θολό το μάτι μας κι ένα σκοινί σα νάταν στο λαιμό και μας έπνιγε, θαρούσαμε ότι ακούγαμε τα κόκαλά τους κι έτριζαν εκείνη την ώρα.
Το
λοιπόν αφού ετραγούδησαν oι μελλοθάνατοι, εμείς οι άλλοι, το στρατόπεδο
που απόμενε, διαλύθηκε, κι εκείνοι ζήτησαν τότε να ουρήσουν. Μα η
φρουρά δεν τους το επέτρεψε, κι έτσι κι εκείνοι ούρησαν μπρος στη
γερμανική φρουρά που τους είχε κυκλώσει.
Τότε μπήκανε
μέσα 5-6 μεγάλα μαύρα φορτηγά αυτοκίνητα και σταθμεύουν στο No 15, στ'
απομονωτήρια. Τους κάνουνε μεταβολή στους μελλοθάνατους, τους παν κι
εκείνους στ' απομονωτήρια. Αμα τους πέρναν για εχτέλεση τους γδύνανε,
μέναν με τη φανέλα και το σώβρακο, κι όσο πηγαίνανε, τα ρούχα τους τα
πέταγαν στο δρόμο, για να προλάβουν να τα πάρουνε οι άλλοι, οι ζωντανοί.
Εβλεπες ρούχα στρωμένα στο δρόμο, όμως πολλοί από μας δεν τάπιαναν
γιατί ανατριχιώζαν, δεν εμπορούσαν να τα βάλουνε, τέτοια ρούχα, από
τέτοιους μεγάλους ανθρώπους ! Σήμερα όμως δεν τους γδύσανε, για να τους
ξεγελάσουν, πως δεν παν για θάνατο.Η ώρα ήταν περασμένες 9. Τους φορτώνουνε, στ' αυτοκίνητα. Μπρούμυτα τους φορτώσανε, για να χωράν πολλοί. Οπως τα παστά στα βαρέλια.
Τότε κίνησαν τ' αυτοκίνητα. Εμείς πίσω ακούαμε, όσο φεύγανε, το τελευταίο τους ηρωικό τραγούδι. Αυτό αντιπροσώπευε όλο το Χαϊδάρι μας: Ηρωισμός απάνω απ' ό,τι μπορεί να πιστέψει άνθρωπος, και αλληλεγγύη. Αυτό το ίδιο πράγμα αντιπροσώπεψε κι ο Ναπολέοντας, όταν αρνήθηκε να πάρει άλλος τη θέση του στο θάνατο.
Πολυβόλα από δω, αυτόματα από κει, μοτοσυκλέτες πλάγια, κι έτσι κινήσανε για την Καισαριανή.
Εμείς πίσω κάθε 5 λεφτά λέγαμε: Τώρα θάνε στο Πυριτιδοποιείο. Σε 10 λεφτά λέγαμε: Τώρα θάνε στην Ομόνοια. Σ' ένα τέταρτο λέγαμε: Τώρα θα τους ξεφορτώνουν. Μέχρι τις 12 το μεσημέρι τους παρακολουθούσε η αγωνία μας, και κανένας το μεσημέρι δεν έφαε.
Κάθε
μέρα, ύστερα απ' το προσκλητήριο, ήταν υποχρεωτικό να τραγουδάμε. Να
δείχνουμε πως είμαστε τάχαμου ευχαριστημένοι. Δεν εμπορούσαμε να πούμε
εκείνα που θέλαμε. Ελέγαμε λοιπόν κι εμείς: «Τα ρόδα, τα τριαντάφυλλα
της άνοιξης καμάρι, τα λούλουδα, οι ζέφυροι, ο ήλιος, το φεγγάρι, χάνουν
την ομορφάδα τους στη σκλαβωμένη γη...». Εκεί απάνω εβγάζαμε τ' άχτι
μας. Εκείνη την ημέρα φεύγοντας εμείς για τις δουλειές, κανένας δεν
τραγούδησε. Τρεις μέρες ύστερα είμαστε άρρωστοι. Στο γυρισμό της
δουλειάς το βράδυ, φοβόμασταν να κοιμηθούμε μες στο θάλαμο. Ερημιά.
Αδειοι. Ακουες, θαρρείς, τις μιλιές τους να βγαίνουν μέσα απ' τον τοίχο.
Από 100 στο «τρίτο μπλόκο», είχαν τώρα μείνει 15. Ηταν και θάλαμος
μικρότερος, που 'μεινε μόνο ένας ! Γιατί εκεί ήταν συγκεντρωμένοι οι
παληοί. Ολοι από τον Μεταξά μέχρι σήμερα συνέχεια. Απ' όλους αυτουνούς,
απ' όλες κείνες τις χιλιάδες, μόνο 14 απόμειναν στη ζωή για δείγμα. (Ο
Θανάσης μου λέει τώρα κάτι ονόματα απ' τους 14: Ο... τάδες δικηγόρος, ο
τάδες... - Οχι, όχι, Θανάση, του λέω, άσε τους τούς ανθρώπους, άσε τους
ζωντανούς! Θες να τους κυνηγήσουν τώρα να τους αποξεκάμουνε; Υστερα από 9
χρονώνε βάσανα;).
Ξέχασα να σου πω: Εκείνο το πρωί που φύγανε, ήταν μαζί μας κι ένας γέρος που κατηγόρησε η γυναίκα του πως φυγάδευε Εγγλέζους, δεν ήτανε κομμουνιστής, δεν ήταν τίποτα, και λίγο ως τότε γκρίνιαζε. Σα φύγαν οι 200, λέει στο φίλο του: «Αλκή μου, την γλυτώσαμε για σήμερα. Αν κι άξιζε να πάει κανείς με τέτοιο θάνατο, όπως τον σημερνό!».
Υστερα
στις 2 του Μάη, 3 του Μάη. 4 του Μάη, 7 του Μάη, 10 του Μάη. 12 του
Μάη, είχαμε όλο εχτελέσεις. Ολο απ' το Χαϊδάρι. Από 50 ως 60 μας
ξάφριζαν κάθε φορά.
Στις 3 του Μάη πήραν τις 5 πρώτες
γυναίκες για εχτέλεση - Φρόσω Χατζηδάκη 73 χρονών, μαζί με την κόρη της
Μαρία, 35 χρονών. - Ντέρη 22 χρονών, είχαν εχτελεστεί κι άλλα δυο
αδέρφια της. - Ανισίου 35 χρονών, είχε εχτελεστεί κι ο αρρεβωνιαστικός
της, ανάπηρος αλβανικού πολέμου. - Χωραφά 45 χρονών, είχε εχτελεστεί κι ο
άντρας της. Από τότε εχτέλεσαν κι άλλες πολλές γυναίκες. Αλλά για τους
200 της Πρωτομαγιάς που 'θελες να σου πω, δεν ξέρω τίποτ' άλλο. Απ' το
κατώφλι του Χαϊδαριού κι ύστερα, εγώ δεν ξέρω πια. Ρώτηξε κάναν άλλον».
Η εχτέλεση
Απ'
το κατώφλι κι ύστερα, τους τρέχανε μες στα μαύρα καμιόνια οι Γερμανοί,
κι εκείνοι τραγούδαγαν. Μπρουμουτισμένοι, στοιβαγμένοι, σα να 'ταν
κιόλας ψόφιο πράμα, κι ωστόσο τραγούδαγαν. Ο έξω κόσμος ωσάν αστραπή το
'μαθε. «Κουβαλούν μελλοθάνατους από το Χαϊδάρι στο Θυσιαστήριο!» Απ' το
Παγκράτι που 'φτασαν, το 'μαθε κι η Καισαριανή και οι γειτονικοί
συνοικισμοί της. Το 'μαθαν οι γυναίκες που 'χαν στο Χαϊδάρι άντρες,
τρέχαν να δουν μην είνε ανάμεσα. Το 'μαθαν τα παιδάκια που 'χαν στο
Χαϊδάρι πατεράδες, τρέχουν να δουν μην τους αναγνωρίσουνε. Το 'μαθαν και
oι Ελασίτες και ετοιμαστήκανε μήπως μπορέσουν τους ελευτερώσουν. Μα
είδαν λεφούσι Γερμανούς κι αυτόματα, και δεν μπόρεσαν τίποτα. Από τη
λεωφόρο Παγκρατιού μέχρι τη λεωφόρο του Θυσιαστήριου έτρεξε κόσμος κι
έπηξαν οι δρόμοι. Οι μελλοθάνατοι συνέχεια τραγούδαγαν «40 παλικάρια»
«έχε γεια, καημένε κόσμε» και τον εθνικό ύμνο μας. Στο πέρασμά τους
πέταξαν ένα δαχτυλίδι με τ' όνομα, ξέσκισε μια γυναίκα λουρίδα απ' το
ρούχο της και την πέταξε, και πολλοί επιμένουν πως πέταξαν κι ένα άσπρο
κουρέλι όπου με αίμα είχανε γραμμένα: «Πεθαίνουμε για τη Λευτεριά και τη
Λαοκρατία». Δεν επιτρέπονταν μολύβι και χαρτί απάνω τους. Γιατί να μην
είνε αλήθεια; Οσα που κάμανε, ήταν λιγότερα απ' αυτό;
Τ' αυτοκίνητα πλευρίζουν τη σιδερένια πλάγια πόρτα μέσα απ' το χωράφι, και τους ξεφορτώνουνε.
Σ'
όλα τα γύρω υψώματα ανεβαίνει και τα γεμίζει ο κόσμος. Ενας οπερατέρ -
φωτογράφος προσπαθεί απ' τον ανατολικό λόφο να πάρει τη σκηνή, κι οι
Γερμανοί τον κυνηγούν μ' αυτόματα. Δύναμη πολισμάνων παρατάσσεται γύρω -
τριγύρω στην περιοχή. Ενας απ' αυτούς λιποθυμά τρεις φορές. Οι
μελλοθάνατοι μόλις τους είδαν τους φωνάζουν: «Βλέπετε τι μας κάνουν οι
φασίστες; Μόλις μπορέσετε, τα όπλα σας να τα δώσετε στο λαό».
10
η ώρα το πρωί τους φέρανε, και ως τις 2 απ' το μεσημέρι βάσταξε κείνη η
τελετή. Τους μάντρωσαν στο βάθος - βάθος, μες σε κάτι χωρίσματα ένα
τετραγωνικό μέτρο χώρο το καθένα απ' τα τρία, εκεί που, όταν ήταν
σκοπευτήριο, γέμιζαν τα πιστόλια τους. Οι αγωνιστές ζήτησαν να σταθούν
όλοι έξω, να τιμούν τις ομάδες που στήνουνταν κάθε φορά στον τοίχο,
ζήτησαν μόνοι τους να φορτώνουν τα πτώματα για να τα πιάνουν μαλακά...
και μόνο με την τελευταία ομάδα ν' ασχοληθούν oι γερμανοτσολιάδες. Μα
δεν τους επιτρέψανε την τελευταία τους θέληση. Τους στοίβαξαν μες στις
τρεις τρύπες, και κατά 20άδες έβγαιναν και στήνονταν στον τοίχο. Αντίκρυ
στον τοίχο, απάνω σε σιδερένια στρίποδα, στις γωνιές, ήταν τα πολυβόλα.
Και τα πυρά τους ρίχναν, διασταυρωνόμενα.Μέσα στο χώρο της εχτέλεσης ήταν δυο εργάτες του Δήμου για να νταραβερίζουνται τα αίματα, κι ένας παπάς. Ο παπάς ξεμολόγαγε. Τι του ξεμολογιόντανε oι μελλοθάνατοι; - Χαιρετίσματα στη γυναίκα μου! - Ζήτω ο Κόκκινος στρατός! - Εκδίκηση! - Ζήτω η λευτεριά! - Πεθαίνουμε για τη λευτεριά και τη λαοκρατία! Δεν άντεχε για μια στιγμή ο παπάς, κάνει να στρέψει αλλού το πρόσωπο, τον πρόγκησαν οι Γερμανοί με τα πιστόλια.
Ο
κόσμος γύρω στα λοφάκια, και στις ταράτσες, στέκεται βουβός. Ακούγεται
καθαρή - καθαρή ομοβροντία και ριπή της κάθε 20άδας. Τότε ο κόσμος
άρχισε όλος μαζί να κλαίει. Κλαίγαν και γέροι και παιδιά. Λέγαν: «Κατάρα
- ανάθεμα». Φτάνουν απάνω στη στιγμή οι τσολιάδες. Και τραγούδαγαν
ενθουσιασμένοι: «Με το χαμόγελο στα χείλη πάν' οι τσολιάδες μας
μπροστά...». Πάγαιναν οι τσολιάδες μας μπροστά χειροκροτώντας,
συνεχίζοντας του Γερμανού το εξαίσιο έργο! Παραλαβαίνανε τα πτώματα, τα
στοίβαζαν σα σφαγμένα αρνιά και φεύγανε με τ' αυτοκίνητα. Αυτό ήταν το
καθορισμένο καθήκον τους στις μέρες εχτελέσεων.
Σ' όλο
αυτό το διάστημα οι καμπάνες του συνοικισμού χτυπούσαν νεκρικά. Μια
γυναίκα αστυφύλακα, που κοίταζε από ψηλά, τρελάθηκε και την έχει ο
άντρας της ακόμα κλεισμένη στο Αιγινήτειο. Ενας απ' τους εχτελεσμένους
ήρωες δεν είχε ξεψυχήσει, σηκώνεται μέσα απ' το σωρό, κουβάρι, το αίμα
στο χαντάκι του 'φτανε ως το γόνατο, και κάνει κάτι σκέρτσα με τα χέρια,
κι αρχίζει να γελά, να ξεκαρδίζεται. Ο κοντινός του Γερμανός του
αδειάζει το περίστροφο. Μα δεν εκατάλαβε τίποτα, είχε κι αυτός τρελαθεί.Ο κόσμος πήρε το ξοπίσω τα καμιόνια που 'φευγαν με τα νεκρά κορμιά. Οι άντρες βγάζανε στο πέρασμά τους τα καπέλα, οι γυναίκες τρέχανε και κουβαλούσανε και ρίχνανε λουλούδια, κι όλοι ήταν βαρούσες σαν υπνωτισμένοι απάνω απ' τις σταγόνες το αίμα τους, που 'τρεχε κι έπηζε, κι η γης δεν το 'πινε, και γινόταν αυλάκια. Απάνω στο αίμα σκύβοντας και κοιτάζοντάς το, σήκωναν ύστερα πολλοί τα μάτια και τα χέρια τους ψηλά στον ουρανό. Ητανε η απόγνωση. Μέσα στο χώρο της εχτέλεσης οι εργάτες του Δήμου κουβάλησαν απ' το δίπλα χωράφι με φτυάρια πολύ χώμα, για να ρουφήξει κι εκεί τα αίματα. Το τμήμα αυτό της ελληνικής γης, απ' το πηχτό εκείνο υγρό, ήτανε τώρα πια, καθώς λέν', κορεσμένο.
Την
ίδια μέρα όλοι οι γύρω συνοικισμοί κήρυξαν γενική απεργία. Τη νύχτα
γενική κινητοποίηση του πληθυσμού, φωνάξανε παρά ποτέ ηρωικά κι ασώπαστα
χουνιά, κι όπου είχε στάξει το αίμα τους, και στο ντουβάρι της
εχτέλεσης, από ψηλά, κρυφά - κρυφά, απ' τους τοίχους, σκεπάστηκαν όλα
παντού λουλούδια και ρίχτηκαν παντού στεφάνια. Αυτό ήταν των ζωντανών,
προς τους νεκρούς αγωνιστές, το μνημόσυνο.
Ετσι γίνηκε η εχτέλεση των 200 ηρώων.Ετσι γιορτάστηκε η Πρωτομαγιά στην Αθήνα, στο χρόνο 1944.
Ηταν
μια μέρα εξαίσια της άνοιξης, κι όμως η γη η αθηναϊκή δεν είχε ακόμα
αρκετά στεγνώσει, για να μπορέσει να ρουφά. Το τόσο πολύ αίμα που χτήνη -
άνθρωποι την πότισαν, η φύση πια δεν το δεχότανε, κι αναγκαζόταν το
ξαναξερνούσε.
ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΕΣ ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΕΣ
Πρώτη Μαΐου
Σακελλίων Σταμάτης*
Δεν ήξερε πώς είχε βρεθεί εκεί, δεν ήξερε πώς έχασε αυτούς που
αγάπησε. Μόνο ένας άγγελος κλέφτης ερχόταν να του σημάνει το τέλος που
θα ’ρχόταν. Ένα τραγούδι για την Γκέρνικα σκέφτηκε, μιας και βρισκόταν
κοντά της. Ένα τραγούδι για τους πατέρες και της μητέρες της Διεθνούς
Ταξιαρχίας.
Για ιδέστε όλοι τον ακροβάτη... για ιδέστε όλοι και
μένα που ’χω φτερά σπασμένα κι ακροβατώ... Ο ερημίτης περπατούσε πάνω
στις σκιές και ακροβατούσε στις άκρες της προσωπικής του οδύνης. Ένα
παράπονο του καϊκτσή και μια πλανεύτρα τσιγγάνα τον έκαναν να δακρύζει,
για ό,τι αγάπησε, για ό,τι με επιμέλεια έκρυψε, για ό,τι με ευθύνη
δούλεψε, για ό,τι με καημό ερωτεύτηκε. Μόνος πια, χωρίς το παιδί, χωρίς
την αγαπημένη του φίλη, καθόταν σ’ ένα καπηλειό της Μασσαλίας
αγναντεύοντας τη θάλασσα που πλανεύτρα που του τα ’χει πάρει όλα. Έπινε
αψέντι, κι αυτό το πράσινο χρώμα γινόταν πόθος ανειρήνευτος που τον
έκαιγε στα κατάβαθα του.Δεν ήξερε πώς είχε βρεθεί εκεί, δεν ήξερε πώς έχασε αυτούς που αγάπησε. Μόνο ένας άγγελος κλέφτης ερχόταν να του σημάνει το τέλος που θα ’ρχόταν. Ένα τραγούδι για την Γκέρνικα σκέφτηκε, μιας και βρισκόταν κοντά της. Ένα τραγούδι για τους πατέρες και της μητέρες της Διεθνούς Ταξιαρχίας. Να, όλα τα φαντάσματα έρχονταν δίπλα του, τώρα που ένοιωθαν πως η μοναχικότητά του τσάκιζε τις ψυχές των χαμένων. Μια πόρνη του ζητούσε έρωτα και του ’δινε τάμα της Αγίας καρδιάς. Εκείνος, γενναίος της ηδονής, σύρθηκε μαζί της στα στενά του λιμανιού σ’ ένα δωμάτιο με φως χαμηλό. Πρωτομαγιά σίμωνε στη Γαλλία, κι έβλεπε, μέσα από τα κόκκινα σεντόνια του φτηνού δωματίου, χιλιάδες λαού να ξεχύνονται στους δρόμους και να φωνάζουν συνθήματα για την παγκόσμια εργατική πρωτομαγιά. Κι αυτός, χαμίνι του άσεμνου δρόμου, ζαλισμένος από το αψέντι και από το βλέμμα της πόρνης που του ’λεγε συνέχεια για την χαμένη της ζωή.
Έβλεπε το γυμνό κορμί της σαν μια λαμπάδα ίσια, κι αυτός σαλός να κρατά την λαμπάδα αυτή για να μπει σε μια εκκλησία. Το ράσο του είχε γίνει πια ερείπιο, μια καρδιά σκισμένη από τις αντάρες μιας δύσκολης ζωής, κι ακόμα πιο δύσκολου μυαλού. Έλα αγάπη μου, του είπε η πόρνη, είναι άνοιξη, πάμε να δούμε έξω το φως ενός ήλιου που προμηνύει το καλοκαίρι. Εκείνος δεν απάντησε τίποτε. Είχε μείνει στη λέξη «αγάπη» μου. Αυτή η λέξη δεν υπήρχε για κείνον. Ό,τι είχε από αυτήν την είχε δώσει σ’ εκείνους που δεν έβλεπε πια. Τώρα, εντός του υπήρχε μια ψύχρα που κανένας ήλιος δεν θα μπορούσε να θερμάνει, καμία μυστική ευλογία δεν θα μπορούσε να λειάνει. Τα τιμαλφή του τα πέταξε όλα στο λιμάνι, πάνω σ’ ένα χορό. Είναι δύσκολο πράγμα να ξαναπερπατήσεις, σκέφτηκε, την ώρα που ακουγόταν οι φωνές από τις πορείες των συνδικάτων.
Πρώτη Μαΐου. Το μυαλό του δεν μπορούσε να γυρίσει πίσω σ’ άλλες πιο χαρούμενες πρωτομαγιές. Όχι, όλα είχαν σβηστεί εντός του. Ήταν πια ένα παιδί της Λήθης. Γι’ αυτό δεν θυμόταν πια τι είχε γίνει και είχε χάσει το παιδί και την φίλη του. Μόνο ένα τραγούδι θυμόταν, λες κι ερχόταν από μια άλλη ζωή, ένα τραγούδι που ’λεγε για μικροπαντρεμένη κόρη ξανθή, τίποτε άλλο δεν θυμόταν. Γιατί η Λήθη είχε έρθει ύστερα από έναν έντονο πόνο, αυτό το θυμόταν. Ήρθε ξαφνικά, κι απ’ το ευτυχισμένο κονάκι του βρέθηκε στο μεγάλο λιμάνι. Πρώτη Μαΐου, και από την Βαστίλη ξεκινούν οι καρδιές των φοιτητών. Αφέθηκε στη χαρά του πλήθους, αφέθηκε στα συνθήματα, αφέθηκε στο όνειρο μιας εξέγερσης που δεν θα ζούσε.
Ένα ασίκικο μαχαίρι χώθηκε στα πλευρά του και το αίμα του χύθηκε στα πλακάκια του λιμανίσιου δρόμου. Για ιδέστε όλοι τον ακροβάτη, ψέλλισε, και άκουσε τον στριγκό ήχο του ασθενοφόρου, ενώ ακροβατούσε ανάμεσα σε ό,τι αγάπησε και στον θάνατο. Ένα τσιγάρο ζήτησε, ένα Gitane άφιλτρο, κι ο νοσοκόμος του το έδωσε. Θα ζήσεις του είπε, σε προλάβαμε. Κι ο ερημίτης έβγαλε τον καπνό από μέσα του και είδε να δημιουργείται μια εικόνα, ένα πρόσωπο αγαπημένο, ένα πρόσωπο που δεν τον είχε ξεχάσει.
*.:BiblioNet : Σακελλίων, Σταμάτης
*********************************************
ΠΑΡΑΞΕΝΗ ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ
Άλμπουμ: Αθανασία
Έτος: 1976
Στιχουργός: Γκάτσος Νίκος
Συνθέτης: Χατζηδάκις Μάνος
Παράξενη πρωτομαγιά
μ’ αγκάθια πλέκουν σήμερα στεφάνια
ηρθ’ ο καιρός του "έχε γεια"
τι να την κάνεις πια την περηφάνια.
Στα δυο σου μάτια τα χρυσαφιά
σκοτάδι πέφτει και συννεφιά
ποιες μπόρες φέρνεις και ποιες βροχές
σε κουρασμένες νεκρές ψυχές
σε κουρασμένες νεκρές ψυχές.
Παράξενη πρωτομαγιά
ο ήλιος καίει το πέλαγο στη δύση
μα της καρδιάς την πυρκαγιά
που θα βρεθεί ποτάμι να την σβήσει.
Στα δυο σου μάτια τα χρυσαφιά
σκοτάδι πέφτει και συννεφιά
ποιες μπόρες φέρνεις και ποιες βροχές
σε κουρασμένες νεκρές ψυχές
σε κουρασμένες νεκρές ψυχές.
Παράξενη πρωτομαγιά
μ’ αγκάθια πλέκουν σήμερα στεφάνια
ηρθ’ ο καιρός του "έχε γεια"
τι να την κάνεις πια την περηφάνια.
Παράξενη πρωτομαγιά, παράξενη πρωτομαγιά
.
ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ
Άλμπουμ: "Τραπεζάκια έξω"ασία
Έτος: 1983
Στιχουργός: Διονύσης Σαββόπουλος
Συνθέτης: Διονύσης Σαββόπουλος
Όλες οι γραμμές μας στραβωθήκαν κι αποτύχαν
Ευτυχώς το νοιώθω απόλυτα καθώς
Άπ' το πίσω κάθισμα κοιτώ τα ίδια μέρη
Τρυφερά με τα φανάρια μου σβηστά
Άθλια χωριουδάκια κι ασυνάρτητη επαρχία
Καθετί μισοχωμένο μες τη γη
Όπως το κωφάλαλο αδερφάκι τώρα λάμπει
Με το φώς που βγάζει ο κόσμος ο μουγκός
Μέσα απ' τη ζέστα του σφαγείου και με στεφάνια δροσερά
Θ' ανταμωθούμε μια τρελή πρωτομαγιά
Και το πλυμένο σώμα πίσω απ' τα λουλούδια θα ενωθεί
Σαν ζαλιστούμε απ' των χορών μας το κρασί
Σε παραλίες σκουπιδοτόπων με κασετόφωνα κι εγώ
Μια πολιτεία σωριασμένη έχω σκοπό
Όλα είναι τόσο τρομαγμένα μα τ' αγαπάω ο φτωχός
Δώσ' μου τα λόγια επιτέλους να μην είμαι μοναχός
Δίπλα από το κύμα έχει τ' άλογα λυμένα
Θα τον δεις ο ασπροντυμένος μπουζουκτσής
Κι όλο κατεβαίνουν καπνεργάτριες και προσκόποι
Με φακούς μέσα από κρότους και καπνούς
Τρέχουνε τα πεύκα το φεγγάρι ξεδιπλώνει
Διαρκώς με γάζες σκοτεινές το φως
Κι άγριες παρέες νεαρών με γυφτοπούλες
Προσπερνούν και μαγεμένο μ' οδηγούν
Μέσα απ' τη ζέστα του σφαγείου και με στεφάνια δροσερά
Θ' ανταμωθούμε μια τρελή πρωτομαγιά
Και το πλυμένο σώμα πίσω απ' τα λουλούδια θα ενωθεί
Σαν ζαλιστούμε απ' των χορών μας το κρασί
Σε παραλίες σκουπιδοτόπων με κασετόφωνα κι εγώ
Μια πολιτεία σωριασμένη έχω σκοπό
Όλα είναι τόσο τρομαγμένα μα τ' αγαπάω ο φτωχός
Δώσ' μου τα λόγια επιτέλους να μην είμαι μοναχός
ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ!
15. Paquita: Lucian Variation (Jose Martinez)
14. Satanella: Variation (Alexander Sergeyev)
13. The Nutcracker: Prince Variation (Matthew Golding)
12. Le Corsaire: Conrad Variation (Angel Corella)
11. Marco Spada: Variation (David Hallberg)
10. Swan Lake: Siegfried Variation (Angel Corella)
9. Le Corsaire: Slave Variation (Vyacheslav Lopatin)
8. La Bayadere: Solor Variation (Valdislav Lantratov)
7. Giselle: Albrecht Variation (Johan Kobborg)
6. The Sleeping Beauty: Prince Variation (Mathias Heymann)
5. Don Quixote: Basil Variation (Leonid Sarafanov)
4. La Sylphide: James Variation (Steven McRae)
3. Flames of Paris: Philippe Variation (Ivan Vasiliev)
2. Coppelia: Franz Variation (Vyacheslav Lopatin)
1. Don Quixote: Basil 'Cups' Variation (Mikhail Baryshnikov)
15. Ludmila Pagliero (Paris Opera Ballet: Don Quixote)
14. Gillian Murphy (American Ballet Theater: Swan Lake)
13. Anastasia Stashkevich (Bolshoi Ballet: Esmeralda)
12. Anna Tikhomirova (Bolshoi Ballet: Don Quixote)
11. Ekaterina Krysanova (Bolshoi Ballet: Jewels)
10. Diana Vishneva (Romeo and Juliet)
9. Tamara Rojo (Manon)
8. Olga Smirnova (Bolshoi Ballet: Jewels)
7. Myriam Ould-Braham (Paris Opera Ballet: The Sleeping Beauty)
6. Olesya Novikova (Raymonda)
5. Nina Kaptsova (Bolshoi Ballet: Le Corsaire)
4. Natalia Osipova (Flames of Paris)
3. Evgenia Obraztsova (Bolshoi Ballet: Marco Spada)
2. Marianela Nunez (La Baydere)
1. Alina Cojocaru (Cinderella)
14. Satanella: Variation (Alexander Sergeyev)
13. The Nutcracker: Prince Variation (Matthew Golding)
12. Le Corsaire: Conrad Variation (Angel Corella)
11. Marco Spada: Variation (David Hallberg)
10. Swan Lake: Siegfried Variation (Angel Corella)
9. Le Corsaire: Slave Variation (Vyacheslav Lopatin)
8. La Bayadere: Solor Variation (Valdislav Lantratov)
7. Giselle: Albrecht Variation (Johan Kobborg)
6. The Sleeping Beauty: Prince Variation (Mathias Heymann)
5. Don Quixote: Basil Variation (Leonid Sarafanov)
4. La Sylphide: James Variation (Steven McRae)
3. Flames of Paris: Philippe Variation (Ivan Vasiliev)
2. Coppelia: Franz Variation (Vyacheslav Lopatin)
1. Don Quixote: Basil 'Cups' Variation (Mikhail Baryshnikov)
15. Ludmila Pagliero (Paris Opera Ballet: Don Quixote)
14. Gillian Murphy (American Ballet Theater: Swan Lake)
13. Anastasia Stashkevich (Bolshoi Ballet: Esmeralda)
12. Anna Tikhomirova (Bolshoi Ballet: Don Quixote)
11. Ekaterina Krysanova (Bolshoi Ballet: Jewels)
10. Diana Vishneva (Romeo and Juliet)
9. Tamara Rojo (Manon)
8. Olga Smirnova (Bolshoi Ballet: Jewels)
7. Myriam Ould-Braham (Paris Opera Ballet: The Sleeping Beauty)
6. Olesya Novikova (Raymonda)
5. Nina Kaptsova (Bolshoi Ballet: Le Corsaire)
4. Natalia Osipova (Flames of Paris)
3. Evgenia Obraztsova (Bolshoi Ballet: Marco Spada)
2. Marianela Nunez (La Baydere)
1. Alina Cojocaru (Cinderella)
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)




