Ο σουρεαλισμός στα δημόσια οικονομικά από τους μαθητευόμενους μάγους μας: στο πρόγραμμα δημόσιου δανεισμού για το 2026 είναι εγγεγραμμένα 13 δισ., δηλαδή όσα πάμε να αποπληρώσουμε πρόωρα . Αυτό σημαίνει ότι αποπληρώνουμε τώρα πρόωρα παλαιά δάνεια που έχουν επιτόκιο 1,5%, αλλά παίρνουμε καινούρια δάνεια με ...4%! Και πανηγυρίζουμε. Φασκελοκουκούλωστα!...
Πέμπτη, Φεβρουαρίου 02, 2012
ΕΥΤΥΧΩΣ ΠΟΥ...
"Συγκλονιστική η σημερινή ομιλία του Γιώργου
στη σύνοδο του ΠΑΣΟΚ."
"Για λέγε, για λέγε..."
"Πρώτα τα έψαλε στους κακούς καπιταλιστές
και τις τράπεζες , ύστερα υπενθύμισε ότι έσωσε
τη χώρα από την καταστροφή
και τέλειωσε με την υπόσχεση ότι θα βοηθήσει τη χώρα
από οποιαδήποτε θέση κι αν αγωνιστεί."
"Ανακουφίζομαι που ακούω πως δε θα εγκαταλείψει
τη μάχη για τη σωτηρία μας! Εγώ λέω να τον στείλουνε
μόνιμο πρεσβευτή στην Κόστα Ρίκα!"
Ο ΚΟΚΟΡΑΣ ΤΟΜΣΕΝ ΚΑΙ Η ΚΟΤΑ ΕΛΛΑΔΑ
Ο ΚΟΚΟΡΑΣ ΤΟΜΣΕΝ
ΚΑΙ
Η ΚΟΤΑ ΕΛΛΑΔΑ
[Όπου ο κόκορας Τόμσεν ορμάει πάνω στην κότα Ελλάδα
και της αλλάζει τον αδόξαστο. Το άσμα βασίζεται στο
θρυλικό τραγούδι του Τσιτσάνη "Ο κόκορας", σε στίχους Γ. Τσάκαλου]
ΚΟΚΟΡΑΣ ΤΟΜΣΕΝ
Είμαι κόκορας βαρβάτοςζωηρός και κοτσονάτος
κι έχω βουτήξει κάποια κότα
που τσιμπούσε τα καρότα.
ΚΟΤΑ ΕΛΛΑΔΑ
-Μ΄έκανες , κόκορα, κομμάτιαμε τη σκέψη με τα μάτια,
απλωμένα τα φτερά σου
κορδωμένη κι η ουρά σου.
Κουκουρίκου το κοκόρι,
κοκοκό κάνει κι η κότα,
την τραβούσε με το ζόρι
και της άλλαζε τα φώτα.
(Άλα τα τροϊκανά κοκόρια , ώπα!)
ΚΟΚΟΡΑΣ ΤΟΜΣΕΝ
Έλα κότα μου να παςαπ΄το ΔΝΤ να φας
ξέχνα τους άλλους τους κοκόρους
θα σου δίνω εγώ τους σπόρους.
ΚΟΤΑ ΕΛΛΑΔΑ
- Είσαι κόκορας μουρντάρηςκαι ζητάς να με τουμπάρεις
σ' έβλεπα κρυφά από τότες
πώς ριχνόσουνα στις κότες.
Κουκουρίκου το κοκόρι ...
(Αμάν κοτούλες μου, καήκατε!)
ΚΟΚΟΡΑΣ ΤΟΜΣΕΝ
Κότα μου θα με τρελάνεις,κακαρίσματα μου κάνεις
κι όπως πάμε θα πετάξω
στο κοτέτσι να σε σφάξω.
ΚΟΤΑ ΕΛΛΑΔΑ
-Μα τι θέλεις κόκορά μουσφάξε με ν΄ αγιάσω , αγά μου
μου ζητάς όλο αβγά να κάνω
και στο δρόμο να τα χάνω.
Κουκουρίκου το κοκόρι ...
(Αμάν κοτούλες μου, καήκατε!)
ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΩΝ ΠΕΛΑΤΩΝ...
*" Η κρίση της πολιτικής δεν είναι μια αόριστη έννοια, είναι κρίση
της συγκεκριμένης πολιτικής που εφαρμόστηκε τα χρόνια μετά
τη Μεταπολίτευση με καταστροφικά αποτελέσματα- πολιτικής
των ανεξέλεγκτων παροχών από τα κόμματα εξουσίας και όχι
υγιούς ανάπτυξης. Επίσης , είναι κρίση των δομών της Ευρώπης,
που οικοδομήθηκε ως νομισματική μόνο εάν δεν τη διεκδικούμε
συνεχώς και περιμένουμε την κρίση για να μας τη θυμίσει.
Ούτως ή άλλως, η κοινωνική συνοχή κατέρρευσε στο όνομα
μιας μοντέρνας βαρβαρότητας και μιας αλαζονικής αμετροέπειας
της εξουσίας."
*" Η κρίση αποδομεί ολοκληρωτικά αυτό που ξεκίνησε ως μια
ισχνή ελπίδα τη δεκαετία του ΄80 και εκφυλίστηκε από τα
κόμματα εξουσίας στην τραγωδία που ζούμε σήμερα. Η κοινωνία
των πολιτών μεταλλάχθηκε σε κοινωνία πελατών. Ο εγκλωβισμός
της κοινωνίας στη διαπλοκή είναι απόλυτος. Ο σημερινός Έλληνας
υποχρεώνεται να εκτεθεί σε χρέη και υποχρεώσεις που καλείται
να ξεπληρώσει με την ανοχή του. Η δημοκρατία βάλλεται διεθνώς
και στην Ελλάδα ιδιαιτέρως, καθώς το σύστημα της πολιτικής παρέας
που κυβέρνησε τη χώρα, ο αποχαυνωτικός ρόλος των ΜΜΕ, η εξάρτηση
των κομμάτων από μεγάλο ελληνικό και ξένο κεφάλαιο, η θεσμική
συναίνεση-σιωπή του πνευματικού κόσμου και μαζί τα κρυφά και
φανερά σκάνδαλα, όλα αυτά συνέβαλαν στον εκφυλισμό και στην
απαξίωση της έννοιας του "πολιτικού" και της πολιτικής.
Οι ανθρωπιστικές ιδέες και η κοινωνική μέριμνα αντικαταστάθηκαν
από την κυνική διαχείριση και την ιδιωτική ευδαιμονία των λίγων
και ημετέρων."
*" Η τέχνη σε δύσκολους καιρούς, εάν δεν είναι θυμωμένη, εάν δεν
είναι σκεπτόμενη, εάν δεν αφουγκράζεται την υπόκωφη, κοινή αγωνία
των ανθρώπων, εάν δεν καλλιεργεί τη συλλογικότητα και την κοινή
ευθύνη, εάν δεν συγκρούεται με τον καθωσπρέπει εαυτό της, τότε είναι
μια διακοσμητική θεραπαινίδα ενός κόσμου μεταλλαγμένου, χαμένου
μέσα στις συμβάσεις."
της συγκεκριμένης πολιτικής που εφαρμόστηκε τα χρόνια μετά
τη Μεταπολίτευση με καταστροφικά αποτελέσματα- πολιτικής
των ανεξέλεγκτων παροχών από τα κόμματα εξουσίας και όχι
υγιούς ανάπτυξης. Επίσης , είναι κρίση των δομών της Ευρώπης,
που οικοδομήθηκε ως νομισματική μόνο εάν δεν τη διεκδικούμε
συνεχώς και περιμένουμε την κρίση για να μας τη θυμίσει.
Ούτως ή άλλως, η κοινωνική συνοχή κατέρρευσε στο όνομα
μιας μοντέρνας βαρβαρότητας και μιας αλαζονικής αμετροέπειας
της εξουσίας."
*" Η κρίση αποδομεί ολοκληρωτικά αυτό που ξεκίνησε ως μια
ισχνή ελπίδα τη δεκαετία του ΄80 και εκφυλίστηκε από τα
κόμματα εξουσίας στην τραγωδία που ζούμε σήμερα. Η κοινωνία
των πολιτών μεταλλάχθηκε σε κοινωνία πελατών. Ο εγκλωβισμός
της κοινωνίας στη διαπλοκή είναι απόλυτος. Ο σημερινός Έλληνας
υποχρεώνεται να εκτεθεί σε χρέη και υποχρεώσεις που καλείται
να ξεπληρώσει με την ανοχή του. Η δημοκρατία βάλλεται διεθνώς
και στην Ελλάδα ιδιαιτέρως, καθώς το σύστημα της πολιτικής παρέας
που κυβέρνησε τη χώρα, ο αποχαυνωτικός ρόλος των ΜΜΕ, η εξάρτηση
των κομμάτων από μεγάλο ελληνικό και ξένο κεφάλαιο, η θεσμική
συναίνεση-σιωπή του πνευματικού κόσμου και μαζί τα κρυφά και
φανερά σκάνδαλα, όλα αυτά συνέβαλαν στον εκφυλισμό και στην
απαξίωση της έννοιας του "πολιτικού" και της πολιτικής.
Οι ανθρωπιστικές ιδέες και η κοινωνική μέριμνα αντικαταστάθηκαν
από την κυνική διαχείριση και την ιδιωτική ευδαιμονία των λίγων
και ημετέρων."
*" Η τέχνη σε δύσκολους καιρούς, εάν δεν είναι θυμωμένη, εάν δεν
είναι σκεπτόμενη, εάν δεν αφουγκράζεται την υπόκωφη, κοινή αγωνία
των ανθρώπων, εάν δεν καλλιεργεί τη συλλογικότητα και την κοινή
ευθύνη, εάν δεν συγκρούεται με τον καθωσπρέπει εαυτό της, τότε είναι
μια διακοσμητική θεραπαινίδα ενός κόσμου μεταλλαγμένου, χαμένου
μέσα στις συμβάσεις."
Γιάννης Ψυχοπαίδης, Ζωγράφος, καθηγητής στην ΑΣΚΤ.
[Αποσπάσματα από συνέντευξή του στο περιοδικό "Κ",29/1/2012]
ΕΧΩ ΘΥΜΟ...
της Μαργαρίτας Μυτιληναίου
Πηγή: Protagon.gr, 31/1/2012
Έχω θυμό και δεν ξέρω πού να ξεσπάσω. Έχω βάρη και δεν ξέρω πού να τα ξεφορτώσω. Έχω πικρή σκέψη μέσα μου και δεν ξέρω πώς να τη γλυκάνω. Μετράω τα κλειστά μαγαζιά και μου βγαίνουν περισσότερα από τα ανοιχτά. Στρίβω από τις γωνίες και βλέπω κουστουμαρισμένους τριαντάρηδες να ψάχνουν στα σκουπίδια. Ξεκινάω συζητήσεις που πάντα καταλήγουν στο «..κατοχή ζούμε, κατοχή».
Ακούω ανθρώπους να βρίζουν όσους και όσα ψήφιζαν τόσα χρόνια, να μην μπαίνουν σε διαδικασία αντίδρασης, πρότασης, ενεργητικής αντιμετώπισης της καθημερινότητας. Γι’ αυτό και δεν μπορώ να γράψω. Τίποτα δεν μπορώ να γράψω. Τίποτα που να αποπνέει αισιοδοξία και εμπιστοσύνη σε ένα μέλλον που θέλω να είναι καλύτερο.
Τα διόδια αυξάνονται σε μια χώρα που μετράει τις λακκούβες της πολιτικής μια-μια. Όσο οι τρύπες δεν κλείνουν, τόσο τα κόμιστρα θα παίρνουν την ανηφόρα. Η κατάσταση στις πολυκατοικίες θυμίζει ό,τι ζούμε εδώ και 2 -3 χρόνια. Τα μισά διαμερίσματα δεν έχουν να πληρώσουν το πετρέλαιο κι έτσι κρυώνουν όλοι. Οι νομιμόφρονες εξισώνονται με όσους νομιμοποιούν αυθαίρετα σε, πολύ, βολικές, χαμηλές τιμές. Κοψοχρονιά, το λένε στο χωριό μου. Η λέξη «κορόιδο» μου δίνει απανωτές φάπες στον σβέρκο.
Άλλες τόσες μου δίνει η εικόνα των γιαγιάδων και των παππούδων που, με συνέπεια, δέχονταν τις πολλές κρατήσεις στον μισθό τους για μια τιμημένη σύνταξη στα ύστερά τους. Και ύστερα ήρθε η κρίση και τους σάρωσε κι αυτούς. Τους ζάρωσε. Πολύ.
Οι ατέλειωτες προσφορές των μαγαζιών μου σφυρίζουν μια ιδέα του κέρδους που είχαν «προ κρίσης». Μου έλεγε ένας φίλος προχτές ότι η Γεωργική Σχολή Θεσσαλονίκης εξακολουθεί να πουλάει 9.5€ το κιλό τη γαλοπούλα την ώρα που η γαλλική πουλάδα εισαγωγής έχει 3.5€ και η ολλανδική 2.5€. Τι τρώει στη Σαλονίκη αυτό το πουλί, Θεέ μου; Ό,τι κι εμείς, θα μου πεις. Όχι, ρε φίλε. Μας πήρε λίγο παραπάνω αλλά ξυπνήσαμε.
Και τις τιμές κοιτάμε και τα έξοδα μαζέψαμε όσο δεν παίρνει και τις εξόδους κόψαμε. Ένα πράγμα, ένα αγαθό κερδίσαμε αυτό το διάστημα. Την πίστη στο «μαζί», στους φίλους που ξαναβρήκαμε, στους ώμους που μπορούμε να ξανακουμπήσουμε. Οι ρεφενέ συναντήσεις των ανθρώπων έχουν αρχίσει να ζεσταίνουν τις καρδιές στον πιο κρύο χειμώνα των τελευταίων χρόνων. Κρύο στην ψυχή όσο και στο σώμα.
Πιστεύω βαθιά πως κάθε ομάδα του «εμείς» είναι ανίκητη. Τώρα, στην πράξη, ίσως το καταλάβουμε. Αυτή είναι η τελευταία μας ευκαιρία. Και δεν αφορά τους Ευρωπαίους, τα μνημόνια και τις τράπεζες όλο αυτό. Αφορά τον καθένα μας ξεχωριστά αλλά και όλους μαζί. Η δύναμή μας είναι η ένωσή μας. Η ένωση της σκέψης και των πράξεών μας, η συνολική απαξίωση όσων μας έχουν κοροιδέψει κατάμουτρα, οι ομαδικές προτάσεις και στάσεις από ‘δω και πέρα. Κανείς δεν χαρίζει τίποτα σε κανέναν. Για να με έχεις πρέπει να με κερδίσεις. Με ιδρώτα και αλήθεια. Και κόπο. Μόνο.
Τετάρτη, Φεβρουαρίου 01, 2012
ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΗΓΕΤΗ...
ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΗΓΕΤΗ...
Ζούμε σε μία εποχή που χαρακτηρίζεται από την αποκαρδιωτική
έλλειψη σοβαρών, υπεύθυνων και αδιάφθορων ηγετών.
Τα φοβερά δεινά που περνάει η χώρα δε θα περάσουν εάν
εξακολουθήσουμε να εμπιστευόμαστε τους πολιτικούς νάνους
και τα διεφθαρμένα κόμματά τους που μας οδήγησαν στην καταστροφή.
Αναζητώντας τον άνθρωπο που θα μπει μπροστάρης στον αγώνα
για τη σωτηρία και την καθολική αναγέννηση του τόπου,
διαβάζουμε με δέος το πορτρέτο που σκιαγράφησε ο μέγας
ιστορικός Θουκυδίδης για τον Περικλή, την πιο λαμπρή
προσωπικότητα που ανέδειξε η αρχαία αθηναϊκή δημοκρατία.
Η μετάφραση του αρχαίου κειμένου οφείλεται σε μία
από τις μεγαλύτερες φυσιογνωμίες της νεότερης Ελλάδας,
τον Ελευθέριο Βενιζέλο, που εκτός από αναμορφωτής
πολιτικός υπήρξε και λαμπρός διανοούμενος.
Κάθε σύγκριση με τους ουτιδανούς επιγόνους του
θα ήταν βαρύτατη προσβολή της μνήμης του...
[2.65.1] Τοιαῦτα ὁ Περικλῆς λέγων ἐπειρᾶτο τοὺς Ἀθηναίους τῆς
τε ἐς αὑτὸν ὀργῆς παραλύειν καὶ ἀπὸ τῶν παρόντων δεινῶν
ἀπάγειν τὴν γνώμην. [2.65.2] οἱ δὲ δημοσίᾳ μὲν τοῖς λόγοις ἀνε-
πείθοντο καὶ οὔτε πρὸς τοὺς Λακεδαιμονίους ἔτι ἔπεμπον ἔς
τε τὸν πόλεμον μᾶλλον ὥρμηντο, ἰδίᾳ δὲ τοῖς παθήμασιν
ἐλυποῦντο, ὁ μὲν δῆμος ὅτι ἀπ’ ἐλασσόνων ὁρμώμενος
ἐστέρητο καὶ τούτων, οἱ δὲ δυνατοὶ καλὰ κτήματα κατὰ
τὴν χώραν οἰκοδομίαις τε καὶ πολυτελέσι κατασκευαῖς ἀπο-
λωλεκότες, τὸ δὲ μέγιστον, πόλεμον ἀντ’ εἰρήνης ἔχοντες.
[2.65.3] οὐ μέντοι πρότερόν γε οἱ ξύμπαντες ἐπαύσαντο ἐν ὀργῇ
ἔχοντες αὐτὸν πρὶν ἐζημίωσαν χρήμασιν. [2.65.4] ὕστερον δ’ αὖθις
οὐ πολλῷ, ὅπερ φιλεῖ ὅμιλος ποιεῖν, στρατηγὸν εἵλοντο καὶ
πάντα τὰ πράγματα ἐπέτρεψαν, ὧν μὲν περὶ τὰ οἰκεῖα
ἕκαστος ἤλγει ἀμβλύτεροι ἤδη ὄντες, ὧν δὲ ἡ ξύμπασα
πόλις προσεδεῖτο πλείστου ἄξιον νομίζοντες εἶναι. [2.65.5] ὅσον
τε γὰρ χρόνον προὔστη τῆς πόλεως ἐν τῇ εἰρήνῃ, μετρίως
ἐξηγεῖτο καὶ ἀσφαλῶς διεφύλαξεν αὐτήν, καὶ ἐγένετο ἐπ’
ἐκείνου μεγίστη, ἐπειδή τε ὁ πόλεμος κατέστη, ὁ δὲ
φαίνεται καὶ ἐν τούτῳ προγνοὺς τὴν δύναμιν. [2.65.6] ἐπεβίω δὲ
δύο ἔτη καὶ ἓξ μῆνας• καὶ ἐπειδὴ ἀπέθανεν, ἐπὶ πλέον ἔτι
ἐγνώσθη ἡ πρόνοια αὐτοῦ ἡ ἐς τὸν πόλεμον. [2.65.7] ὁ μὲν γὰρ
ἡσυχάζοντάς τε καὶ τὸ ναυτικὸν θεραπεύοντας καὶ ἀρχὴν μὴ
ἐπικτωμένους ἐν τῷ πολέμῳ μηδὲ τῇ πόλει κινδυνεύοντας ἔφη
περιέσεσθαι• οἱ δὲ ταῦτά τε πάντα ἐς τοὐναντίον ἔπραξαν
καὶ ἄλλα ἔξω τοῦ πολέμου δοκοῦντα εἶναι κατὰ τὰς ἰδίας
φιλοτιμίας καὶ ἴδια κέρδη κακῶς ἔς τε σφᾶς αὐτοὺς καὶ
τοὺς ξυμμάχους ἐπολίτευσαν, ἃ κατορθούμενα μὲν τοῖς ἰδιώ-
ταις τιμὴ καὶ ὠφελία μᾶλλον ἦν, σφαλέντα δὲ τῇ πόλει ἐς
τὸν πόλεμον βλάβη καθίστατο. [2.65.8] αἴτιον δ’ ἦν ὅτι ἐκεῖνος
μὲν δυνατὸς ὢν τῷ τε ἀξιώματι καὶ τῇ γνώμῃ χρημάτων
τε διαφανῶς ἀδωρότατος γενόμενος κατεῖχε τὸ πλῆθος ἐλευ-
θέρως, καὶ οὐκ ἤγετο μᾶλλον ὑπ’ αὐτοῦ ἢ αὐτὸς ἦγε, διὰ τὸ
μὴ κτώμενος ἐξ οὐ προσηκόντων τὴν δύναμιν πρὸς ἡδονήν τι
λέγειν, ἀλλ’ ἔχων ἐπ’ ἀξιώσει καὶ πρὸς ὀργήν τι ἀντειπεῖν.
[2.65.9] ὁπότε γοῦν αἴσθοιτό τι αὐτοὺς παρὰ καιρὸν ὕβρει θαρσοῦντας,
λέγων κατέπλησσεν ἐπὶ τὸ φοβεῖσθαι, καὶ δεδιότας αὖ ἀλό-
γως ἀντικαθίστη πάλιν ἐπὶ τὸ θαρσεῖν. ἐγίγνετό τε λόγῳ
μὲν δημοκρατία, ἔργῳ δὲ ὑπὸ τοῦ πρώτου ἀνδρὸς ἀρχή. [2.65.10] οἱ
δὲ ὕστερον ἴσοι μᾶλλον αὐτοὶ πρὸς ἀλλήλους ὄντες καὶ
ὀρεγόμενοι τοῦ πρῶτος ἕκαστος γίγνεσθαι ἐτράποντο καθ’
ἡδονὰς τῷ δήμῳ καὶ τὰ πράγματα ἐνδιδόναι.

[2.65.1] Με τοιούτους λόγους προσεπάθει ο Περικλής και την εναντίον του οργήν των Αθηναίων να εξασθενίση και τον νουν των ν' αποτρέψη από τα παρόντα δεινά. [2.65.2] Αλλ' εκείνοι δημοσία μεν επείσθησαν τελικώς εις τους λόγους του και όχι μόνον προς τους Λακεδαιμονίους δεν έστελλαν του λοιπού πρέσβεις, αλλά και προς τον πόλεμον ήσαν προθυμότεροι, ιδιαιτέρως όμως εξηκολούθουν να βαρυθυμούν δια τα παθήματά των, ο μεν πολύς λαός διότι είχε στερηθή και το ολίγον που είχε προ του πολέμου, οι δ' εύποροι διότι είχαν χάσει ωραίας ιδιοκτησίας, αποτελουμένας από οικοδομάς και πολυτελείς εγκαταστάσεις εις την ύπαιθρον χώραν, και το χειρότερον όλων, διότι είχαν πόλεμον αντί ειρήνης. [2.65.3] Αλλ' η γενική εναντίον του Περικλέους αγανάκτησις κατηυνάσθη μόνον, αφού τον ετιμώρησαν δια χρηματικής ποινής. [2.65.4] Πριν όμως περάση πολύς καιρός, με την συνήθη αστασίαν του πλήθους, τον εξέλεξαν πάλιν στρατηγόν και του ενεπιστεύθησαν την γενικήν των πραγμάτων διεύθυνσιν, καθόσον τας μεν ιδιωτικάς των λύπας ησθάνοντο ήδη ολιγώτερον οξέως, δια τας δημοσίας δ' ανάγκας της πόλεως τον εθεωρούσαν ανεκτίμητον. [2.65.5] Διότι, και εφόσον χρόνον εκυβέρνησε τα δημόσια πράγματα εν καιρώ ειρήνης, ηκολούθει πολιτικήν σώφρονα και διετήρει την ασφάλειαν της πόλεως, η οποία υπ' αυτόν ανήλθεν εις μεγίστην ακμήν, και όταν ο πόλεμος επήλθεν, αυτός απέδειξεν ότι υπήρξεν ο ορθός εκτιμητής της δυνάμεώς της.
[2.65.6] Επέζησε δε δύο έτη και εξ μήνας μετά την έναρξιν του πολέμου, και αφού απέθανεν, έτι μάλλον κατεδείχθη η ορθότης των προβλέψεών του, ως προς τον πόλεμον.
[2.65.7] Διότι εκείνος μεν υπεστήριξεν, ότι θα επικρατήσουν, εάν επεδίωκαν την νίκην όχι δι' αποφασιστικών μαχών, αλλά δια κατατριβής του αντιπάλου, εάν κατέβαλλαν πάσαν επιμέλειαν δια την καλήν κατάστασιν του στόλου των, εάν δεν επεζήτουν νέας κατακτήσεις διαρκούντος του πολέμου, και εάν δεν εξέθεταν εις κίνδυνον την ύπαρξιν της πόλεως. Αυτοί όμως, μετά τον θάνατόν του, όχι μόνον έπραξαν τα εναντία ακριβώς από όλα αυτά, αλλά και εις ζητήματα, τα οποία εφαίνοντο άσχετα με τον πόλεμον, ηκολούθησαν, από προσωπικάς φιλοδοξίας και ιδιοτέλειαν, επιζήμιον δια τας Αθήνας και τας προς τους συμμάχους σχέσεις πολιτικήν, η οποία εν περιπτώσει επιτυχίας θα έφερε τιμήν και ωφέλειαν εις ιδιώτας κυρίως, αποτυγχάνουσα όμως, θα έφερε βλάβην εις την πόλιν κατά την διεξαγωγήν του πολέμου.
[2.65.8] Αίτια τούτου ήτον ότι ο Περικλής, έχων μεγάλην επιρροήν, πηγάζουσαν από την προς αυτόν κοινήν εκτίμησιν και την προσωπικήν του ικανότητα, και πασιφανώς αναδειχθείς εις ύψιστον βαθμόν ανώτερος χρημάτων, συνεκράτει τον λαόν, μολονότι σεβόμενος τας ελευθερίας του, και αυτός μάλλον ωδήγει αυτόν παρά ωδηγείτο από αυτόν. Καθόσον, μη επιδιώκων ν' αποκτήση επιρροήν δι' αθεμίτων μέσων, δεν ωμίλει προς κολακείαν, αλλά στηριζόμενος εις την κοινήν προς αυτόν εκτίμησιν, ηδύνατο και ν' αντιταχθή κατ' αυτών, προκαλών εν ανάγκη και την οργήν των. [2.65.9] Εν πάση περιπτώσει, οσάκις τους ήθελεν αντιληφθή παραλόγως επηρμένους και αλαζόνας, τους κατέπλησσεν, εμπνέων φόβον δια των λόγων του, και αντιθέτως, οσάκις ήθελε τους αντιληφθή επτοημένους, επανέφερε πάλιν το θάρρος των. Ως εκ τούτου, αι Αθήναι, μολονότι κατ' όνομα δημοκρατία, εκυβερνώντο πραγματικώς από τον πρώτον των πολίτην. [2.65.10] Ενώ οι διάδοχοί του, όντες μάλλον ίσοι ο εις προς τον άλλον, επιδιώκοντες όμως έκαστος να γίνη πρώτος, ήσαν έτοιμοι και αυτήν την κατεύθυνσιν των δημοσίων υποθέσεων να θυσιάζουν εις τας εκάστοτε ορέξεις του πλήθους.
τε ἐς αὑτὸν ὀργῆς παραλύειν καὶ ἀπὸ τῶν παρόντων δεινῶν
ἀπάγειν τὴν γνώμην. [2.65.2] οἱ δὲ δημοσίᾳ μὲν τοῖς λόγοις ἀνε-
πείθοντο καὶ οὔτε πρὸς τοὺς Λακεδαιμονίους ἔτι ἔπεμπον ἔς
τε τὸν πόλεμον μᾶλλον ὥρμηντο, ἰδίᾳ δὲ τοῖς παθήμασιν
ἐλυποῦντο, ὁ μὲν δῆμος ὅτι ἀπ’ ἐλασσόνων ὁρμώμενος
ἐστέρητο καὶ τούτων, οἱ δὲ δυνατοὶ καλὰ κτήματα κατὰ
τὴν χώραν οἰκοδομίαις τε καὶ πολυτελέσι κατασκευαῖς ἀπο-
λωλεκότες, τὸ δὲ μέγιστον, πόλεμον ἀντ’ εἰρήνης ἔχοντες.
[2.65.3] οὐ μέντοι πρότερόν γε οἱ ξύμπαντες ἐπαύσαντο ἐν ὀργῇ
ἔχοντες αὐτὸν πρὶν ἐζημίωσαν χρήμασιν. [2.65.4] ὕστερον δ’ αὖθις
οὐ πολλῷ, ὅπερ φιλεῖ ὅμιλος ποιεῖν, στρατηγὸν εἵλοντο καὶ
πάντα τὰ πράγματα ἐπέτρεψαν, ὧν μὲν περὶ τὰ οἰκεῖα
ἕκαστος ἤλγει ἀμβλύτεροι ἤδη ὄντες, ὧν δὲ ἡ ξύμπασα
πόλις προσεδεῖτο πλείστου ἄξιον νομίζοντες εἶναι. [2.65.5] ὅσον
τε γὰρ χρόνον προὔστη τῆς πόλεως ἐν τῇ εἰρήνῃ, μετρίως
ἐξηγεῖτο καὶ ἀσφαλῶς διεφύλαξεν αὐτήν, καὶ ἐγένετο ἐπ’
ἐκείνου μεγίστη, ἐπειδή τε ὁ πόλεμος κατέστη, ὁ δὲ
φαίνεται καὶ ἐν τούτῳ προγνοὺς τὴν δύναμιν. [2.65.6] ἐπεβίω δὲ
δύο ἔτη καὶ ἓξ μῆνας• καὶ ἐπειδὴ ἀπέθανεν, ἐπὶ πλέον ἔτι
ἐγνώσθη ἡ πρόνοια αὐτοῦ ἡ ἐς τὸν πόλεμον. [2.65.7] ὁ μὲν γὰρ
ἡσυχάζοντάς τε καὶ τὸ ναυτικὸν θεραπεύοντας καὶ ἀρχὴν μὴ
ἐπικτωμένους ἐν τῷ πολέμῳ μηδὲ τῇ πόλει κινδυνεύοντας ἔφη
περιέσεσθαι• οἱ δὲ ταῦτά τε πάντα ἐς τοὐναντίον ἔπραξαν
καὶ ἄλλα ἔξω τοῦ πολέμου δοκοῦντα εἶναι κατὰ τὰς ἰδίας
φιλοτιμίας καὶ ἴδια κέρδη κακῶς ἔς τε σφᾶς αὐτοὺς καὶ
τοὺς ξυμμάχους ἐπολίτευσαν, ἃ κατορθούμενα μὲν τοῖς ἰδιώ-
ταις τιμὴ καὶ ὠφελία μᾶλλον ἦν, σφαλέντα δὲ τῇ πόλει ἐς
τὸν πόλεμον βλάβη καθίστατο. [2.65.8] αἴτιον δ’ ἦν ὅτι ἐκεῖνος
μὲν δυνατὸς ὢν τῷ τε ἀξιώματι καὶ τῇ γνώμῃ χρημάτων
τε διαφανῶς ἀδωρότατος γενόμενος κατεῖχε τὸ πλῆθος ἐλευ-
θέρως, καὶ οὐκ ἤγετο μᾶλλον ὑπ’ αὐτοῦ ἢ αὐτὸς ἦγε, διὰ τὸ
μὴ κτώμενος ἐξ οὐ προσηκόντων τὴν δύναμιν πρὸς ἡδονήν τι
λέγειν, ἀλλ’ ἔχων ἐπ’ ἀξιώσει καὶ πρὸς ὀργήν τι ἀντειπεῖν.
[2.65.9] ὁπότε γοῦν αἴσθοιτό τι αὐτοὺς παρὰ καιρὸν ὕβρει θαρσοῦντας,
λέγων κατέπλησσεν ἐπὶ τὸ φοβεῖσθαι, καὶ δεδιότας αὖ ἀλό-
γως ἀντικαθίστη πάλιν ἐπὶ τὸ θαρσεῖν. ἐγίγνετό τε λόγῳ
μὲν δημοκρατία, ἔργῳ δὲ ὑπὸ τοῦ πρώτου ἀνδρὸς ἀρχή. [2.65.10] οἱ
δὲ ὕστερον ἴσοι μᾶλλον αὐτοὶ πρὸς ἀλλήλους ὄντες καὶ
ὀρεγόμενοι τοῦ πρῶτος ἕκαστος γίγνεσθαι ἐτράποντο καθ’
ἡδονὰς τῷ δήμῳ καὶ τὰ πράγματα ἐνδιδόναι.

[2.65.1] Με τοιούτους λόγους προσεπάθει ο Περικλής και την εναντίον του οργήν των Αθηναίων να εξασθενίση και τον νουν των ν' αποτρέψη από τα παρόντα δεινά. [2.65.2] Αλλ' εκείνοι δημοσία μεν επείσθησαν τελικώς εις τους λόγους του και όχι μόνον προς τους Λακεδαιμονίους δεν έστελλαν του λοιπού πρέσβεις, αλλά και προς τον πόλεμον ήσαν προθυμότεροι, ιδιαιτέρως όμως εξηκολούθουν να βαρυθυμούν δια τα παθήματά των, ο μεν πολύς λαός διότι είχε στερηθή και το ολίγον που είχε προ του πολέμου, οι δ' εύποροι διότι είχαν χάσει ωραίας ιδιοκτησίας, αποτελουμένας από οικοδομάς και πολυτελείς εγκαταστάσεις εις την ύπαιθρον χώραν, και το χειρότερον όλων, διότι είχαν πόλεμον αντί ειρήνης. [2.65.3] Αλλ' η γενική εναντίον του Περικλέους αγανάκτησις κατηυνάσθη μόνον, αφού τον ετιμώρησαν δια χρηματικής ποινής. [2.65.4] Πριν όμως περάση πολύς καιρός, με την συνήθη αστασίαν του πλήθους, τον εξέλεξαν πάλιν στρατηγόν και του ενεπιστεύθησαν την γενικήν των πραγμάτων διεύθυνσιν, καθόσον τας μεν ιδιωτικάς των λύπας ησθάνοντο ήδη ολιγώτερον οξέως, δια τας δημοσίας δ' ανάγκας της πόλεως τον εθεωρούσαν ανεκτίμητον. [2.65.5] Διότι, και εφόσον χρόνον εκυβέρνησε τα δημόσια πράγματα εν καιρώ ειρήνης, ηκολούθει πολιτικήν σώφρονα και διετήρει την ασφάλειαν της πόλεως, η οποία υπ' αυτόν ανήλθεν εις μεγίστην ακμήν, και όταν ο πόλεμος επήλθεν, αυτός απέδειξεν ότι υπήρξεν ο ορθός εκτιμητής της δυνάμεώς της.
[2.65.6] Επέζησε δε δύο έτη και εξ μήνας μετά την έναρξιν του πολέμου, και αφού απέθανεν, έτι μάλλον κατεδείχθη η ορθότης των προβλέψεών του, ως προς τον πόλεμον.
[2.65.7] Διότι εκείνος μεν υπεστήριξεν, ότι θα επικρατήσουν, εάν επεδίωκαν την νίκην όχι δι' αποφασιστικών μαχών, αλλά δια κατατριβής του αντιπάλου, εάν κατέβαλλαν πάσαν επιμέλειαν δια την καλήν κατάστασιν του στόλου των, εάν δεν επεζήτουν νέας κατακτήσεις διαρκούντος του πολέμου, και εάν δεν εξέθεταν εις κίνδυνον την ύπαρξιν της πόλεως. Αυτοί όμως, μετά τον θάνατόν του, όχι μόνον έπραξαν τα εναντία ακριβώς από όλα αυτά, αλλά και εις ζητήματα, τα οποία εφαίνοντο άσχετα με τον πόλεμον, ηκολούθησαν, από προσωπικάς φιλοδοξίας και ιδιοτέλειαν, επιζήμιον δια τας Αθήνας και τας προς τους συμμάχους σχέσεις πολιτικήν, η οποία εν περιπτώσει επιτυχίας θα έφερε τιμήν και ωφέλειαν εις ιδιώτας κυρίως, αποτυγχάνουσα όμως, θα έφερε βλάβην εις την πόλιν κατά την διεξαγωγήν του πολέμου.
[2.65.8] Αίτια τούτου ήτον ότι ο Περικλής, έχων μεγάλην επιρροήν, πηγάζουσαν από την προς αυτόν κοινήν εκτίμησιν και την προσωπικήν του ικανότητα, και πασιφανώς αναδειχθείς εις ύψιστον βαθμόν ανώτερος χρημάτων, συνεκράτει τον λαόν, μολονότι σεβόμενος τας ελευθερίας του, και αυτός μάλλον ωδήγει αυτόν παρά ωδηγείτο από αυτόν. Καθόσον, μη επιδιώκων ν' αποκτήση επιρροήν δι' αθεμίτων μέσων, δεν ωμίλει προς κολακείαν, αλλά στηριζόμενος εις την κοινήν προς αυτόν εκτίμησιν, ηδύνατο και ν' αντιταχθή κατ' αυτών, προκαλών εν ανάγκη και την οργήν των. [2.65.9] Εν πάση περιπτώσει, οσάκις τους ήθελεν αντιληφθή παραλόγως επηρμένους και αλαζόνας, τους κατέπλησσεν, εμπνέων φόβον δια των λόγων του, και αντιθέτως, οσάκις ήθελε τους αντιληφθή επτοημένους, επανέφερε πάλιν το θάρρος των. Ως εκ τούτου, αι Αθήναι, μολονότι κατ' όνομα δημοκρατία, εκυβερνώντο πραγματικώς από τον πρώτον των πολίτην. [2.65.10] Ενώ οι διάδοχοί του, όντες μάλλον ίσοι ο εις προς τον άλλον, επιδιώκοντες όμως έκαστος να γίνη πρώτος, ήσαν έτοιμοι και αυτήν την κατεύθυνσιν των δημοσίων υποθέσεων να θυσιάζουν εις τας εκάστοτε ορέξεις του πλήθους.
Μτφρ. Ε.Κ. Βενιζέλος. [1940] 1960. Θουκυδίδου Ιστορίαι.
Ι–ΙΙ. 2η έκδ. Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της Εστίας.
ΠΟΙΜΕΝΙΚΟΝ ΡΟΚ
ΠΟΙΜΕΝΙΚΟΝ ΡΟΚ
[Από κάτι τέτοιους τσοπαναραίους πολιτικούς πέσαμε έξω , παλικάρια μου.
Τώρα ήρθε η ώρα του αρμέγματος, στο οποίο είναι άπαιχτοι....]
Στίχοι: Γιάννης Μηλιώκας
Μουσική: Γιάννης Μηλιώκας
Πρώτη εκτέλεση: Γιάννης Μηλιώκας
Ιγώ απ' τη ζουή πουλλά κατάλαβα
κι σ' ούλα τα τιρτίπια είμι μέσα,
κι αν ίμπλιξα μι πρόβατα κι γάλατα,
ας όψιτ' η ζουή η παλιουμπαμπέσα.
Ιμένα που μι βλέπς να βόσκου πρόβατα,
μι κάπα και μι σκαλισμένη αγκλίτσα,
του βράδυ πλιένω σβουνιές κι χώματα
κι τρέχω στο σιργιάνι για κουρίτσα.
Κι ιπειδή ούλη τη μέρα φκιάνου του τσουμπάν'
γινικά στου άρμιγμα κανένας δε μι φτάν'.
Κι ιπειδή ούλη τη μέρα φκιάνου του τσουμπάν'
γινικά στου άρμιγμα κανένας δε μι φτάν'.
Ιφτά γιλάδια κι ένα στρέμμα πώλησα
κι πήρα μια κουρσάρα απού πιτάει
στην τράπιζα κομπόδιμα κατάθισα
κι έχω η ψυχή μου ό,τι ζητάει.
Κολώνια ζιβανσί κι στα ποδάρια μο
κι ρούχα ιυρωπαϊκά φουράου
ας είν' καλά τα αρνιά κι τα γιλάδια μο
μι τα κορίτσα να καλοπιρνάω.
Κι ιπειδή ούλη τη μέρα φκιάνου του τσουμπάν'
γινικά στου άρμιγμα κανένας δε μι φτάν'.
Κι ιπειδή ούλη τη μέρα φκιάνου του τσουμπάν'
γινικά στου άρμιγμα κανένας δε μι φτάν'.
Σχουλιό κι τέτοια πράματα δι γνώριζα
στην πρώτη τάξ' με πήγανι διμένο
μι ζόρισαν, τους ζόρισα, μι ζόρισαν
αλλά νικάει πάντα ιπιμένον.
Φαντάρος τα καψόνια ήταν χειρότιρα,
μι ψόφησαν, μι φάγαν το καϊμάκι,
μα πάει κι αυτό κι γύρισα στ' ανθότυρα
κι βγαίνω τώρα πάλι για καμάκι.
Κι ιπειδή ούλη τη μέρα φκιάνου του τσουμπάν'
γινικά στου άρμιγμα κανένας δε μι φτάν'.
Κι ιπειδή ούλη τη μέρα φκιάνου του τσουμπάν'
γινικά στου άρμιγμα κανένας δε μι φτάν'.
ΠΕΣ ΜΟΥ ΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΣΟΥ...
- Βαγγέλη, σχίζουμε!. Τα συγχαρητήρια τηλεγραφήματα για τη στήριξή σου έρχονται κατά χιλιάδες. Μέχρι και ο Παναγιώτης Ψωμιάδης σε επαινεί!..
-Ανδρέα , τα συγχαρητήρια του τελευταίου είναι που με ανησυχούν. Όλοι οι φίλοι του αλλά και ο πνευματικός του , ο Εφραίμ, είναι υπόδικοι! Χώρια όσα του μέλλονται να πάθει ο ίδιος με τα καμώματά του...ΟΛΑ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΨΕΜΑ...
Η ΧΩΡΑ ΤΩΝ FAKE
Γιώργος Σκαμπαρδώνης
Μακεδονία, 31/1/2012
Άκουγα κάποιον διακεκριμένο έλληνα καθηγητή που ζει στη Γαλλία να λέει ότι η Ελλάδα καταποντίστηκε για έναν βασικό λόγο: «Γιατί όλα, σχεδόν τα πάντα, σε αυτήν έχουν γίνει fake». Δηλαδή ψευδεπίγραφα, μαϊμού, φενάκη, απάτη.
Και είχε δίκιο -μόνο που δεν έγιναν τώρα αλλά εδώ και δεκαετίες, απλώς με την ένδοξη γενιά του Πολυτεχνείου κορυφώθηκαν και πλέον είναι δύσκολο να ξεχωρίσεις το ναύτη από τον καντηλανάφτη.
Κι αυτό είναι το χειρότερο, όχι οι οικονομικές απάτες και οι κλοπές αλλά προηγουμένως η στρέβλωση, η αλλοίωση, η αντιποίηση εννοιών, λέξεων, ιδεολογιών, αξιών, ιεραρχιών, ιστορίας, μεγεθών και διαστάσεων. Ο σκυλάς εκτιμάται εξίσου με τον Μίκη και ο δημοσιοσχεσίτης με τον πραγματικό καλλιτέχνη, ο μασίφ δεξιός παραδόξως εμφανίζεται ως αριστερός και ο αριστερός ποθεί το τζιπ του δεξιού, ο κρατικοδίαιτος καθηγητής το παίζει Τσε και στις εκπομπές καλούνε την ήρα μαζί με το στάρι. Κολλητοί βραβεύουν κολλητούς στην τηλεόραση και μετά τους συνεντευξιάζουν και όλο αυτό το πράμα έχει μπει σε ένα μίξερ, από το οποίο έχει προκύψει ένας τοματοπελτές οριζόντιας εξίσωσης και τρέχα γύρευε.
Fake. Όλοι πια τα ξέρουμε όλα, όλοι φτιάξαμε μπλογκ, όλοι αποφαίνονται για την οικονομία, τη λογοτεχνία, το σινεμά ή την ερωτική ζωή των γαρίδων. Σχεδόν κανείς δεν κάθεται στ’ αυγά του, να κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα, να μιλά μόνο γι’ αυτό που γνωρίζει βαθιά. Όλοι ανακατεύονται με όλα και μέσω γνωριμιών, κομμάτων, κολλητών και ασυδοσίας μπαίνουν σε ένα δήθεν κεντρικό παιχνίδι, όπου αναπόφευκτα πλέον κυριαρχούν η αναξιότητα από τη μια και το γλείψιμο και η ψευδοεπανάσταση από την άλλη. Όλοι πουλάμε αντικομφορμισμό, ιδίως μερικοί βαθύτατα αντιδραστικοί και συντηρητικοί, πολλοί ποζάρουν σαν επαναστάτες, όντας οι ίδιοι στυλοβάτες του αναχρονισμού και ιδιότυπα αντικοινωνικά φρικιά, και πια έχει χαθεί ο λογαριασμός, αφού το παζάρι γέμισε προβατόσχημους λύκους και αλεπούδες, που εμφανίζονται σαν σεμνές νοικοκυρές ή πωλητές μπρόκολου.
Οι λέξεις και τα νοήματα έχουν στρεβλωθεί σε βαθμό παράνοιας. Το συντηρητικό πρότυπο έχει περιβληθεί δήθεν προοδευτική ρητορική κι όλοι κάνουμε τους άνετους, για να φαντάζουμε in. Όμως στην πράξη ανακυκλώνουμε το γιάπικο ίνδαλμα, διαχειριζόμενοι την παρασημαντική του fake, των γνωριμιών, της επιρροής, της ανταπόδοσης, της αλλαξοκωλιάς, της κομματίλας και της συγκατάβασης μεταξύ κατεργαρέων, όχι για να πάμε μπροστά, αλλά για να φαίνεται ότι πηγαίνουμε.
Fake: απάτη, παραπλανητικό φαίνεσθαι. Κι αυτό που βλέπουμε εδώ και χρόνια είναι να συμμαχούν από ένστικτο οι μετριο-τίποτε, οι ατάλαντοι και οι συμπλεγματικές πριμαντόνες και να έχουν εγκαταστήσει ένα καθεστώς φωνασκούσης αναξιοκρατίας, όπου η εκδούλευση και ο ενδοτισμός και το κόμμα και το κολλητιλίκι αποφασίζουν για τα πάντα. Κι όταν τα πράγματα έχουν φτάσει σε αυτό το σημείο, η πολιτική, που έχει διαπεραστεί από την ίδια ασθένεια, είναι ανίσχυρη πια, ακόμη κι αν θεραπευτεί, γιατί η υποκάτω κοινωνία θα συνεχίσει να πάσχει.
Το ψάρι τώρα βρομά λιγότερο απ’ το κεφάλι και περισσότερο και χειρότερα από το υπόλοιπο σώμα που ευωδιάζει σαν μουχλιασμένος μπακαλιάρος.
Οι πολιτικοί δεν φέρουν την κύρια ευθύνη, όχι. Πιο πολύ φταίει αυτό: Ότι το fake έχει ενσωματωθεί σχεδόν σε όλους εμάς, στο φρόνημα του λαού. Οι πολιτικοί και τα κόμματα αναδεικνύονται εδώ και δεκαετίες καθ’ ομοίωσιν. Η κρίση έχει φτάσει βαθιά, ως τα νύχια, και μη μας ξεγελά το γυαλιστερό πεντικιούρ.
ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ!
Ο κυρ Βοριάς παράγγειλεν ούλω των καραβιώνε:
«Καράβια π’ αρμενίζετε, κάτεργα που κινάτε,
εμπάτε στα λιμάνια σας, γιατί θε να φυσήξω,
ν’ ασπρίσω κάμπους και βουνά, να κρυώσω κρυές βρυσούλες,
κι οσά ’βρω μεσοπέλαγος, στεριάς θε να τα ρίξω».
Κι όσα καράβια τ’ άκουσαν, όλα λιμάνι πιάνουν,
του κυρ Αντριά το κάτεργο μέσα βαθιά αρμενίζει.
«Δε σε φοβούμαι, κυρ Βοριά, φυσήσεις δε φυσήσεις,
τι έχω καράβι από καρυά και τα κουπιά πυξάρι,
έχω κι αντένες προύντζινες κι ατσάλενα κατάρτια,
έχω πανιά μεταξωτά, της Προύσας το μετάξι,
έχω και καραβόσκοινα από ξανθής μαλλάκια·
κι έχω και ναύτες διαλεχτούς, όλο άντρες του πολέμου,
κι έχω κι ένα ναυτόπουλο, που τους καιρούς γνωρίζει,
κι εκεί που στήσω μια φορά την πλώρη δε γυρίζω».
«Ανέβα, βρε ναυτόπουλο, στο μεσιανό κατάρτι,
για να διαλέξεις τον καιρό, να ιδείς για τον αέρα».
Παιζογελώντα ανέβαινε, κλαίοντας κατεβαίνει.
«Το τι είδες, βρε ναυτόπουλο, αυτού ψηλά που πήγες;»
«Είδα τον ουρανό θολό και τ’ άστρα ματωμένα,
είδα την μπόρα που άστραψε και το φεγγάρι εχάθη,
και στης Αττάλειας τα βουνά αστραχαλάζι πέφτει».
Ώστε να ειπεί, να καλοειπεί, να καλοκουβεντιάσει,
βαριά φουρτούνα πλάκωσε και το τιμόνι τρίζει,
ασπρογυαλίζει η θάλασσα, σιουρίζουν τα κατάρτια,
σκώνονται κύματα βουνά, χορεύει το καράβι,
σπιλιάδα του ’ρθε από τη μια, σπιλιάδα από την άλλη,
σπιλιάδα από τα πλάγια του κι εξεσανίδωσέ το.
Γιόμισε η θάλασσα πανιά, το κύμα παλικάρια,
και το μικρό ναυτόπουλο σαράντα μίλια πάγει.
Όλες οι μάνες κλαίγανε κι όλες παρηγοριούνται,
μα μια μανούλα ενού παιδιού παρηγοριά δεν έχει.
Βάνει τις πέτρες στην ποδιά, τα τρόχαλα στον κόρφο,
πετροβολάει τη θάλασσα και τροχαλάει το κύμα.
«Θάλασσα, πικροθάλασσα και πικροκυματούσα,
πο’ ’πνιξες το παιδάκι μου, π’ άλλο παιδί δεν έχω».
«Δε φταίω η δόλια θάλασσα, δε φταίω εγώ το κύμα,
μόν’ φταίει ο πρωτομάστορας που φτιάνει τα καράβια».
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)











