Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 02, 2026

ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ, Ο ΑΝΕΞΙΘΡΗΣΚΟΣ

ΕΝΑ ΑΡΘΡΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ ΚΑΙ ΤΗ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

 Σκιαγράφηση του κειμένου

Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος συνέδεσε τη νίκη του στη Μουλβία Γέφυρα (312 μ.Χ.) με την προστασία του χριστιανικού Θεού, ερμηνεύοντας ένα ουράνιο φαινόμενο  ως θείο σημάδι του θεού των χριστιανών . 

Υποστήριξε έμπρακτα τον Χριστιανισμό με το Διάταγμα των Μεδιολάνων (311 μ.Χ.), έδωσε φοροαπαλλαγές στον κλήρο, επέτρεψε  ανέγερση ναών και έκανε νομοθετικές μεταρρυθμίσεις (αυστηρότερο διαζύγιο, κατάργηση σταύρωσης, προστασία δούλων).

Διατήρησε αξιώματα και  σύμβολα των εθνικών : Παρέμεινε pontifex maximus, ενώ νομίσματα και η Αψίδα του στη Ρώμη περιείχαν εθνικά σύμβολα (π.χ. Ήλιος) και ασαφείς μονοθεϊστικές αναφορές.

Έδειξε ανοχή στον εθνικό κόσμο: Συμβουλευόταν μάντεις, στήριξε τα Ελευσίνια Μυστήρια και ποτέ δεν καταδίωξε συστηματικά τους εθνικούς, παρά μόνο στο τέλος της ζωής του περιόρισε τις δημόσιες θυσίες.
Δεν  καταπίεσε συστηματικά τους Εβραίους, αλλά τιμώρησε αυστηρά όσους εμπόδιζαν τον εκχριστιανισμό ή προσπάθησαν να επισκευάσουν τον Ναό τους.

Η θρησκευτική του πολιτική συνδύαζε ειλικρινή πίστη, πολιτικό ρεαλισμό και σταδιακή μετάβαση σε μία νέα θρησκευτική πραγματικότητα , χωρίς ωστόσο να επιβάλει τον Χριστιανισμό ως επίσημη θρησκεία (αυτό έγινε το 380 μ.Χ. επί Θεοδοσίου).

******************** 

 Εικ. 3. Κεφάλι από το κολοσσιαίο άγαλμα που φιλοτεχνήθηκε μετά τη νίκη του Κωνσταντίνου επί του Μαξέντιου. Μουσεία Καπιτωλίου, Ρώμη.


Η θρησκευτική πολιτική του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου 

Ιωσήφ ΔέσποιναΔέσποινα Ιωσήφ

«Νομίζω ότι είναι σε όλους σαφές ότι τίποτα πολυτιμότερο δεν έχω προ οφθαλμών από τη θρησκεία», είχε δηλώσει σε μια επιστολή του ο Κωνσταντίνος, ο πρώτος αυτοκράτορας αυτόκλητος προστάτης του χριστιανισμού. Στις 28 Οκτωβρίου του 312 μ.Χ. ο Κωνσταντίνος κέρδισε μια αποφασιστική μάχη εναντίον του συνδιεκδικητή του ρωμαϊκού θρόνου Μαξέντιου, στη Μουλβία γέφυρα του ποταμού Τίβερη, δεκαέξι χιλιόμετρα έξω από τη Ρώμη. Πριν από τη μάχη, ο Μαξέντιος, ακολουθώντας τη ρωμαϊκή συνήθεια, συμβουλεύθηκε τα Σιβυλλικά Βιβλία για να λάβει πρόβλεψη για την έκβαση της μάχης, τα οποία ανέφεραν ότι θα χανόταν ο εχθρός της Ρώμης. Ο Μαξέντιος ερμήνευσε το χρησμό προς όφελός του, διαψεύστηκε όμως οικτρά. Ο Μαξέντιος κατατροπώθηκε από τον Κωνσταντίνο και το πτώμα του ρίχτηκε στον ποταμό Τίβερη σύμφωνα με τη συνήθεια της εποχής. Στη συνέχεια, το πτώμα ανασύρθηκε, αποκόπηκε το κεφάλι και τοποθετήθηκε σε μια λόγχη που οι νικητές περιέφεραν στην πόλη προς επιβεβαίωση και επίδειξη του θριάμβου τους.

Παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον ότι ο Κωνσταντίνος ερμήνευσε την αναμέτρησή του με τον Μαξέντιο ως αναμέτρηση ανάμεσα στον χριστιανικό Θεό και στην παλιά παραδοσιακή θρησκεία. Ο Κωνσταντίνος, χωρίς κανέναν απολύτως ενδοιασμό, αντιλήφθηκε τη δράση του ως σταυροφορία και απέδωσε τη νίκη του, όπως και όλες τις μεταγενέστερες επιτυχίες του, στην προστασία του μοναδικού αληθινού Θεού, του Θεού των χριστιανών.

Όπως πίστευε, ο Θεός τού είχε αποκαλυφθεί σε όραμα και σε όνειρο, το οποίο αργότερα διηγήθηκε με κάθε λεπτομέρεια στον εκκλησιαστικό ιστορικό και βιογράφο του Ευσέβιο και μάλιστα ορκίστηκε για την αλήθεια των λεγομένων του. Την παραμονή της μάχης του με τον Μαξέντιο, την ώρα του δειλινού, ο Κωνσταντίνος καθόταν έξω από τη σκηνή του και αναλογιζόταν το σχέδιο της μάχης που θα ακολουθούσε όταν, ξαφνικά, είδε στον ουρανό το χριστόγραμμα, δηλαδή τα δύο πρώτα γράμματα του ονόματος του Χριστού, συνοδευμένο από την επιγραφή hoc signo victor es, ή στην ελληνική του απόδοση που μας παρέχει ο Ευσέβιος, τούτω νίκα. Σε όνειρο έλαβε την οδηγία να χαράξει το χριστόγραμμα και την επιγραφή στις ασπίδες των στρατιωτών του και να τα αποτυπώσει στα λάβαρά του ως αλέξημα, δηλαδή ως αποτροπαϊκό σύμβολο για την προστασία τους. Ο Κωνσταντίνος πρόθυμα υπάκουσε και αυτό πίστευε ότι του εξασφάλισε την εύνοια του παντοδύναμου Θεού και την τελική επικράτηση. Η απρόσμενη νίκη εδραίωσε μια για πάντα τη χριστιανική του πίστη. Από ευτυχή συγκυρία έχει σωθεί το κράνος του Κωνσταντίνου με χαραγμένο πάνω του το χριστόγραμμα. Ας σημειωθεί ότι συναντούμε το σύμβολο ΧΡ σε παπύρους της εποχής καθώς χρησιμοποιούνταν από ελληνόφωνους Αιγύπτιους εμπόρους για να δείξουν ότι ένα προϊόν ήταν χρηστόν, δηλαδή καλό. Για πρώτη φορά ο Κωνσταντίνος το χρησιμοποίησε ως χριστιανικό σύμβολο. Ήταν ιδέα του αυτοκράτορα να μετατρέψει τη σύντμηση αυτή σε προστατευτικό σύμβολο του Θεού του.

Αυτό που είδε ο Κωνσταντίνος στον ουρανό και εντυπωσιάστηκε, όπως υποστηρίζουν πολλοί σήμερα, δεν ήταν τα δύο πρώτα γράμματα της λέξης Χριστός, παρά μια σπάνια, αλλά επιστημονικά εξακριβωμένη μορφή του φαινομένου της άλω. Καθώς οι ακτίνες του ήλιου συναντούν παγοκρυστάλλους δημιουργείται ένα θεαματικό πρόσκαιρο σχήμα φωτεινού σταυρού με τον ήλιο στο κέντρο, όπως το ουράνιο τόξο εμφανίζεται όταν οι ακτίνες του ήλιου ενώνονται με σταγόνες βροχής. Οποιαδήποτε εκδοχή κι αν βρίσκουμε πειστική, αυτό που έχει σημασία είναι ότι ο Κωνσταντίνος εξέλαβε την εμπειρία του ως μεταφυσική και, αμέσως μετά, θέλησε να μάθει περισσότερα για το χριστιανισμό. Έτσι, άρχισε να μελετάει συστηματικά χριστιανικά κείμενα, να συναναστρέφεται τακτικά με χριστιανούς ιερείς και να τους έχει συνδαιτυμόνες και συνοδούς στα ταξίδια του.

Η ειλικρίνεια της μεταστροφής του Κωνσταντίνου στο χριστιανισμό αμφισβητήθηκε έντονα σχεδόν αμέσως μόλις έγινε αντιληπτή η σημασία της. Ακόμη και σήμερα συνεχίζεται η διένεξη για το αν ο εκχριστιανισμός του αυτοκράτορα ήταν ζήτημα πολιτικής σκοπιμότητας ή αν πήγαζε από αγνά θρησκευτικά κίνητρα. Προσωπικά θεωρώ την αποδοχή της χριστιανικής πίστης από τον Κωνσταντίνο απόλυτα ειλικρινή. Στις επιστολές του ίδιου του αυτοκράτορα, που σώζονται μέχρι σήμερα, διακηρύσσει με σαφήνεια την παταγώδη αποτυχία των παραδοσιακών θεών και την ακράδαντη πίστη του ότι η παντοδυναμία του Θεού των χριστιανών θα φέρει αμέτρητα αγαθά στο κράτος που ηγείται. Δεν πρέπει να παραγνωρίζουμε το γεγονός ότι ο χριστιανισμός στην εποχή του Κωνσταντίνου δεν ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένος, οι χριστιανοί αποτελούσαν τότε μια μικρή μόνο μερίδα του πληθυσμού, μια ασήμαντη και ανίσχυρη ομάδα με λίγους μόνο φίλους στις ισχυρές ανώτερες τάξεις, οπότε δεν ήταν καθόλου αυτονόητη ούτε αναπόφευκτη η υποστήριξή τους από έναν αυτοκράτορα. Αμέσως μετά τον εκχριστιανισμό του Κωνσταντίνου, η κατάσταση άλλαξε ριζικά και σημειώθηκε ραγδαία άνοδος των μεταστροφών στο χριστιανισμό. Δεν αποκλείεται, βέβαια, το γεγονός ότι ο Κωνσταντίνος αναγνώρισε την ασύγκριτη δυναμική του χριστιανικού κινήματος, την ξεχωριστή μαχητικότητα των οπαδών του και την πρωτόγνωρη για τον αρχαίο κόσμο οργάνωση του κλήρου, και ότι κατόρθωσε να διαβλέψει τη λαμπρή πορεία του. Έχει μεγαλύτερο ίσως ενδιαφέρον να αναρωτηθούμε πότε ακριβώς ο Κωνσταντίνος έλαβε την απόφαση να υποστηρίξει το χριστιανισμό και να τον χρησιμοποιήσει ως συνεκτική ιδεολογία της αυτοκρατορίας και σε ποια χρονική στιγμή αντιλήφθηκαν οι σύγχρονοί του, χριστιανοί και εθνικοί, τη ρηξικέλευθη απόφασή του.

Ο Κωνσταντίνος υποστήριξε έμπρακτα το χριστιανισμό. Απάλλαξε τον κλήρο από φορολογικές υποχρεώσεις, παραχώρησε το δικαίωμα ιδιοκτησίας και αποδοχής κληρονομιών στην Εκκλησία, καθιέρωσε την Κυριακή ως επίσημη ημέρα ανάπαυσης (από την οποία εξαίρεσε μόνο τους αγρότες που μπορούσαν, αν το επιθυμούσαν, να συνεχίσουν τις εργασίες τους, για να μην διακινδυνεύσουν καταστροφή της σοδειάς τους, και τις απελευθερώσεις δούλων ως μια καλή πράξη που μπορούσε να γίνει ακόμα και σε αργίες), αναγνώρισε όλες τις χριστιανικές εορτές ως κρατικές, αποτύπωσε χριστιανικά σύμβολα στα νομίσματά του και ανέγειρε εντυπωσιακές εκκλησίες με χρήματα του αυτοκρατορικού ταμείου σε όλη τη ρωμαϊκή επικράτεια.

Ωστόσο η πολιτική του Κωνσταντίνου απέναντι στο χριστιανισμό ήταν αντιφατική. Ο Κωνσταντίνος δεν απέβαλε ποτέ την ιδιότητα του pontifex maximus (= του υπάτου αρχιερέα) της παραδοσιακής θρησκείας των Ρωμαίων, δεν εξαφάνισε τα εθνικά σύμβολα από τα νομίσματά του (για παράδειγμα, στα νομίσματά του εμφανίζονται οι θεοί Δίας Σωτήρ, Άρης Σωτήρ, Ηρακλής Νικητής, Ήλιος, Ίσιδα, Σέραπις και Άνουβις), ενώ παράλληλα κυκλοφορούσαν και νομίσματα με χριστιανικά σύμβολα, στην Αψίδα του αυτοκράτορα στη Ρώμη, που ανήγειρε προς τιμήν του η ρωμαϊκή Σύγκλητος σε ανάμνηση της μάχης του 312, δεν κατονομάζεται ξεκάθαρα ο χριστιανικός Θεός ως ο προστάτης του, παρά υπάρχει μια παράσταση του θεού Ήλιου και η μονοθεϊστική ασαφής επιγραφή instinctu divinitatis (= με την έμπνευση της θεότητας νικά ο αυτοκράτορας). Ταυτόχρονα, ο Κωνσταντίνος συμβουλευόταν μάντεις και αστρολόγους μέχρι το τέλος της ζωής του και επέτρεπε στους υπηκόους του να καταφεύγουν στη μαγεία για τη θεραπεία ασθενειών ή την αποτροπή ανεπιθύμητων καιρικών φαινομένων, αποδέχτηκε πρόθυμα εθνικές τιμές από τους πολίτες της Αθήνας, πλήρωσε τα ταξιδιωτικά έξοδα ενός εθνικού ιερέα για προσκύνημα στην Αίγυπτο, ενίσχυσε οικονομικά τα Ελευσίνια Μυστήρια και, το κυριότερο ίσως, ποτέ δεν καταπίεσε εθνικούς.

Κάποιοι χαρακτηρίζουν τον Κωνσταντίνο ρεαλιστή και διπλωμάτη και θεωρούν ότι συνειδητά δεν ήθελε να προσβάλει τους εθνικούς υπηκόους του αλλά να τους προσφέρει μια γέφυρα να περάσουν ήπια, σταδιακά και ανώδυνα στο χριστιανισμό, ή ερμηνεύουν τις εθνικές του συνήθειες ως εξωτερικές τυπικές εκδηλώσεις που αναμένονταν από έναν αυτοκράτορα αλλά που είχαν χάσει το εθνικό τους νόημα για πολλούς από τους ανθρώπους της εποχής (και σίγουρα για τον Κωνσταντίνο), αποδίδουν τη φαινομενικά αλλόκοτη και συγκεχυμένη συμπεριφορά του σε απλή άγνοια ή σε γραφειοκρατική αδράνεια, και την περιοδική εμφάνιση μονοθεϊστικών συμβόλων και το δισταγμό να κατονομαστεί ξεκάθαρα ο Θεός των χριστιανών σε πρωτοβουλία των συγχρόνων του εθνικών Συγκλητικών (οι οποίοι ήταν υπεύθυνοι για την ανέγερση δημοσίων οικοδομημάτων και την κυκλοφορία νομισμάτων) που είχαν αντιληφθεί τη μεταστροφή του αυτοκράτορά τους αλλά ένιωθαν αιφνιδιασμένοι και αμήχανοι για να την ομολογήσουν απροκάλυπτα. Ο Κωνσταντίνος δίνει την εντύπωση ότι δεν είχε τους ενδοιασμούς που του αποδίδονται. Είχε τον απόλυτο έλεγχο της κατάστασης, ήταν αυθόρμητος, αλλά και σίγουρος για τις θρησκευτικές επιλογές του, τις οποίες, σε καμιά περίπτωση, δεν έκρυβε. Απλώς η μεταστροφή σε κάτι νέο δεν σημαίνει απαραίτητα ουσιαστική ρήξη με το παρελθόν, ούτε πάντα αυτόματη εγκατάλειψη των παλιών συνηθειών, τουλάχιστον όχι σε τόσο απόλυτο βαθμό όσο τείνουμε να πιστεύουμε. Ο Κωνσταντίνος δεν θεωρούσε ότι ενεργούσε κατά τρόπο αντιφατικό ή προβληματικό, όπως εμείς σήμερα.

Το πρώτο και κυριότερο βήμα του Κωνσταντίνου, που σήμανε την οριστική ρήξη με το εθνικό παρελθόν, ήταν η αναγνώριση του δικαιώματος ύπαρξης του χριστιανισμού και η διακήρυξη της αρχής της ανεξιθρησκίας για τους όλους τους υπηκόους της αυτοκρατορίας. Το 311 μ.Χ. ο Κωνσταντίνος έπεισε τον συναυτοκράτορά του Λικίνιο να δημοσιεύσουν από κοινού το Διάταγμα των Μεδιολάνων (στο σημερινό Μιλάνο) που όριζε τα ακόλουθα: «Όταν εγώ ο Κωνσταντίνος ο Αύγουστος και εγώ ο Λικίνιος ο Αύγουστος είχαμε την ευτυχία να συναντηθούμε στα Μεδιόλανα και να συζητήσουμε όλα τα σχετικά με το κοινό συμφέρον και όφελος, κρίναμε ότι μεταξύ των άλλων ζητημάτων που θα ωφελούσαν τους πάντες, πρώτο και κύριο επιβαλλόταν να ρυθμιστεί εκείνο που σχετίζεται με το σεβασμό προς το Θείο, δηλαδή να χορηγήσουμε στους χριστιανούς καθώς και σε όλους τους άλλους την ελευθερία να ακολουθούν οποιαδήποτε θρησκεία επιθυμεί ο καθένας, ώστε οποιαδήποτε και αν είναι η θεότητα και η ουράνια δύναμη να διάκειται ευμενώς απέναντί μας και απέναντι σε όλους εκείνους που βρίσκονται υπό την εξουσία μας (…). Κατά συνέπεια (…) αποφασίσαμε να καταργηθούν όλοι οι σχετικοί με τους χριστιανούς προγενέστεροι περιορισμοί (…) και από τώρα και στο εξής όποιος επιθυμεί να ακολουθήσει τη θρησκεία των χριστιανών είναι απεριόριστα ελεύθερος άνευ παρεμβάσεων ή ενοχλήσεων να την ακολουθήσει (…). Παραχωρήσαμε στους εν λόγω χριστιανούς απόλυτη ελευθερία να ασκούν τη λατρεία τους (…). Εφόσον τους παραχωρήσαμε αυτό το δικαίωμα και οι άλλοι ομοίως έχουν, προς χάριν της ειρήνης της βασιλείας μας, απόλυτη ελευθερία να εκλέγουν και να τιμούν όποια θρησκεία θέλουν. Και τούτο αποφασίστηκε για να μη φανεί ότι μειώνουμε οποιαδήποτε θρησκεία ή λατρεία». Ακολουθούν διαταγές για την άμεση απόδοση στις χριστιανικές κοινότητες των τόπων λατρείας και της υπόλοιπης περιουσίας τους που είχαν βίαια αποσπαστεί κατά τη διάρκεια των διωγμών, είτε βρισκόταν ακόμη αυτή στην κατοχή του δημοσίου ταμείου, είτε είχε εκποιηθεί ή παραχωρηθεί σε ιδιώτες. Στους αγοραστές και τους δωρεοδόχους δινόταν η υπόσχεση ότι τελικά θα αποζημιώνονταν από το δημόσιο ταμείο. «Έτσι ώστε, όπως εξηγήσαμε, η Θεία Εύνοια την οποία γνωρίσαμε σε τόσο μεγάλα συμβάντα, να εξακολουθήσει να μας στηρίζει εσαεί, για την δική μας επιτυχία και την ευτυχία του λαού» (μετάφραση δική μου και από Jones Arnold, Ο Κωνσταντίνος και ο εκχριστιανισμός της Ευρώπης, μετ. Αλέξανδρος Κοτζιάς, εκδόσεις Ηριδανός, Αθήνα χ.χ., σ. 88-89). Ο Κωνσταντίνος δεν όρισε το χριστιανισμό ως μόνη επίσημη θρησκεία του κράτους. Αυτό έγινε το 380 μ.Χ. με διάταγμα του αυτοκράτορα Θεοδοσίου του Α΄.[.........................]ΣΥΝΕΧΙΣΤΕ

Η θρησκευτική πολιτική του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου

Δεν υπάρχουν σχόλια: