Σάββατο, Ιανουαρίου 20, 2018

Τι διάβαζαν τα Ελληνόπουλα τον 19ο αιώνα;





Μεταφράσεις, διασκευές και μεταποιήσεις ξένων έργων εις τα καθ’ ημάς




Κυριάκος Ντελόπουλος

 anagnostis.gr


Συμβολή στην ελληνική παιδική λογοτεχνία του 19ου αιώνα. 

Η βιβλιογραφική χαρτογράφηση του 19ου αιώνα έδωσε πλούσιες πληροφορίες για την εκδοτική δραστηριότητα της Ελλάδας, του νέου ευ­ ρωπαϊκού κράτους, που μετά από μακραίωνη αφάνεια αναδύθηκε δυναμικά και διεκδίκησε μια θέση στην αναγεννώμενη Ευρώπη. Η αναγεννηθείσα πνευματική του ζωή υπήρξε ανάλογα ανήσυχη και δημιουργική. Τα επιτεύγματά της τα αποκάλυψαν οι βιβλιογραφικές έρευνες, οι ο­ ποίες ανέσκαψαν τα κοιτάσματα του παρελθόντος και έφεραν στην επιφάνεια ευρήματα που βεβαιώνουν ότι πολλά ξεκίνησαν τότε και πολ­λά έγιναν προάγγελοι των εξελίξεων. Η εκδοτική δραστηριότητα που εντάθηκε με τον χρόνο με αξιοσημείωτους ρυθμούς, έχει δώσει αξιοπρόσεκτους αριθμούς βιβλίων που κυκλοφόρησαν, λογοτεχνικών και επιστημονικών, ελληνικών και ξένων σε μετάφραση. Η επί χρόνια αστήρικτη απόφανση ότι τον 19ο αιώνα δεν γράφτηκαν βιβλία για παιδιά μετά από έρευνες αποδείχθηκε εσφαλμένη. Στην απόρριψη του σφάλματος συντέλεσε η βιβλιογραφική έρευνα, που κατέδειξε ότι τα παιδιά διάβασαν βι­βλία ελληνικά και ξένα, βιβλία γραμμένα γι’ αυτά και βιβλία που μεταφράστηκαν ακόμη και βιβλία που είχαν αποδέκτες τους «μεγά­λους». Γνωρίζουμε και τα σχολικά βιβλία της εποχής και τα εξωσχολικά και τους συγγραφείς τους. Δηλαδή τα βιβλία που κράτησαν στα χέρια τους παιδιά τότε, οι πάπποι, οι προπάπποι και προ-προπάπποι μας πια.
Τα ξένα βιβλία που εισήχθησαν στην Ελλάδα αποδόθηκαν στην ελληνική με διάφορους τρόπους. Μεταφράστηκαν, παραφράστηκαν, διασκευάστηκαν και μεταπλάστηκαν. Η διαδικασία των μεταπλάσεων υπήρξε μία τακτική μη αυτούσιας μεταφοράς των έργων των ξένων βι­βλίων για ανάγνωση από τα παιδιά. Η ίδια ακολουθήθηκε και για τις λαϊκές εκδόσεις. Τέτοιας μορφής και τεχνικής που οδήγησε σε αποδόσεις με χαρακτηριστικά πρωτότυπης δημιουργίας. Πρόκειται για ένα ενδιαφέρον φαινόμενο της εποχής.
Καταγράφονται1 98 Έλληνες συγγραφείς με 204 τίτλους σε 330 εκδόσεις και 114 ξένοι με 293 τίτλους σε 510 εκδόσεις.
Στην πρώτη ομάδα παραμένουν για ταύτιση με τους συγγραφείς τους 56 τίτλοι που κυκλοφόρησαν ανώνυμα αλλά σύμφωνα με πολ­λές ενδείξεις ανήκουν σε Έλληνες και 86 τίτλοι οι οποίοι από τα βι­βλιογραφικά τους και άλλα εσωτερικά στοιχεία φαίνεται να προέρχονται από ξένους. Επιφύλαξη υπάρχει για 56 ελληνικούς τίτ­λους, ένα μέρος των οποίων μπορεί να αποδειχτεί τελικά ότι είναι ξενικής προέλευσης, μεταφρασμένοι ή διασκευασμένοι.
Οι αναφερόμενοι αριθμοί για τις εκδόσεις καθαρόαιμων ελληνικών βιβλίων και τις εισαγωγές από το εξωτερικό αντιπροσωπεύουν τα εντοπισθέντα ως τώρα ευρήματα. Πρέπει να σημειώσω ότι οι αριθμοί αυ­τοί στην πραγματικότητα είναι μεγαλύτεροι σύμφωνα με πληροφο­ρίες από γραπτές μαρτυρίες. Ο αριθμός των 330 εκδόσεων ελληνι­κών έργων εξασθενεί αν αφαιρέσουμε τις 55 –είναι όμως πολύ πε­ρισσότερες– εκδόσεις των Αισώπειων μύθων. Ο Αίσωπος2 περισσό­τερο από οιονδήποτε άλλο έχει προσφέρει τις μεγαλύτερες εθνικού επιπέδου υπηρεσίες και ο Christoph von Schmid,3 με 15 γερμανικούς τίτλους και 134 γνωστές εκδόσεις, τις περισσότερες από τους ξένους. Από τους 293 ξένους τίτλους, ένα πολύ μικρό ποσοστό είναι γνήσιες μεταφράσεις.
Ήδη ο αριθμός των μεταφρασμένων βιβλίων, καθώς εμφανίζε­ται τόσο μεγάλος, μεγαλύτερος των ελληνικών έργων και κατά πολύ ανώ­τερος σε αριθμό εκδόσεων απ’ αυτά, πρέπει να μας απασχολήσει. Βέβαιο πως θα μας οδηγήσει σε απρόβλεπτες διαπιστώσεις, χωρίς αυτό να σημαίνει μείω­ση της ελληνικής παραγωγής ποιοτικά, γιατί κι εδώ υπάρχει μια ιδιοτυπία. Πολλά από τα ξένα έργα έχουν αποδοθεί στα ελληνικά κατά έναν τρόπο που μπορεί χωρίς κίνδυνο να θεωρηθούν κι αυτά «ελληνικά» χάρη στην αναδημιουργική παρέμβαση των ασχοληθέντων να τα γνωρίσουν στα ελληνόπουλα με έναν πιο προσιτό τρό­πο, με ένα ελληνικό πρόσωπο. Τι συμβαίνει ακριβώς εκείνη την εποχή ­ που χρονικά μεν μπορεί να μοιάζει μακρινή αλλά από τη στιγμή που έχουμε στα χέρια μας τα προϊόντα της έρχεται πολύ κοντά μας; Ας την εξετάσουμε.
Η υπεροχή της ξένης λογοτεχνίας, και της παιδικής έναντι της εγχώριας, είναι καταφανής και δικαιολογείται πλήρως. Η δημοτι­κότητα πολλών ξένων έργων φθάνει μέχρι την Ελλάδα. Το κοινό έχει αρ­χίσει να κουράζεται από τις πολλές χρηστομάθειες και τους ακατα­μάχητους Αισώπους και αρχίζει να αποζητάει την ανάγνωση έργων  ψυχαγωγίας. Θα αποδειχθεί πιο εύκολη και πιο πλούσια η στροφή στη Δύση παρά η ικανοποίηση της ανάγκης με ελληνικά έργα. Σημαντι­κό στοιχείο ότι η παιδεία που προσφέρει το νεότευκτο κράτος μας είναι ξένης προέλευσης και πολλά σχολικά εγχειρίδια είναι με­ταφράσεις, παραλλαγές ή μιμήσεις των ξένων. Παιδεία και παιδικό βιβλίο βαδίζουν χέρι χέρι, και το ξένο εξωσχολικό βιβλίο συμβαδίζει για μεγάλο διάστημα με τα σχολικά αναγνώσματα. Βαθ­μιαία ανεξαρτητοποιείται, εξελληνίζεται και κατά τις τρεις τελευ­ταίες δεκαετίες του αιώνα πλουτίζεται με πολλά πιο «ελληνικά» έργα.
Είναι μεγάλος ο αριθμός των βιβλίων τα οποία φθάνουν στην Ελλάδα και προορίζονται για τα παιδιά, βιβλία πλέον κλασικά τα οποία θα τα γνωρίσουν μέσω ειδικών διασκευών για την ηλικία τους. Οι Ροβινσώνες και οι Δον Κιχώτες, κι άλλοι ακόμη τίτλοι για μεγάλους, θα γίνουν γνωστοί από απλοποιημένες εκδοχές και θα οδηγήσουν πολλούς Έλληνες συγγραφείς να δοκιμάσουν δικές τους αναδιασκευές, επί το ελληνικότερο και οι πιο ευφάνταστοι σε δικές τους ξαναγραφές του τύπου Αποστόλης ο Θαλασσινός, ένας μεταμφιεσμένος Έλληνας Ροβινσών, και άλλες παρόμοιες. Το φαινόμενο είναι ευρωπαϊκό και οι μεταγγίσεις και οι μετακενώσεις που παρατηρούνται από χώρα σε χώρα δημοφιλών παιδικών βι­βλίων τα οποία αναπλάθονται είναι πολλές. Στην Ελλάδα θα φθάσουν κυρίως από τη Γαλλία, ή μέσω Γαλλίας, γιατί οι μεταφραστές-διασκευαστές γνωρίζουν πιο πολύ τη γαλλική, αλλά και γιατί στη Γαλ­λία εκδίδονται πολλά βιβλία άλλων χωρών. Θα εισαχθούν λογοτεχνικά έργα από την Ιταλία μέσω γαλλικών μεταποιή­σεων, από γερμανικές κτλ. Η συγκριτική μελέτη μπορεί να οδηγήσει σε κάθε είδους απρόσμενες διαπιστώσεις που ενδιαφέρουν τους μελετητές.
Δεν θα σταθώ στις πιστές μεταφράσεις, τις χω­ρίς προσωπικές επεμβάσεις των μεταφραστών. Αυτές, ως κάλυψη των αναγκών για αναγνώσματα απαιτήσεων, ακολουθούν τον δρό­μο τους. Δεν είναι πολλές, αυξάνονται προς το τέλος του αιώνα και δεν είναι θέμα του παρόντος. Μας ενδιαφέρει η ενδιάμεση διεργα­σία, η οποία είναι ευρωπαϊκό φαινόμενο και ελληνικό: η μεταποιητική φάση, όπως χαρακτηρίζεται, η οποία παρουσιάζει πολλές και πο­λύ αξιοπρόσεκτες πτυχές για τους δρόμους που υπέδειξε ή οδήγησε αθόρυβα την ελληνική παιδική λογοτεχνία, ανεξακρίβωτο ακόμη σε ποια έκταση και βάθος. Η εποχή ευνοεί τις μεταφράσεις, τις διασκευές, τις μεταφορές εις τα «καθ’ ημάς», τα έργα τα «εμπνευ­σμένα από», τις μεταποιήσεις κάθε είδους, αλλά και τις παραποιή­σεις, αντιγραφές και πλαδαρές ή άτεχνες απομιμήσεις. Όμως, σ’ αυ­τή τη μεταποιητική διαδικασία παρατηρούνται δημιουργικές τάσεις και επισημαίνονται αξιοσημείωτα επιτεύγματα. Θα μιλήσουμε για πραγματική αναδημιουργία ξένων έργων που αποβαίνουν ελληνικά με επεμβάσεις μορφικής μεταλλαγής και αναμορφώσεις περιεχομέ­ νου. Τις αλλαγές των ονομάτων, των τοπωνυμίων και των ιστορικών γεγονότων συνοδεύουν βαθύτερες και πιο ουσιαστικές παρεμβά­σεις: αντικατάσταση των ηθικών, κοινωνικών, πολιτιστικών αξιών με ελληνικές, με ταυτόχρονη αλλαγή της ψυχολογίας των ηρώων. Πρόκειται για προσωπικές κατακτήσεις, οι οποίες προσμετρώνται στην ελληνική παιδική λογοτεχνία ως έργα, αν όχι πρωτότυπα, ­ ανανεωμένης όμως πρωτοτυπίας, από «δεύτερο χέρι», και ασφαλώς και­νούρια και με δικές τους αξιοπρόσεκτες αρετές. Πολλά απ’ αυτά υπογράφονται και άλλα φέρουν μόνο αρχικά. Συνήθως συνοδεύο­νται από την ένδειξη προέλευσης της χώρας, ενώ σχεδόν πάντα απουσιάζει η αναφορά του πρωτότυπου, πράγμα που αποτελεί ελκυστικό ζήτημα για τον βιβλιογράφο που προσπα­θεί να ταυτίσει το ελληνικό υποκατάστατο με το ξένο. Η ανακάλυ­ψη του πρότυπου ή του πρωτότυπου έχει βιβλιογραφική, φιλολογι­κή και ιστορική σημασία. Η φιλολογική έχει εντοπιστεί στην ελ­ληνική λογοτεχνία, όσο κι αν ξενίζει αυτό. Η προσεκτική ανάγνωση των έργων αυτών δεν δημιουργεί αμφιβολίες για την καταγωγή τους. Η κατηγορία είναι αναλογικά μεγάλη και η σημασία της τέτοια, ώστε να είναι ένα από τα desiderata της φιλολογικής αξιολόγησης της συμβολής τους στην ελληνική παιδική λογοτεχνία, με στόχο την εξακρίβωση της επίδρασης που άσκησαν τα δημιουργήματα αυτά, επίδραση διπλής κατεύθυνσης: προς τους μικρούς αποδέκτες –τον ψυχικό τους κόσμο μαζί με το στοιχείο της διαμόρφωσης των λογοτεχνικών και αισθητικών τους προτιμήσεων– και προς τους ομότεχνους συγγραφείς-μεταποιητές, που ενδιαφέρουν τη φιλολογική εξέταση. Και ποιος εγγυάται ότι παρά τις φιλότιμες προσπάθειες αφαίμαξης των ξενικών στοιχείων δεν ξεχάστηκαν κάποια ή δεν προσέχτηκαν μερικά, που επηρέασαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο την ιδεολογία της ελληνικής παιδικής λογοτεχνίας; Τίθεται το θέμα από τη σκοπιά της κοινωνιολογίας και του πο­λιτισμού στο σημείο της μεταβίβασης αλλότριων αξιών και της εγκατάστασής τους μέσα από το ξένο βιβλίο στο ελληνοποιημένο παιδικό κοινό. Περισσότερο εμφανές είναι το θέμα στις βαλκανικές λογοτε­χνίες, οι οποίες αναζήτησαν κι αυτές ένα ευρωπαϊκό πρόσωπο. Ξένα κείμε­να περιπλανώνται από χώρα σε χώρα και φθάνουν κι εδώ. Οι ­ διαδικασίες αναμετάδοσης ξένων πολιτιστικών στοιχείων και της προ­σαρμογής τους στα ελληνικά παραδεδεγμένα πρότυπα πρέπει να αναζητηθούν και σε ένα πλήθος παιδικών βιβλίων.
Χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις των τριών πιο δημοφιλών έργων του Christoph von Schmid , Τα αυγά τον Πάσχα, Το εξωκκλήσιον του δάσους και Η Περιστερά, αλλά και πολλά άλλα τα οποία υπέστησαν βαθιές τομές αναδημιουργίας, ώστε να μετατραπούν σε μεγάλο βαθμό ελληνικά και να αποδοθούν στον καιρό μας και ονομα­στικά σε συγκεκριμένο Έλληνα συγγραφέα, τον Δημήτριο Πανταζή. Η Juliana Roth,4 αναφερόμενη στις διαδικασίες μεταφοράς ξέ­νων έργων της λαϊκής λογοτεχνίας, στην οποία εντάσσει και τα τρία δημοφιλή του έργα, που θεωρούνται παιδικά, είναι σαφής, αποκα­λυπτική και με τεκμήρια υποστηρίζει τις αξιολογήσεις της ιστορώ­ντας τους λόγους αυτής της πολιτιστικής διαδικασίας:

Δεν είναι ανάγκη να τονίσουμε ότι, ως αποτέλεσμα της οθωμανικής κυ­ριαρχίας, η πολιτιστική ανάπτυξη των βαλκανικών λαών διακόπηκε και έπρεπε να γίνει ένα νέο ξεκίνημα στην περίοδο που προηγήθηκε της εδραίωσης των εθνοτήτων. Οι αναπτυσσόμενες εθνικές λογοτεχνίες έπρε­πε να υιοθετήσουν και να ενσωματώσουν ξένα λογοτεχνικά πρότυπα. Για μερικές από τις βαλκανικές λογοτεχνίες οι μεταφράσεις συγγραφέων όπως οι Kotzebue, Zschokke, Schmid, Dumas, Karamzin, Fenelon –και όχι όπως οι Γκαίτε, Σίλλερ, Βολταίρος ή Σαίξπηρ– αντιπροσώπευαν τις πρώτες επαφές με τις ευρωπαϊκές λογοτεχνίες μετά από αιώνες πολιτισμικής απομόνωσης. Έτσι, το επιστημονικό ενδιαφέρον για τους τρόπους και τις μεθόδους με τις οποίες τα ξένα λογοτεχνικά πρότυπα βρήκαν τον δρόμο τους προς τον ανα­γνώστη των Βαλκανίων είναι απολύτως δικαιολογημένο. Σ’ αυτό το πλαί­σιο, ο ελληνικός πολιτισμός αξίζει ιδιαίτερη προσοχή. Επειδή για πολλούς αιώνες τα ελληνικά χρησίμευσαν ως lingua franca για τον ορθόδοξο πληθυ­σμό στην οθωμανική αυτοκρατορία, αρκετά έργα Γερμανών, Γάλλων, Άγ­γλων συγγραφέων, έγιναν γνωστά στους Σέρβους, Βούλγαρους, Ρουμά­νους αναγνώστες μέσω των ελληνικών τους μεταφράσεων. Με άλλα λόγια: το λογοτεχνικό και πολιτισμικό περιεχόμενο ενός γερμανικού, γαλλικού ή αγγλικού μυθιστορήματος έφτανε στο αναγνωστικό κοινό αυτών των χω­ρών έχοντας ήδη υποστεί μια πρώτη τροποποίηση από Έλληνα μετα­φραστή και αναμεταδότη. Συχνά τα πράγματα ήταν ακόμη πιο περίπλοκα, όταν π.χ. τα ελληνικά δεν ήταν η γλώσσα της πρώτης μετάφρασης, γιατί μια ενδιάμεση μετάφραση είχε χρησιμοποιηθεί για την ελληνική. Έτσι, έργα της γερμανικής λογοτεχνίας δεν μεταφράστηκαν κατευθείαν από το γερμανικό πρωτότυπο κείμενο, αλλά από τη γαλλική τους μετάφραση. Για τον ερευνητή της κοινωνικής ιστορίας και της λαϊκής λογοτεχνίας οι επι­πτώσεις αυτών των διαδικασιών γλωσσικής και νοητικής παρέμβασης σε διάφορα επίπεδα είναι σαφώς αναγνωρίσιμες και ενθαρρύνουν τις μελέτες.
Το σημαντικότερο ζητούμενο για εξέταση αποτελούν οι μηχανισμοί της επικοινωνιακής διαδικασίας και ιδιαίτερα ο τρόπος μετάφρασης των ξενόγλωσσων λογοτεχνικών έργων: παρουσιάζονταν τα έργα αυτά στο κοινό της νοτιο­ανατολικής Ευρώπης ως πιστές φιλολογικές μεταφράσεις (με τη σύγχρονη έννοια του όρου) ή ως διασκευές ή τολμηρές μεταλλαγές των πρω­τότυπων; Σε ποιο βαθμό και σε ποια έκταση το αναγνωστικό κοινό προσ­δοκούσε ή ήταν διατεθειμένο να δεχτεί ξένα πολιτισμικά στοιχεία; Η διερεύνηση της σερβικής και της βουλγαρικής περίπτωσης φανερώνει ότι τον 19ο αιώνα η διασκευή ήταν ο κανόνας: οι μελέτες Σέρβων και Βουλγάρων ιστορικών της λογοτεχνίας δίνουν τόσο επαρκείς αποδείξεις γι’ αυτήν την πρακτική ώστε οι όροι «εκσερβισμός» και «εκβουλγαρισμός» των ξένων λο­γοτεχνικών έργων να έχουν γίνει μέρος του κοινώς αποδεκτού λεξιλογίου των ιστορικών της λογοτεχνίας και να δηλώνουν σαφώς καθορισμένα φαι­νόμενα. Αν το ίδιο ισχύει και για την Ελλάδα, ποιες ήταν οι αλλαγές που επέφεραν οι μεταφραστές, και γιατί τις έκαναν;
Η Ελληνική Επανάσταση και η ίδρυση ανεξάρτητου ελληνικού εθνικού κράτους προκάλεσαν θεμελιώδεις αλλαγές όχι μόνο στην πολιτική και οι­κονομική ζωή, αλλά σήμαναν επίσης την απαρχή μιας νέας φάσης στον ελ­ληνικό εθνικό πολιτισμό. Οι πνευματικές δραστηριότητες μετατοπίστηκαν από τις κοινότητες της διασποράς προς τα νέα κέντρα του πρώην τουρκο­κρατούμενου ελληνικού χώρου, προξενώντας σημαντικές αλλαγές στην κοινωνική και πνευματική ζωή. Οι άνθρωποι των γραμμάτων, που ­ προέρχονταν από τη διασπορά και που ήταν μέσω της παιδείας τους εξοικειωμέ­νοι με αυτό που συνήθως ονομαζόταν «ευρωπαϊκός πολιτισμός», ενδιαφέ­ρονταν τώρα να μεταδώσουν αυτόν τον πολιτισμό στους λιγότερο «φωτι­σμένους» συμπατριώτες τους. Αυτό είναι το γενικό πλαίσιο στο οποίο πρέ­πει να ερμηνεύσουμε την ίδρυση της «Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας» και την αφοσίωσή της στη διάδοση διδακτικού και ηθοπλαστικού αναγνωστικού υλικού. Η έλλειψή του έκανε τις μεταφράσεις από ξένες λογοτεχνίες απαραίτητες.
Η εν λόγω αλληλουχία μεταφράσεων προσφέρεται ιδιαίτερα για τη μελέτη όχι μόνο των γλωσσικών μετατροπών αλλά επίσης και των διαφορετικών τρόπων πολιτισμικής προσαρμογής του κειμένου. Αυτό σημαίνει ότι η με­τάφραση ενός λογοτεχνικού κειμένου δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται μόνον ως θέμα γλώσσας και ύφους αλλά και ως πολιτισμική διαδικασία διαμέσου της οποίας το περιεχόμενο μεταφέρεται από το ένα πολιτισμικό σύστημα στο άλλο. Ο διαφορετικός βαθμός πολιτισμικής προσαρμογής είναι άκρως εν­ δεικτικός της κοινωνίας και του πολιτισμού των αποδεκτών. Είναι δείκτης του βαθμού ετοιμότητας και ικανότητας του αναγνωστικού κοινού να κα­τανοεί και να δέχεται ξένα και άγνωστα κείμενα με αλλότριες έννοιες και ιδέες.

Θα κάνω λόγο και για ένα άλλο φαινόμενο της εποχής, όχι μό­νο ελληνικό. Ολόκληρα τμήματα ξένων έργων μεταφέρονται χωρίς προσαρμογές και μεταποιήσεις σε άλλα και άλλοτε αποτελούν τη βάση εξόρμησης της δημιουργικής σκέψης του παρεμβασία, που δεν συνιστά παράβαση νομικών ή ηθικών κανόνων, και απλά χρησιμοποιούνται. Στον περιλάλητο Γεροστάθη υπάρχει ο Simon de Nantua του Jussieu, χωρίς αυτό να θίγει τον Γάλλο δημιουργό του ή να μειώνει το έργο του δέοντος Μελά ή να προσβάλει τα πνευματικά ­ήθη της εποχής. Πλείστα άλλα παραδείγματα για μικρότερου βεληνεκούς κείμενα έχουν έρθει στο φως μετά από συγκρίσεις και παραβολές, ενώ υπάρχουν πολλά βιβλία, υπογραμμένα ή ανώνυμα, τα οποία παρέχουν βάσιμες υπόνοιες της ξένης προέλευσής τους ή της βαριάς επίδρασης πάνω τους ξένων προτύπων.
Ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον μέρος του θέματος σχετίζεται με τη δραστηριότητα των ξένων ιεραποστολών στην Ελλάδα κατά τις πρώτες δεκαετίες του περασμένου αιώνα, των προτεσταντών και των καθολικών. Ικανότατοι κληρικοί μεγάλης μόρφωσης, βαθιάς παιδείας και επικίνδυνης ελληνομάθειας αποδύθηκαν με ζήλο, φα­ντασία και άκρατο επαγγελματισμό σε αγώνα προσηλυτισμού στα δόγματα αυτά. Είναι γνωστό ότι η αντίσταση των ορθοδόξων υπήρ­ξε τέτοια που οδήγησε την επιχείρηση σε αποτυχία. Ωστόσο, φαίνε­ται ότι συνέβαλαν στην αφύπνιση των λαϊκών στρωμάτων κάποιων πνευματικών ανησυχιών. Στη Μάλτα και στη Σύρο λειτουργούσαν τρία εντυπωσιακής αποδοτικότητας τυπογραφεία, στα οποία τυ­πώθηκαν δεκάδες βιβλία σε χιλιάδες αντίτυπα που διανέμονταν δω­ρεάν και έφθασαν ακόμη και να αγοράζονται από τους διαθέσι­μους αναγνώστες που διψούσαν για αναγνώσματα ευχάριστα, ημι-διδακτικά και γενικά ικανοποιητικής καθημερινής ψυχαγωγίας. Πολλά απ’ αυτά ήταν παιδικά, αγγλικά, σε δική τους μετάφραση, χωρίς μνεία συγγραφέα. Οι ιεραπόστολοι, ευφυείς και ικανοί, προσέγγισαν τους δασκάλους και τους μαθητές και φυσικά τους λαϊ­κών τάξεων ανθρώπους. Είναι άγνωστη ακόμη η συμβολή τους, θε­τική ή αρνητική, στα λογοτεχνικά μας πράγματα, όπως ανεξακρί­βωτη παραμένει και η επίδρασή τους στα παιδιά. Δεν έχει γίνει κα­ μία ακόμη ειδική σπουδή των κειμένων αυτών και των επιπτώσεών τους.
Ο ευφυής ελληνομαθής και δραστήριος κληρικός Samuel Sheridan Wilson το 1835 έγραψε, τύπωσε και κυκλοφόρησε το πολυσέλιδο μυ­θιστόρημα με τίτλο Το παλληκάριον. Με τινας κατανυκτικάς ειδή­σεις της Ελληνικής Επαναστάσεως. Το βιβλίο αυτό ανατυπώθηκε το 1990 σε κριτική έκδοση. Πέρα από το ενδιαφέρον που παρου­σιάζει από φιλολογική άποψη, α) προορίστηκε για τα παιδιά, όπως ο ίδιος ο συγγραφέας του καταθέτει, και β) είναι το πρώτο ελληνι­κό μυθιστόρημα, ελληνικό (;) για δύο συζητήσιμους λόγους: ότι έχει ελληνικό θέμα και επειδή γράφτηκε ελληνικά!
Πολλά ζητήματα που περιβάλλουν τις μεταφράσεις και περισσότερο τις διασκευές εκείνης της εποχής και της ανταπόκρισης των επιλογών των ξένων βιβλίων και βέβαια οι προτιμήσεις των ανα­γνωστών επιζητούν εξέταση. Πότε θα ασχοληθούμε με την εξιχνίαση εκείνης της ένδειξης «Εκ του γαλλικού υπό…» και της «Κα­τά το γερμανικόν υπό…», που σημαίνουν πολλά και διαφορε­τικά πράγματα; Επιζητούμε να προσδιορίσουμε και να αποδείξου­ με το ελληνικό πρόσωπο της ελληνικής παιδικής λογοτεχνίας από εξωτερικά γνωρίσματα, αλλά μας διαφεύγει ο χαρακτήρας και η φυσιογνωμία της, που θα πιστοποιούσαν ουσιαστικότερα την εθνι­κή της προσωπικότητα. Στεκόμαστε στα ίδια πρόσωπα και στα ίδια έργα και παραμελούμε άλλα, που μπορεί να είχαν ιδέες που άλλοι τις αξιοποίησαν και τις προώθησαν.
Πιστεύω πως, αν δεν ιχνηλατήσουμε προσεκτικά, με σύνεση και γνώση τη συνολική παραγωγή και τα ξενόφερτα έργα τα οποία βιώνουν σε λανθάνουσα κατάσταση και προσφέρθηκαν στους μικρούς Έλληνες αναγνώστες, του κρίσιμου και καθοριστικού 19ου αιώνα στη διάρκεια του οποίου παίχτηκαν, διακυβεύτηκαν, κρίθηκαν και αποφασίστηκαν πολλά και αν δεν επεξεργαστούμε εργαστηριακά τα συστατικά και τα φαινόμενα της παιδικής λογοτεχνίας, αφού βέ­βαια πρώτα τα εντοπίσουμε, και αν δεν τα αναλύσουμε επιστημονι­κά, δεν πρόκειται να αποκαταστήσουμε ακριβή επικοινωνία με το παρελθόν. Η ελληνική παιδική λογοτεχνία μοιάζει να γεννήθηκε με­τά τη Μεταπολίτευση του 1974, σύμφωνα με τον τρόπο που ασπάζονται οι ιστορικοί και χειρίζονται οι μελετητές της τα διαδραματισθέντα από το χρονικό αυτό όριο. Οι διατριβές στρέφονται με συγκαταβατική διάθεση προς ζώντες δημιουργούς και το ασταθεροποίητο παρόν της, ενώ παραμένουν ανέγγιχτα σημαντικά θέματα του παρελθόντος και αγνοούνται οι σημαντικές προσωπικότητες που τα θεμελίωσαν, προκειμένου να έχουμε μια σαφή εικόνα των εξελίξεων. Φαινόμενα και σταθμοί παραγνωρίζονται ή εί­ναι άγνωστα, Οι σοβαρές μελέτες οι βασισμένες στο παρελθόν, όχι ένδοξο αλλά υπαρκτό και σεβαστό, αναμένουν τους μελετητές τους. Η απόσπαση των παιδικών βιβλίων και η ανάδειξή τους σε αυτόνομη κατηγορία περιέργως έχουν οδηγήσει στην εντύπωση ότι η παιδική λογοτεχνία είναι αυτογενής και άσχετη με το σώμα της λογοτεχνίας, στο οποίο ανήκει οργανικά. Η συνεξέτασή τους είναι διηνεκές επιστημονικό ζητούμενο.

  1. Βλ. Κυρ. Ντελόπουλος, Παιδικά…, ό.π.
  2. Πρέπει να παρατηρηθεί ότι οι μύθοι του σε ποικίλες μορφές έχουν μετακι­νηθεί προς το μέρος βιβλίων για παιδιά έξω από τη σχολική χρήση του παρελθόντος. Οι διασκευασμένες προτάσεις των συγγραφέων τους τεκμηριώνουν επαρκώς την επισήμανση.
  3. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Schmid. Κεφ. 6 και 7.
  4. «Οι μεταμορφώσεις ενός γερμανικού αφηγήματος του 19ου αιώνα και η πορεία του προς τον Βαλκάνιο αναγνώστη: Τα αυγά του Πάσχα του Christoph von Schmid», στο: Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών / Ε.Ι.Ε. Η λαϊκή λογοτεχνία στη Νοτιανατολική Ευρώπη (19ος και αρχές 20ού αι.) Συνάντηση Εργασίας 21-22 Απριλίου 1988 (Αθήνα, 1995).

Δεν υπάρχουν σχόλια: