Παρασκευή, Ιουλίου 07, 2017

Αλίμονο αν προδώσουμε τη θάλασσα


“Η Θάλασσα” 
(1962)



Η θάλασσα είναι σαν τον έρωτα:
μπαίνεις και δεν ξέρεις αν θα βγεις.
Πόσοι δεν έφαγαν τα νιάτα τους –
μοιραίες βουτιές, θανατερές καταδύσεις,
γράμπες, πηγάδια, βράχια αθέατα,
ρουφήχτρες, καρχαρίες, μέδουσες.
Αλίμονο αν κόψουμε τα μπάνια
Μόνο και μόνο γιατί πνίγηκαν πεντέξι.
Αλίμονο αν προδώσουμε τη θάλασσα
Γιατί έχει τρόπους να μας καταπίνει.
Η θάλασσα είναι σαν τον έρωτα: χίλιοι τη χαίρονται – ένας την πληρώνει.

Η ΜΕΓΑΛΗ ΜΕΓΑΙΡΑ

Big Data and Big Brother, What's the Big Deal?Ο μεγάλος αδελφός ήταν τελικά …μεγάλη αδελφή

Ο μεγάλος αδελφός ήταν τελικά …μεγάλη αδελφή
Το «1984» ήταν (και είναι) πολλά πράγματα. Μεταξύ άλλων είναι: α) μελλοντολογία. Περιγράφει πώς θα είναι στο μέλλον η ζωή μιας κοινωνίας και των ανθρώπων της, β) μια απαισιόδοξη μελλοντολογική περιγραφή, γ) μια περιγραφή της δύναμης που έχει η (πολιτική) εξουσία να ορίζει και να περιορίζει τη ζωή, τις καθημερινές δραστηριότητες και τις πεποιθήσεις των ανθρώπων, με τον έλεγχο των πληροφοριών, με την παρακίνηση να κάνουν ή να μην κάνουν κάτι και τέλος με τις κυρώσεις κάθε μορφής, παρακάμπτοντας το θεμέλιο λίθο της αστικής κοινωνίας – τα ατομικά δικαιώματα δ) το βασικό όπλο που εξασφαλίζει τη δύναμη που έχει η εξουσία  είναι η, δια πολλών μέσων, επιτήρηση της σκέψης και των δραστηριοτήτων του ατόμου και ε) έχουμε να κάνουμε με μια άνιση σχέση ανάμεσα σε μια οργανωμένη δύναμη (πολιτική, κρατική στο «1984») και το μεμονωμένο άτομο. Απ’ αυτό πηγάζει και η αίσθηση της αδυναμίας να αντισταθεί κάποιος στην εξουσία,  η  μοιρολατρία, η υποταγή, σε μικρο-κοινωνικό επίπεδο, και σε μακρο-κοινωνικό η δυστοπία. 
Είναι αλήθεια ότι πίσω από το «1984» είδαν πολλοί τις κοινωνίες που αρνήθηκαν την αστική δημοκρατία, περιορίζοντας ή καταργώντας τον κοινοβουλευτισμό – τα φασιστικά καθεστώτα όπως της Γερμανίας, της Ιταλίας κ.ά.  ή της Σοβιετικής Ένωσης και αργότερα των Λαϊκών Δημοκρατιών.  Αν και χρειάζεται ξεχωριστή και μεγάλη συζήτηση αν όλοι αυτοί οι κοινωνικοί σχηματισμοί και τα πολιτικά καθεστώτα μοιάζουν κι αν μπορούν να υπαχθούν στην έννοια του ολοκληρωτισμού, εκείνο που θέλω εδώ να επισημάνω είναι ότι σε κάθε περίπτωση, η μορφή που έχει ο ολοκληρωτισμός (ή «ολοκληρωτισμός») στις περισσότερες ερμηνείες του «1984» είναι πολιτική. Δηλαδή, την κατεξουσιαστική κυριαρχική παρέμβαση πάνω στο άτομο την ασκεί ένας απίστευτα πολύπλοκος, γραφειοκρατικός και παντοδύναμος οργανισμός που διαθέτει αμέτρητους οικονομικούς, φυσικούς, πολιτιστικούς,  πληροφοριακούς, κ.ά. πόρους.Αποτέλεσμα εικόνας για the big brother
Ωστόσο, για όσους έκαναν σημαία το «1984» στην καταπολέμηση κάθε μορφής κρατικού παρεμβατισμού, από το δυτικό μέχρι το ανατολικό και από το βόρειο μέχρι το νότιο άκρο της Ευρώπης, αλλά και πέρα από τα σύνορά της, τα πράγματα μάλλον πήγαν στραβά. Πήγαν στραβά γιατί σε χώρες με έλλειψη δημοκρατικής παράδοσης, η παλινόρθωση της αγοράς έγινε πριν και ταυτόχρονα με την  παλινόρθωση απολυταρχικών πολιτικών καθεστώτων.  Το δρόμο έδειξε η μοίρα του μουσικού «Κάντο Χενεράλ».  Στη Χιλή, στην Τουρκία κ.ά. χώρες αρχικά, και στις χώρες του πρώην «υπαρκτού σοσιαλισμού» αργότερα, ναι μεν εγκαθιδρύθηκε ή αποκαταστάθηκε η δικτατορία της αγοράς, αλλά  βίαια, με τη βοήθεια  μιας  εξωοικονομικής δικτατορίας που πήρε διάφορες μορφές (πολιτική δικτατορία, μαφιοζο-διακυβέρνηση κ.ά.) με κοινοβουλευτικά μανδύα ή χωρίς αυτόν. Για την ακρίβεια, η «περισσότερη αγορά» δεν έφερε «περισσότερη δημοκρατία», κατά τον ίδιο τρόπο που «η περισσότερη δημοκρατία» δεν σημαίνει (απαραίτητα) «περισσότερη αγορά».
Παρά ταύτα, τα φαινόμενα πολιτικού αυταρχισμού σε χώρες με ασθενείς δημοκρατικές παραδόσεις, που προαναφέρθηκαν,  όπως και οι αυταρχικές πρακτικές σε χώρες με δημοκρατικές παραδόσεις (όπως λ.χ. στη Μ. Βρετανία τη δεκαετία ‘80), με σκοπό την αγοραιοποίηση της οικονομίας, ήταν απλώς μια πτυχή της αλλαγής. Σε άλλες περιπτώσεις, οι ίδιοι οι επιχειρηματίες και με επιχειρηματικούς όρους, έγιναν πολιτικοί, φαινόμενο που έχει χαρακτηριστεί και ως μπερλουσκονισμός. Ή, κατά τον παραδοσιακό τρόπο, πολιτικά και κρατικά στελέχη των κεντρικών κυβερνήσεων και άλλων βαθμίδων,  λειτουργούν ως εκπρόσωποι του επιχειρηματικού κόσμου, όπως συμβαίνει λ.χ. με τον γερμανικό ορντοφιλελευθερισμό, αλλά και μεγάλο μέρος της Γερμανικής Ευρώπης.  Α προπό έχει ενδιαφέρον να αναρωτηθούμε ποια στάση περικλείει περισσότερη δημοκρατία μέσα της. Αυτή του βρετανικού Brexit, μιας χώρας με τις μεγαλύτερες, ίσως, δημοκρατικές παραδόσεις στην Ευρώπη ή  της Γερμανικής Mitteleuropa; 
Σε κάθε περίπτωση ο πολιτικός αυταρχισμός, ο μπερλουσκονισμός και η παραδοσιακή πολιτική εκπροσώπηση του κεφαλαίου δεν είναι παρά πτυχές μιας μεταβατικής φάσης, της δικτατορίας της αγοράς προς ένα «νέο 1984». Σ’ αυτό το «νέο 1984» η μορφή του ολοκληρωτισμού δεν είναι πολιτική αλλά οικονομική, για την ακρίβεια η πολιτική συγκλίνει με την οικονομική. Ακριβέστερα, είναι η κυριαρχία της κύριας οργανωτικής μορφής που έχει η οικονομική – επιχειρηματική δραστηριότητα, δηλαδή της εταιρείας.  Βασικό της αν και όχι μοναδικό γνώρισμα είναι ο διαχωρισμός της εταιρικής περιουσίας ανεξαρτήτως προέλευσης, π.χ. έσοδα, τραπεζικά δάνεια, πολιτικές χορηγίες κ.ά. από την προσωπική περιουσία - σε εμφανή ή αφανή μορφή (π.χ. off shore), καθώς και των μεταξύ τους ροών. Με άλλα λόγια, ο κίνδυνος του ολοκληρωτισμού σήμερα δεν προέρχεται από το «Κόμμα» αλλά από την Εταιρεία. Ο αναδυόμενος σύγχρονος ολοκληρωτισμός είναι εταιρικός ολοκληρωτισμός –αλήθεια, αυτός ο ολοκληρωτισμός μπορεί να έχει διαφορετικά χρώματα;
Ο εταιρικός ολοκληρωτισμός έχει δυο κύρια πεδία δράσης. Ένα που το έχει κατακτήσει και ένα που παλεύει να το κατακτήσει με τη βοήθεια αυτού που έχει ήδη κατακτήσει. Αυτό που έχει ήδη κατακτήσει είναι το έδαφος μέσα στην ίδια την Εταιρεία. Εκεί μέσα πολλά ατομικά, πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα γίνεται προσπάθεια να περιοριστούν αν δεν έχουν ήδη περιοριστεί κάποια. Αν είσαι ή πρόκειται να γίνεις εργαζόμενός της, η  Εταιρεία μπορεί να σου απαγορεύσει να παντρευτείς ή να τεκνοποιήσεις ή να μην σε προσλάβει αν το έχεις κάνει ήδη. Η Εταιρεία μπορεί να σου επιβάλλει τα σουπερμάρκετ από όπου θα ψωνίσεις ή δεν επιτρέπεται να  ψωνίσεις. Η Εταιρεία μπορεί να ελέγξει αν θα μετακινηθείς  στον ελεύθερο χρόνο σου και σε ποιο μέρος. Η Εταιρεία μπορεί να σου επιβάλλει τι ρούχα θα φορέσεις ή απαγορεύεται να φορέσεις, καθώς και την εν γένει εμφάνιση και λεκτική συμπεριφορά σου, ιδιαίτερα σε ότι αφορά την ίδια την Εταιρεία, αλλά και πέραν αυτής. Και φυσικά πριν σε προσλάβει, η Εταιρεία θα ψάξει μέχρι το μεδούλι το προφίλ που έχεις στα ΜΚΔ – μια πρακτική που είναι καθιερωμένη εδώ και χρόνια, ακόμα και στην Ελλάδα. 
Αν είσαι πελάτης, η Εταιρία διεκδικεί το δικαίωμα να  ελέγχει την ταυτοπροσωπία σου, μα πάνω απ’ έχει θεσμοθετήσει ως αυτονόητο το δικαίωμά της στην επιτήρησή σου, όπως και των εργαζομένων της, μέσα και έξω από τους χώρους εργασίας, αλλά και την επιτήρηση ατόμων άσχετων με τη δραστηριότητά της, όπως λ.χ. συμβαίνει σε πολλά τραπεζικά, κυβερνητικά κ.ά. κτίρια. Η Εταιρεία έχει καθιερώσει το φακέλωμα και –παρά την όποια νομοθεσία- τη διαχείριση και μεταβίβαση των προσωπικών δεδομένων εργαζομένων και πελατών της - που προέρχονται από την επιτήρηση και την καταγραφή στοιχείων του κοινού. Θα ήταν ενδιαφέρον να μάθουμε πού βρίσκουν τα στοιχεία των παραληπτών από μικρές εταιρείες εστίασης μέχρι εταιρείες πολιτικού μάρκετινγκ και δημοσκοπήσεων.  Η Εταιρεία, λ.χ. τηλεφωνίας, θα σου ζητήσει την υπογραφή σου, προκειμένου να γίνεις συνδρομητής της υπηρεσίας της, αλλά χωρίς να δεις με ευχέρεια (π.χ. ψιλά γράμματα) ή καθόλου τους όρους. Άλλους θα τους κρύψει επιμελώς. Μάλιστα για να μην εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της θα επικαλεστεί τον βαρύγδουπο και νεφελώδη όρο «συστημικοί λόγοι» ή ανήκουστα επιχειρήματα του είδους «σας πήραμε δυο - τρεις φορές τηλέφωνο και δεν σας βρήκαμε, οπότε θεωρήσαμε πως θέλετε να παραμείνετε σε μας».
Η Εταιρεία λοιπόν θα τα κάνει όλα αυτά τόσο σε εργαζόμενους όσο και καταναλωτές, έχοντας συχνά την άμεση ή έμμεση προστασία και τη χορηγία του κράτους με διάφορες μορφές. Ηθική αναγνώριση (λ.χ. η παρουσία επισήμων στις εκδηλώσεις της Εταιρείας),  διαφήμιση και χορηγία (όπου είναι δυνατόν), διοικητικές, τεχνικές κ.ά. διευθετήσεις (όπως τεχνικά έργα) είναι μερικές μόνο από αυτές. Παρά τα νομικά προσκόμματα, η καταστολή των πρακτικών που είναι παράνομες είναι αναιμική, αφού εξυπηρετεί πολλούς παίκτες στο παιχνίδι της δημόσιας εξουσίας, κάτι που αν δεν γίνεται σκόπιμα παράγει ως αθέλητο αποτέλεσμα την αίσθηση του αδιεξόδου, του αναπόφευκτου, της υποταγής.
Η κυριαρχία του εταιρικού ολοκληρωτισμού στο εσωτερικό της εταιρείας και στα εξωτερικά της όρια (αυτά που αφορούν τους καταναλωτές) δεν είναι κάτι αμελητέο για δυο λόγους. Πρώτον η Εταιρεία είναι παντού. Σ’ όποιο βήμα και να κάνεις στο δρόμο,  στη αγορά, στη διασκέδαση, στη μετακίνηση, στην αναζήτηση υγειονομικών και εκπαιδευτικών υπηρεσιών κ.λπ. θα την συναντήσεις μπροστά σου. Δεύτερον γιατί η Εταιρεία και η κουλτούρα της έχουν  κατακτήσει  μια σημαντική θέση στη σκέψη, στη συμπεριφορά, στους σχεδιασμούς, στις αξίες των ανθρώπων. Ιδιαίτερα σε μια οικονομία της αγοράς, με  απούσα την  αμφισβήτησή της και το αντίπαλο δέος.  Έτσι λοιπόν η Εταιρεία, αν και ιδιωτική εντούτοις κατακτά άτυπα ένα σημαντικό ρόλο και στη δημόσια ζωή, πέρα από εκείνον που επιτρέπουν οι αρχές της Δημοκρατίας. Με άλλα λόγια η Εταιρεία, έχοντας εδραιώσει τον ολοκληρωτικό έλεγχο στο εσωτερικό της και διψώντας για μεγαλύτερη εξουσία και κέρδος έρχεται στο προσκήνιο της δημόσιας εξουσίας.  Διεκδικεί να διαδραματίσει τον κεντρικό ρόλο στη ρύθμιση της δημόσιας ζωής, των δικαιωμάτων μας και των σχέσεων ανάμεσα στις εξουσίες. Σήμερα είναι η Εταιρεία που αναλαμβάνει να διεκδικήσει την αναίρεση της διάκρισης των εξουσιών, όχι «το Κόμμα». Η Εταιρεία είναι το νέο «Κόμμα», το «Κόμμα» του νέου «1984». 
Η Εταιρεία διεκδικεί να ρυθμίζει (μέρος στην αρχή) της ελεύθερης μετακίνησης των πολιτών και της ελεύθερης εγκατάστασης. Η οικουμενική διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου το αναγνωρίζει, αλλά για πολλές εταιρείες σεκιούριτι κάτι τέτοιο είναι χαλάκι στη είσοδο του σπιτιού. Η Εταιρεία αναγνωρίζει τυπικά, συχνά υποκριτικά, το δικαίωμα της ισότητας, αλλά δεν θα διστάσει ως κολοσσός να συντρίψει ένα (1) μόνο άτομο και μάλιστα ανίσχυρο, προκειμένου να εισπράξει τα οφειλόμενα ψίχουλα ή να παραδειγματίσει το κοινωνικό σύνολο.
Η Εταιρεία διεκδικεί να ρυθμίσει το δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης και ελευθερίας του Τύπου. Για την Εταιρεία μπορείς να πεις καλά λόγια, μπορείς να την εκθειάσεις, αλλά δεν μπορείς να την κατηγορήσεις, όπως έγινε πρόσφατα με εταιρεία - μεγαλομπακάλη στην Ελλάδα. Μπορείς πεις ότι παράγει άριστες υπηρεσίες ή προϊόντα αλλά όχι σκουπίδια. Το δικαίωμα της κριτικής προς την Εταιρεία αναγνωρίζεται μόνο αν η κριτική είναι ευνοϊκή για την Εταιρεία. Σε αντίθετη περίπτωση θα κατηγορηθείς για συκοφαντία (οι στρατιές δικηγόρων της καραδοκούν), γιατί όχι και για δολιοφθορά της ελεύθερης οικονομίας, της οικονομικής ανάπτυξης και της ευημερίας του τόπου. Η απόσταση μέχρι την εσχάτη προδοσία όλο και μικραίνει. Στην πραγματικότητα,  με τον τρόπο αυτό καταργείται το δικαίωμα άσκησης κριτικής σε έναν αυξημένης οικονομικής και κοινωνικοπολιτικής σημασίας φορέα. Ή, ακόμα χειρότερα, το δικαίωμα της κριτικής εξαντλείται στην υποχρέωση της κολακείας προς την Εταιρεία, τους ανθρώπους της, κυρίως προς την ηγεσία της, και τα προϊόντα ή υπηρεσίες που παράγει. Άλλωστε η κοινωνία της αγοράς είναι μια κοινωνία της κολακείας («ο πελάτης έχει πάντα δίκιο»), όπου ο εργαζόμενος ή ο πολίτης οφείλει να έχει πολλά προσωπεία, να ζει τη ζωή του σαν ηθοποιός στη σκηνή δηλαδή, αλλά όχι πρόσωπο. Αν έχει και το ίσως και να στοχοποιηθεί.  Αυτό είναι το συστημικό μπούλινγκ που δεν θεωρείται τέτοιο αλλά κάτι σαν φυσικός νόμος.
Θεωρητικά, κάθε άνθρωπος είναι ελεύθερος να προσφεύγει στη δικαιοσύνη. Αλλά δεν έχουν όλοι την ίδια δυνατότητα να πληρώνουν στρατιές δικηγόρων και συνεπώς να βρουν το δίκιο τους. Για το λόγο αυτό, η Εταιρεία, εκτός άλλων, αναδεικνύεται σε νομικό Γολιάθ και το σχετικό δικαίωμα καταργείται στην πράξη. Με τον τρόπο αυτό η δικαιοσύνη δεν γίνεται απλά ταξική. Γίνεται κυνικά ταξική.
Σύμφωνα με την Οικουμενική Διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου δεν επιτρέπεται η δουλεία. Ωστόσο η κρίση οδήγησε δεκάδες χιλιάδες εργαζόμενους στην Ελλάδα ή σε άλλες χώρες της ΕΕ, σε εκχώρηση της ελευθερίας τους στην Εταιρεία έναντι εργασίας και επιβίωσης.  Θεωρητικά, κάθε ένας έχει το δικαίωμα να μετέχει στην πολιτική και να εκλέγει την κυβέρνηση της χώρας του ή και να εκλέγεται. Όμως σε πολλές περιπτώσεις αν δεν στο επιτρέψει η Εταιρεία, αυτό δεν ισχύει. Την περίοδο του ελληνικού δημοψηφίσματος το 2015, καθώς και την περίοδο των εκλογών Ιανουαρίου 2015, καταγράφηκαν πολλά περιστατικά  «ανταρσίας» της Εταιρείας απέναντι στην πολιτική τάξη, υποδεικνύοντας ή και επιβάλλοντας επ’ απειλή απολύσεως την πολιτική επιλογή που η Εταιρεία ήθελε να κάνουν οι εργαζόμενοι.
Η Οικουμενική Διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου λέει ότι καθένας έχει το δικαίωμα να εργάζεται και να επιλέγει ελεύθερα το επάγγελμά του. Η Εταιρεία διεκδικεί το δικαίωμα, με διάφορα επιχειρήματα, που σε κάθε περίπτωση είναι σαθρά και πέρα από τη Διακήρυξη και το Σύνταγμα, να καθορίζει αυτή με διάφορους τρόπους, τη δομή των επαγγελμάτων στη χώρα. Επίσης η ίδια Διακήρυξη πρεσβεύει ότι κάθε εργαζόμενος έχει δικαίωμα δίκαιης και ικανοποιητικής αμοιβής, που να εξασφαλίζει σε αυτόν και την οικογένειά του συνθήκες ζωής άξιες στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Η Εταιρεία, αν δεν βήξει όταν της διαβάσεις το παρόν άρθρο 23, παρ. 3 της Διακήρυξης, επικαλείται την ανταγωνιστικότητα και την ελευθερία της επιχειρηματικής δραστηριότητας. Η Εταιρεία διεκδικεί να γίνει ο διαχειριστής της δημόσιας περιουσίας του κράτους ή άλλου δημόσιου φορέα όχι μόνο όταν ιδιωτικοποιηθεί, συνήθως σε τιμή πώλησης χαμηλότερη από την αξία της, αλλά ακόμα και αν παραμείνει τυπικά δημόσια. Η Εταιρεία θα εφαρμόσει εκεί, στη δημόσια περιουσία, τους, συνήθως δυσμενείς για εργαζομένους και καταναλωτές,  ιδιωτικούς της όρους. Η έκταση του φαινομένου, ιδιαίτερα στις ΣΔΙΤ, στις οποίες ελάχιστες φωνές εναντιώνονται, δεν είναι καθόλου αμελητέα.  Στην πραγματικότητα η Εταιρεία θέλει ελάχιστη ή καθόλου δημόσια περιουσία και δημόσια αγαθά. Αν αυτά τα αγαθά τα χρειάζεται κάποιος ως πολίτης, ακόμα και ως εργαζόμενος, σύμφωνα με την Εταιρεία θα πρέπει να τα πληρώσει. Το πώς, με ποια χρήματα, αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Γι’ αυτό η Εταιρεία στην πραγματικότητα συμπεριφέρεται σαν ακρίδα, που αφού εκμεταλλευτεί το δημόσιο πλούτο σε μια περιοχή, μετακινείται σε άλλη όταν έρθει η ώρα να αναπαραχθούν οι προϋποθέσεις της κοινωνικής αναπαραγωγής (παιδεία, υγεία, δημόσια έργα κ.λπ.) που απαιτούν δημόσιες επενδύσεις και κοινωνική πολιτική. 
Αλλά και πέρα από όλα αυτά, η σταδιακή επικράτηση της Εταιρείας στη δημόσια σφαίρα γίνεται με πολλά εργαλεία, τα οποία άλλωστε μπορεί να τα αντέξει χρηματοδοτικά.  Το λόμπι είναι μια από αυτές τις πρακτικές. Σε ορισμένες χώρες και οργανισμούς, στην ΕΕ και αλλού, η προώθηση των συμφερόντων των διαφόρων ομάδων είναι δύσκολη έως αδύνατη χωρίς λόμπι. Η Εταιρεία δεν έχει μόνο το κύρος αλλά και τα χρήματα να το χρησιμοποιήσει. Έτσι με μαθηματική σχεδόν ακρίβεια η Εταιρεία να διεκδικήσει με περισσότερες πιθανότητες επιτυχίας
την ικανοποίηση των συμφερόντων της έναντι φορέων δημοσίου συμφέροντος. Όσον δε αφορά τον μεταξύ τους ανταγωνισμό εδώ «το μικρό ψάρι τρώει το μικρό». Πέρα από το λόμπι, η Εταιρεία, όπως προ είπαμε, μπορεί να εξασφαλίσει τη στήριξη μιας στρατιάς δικηγόρων και νομικών προκειμένου επιβάλει τις διεκδικήσεις και τις απόψεις της εναντίον τρίτων, ιδιαίτερα αν αυτοί είναι ομάδες με μικρή επιρροή ή ακόμα χειρότερα, μεμονωμένα άτομα, ακόμα κι αν είναι προβεβλημένα. Η Εταιρεία, προκειμένου να επιβληθεί έναντι ομάδων ή ατόμων στη δημόσια σφαίρα, μπορεί να χρησιμοποιήσει ήπια δύναμη – λ.χ. εμπάργκο ή απειλές. Η Εταιρεία, καθώς διαθέτει χρήματα, κύρος και δομές για στρατηγική επικοινωνία και δημόσιες σχέσεις, αλλά και προσβάσεις  σε πλείστα ΜΜΕ, μπορεί να χρησιμοποιήσει τους μηχανισμούς της δημοσιότητας για να «εξοντώσει» άτομα και ομάδες που αποτελούν εμπόδιο στο δρόμο της ακόμα και μικρά. Η Εταιρεία δεν ανέχεται τη διαφωνία και την αντίσταση, δεν ανέχεται τη δημοκρατία ως καθεστώς απαραβίαστων ατομικών, πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων. Η Εταιρεία θέλει μια στρατιωτική οργάνωση όχι μόνο της ίδιας αλλά και της κοινωνίας, χωρίς όμως να πληρώσει το κόστος του «φαντάρου». Η Εταιρεία θέλει ό,τι ήθελε κάποτε ο φασισμός αλλά με τη χρήση ήπιας δύναμης. Η Εταιρεία είναι ήπιος φασισμός.
Για το λόγο αυτό, αν οι κοινωνίες δεν εγείρουν τις αξιώσεις τους για ελευθερία και δικαιοσύνη για όλους, η εξέγερση εναντίον του μεγάλου αδελφού της πολιτικής, του «Κόμματος» κατά Όργουελ, κινδυνεύει να καταλήξει σε έναν πλήρη ολοκληρωτισμό του μεγάλου αδελφού της οικονομίας, δηλαδή της Εταιρείας. Με άλλα λόγια ο μεγάλος αδελφός ίσως αποδειχθεί τελικά …μεγάλη και κατεξουσιαστική αδελφή, εν τέλει μια μέγαιρα. 

Πέμπτη, Ιουλίου 06, 2017

Βίντεο ντοκουμέντο με Κορεάτισσες «σκλάβες του σεξ» των Ιαπώνωνhttp://im1.7job.gr/sites/default/files/imagecache/1200x675/article/2017/27/232640-korean-slaves.jpgΣτη δημοσιότητα σπάνιο βίντεο-ντοκουμέντο με τις κορεάτισσες «σκλάβες του σεξ» των Ιαπώνων 

Πρόκειται για ένα από τα πιο ειδεχθή εγκλήματα πολέμου στην ανθρώπινη ιστορία. Και όμως, παραμένει ξεχασμένο. Πρόκειται για τις «γυναίκες ανακούφισης», κορεάτισσες αιχμάλωτες που εξαναγκάζονταν σε σεξουαλική συνεύρεση με άνδρες του ιαπωνικού στρατού.
Σύμφωνα με υπολογισμούς περισσότερες από 200.000 γυναίκες εξαναγκάσθηκαν να συνευρίσκονται με τους Ιάπωνες σύμμαχους του Χίτλερ, χωρίς ωστόσο να δικαιωθούν μέχρι τη δεκαετία του 1980, οπότε και έγινε η πρώτη και μοναδική δίκη για τους βιασμούς, κατ’ ουσίαν, τόσων χιλιάδων γυναικών.
Μετά από έρευνα δύο ετών ερευνητές εντόπισαν στα αμερικανικά αρχεία το μοναδικό έως τώρα βίντεο-ντοκουμέντο από τις «γυναίκες ανακούφισης». Τραβηγμένο το 1944, παρουσιάζει την απελευθέρωσή τους από τον κινεζικό στρατό. Οι γυναίκες βρίσκονται σε άθλια κατάσταση έξω από έναν «οίκο ανοχής», ενώ μία εξ αυτών φαίνεται να κρατάει την κοιλιά της, δείγμα πως είναι έγκυος.

Πηγή : tvxs.gr


Η μηλιά και το μήλο από κάτω της

Μουσική: Σωκράτης Μάλαμας
Στίχοι: Φωτεινή Λαμπρίδη
Τραγούδι: Πέτρος Μάλαμας



Η αγάπη φέρνει αγάπη
και ο φόβος εφιάλτες
και στο σταυροδρόμι
φτάνουμε χαράματα.

Αν δε θες να δώσεις κάτι
πάρε κόσμε αυταπάτες
να χεις κάτι να ξοδεύεις
στα γεράματα.

Είσαι αίνιγμα και λύση
ήλιος κόκκινος στη Δύση
Ότι και αν συμβεί
Το φιλί φιλί θα φέρει
η καρδιά είναι καλοκαίρι
έτοιμη γιορτή

Ο αέρας φέρνει κύμα
και το κύμα το ναυάγιο
απ τα βράχια οι σειρήνες
μας μαζεύουνε

Στης κακοτοπιάς το βήμα
θα μου πεις πως είχαμε άγιο
με τα θαύματα στο βλέμμα
ξεμακραίνουμε

Είσαι αίνιγμα και λύση
ήλιος κόκκινος στη δύση
ότι και αν συμβεί
Το φιλί φιλί θα φέρει
η καρδιά είναι καλοκαίρι
έτοιμη γιορτή

Κιθάρα ακουστική: Σωκράτης Μάλαμας
Μπάσο: Γιάννης Παπατριανταφύλλου
Τύμπανα: Μιχάλης Καπηλίδης
Κιθάρα ηλεκτρική: Κλέων Αντωνίου
Τρομπέτα: Παντελής Στόϊκος
Βιολί: Φώτης Σιώτας

Ηχογράφηση – μίξη: Γιάννης Παξεβάνης (Studio Subway)
Mastering: Τίτος Καργιωτάκης – Χρήστος Χαρμπίλας (Royal Alzheimer Hall)

Φωτογραφία εξωφύλλου: Yiannis Margetousakis Photography

Παραγωγή: Αρτύς
Στίχοι - Μουσική: Σωκράτης Μάλαμας
Τραγούδι: Σωκράτης Μάλαμας
Φωνητικά: Σωκράτης Μάλαμας
Πέτρος Μάλαμας
Σωτήρης Παπατραγιάννης

Στίχοι
Είμαι ο Βασιλιάς των καναλιών
και θεατής της ίδιας μου ζωής
ο μέγας καταναλωτής
είμαι ο συλλέκτης της βροχής

Σταγόνα τη σταγόνα
γεμίζεις θάλασσες
χίλιες φορές ακόμα
να δεις τι χάλασες

Σαν βέλος στο μικρό σου σώμα
οι αποφάσεις συμβουλίων εταιρειών και κυβερνήσεων
Όλες οι υποσχέσεις των Θεών άκυρες
Αναρωτιέσαι τι να πήγε στραβά
και βρίσκεσαι στο νεφέλωμα των ανύπαρκτων γεγονότων
Δεν υπάρχεις παρά σημαδεμένος με κώδικες υποχρεώσεων
τυλιγμένος με αριθμούς δίχως αναπνοή
από τη μέρα της γέννησης
μέχρι την ημερομηνία της λήξεως σου
Κύριε ελέησον

Κανένας πια ν’ακούσει τις παρακλήσεις σου
Παρά μονάχα παρουσιαστές
να δοξολογούν τη χάρη σου, χωρίς εσένα.
Απών

Είμαι ο πολίτης της Σιωπής
και αιχμάλωτος του κόσμου των αγορών
Άγρυπνος παρατηρητής
της ιστορίας των ξεχασμένων

Φόρεσε τα γιορτινά σου και ας’τα κλάματα
Ο καλύτερος στην πιάτσα
βλέπει μόνο θαύματα

Θα φύγουμε όπως ήρθαμε
νέοι απρόβλεπτοι
τυλιγμένοι
μέσα στο προσωπικό μας
όνειρο
Ταξιδιώτες
Σε κόσμους ονείρων

Πάμε και ερχόμαστε
με μια επιμονή ακατανόητη λες και θα καταλάβουμε
όσα νομίζαμε αυτονόητα
Όλοι παθαίνουν το ίδιο
Ανίατη η περίπτωση της ύπαρξης
και η ζωή να δοξάζεται
απ’ τον παγκόσμιο
τρόμο του θανάτου

Θα φύγουμε ένας ένας
χωρίς οργάνωση
Αυθόρμητα όπως πάντα
Διαβάτες στο μέσο των σκιών
παίχτες των ψευδαισθήσεων
Θεατρίνοι, σαλτιμπάγκοι, τυχοδιώκτες

Η σκηνή πέφτει καθώς αποχωρούμε
νέοι ταξιδιώτες μπαίνουν
μέσα στην ομίχλη
της συμφωνίας του κόσμου

Άλλοι περιμένουν τη σειρά τους
Ανυπόμονοι, ενθουσιασμένοι
με το νέο ενδεχόμενο
Κάποιοι δεν έρχονται ποτέ
παραμένουν αδίαστατοι

Κιθάρα ακουστική: Σωκράτης Μάλαμας
Κιθάρα ηλεκτρική: Κλέων Αντωνίου
Μπάσο: Γιάννης Παπατριανταφύλλου
Τύμπανα: Μιχάλης Καπηλίδης
Τρομπέτα: Παντελής Στόϊκος
Βιολί: Φώτης Σιώτας
Νεϊ: Νίκος Παραουλάκης

Ηχογράφηση – μίξη: Γιάννης Παξεβάνης (Studio Subway)
Mastering: Τίτος Καργιωτάκης – Χρήστος Χαρμπίλας (Royal Alzheimer Hall)

Φωτογραφία εξωφύλλου: Yiannis Margetousakis Photography

Παραγωγή: Αρτύς




Κωδικός καταλόγου: 9592032
ISBN: 978-960-01-1843-8
1η έκδοση, Απρίλιος 2017
11,5 x 19,7
σελ. 636

Hans Fallada

Και Τώρα, Ανθρωπάκο;

Μεταφραστής: Ιωάννα Αβραμίδου
Εκδόσεις: Gutenberg

Τιμή: €20,70 και δωρεάν αποστολή εντός Αττικής

Περίληψη

Αρχές της δεκαετίας 1930: Το γερμανικό κράτος αδυνατεί να πληρώσει τα χρέη του, οι ξένοι πιέζουν, οι μισθοί κατρακυλούν, οι απολύσεις είναι καθημερινό φαινόμενο, η ανεργία αυξάνεται ταχύτατα, οι Ναζί επίσης. Τρία χρόνια πριν ο Χίτλερ καταλάβει την εξουσία ο Γιοχάνες Πίνεμπεργκ και η αγαπημένη του Έμα, το Μανάρι όπως την αποκαλεί, μαθαίνουν πως πρόκειται να αποκτήσουν παιδί και αποφασίζουν να παντρευτούν. Εκείνος ελπίζει σε μια δεύτερη δουλειά, αλλά τελικά απολύεται και από αυτή που έχει. Αναγκάζονται να μετακομίσουν στο Βερολίνο και εκεί, ανάμεσα σε κομμουνιστές, Ναζί, Εβραίους, φτωχά νοικοκυριά, πολυτελείς επαύλεις, καμπαρέ και καταγώγια, προσπαθούν όχι απλώς να εξασφαλίσουν το ψωμί τους, αλλά και να διασώσουν την αξιοπρέπεια τους.

Περιεχόμενα

Εισαγωγή || Πρόλογος: Οι Αμέριμνοι || Μέρος Πρώτο: Η μικρή πόλη || Μέρος Δεύτερο: Βερολίνο || Επίλογος: Όλα συνεχίζονται || Επίμετρο || Σημειώσεις

Παρατηρήσεις

Εισαγωγή: Κώστας Κουτσουρέλης
Επίμετρο: Herbert Schwenk
__________________________________________________

«Ο Χανς Φάλαντα και η κοινωνία του Βερολίνου»




«Ο Χανς Φάλαντα και η κοινωνία του Βερολίνου» της Ιωάννας Αβραμίδου
Τα πολιτικά γεγονότα που συντάραξαν τη Γερμανία τη δεκαετία του είκοσι, γνωστή και ως περίοδο της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, και η αποτυχία της σοσιαλιστικής επανάστασης του Νοέμβρη του 1918 μετά το χάος του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου, δεν μπορούσαν να αφήσουν αμέτοχους και απαθείς τους καλλιτέχνες και τους συγγραφείς. Είναι γνωστό στους παροικούντες τη γερμανική λογοτεχνία ότι δύο καλλιτέχνες, ο Αυστριακός Χανς Άισλερ, συνθέτης μεταξύ άλλων και δημοφιλών αγωνιστικών τραγουδιών της εποχής και θεωρητικός της μουσικής, και ο δραματουργός Ερνστ Τόλερ, μετά τη συντριβή της επανάστασης του Νοέμβρη του 1918 υπέστησαν διώξεις, και ο μεν πρώτος δολοφονήθηκε, ο δε νεαρός Ερνστ Τόλερ καταδικάστηκε, φυλακίστηκε και το 1939 αυτοκτόνησε. Παράλληλα με τις κοινωνικές και τις πολιτικές έριδες, υπήρχαν και έντονες ζυμώσεις και λογοτεχνικές διαμάχες στον χώρο της λογοτεχνίας, που κορυφώθηκαν στην περίφημη «Διαμάχη για τον Εξπρεσσιονισμό», στους κόλπους κυρίως των μοντερνιστών και των αριστερών εκπροσώπων του κριτικού ρεαλισμού. Ουσιαστικά αυτό που καταλόγιζαν οι συγγραφείς του κριτικού ρεαλισμού στους μοντερνιστές ήταν ο έντονος ψυχολογισμός και η υποταγή τους στην καπιταλιστική αλλοτρίωση και στην αστική ιδεολογία, καθώς και ότι αγνοούσαν τις αντικειμενικές συνθήκες της κοινωνικής πραγματικότητας. Μέσα από τη διαμάχη αυτή, ξεπήδησε το κίνημα της Αντικειμενικής Πραγματικότητας στην οποίαν η ιστορία της λογοτεχνίας κατατάσσει και τον Χανς Φάλαντα. Η διαλεκτική σχέση μεταξύ πραγματικού και φανταστικού είναι αυτή που δημιουργεί τις μυθοπλαστικές φιγούρες του μυθιστορήματος κι όχι η πιστή απομίμηση της πραγματικότητας, που θα καταδείκνυε τη μονοσήμαντη πλευρά της ζωής τους, ενώ ο συγγραφέας, οργανώνοντας ευφυώς το υλικό του, μας δίνει ένα πολυσήμαντο έργο. Παίρνοντας αποστάσεις από τον εξπρεσιονισμό, επιδιώκει να αποτυπώσει με νηφάλιο βλέμμα και με μια ελευθερία απαλλαγμένη από κάθε εκστατικό συναισθηματισμό, τα καθημερινά γεγονότα της σύγχρονης ζωής σε μια γλώσσα λαϊκή, όπως το απαιτεί το πρόγραμμα ενός κοινωνικού μυθιστορήματος με ήρωες ανθρώπους από τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα. Λόγιος ο ίδιος, πλάθει τη γλωσσική του ύλη με ιδιολέκτους, κοινωνιολέκτους και διάλεκτο της Πομερανίας, με στόχο να επιτύχει την αυθεντικότητα της αφήγησης και των χαρακτήρων αλλά και τις ψυχικές τους παλινδρομήσεις.. Τα μυθιστορήματα που γράφονται από τους συγγραφείς του κινήματος είναι ευκολοδιάβαστα, γραμμένα σε απολύτως κατανοητή γλώσσα και δεν έχουν καμιά φιλοδοξία να εκφράσουν υψηλά νοήματα, ο συγγραφέας αρκείται μόνο να πληροφορήσει τον αναγνώστη «για τους πραγματικούς, χειροπιαστούς συσχετισμούς» και να λειτουργήσει κατά κάποιον τρόπο ως «το μάτι μιας κάμερας», που καταγράφει τα τεκταινόμενα της κοινωνίας αποστασιοποιημένα, ως ξένος μάρτυρας και δίχως συναισθηματική εμπλοκή.
Πριν κυκλοφορήσει σε βιβλίο από τον εκδοτικό οίκο Rowohlt στις 10 Ιουνίου του 1932, και γνωρίσει παγκόσμια επιτυχία, ο Ανθρωπάκος είχε δημοσιευτεί σε συνέχειες στη Vossische Zeitung, εφημερίδα της δεξιάς που απευθυνόταν στις μεσαίες τάξεις, και κέρδισε αμέσως το γερμανικό κοινό. Ο Φάλαντα εξιστορεί τα έτη 1931/’32 στο Βερολίνο, και δεδομένης της ανόδου των ναζί, το 1933, ο εκδότης, φοβούμενος μια ενδεχόμενη χρεοκοπία, συμφωνεί με τον Φάλαντα να επανεκδώσουν το βιβλίο, αφαιρώντας περίπου εκατό σελίδες στις οποίες οι περιγραφές του συγγραφέα για τα καταγώγια, τη νυχτερινή ζωή στο Βερολίνο, τους Εβραίους, τους γυμνιστές, και οι πολιτικού και σεξουαλικού περιεχομένου περιγραφές του, θα μπορούσαν να ενοχλήσουν τους εθνικοσοσιαλιστές και να το κατατάξουν στην εκφυλισμένη τέχνη.
Το βιβλίο που εκδόθηκε από τις εκδόσεις Gutenberg είναι μετάφραση της ολοκληρωμένης μορφής που εκδόθηκε τον Ιούνιο του 2016 στη Γερμανία και αξίζει να διαβαστεί, αφενός επειδή ο συγγραφέας μάς δίνει μια γλαφυρή και πλούσια σε λεπτομέρειες εικόνα της κατάστασης που επικρατεί στη Γερμανία την εποχή της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, και αφετέρου διότι ο αναγνώστης που θα το διαβάσει, δεδομένης της ανάλογης κρίσης που βιώνει ο κόσμος σήμερα και παρά τη χρονική και πολιτισμική απόσταση που τον χωρίζει από τα δρώμενά του, θα αναγνωρίσει ένα σύμπαν που του είναι οικείο.
Ο Φάλαντα γράφει ένα βιβλίο ποταμό, με σφιχτό αφηγηματικό ιστό και δυναμικούς και ζωντανούς χαρακτήρες, στο οποίο περιγράφει με μεγάλη ακρίβεια τους σύγχρονούς του μικροαστούς υπαλλήλους και προλετάριους, τον τρόπο ψυχαγωγίας τους, την ηθική τους αξιακή κλίμακα, τις συμβάσεις τους και γενικώς την καθημερινή τους ζωή. Ενσωματώνει στην πλοκή με πολύ φυσικό τρόπο πολλά πραγματολογικά στοιχεία, για παράδειγμα για το σύστημα υγείας, για τον κόσμο των δημοσίων υπαλλήλων και τη γραφειοκρατία, για τον τρόπο ένδυσης, για την άνθηση της βιομηχανίας μαζικής ψυχαγωγίας, για την κουλτούρα της κατοικίας που καλλιεργούνταν την εποχή εκείνη μέσα από τα διάφορα μέσα επικοινωνίας, για τη διάλυση του οικογενειακού ιστού εξαιτίας της οικονομικής κρίσης, για τη σύνδεση των προϊόντων του λόγου με άλλα μέσα τέχνης όπως ο κινηματογράφος και η φωτογραφία, και όλα αυτά με πρώτο και κύριο μέλημά του τη γλώσσα. Επιλέγει τη ζωντάνια και την ελαφράδα του προφορικού λόγου ή του «γλωσσικού ντοκιμαντέρ» για να κερδίσει την ταχύτητα της ομιλίας και να πλάσει φυσικούς και ατόφιους χαρακτήρες. Οι λέξεις είναι κοινές και δεν υπερβαίνουν ποτέ το επίπεδο της σκέψης και των εμπειριών των ηρώων του. Σε γενικές γραμμές, πλάθει αντιήρωες που υποφέρουν από κοινωνικές και πολιτικές συγκυρίες και βρίσκονται στον αντίποδα του μοντέλου του θετικού ήρωα του αστικού μυθιστορήματος.
Ο αναγνώστης έχει την αίσθηση ότι ο συγγραφέας αντλεί κατευθείαν από τα στόματα των λαϊκών ανθρώπων τη γλώσσα που μιλούν και τη μετακενώνει στο χαρτί, και μέσω της γλώσσας και μόνον αυτής φέρνει στην επιφάνεια τις ψυχικές τους διαθέσεις, τη ροή της συνείδησής τους, τους φόβους, την αγωνία τους για την επιβίωση, την απόγνωση και τελικά τη συντριβή. Κρυμμένος πίσω από το τρίτο ενικό πρόσωπο, ο Φάλαντα παρατηρεί και αφηγείται τη ζωή και τα πάθη του βασικού του ήρωα, του Πίνεμπεργκ, και της πολυαγαπημένης του γυναίκας που την αποκαλεί χαϊδευτικά Μανάρι. Ο καμβάς πάνω στον οποίον κεντά την αφήγησή του είναι η ζωή και ο συγκινητικός έρωτας, στην πλέον εξευγενισμένη του μορφή, του Γιοχάνες Πίνεμπεργκ και της Έμα Μέρσελ την εποχή της μεγάλης ύφεσης, με όλα τα παρεπόμενά της. Όμως στην περιφέρεια, σκιαγραφεί αδρομερώς με καυστικό χιούμορ και σαρκασμό μια σειρά από δευτερεύοντες ανθρωπολογικούς τύπους, καθώς και το περιβάλλον μέσα στο οποίο κινούνται, δίχως να προβαίνει σε κρίσεις ή ψυχολογικές αναλύσεις. Ο σαρκασμός του και το χιούμορ του γίνονται αμέσως αντιληπτά από τους επιτίτλους των διαφόρων κεφαλαίων.

Το βιβλίο γράφεται τις τελευταίες μέρες της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης και εισάγει τον αναγνώστη απευθείας στην καθημερινότητα των δύο βασικών ηρώων του και των υπόλοιπων χαρακτήρων, περιγράφοντάς την με απαράμιλλο αφηγηματικό τέμπο και με διεισδυτικές παρατηρήσεις της ατμόσφαιρας που επικρατεί εκείνη την περίοδο στη Γερμανία, μέσα από την οποίαν αναδύεται μια ολόκληρη κοινωνία. Επιστρατεύει τον λεκτικό τρόπο της ειρωνείας και τον σαρκασμό προκειμένου να μην ολισθήσει το μυθιστόρημα στον μελοδραματισμό και τον συναισθηματισμό και διαβαστεί μόνο ως ένα ειδυλλιακό ρομάντσο, για να μας πληροφορήσει καταρχήν για το πώς περνά η ζωή ενός χαμηλόμισθου λογιστάκου σε μια μικρή επιχείρηση δημητριακών στην επαρχία, και στη συνέχεια ως πωλητή σε ένα πολυκατάστημα ανδρικής ένδυσης στο Βερολίνο, για την ψυχολογική πίεση και τις ταπεινώσεις που δέχεται ένας μικροϋπαλληλάκος από τους ιεραρχικά ανώτερούς του, για την έλλειψη αλληλεγγύης μεταξύ των συναδέλφων, για τον χαφιεδισμό, τον φόβο της απόλυσης, τη διάχυτη ανασφάλεια, το αίσθημα της απομόνωσης και της ξενότητας στη μεγαλούπολη ως συνέπεια της οικονομικής κρίσης και του περιορισμένου προϋπολογισμού της οικογένειας που δεν τους επιτρέπει να απολαμβάνουν όλα όσα τους προσφέρει μια πόλη. Τέλος, την αδυναμία του ήρωα να αντιταχθεί στον καθένα που έχει εξουσία επάνω του, από τον γιατρό που κάνει τη διάγνωση της εγκυμοσύνης της γυναίκας του μέχρι τον δημόσιο υπάλληλο από τον οποίον εξαρτάται κάποιο επίδομα που δικαιούται.
«Ο Χανς Φάλαντα και η κοινωνία του Βερολίνου» της Ιωάννας Αβραμίδου
Αυτό που συνάγεται από το βιβλίο του Φάλαντα είναι ότι οι φοβερές κοινωνικές κρίσεις που διατρέχουν απ’ άκρη σ’ άκρη τη Γερμανία εκείνη την εποχή δεν οφείλονται τόσο στα πολιτικά λάθη αλλά στη γενική ανικανότητα να αναπτύξουν οι άνθρωποι μεταξύ τους σχέσεις απαλλαγμένες από εγωισμό, μικρόνοια και επιθετικότητα, να αναπτύξουν σχέσεις στη βάση της αλληλεγγύης. Ο ήρωας του μυθιστορήματος, όπως και ο ίδιος ο Φάλαντα που ανήκε στο σοσιαλιστικό κόμμα, δεν επεδίωκε να αρέσει ούτε στους αριστερούς ούτε στους ναζιστές, αλλά παίρνει ξεκάθαρα θέση υπέρ της ειρηνικής συνύπαρξης των ανθρώπων και μιας απλής αξιοπρεπούς ζωής, ιδιότητες που ο συγραφέας θεωρούσε ότι αποτελούσαν τον θεμέλιο λίθο κάθε υγιούς κοινωνίας. Καταδεικνύει πως η ανθρώπινη μικροπρέπεια και η ανικανότητα που κρύβεται πίσω από την πολιτική δράση διαστρεβλώνουν και καθιστούν αυτές τις ιδιότητες αναποτελεσματικές. Είναι άραγε ο Φάλαντα ένας συγγραφέας πολιτικών μυθιστορημάτων, όπως ο Μπαλζάκ των Χωρικών; Πολλοί κριτικοί το αμφισβητούν, θεωρούν ότι παρέμεινε πιστός στο κάπως θολό και συναισθηματικό όραμα μιας μη συγκρουσιακής κοινωνίας, θεμελιωμένης στη βάση της συνεργασίας καλοπροαίρετων και έντιμων ανθρώπων που κάνουν μόνο το καθήκον τους και μοχθούν για το κοινό καλό. Παραδειγματική φιγούρα κι ο ίδιος ενός εύθραυστου ψυχικά και εξαρτημένου από το αλκοόλ και τη μορφίνη έκπτωτου ανθρώπου, ο Φάλαντα δεν θα πάψει ποτέ να πιστεύει στις αξίες που κουβαλούσε από την οικογένειά του, η οποία ανήκε στην μπουρζουαζία της βιλχελμινικής εποχής.
Ο αναγνώστης έχει την αίσθηση πως δεν πρόκειται για μυθοπλασία αλλά για μια πραγματικότητα που βρίσκει την επιτομή της στη φωνή του αφηγητή, ο οποίος, ιδίως σε πολλά σημεία των μονολόγων του βασικού του ήρωα, εναλλάσσει την αφήγηση από το τρίτο στο πρώτο πρόσωπο ενικού, με αποτέλεσμα αφηγητής και ήρωας του βιβλίου να ταυτίζονται – αν όχι πλήρως, σε μεγάλο βαθμό. Στο βιβλίο ο Φάλαντα σχεδόν αυτοβιογραφείται, υπάρχει στενός δεσμός μεταξύ του ήρωα και του συγγραφέα. Όπως και ο ήρωάς του, ο Ρούντολφ Ντίτσεν ή αλλιώς Χανς Φάλαντα, αντιμετώπισε οικονομικές δυσκολίες, άλλαξε πολλά επαγγέλματα, κατέφυγε στο αλκοόλ και στα ναρκωτικά, βίωσε τον σκοτεινό κόσμο των ασύλων, με λίγα λόγια έζησε κι εκείνος τη ζωή ενός ανθρωπάκου. Η επαφή του με ανθρώπους από τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα και η συμπάθειά του γι’ αυτούς, η προσωπική του θέληση να παραμείνει έντιμος και αξιοπρεπής παρά τις αντιξοότητες και, τέλος, το απαράμιλλα γλαφυρό αφηγηματικό του ταλέντο, σκιαγραφούν την εικόνα του εμβληματικού κοινωνικού τύπου της εποχής εκείνης, του ιδιωτικού υπαλλήλου. Με την κριτική που ασκεί στις υπαλληλικές οργανώσεις οι οποίες δέχονται να εργάζονται οι υπάλληλοι υπερωρίες άνευ επιπλέον αμοιβής και στην απολίτικη στάση τους, το μυθιστόρημα εντάσσεται σε μια λογοτεχνική, κινηματογραφική, φωτογραφική και εικαστική παράδοση, που φέρνει στο προσκήνιο το επάγγελμα του υπαλλήλου. Το ενδιαφέρον των λογοτεχνών και των κινηματογραφικών εταιρειών της δεκαετίας του ’20 για το γραφειοκρατικό σύμπαν εξηγείται από το γεγονός ότι, περισσότερο από όλα τα άλλα επαγγέλματα, οι υπάλληλοι κάθε κατηγορίας, είτε ιδιωτικοί είτε δημόσιοι, σε αντίθεση με τους εργάτες, είναι ή απολίτικοι και άρα εύκολα χειραγωγήσιμοι από την προπαγάνδα, είτε πρόσκεινται κατά τη δεκαετία του ’20 ιδεολογικά στη δεξιά και ριζοσπαστικοποιούνται μόνο κατά τη δεκαετία του ’30, με ένα μεγάλο μέρος τους να προσχωρεί στο εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα. Στο μυθιστόρημά του ο Φάλαντα το θέμα του ναζισμού το προσεγγίζει υπαινικτικά και μόνον ακροθιγώς αναφέρεται στους Εβραίους: ο Γιοχάνες Πίνεμπεργκ δεν ενδιαφέρεται για την πολιτική ζωή. Σε αντίθεση με τη μαχητική γυναίκα του, ο ίδιος είναι αδύναμος, δειλός και αναποφάσιστος, δεν πάει κόντρα στο σωματείο ιδιωτικών υπαλλήλων του σοσιαλιστικού κόμματος στο οποίο ανήκει και το οποίο είναι υποταγμένο στην εργοδοσία. Η αναφορά του Φάλαντα στους Εβραίους δεν εμπεριέχει καμία κρίση, τους περιγράφει μάλιστα ως συμπαθείς ανθρώπους, πολύ πιο συμπαθείς απ’ ό,τι τον ναζί συνάδελφό του Λάουτερμπαχ, που τον προσεγγίζει με καρικατουρίστικη και χιουμοριστική διάθεση. Μόνο σε ένα σημείο του βιβλίου ακούμε την ενταγμένη στο σοσιαλιστικό κόμμα γυναίκα του ήρωα να λέει: «Εμένα δεν μου αρέσουν καθόλου οι Εβραίοι», δίχως όμως να αναλύει περαιτέρω το γιατί. Σε έναν από τους μονολόγους του ο σύζυγός της θεωρεί ότι αυτές τις απλοϊκές ιδέες «δεν τις επινόησε η ίδια αλλά τις έχει μέσα της» και είναι ιδέες που ταιριάζουν περισσότερο σε κάποιον ο οποίος ανήκει στο κομμουνιστικό κόμμα, κι όχι στο σοσιαλιστικό.
Υπήρξαν πολυάριθμες ιστορικές και κοινωνιολογικές μελέτες για την κατάσταση και τις διαφορές μεταξύ εργατών και των διαφόρων κατηγοριών υπαλλήλων την εποχή εκείνη. Μία από τις πλέον σημαντικές, με τον τίτλο «Die Angestellten», που σημαίνει «Ιδιωτικός Υπάλληλος», είναι του Ζίγκφριντ Κράκαουερ, αριστερού διανοούμενου, δημοσιογράφου, κοινωνιολόγου, θεωρητικού και κριτικού του κινηματογράφου, πάνω στην οποίαν στηρίχτηκε και το μυθιστόρημα ο Ανθρωπάκος. Ο Κρακάουερ διεξήγαγε πολύμηνη εξονυχιστική έρευνα πεδίου στο Βερολίνο: μελέτησε τις συνθήκες κατοικίας και εργασίας στα εργοστάσια και στα γραφεία, τα μεταφορικά μέσα που χρησιμοποιούσαν, συζήτησε με τους υπαλλήλους και τους εργοδότες τους και συμμετείχε στις δραστηριότητές τους κατά τον ελεύθερο χρόνο τους, παρακολούθησε την ιδιωτική τους ζωή σε βαθμό που έφτασε στο σημείο να διαβάζει μέχρι και την ιδιωτική τους αλληλογραφία. Αφού ολοκλήρωσε την έρευνά του στο τέλος του 1929, τη δημοσίευσε καταρχήν σε δέκα συνέχειες στη Frankfurter Allgemeine, την εφημερίδα με την οποίαν συνεργαζόταν, και την επόμενη χρονιά κυκλοφόρησε σε βιβλίο. Όλα αυτά τα στοιχεία που προέκυψαν από την έρευνα, ο Φάλαντα, όπως διαβάζουμε σε επιστολή του προς τον Κρακάουερ, τα χρησιμοποιεί και τα ενσωματώνει αριστουργηματικά στη μυθοπλασία του. Επίσης το βιβλίο του μπορεί να διαβαστεί και ως λογοτεχνική απεικόνιση και δύο μεγάλων πτυχών που αναπτύσσει ο Κρακάουερ στη μελέτη του: η πρώτη αφορά τις νέες συνθήκες εργασίας των υπαλλήλων που πλήττονται από τα μέτρα ορθολογιστικής διαχείρισης των επιχειρήσεων, και η δεύτερη την κουλτούρα τους. Κατά τον Κρακάουερ, οι υπάλληλοι είναι «πνευματικά άστεγοι», και για να αντισταθμίσουν αυτή την πραγματικότητα, καταφεύγουν στη μαζική κουλτούρα και στις διασκεδάσεις που τους προσφέρει η μεγαλούπολη, κυρίως στο σινεμά και στον αθλητισμό. Ο Φάλαντα, απεικονίζει πιστά ένα Βερολίνο όπου οι απόκληροι, οι αποκλεισμένοι και οι εξαθλιωμένοι, τρέμουν το βλέμμα ενός αστυφύλακα, αλλά παρόλα αυτά συναναστρέφονται με τους εκκεντρικούς και τους μποέμ οι οποίοι χάνουν σε μια βραδιά τον μισθό μιας ολόκληρης χρονιάς ενός υπαλλήλου.
Ο προσεκτικός αναγνώστης που θα διαβάσει το βιβλίο θα διαπιστώσει ότι η σταδιακή προλεταριοποίηση του ήρωα αντανακλάται και στη γλώσσα που χρησιμοποιεί, κι εκεί θαυμάζει κανείς όλη την αφηγηματική δεξιοτεχνία του Φάλαντα. Στην αρχή ο Πίνεμπεργκ, ο ήρωας του βιβλίου, προσπαθεί να χρησιμοποιεί την επίσημη γερμανική, για παράδειγμα όταν τον συστήνει η γυναίκα του στους προλετάριους γονείς της μπορεί ακόμα και ελέγχει τη γλώσσα και τις αντιδράσεις του. Επίσης, μπροστά στο κατάστημα επίπλων με την τουαλέτα υπνοδωματίου που κάνει τη γυναίκα του να ονειρεύεται, η τελευταία χρησιμοποιεί μια λαϊκή γερμανική λέξη, τη λέξη «heulen» που σημαίνει «πλαντάζω στο κλάμα» αντί της επίσημης γερμανικής «weinen» που σημαίνει «κλαίω». «Θεέ μου Μικρέ, αν μπορούσαμε να τ’ αγοράσουμε αυτό, νομίζω πως θα πλάνταζα στο κλάμα από τη χαρά μου!», λέει η Έμα, για να λάβει την απάντηση από τον σύζυγό της: «Αυτοί που μπορούν να την αγοράσουν δεν πλαντάζουν στο κλάμα από τη χαρά τους», υπαινισσόμενος ότι η χρήση της γλώσσας, όπως και το λευκό κολάρο που φορεί ως εργαζόμενος για να διαχωρίσει τη θέση του από τους εργάτες και τους άνεργους, αποτελεί σύμβολο κοινωνικού στάτους. Στη συνέχεια όμως της πλοκής και με τη σταδιακή του υποβάθμιση στην κοινωνική κλίμακα, βλέπουμε τη γλώσσα του να γίνεται πιο λαϊκή, πιο χυδαία, πιο επιθετική στον χώρο της δουλειάς του και στις διάφορες δημόσιες υπηρεσίες ή με τον πωλητή του καταστήματος επίπλων και με τη νοσοκόμα του Μαιευτηρίου. Οι καταιγιστικοί διάλογοι των δύο βασικών ηρώων μεταξύ τους στην αρχή του βιβλίου και με όσους τους περιβάλλουν αντανακλούν την ανυπομονησία τους για μια καλύτερη ζωή αλλά και το άγχος τους για τον τρόπο με τον οποίον θα το επιτύχουν. Όσο συνειδοποιούν την αδυναμία τους και τη θλιβερή κατάστασή τους, οι διάλογοι σπανίζουν και ο συγγραφέας εισάγει εκεί τη διαδικασία του εσωτερικού μονολόγου όπως και ο σύγχρονός του Νταίμπλιν στο Αλεξάντερπλατς, κατά τον οποίον αναδύονται στην επιφάνεια τα διάφορα αλληλοσυγκρουόμενα επίπεδα της συνείδησής του, οι αντιφάσεις και οι αμφιβολίες του για τις αποφάσεις που πρέπει να λάβει. Ο Πίνεμπεργκ νιώθει όλο και πιο ανίκανος να προσαρμοστεί στις νέες, εξορθολογισμένες συνθήκες εργασίας στην πόλη, σε αντίθεση με τον συνάδελφό του Χάιλμπουτ, που είναι το υπόδειγμα του επιτυχημένου, μοντέρνου υπαλλήλου ο οποίος έχει την ικανότητα να ελίσσεται και να αποστασιοποιείται κατά τον ελεύθερο χρόνο του από τον χώρο εργασίας του. Ακόμα και τα ονόματα που προσδίδει στους ήρωές του δεν είναι τυχαία, διότι τα ονόματα σημαίνουν και είναι σε πλήρη αντιστοιχία με τον χαρακτήρα του κάθε ήρωα – το Χάιλμπουτ, π.χ., είναι είδος ψαριού που μπορεί και ξεγλιστρά από τις δύσκολες καταστάσεις. Η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο Πίνεμπεργκ στο σπίτι αντανακλά και τα κακά εμπορικά του αποτελέσματα στη δουλειά του, είναι όλο και πιο εκνευρισμένος εξαιτίας του γεγονότος ότι αδυνατεί να συμβιβάσει τον ιδιωτικό και τον εργασιακό του βίο. Με τη δεύτερη απόλυσή του και την ανεργία, θα μιλά όλο και πιο σπάνια και, τελικά, θα περιπέσει στη σιωπή. Κι εκεί αναλαμβάνει ρόλο η Έμα. Ο Φάλαντα, υποστηρικτής του φεμινιστικού κινήματος της εποχής, προσδίδει στην ηρωίδα του τα χαρακτηριστικά του ιδανικού γυναικείου προτύπου που έχει στο μυαλό του: ως εκπρόσωπος της κατώτερης κοινωνικής τάξης που έχει μάθει να επιβιώνει μέσα σε δύσκολες και απειλητικές συνθήκες, η Έμα, που κατά την άποψή μου είναι ευθεία αναφορά στην Έμα Μποβαρί του Φλομπέρ, αλλά στον αντίποδα εκείνης, αποτελεί μια υβριδική φιγούρα στο μεταίχμιο του παλιού και νέου κόσμου. Μαχητική, πεισματάρα, ώριμη και λογική, πιστή στη ρομαντική της άποψη περί γάμου, είναι το απάγκειο στο οποίο βρίσκει παρηγοριά ο άνεργος πλέον σύζυγος, είναι αυτή που αναλαμβάνει τα βάρη της οικογένειας, τον στηρίζει ηθικά αλλά δεν επιδοκιμάζει αυτή την αντιστροφή των παραδοσιακών ρόλων. «Πείτε μου, κύριε Γιάχμαν, θα κρατήσει πολύ αυτό, να κάθονται οι άντρες στο σπίτι και να ασχολούνται με το νοικοκυριό ενώ δουλεύουν οι γυναίκες; Μα είναι δυνατόν!» ρωτά η Έμα τον καλόκαρδο μποέμ εραστή της πεθεράς της στη σελίδα 605 του βιβλίου, και επιστρατεύει όλη τη δύναμη του μεγάλου της έρωτα ενάντια στην ηθική κατάπτωση στην οποίαν, από την αρχή ακόμα της κοινής τους ζωής, κινδυνεύουν να περιπέσουν εξαιτίας των στερήσεων, καταβάλλει υπεράνθρωπες προσπάθειες για να διατηρήσει τις ηθικές της αξίες μέσα σε ένα κλίμα γενικευμένης διαφθοράς , εκφυλισμού και παρεκβατικής συμπεριφοράς και να μην παρεκκλίνει μέσα στη δυστυχία του από την ελπίδα και τα όνειρα για μια καλύτερη ζωή.
Ο Φάλαντα πλάθει και δημιουργεί πραγματικούς ήρωες που ζουν ανάμεσά μας και στων οποίων τη μοίρα ο αναγνώστης αναγνωρίζει τη δική του. Ο ρυθμός της αφήγησης ακολουθεί και παρακολουθεί τα βιώματα των δύο κύριων ηρώων και των δευτερευόντων χαρακτήρων, τους παρακολουθεί στη μίζερη καθημερινότητά τους. Στο πρόσωπό τους ο συγγραφέας αναγνωρίζει και περιγράφει τη μοίρα εκατομμυρίων άλλων προλεταριοποιημένων υπαλλήλων, εργατών, ανέργων, μποέμ, οι οποίοι, εγκλωβισμένοι στην πολύβουη πόλη του διεφθαρμένου και διχασμένου Βερολίνου, κάνουν ό,τι μπορούν για να επιβιώσουν. Το είδωλο του ζεύγους Πίνεμπεργκ, πολλαπλασιασμένο μέσα σε πολλαπλούς καθρέφτες, αντανακλά τα ανθρώπινα πεπρωμένα που αγωνίζονται, μοχθούν, υποφέρουν και έρχονται σε σύγκρουση με τον εξωτερικό κόσμο, για να μην παρεκτραπούν από την αξιακή τους κλίμακα και απωλέσουν τον ίδιο τους τον εαυτό, να μην πουλήσουν την ψυχή τους στον διάβολο, πράγμα πολύ εύκολο να συμβεί σε μια πόλη-Βαβυλώνα, σε μια πόλη Μολώχ που κονιορτοποιεί και εκμηδενίζει το άτομο το οποίο ζει σε συνθήκες οικονομικής ένδειας.
Ποιο είναι το όφελος που θα αποκομίσει ο αναγνώστης από το βιβλίο; Καταρχήν μια μεγάλη ευχαρίστηση, διότι είναι και «dulce» και «utile», για να δανειστώ την περίφημη φράση του Οράτιου, είναι τερπνό και ωφέλιμο μαζί. Εκτός από την αισθητική απόλαυση που απορρέει από τη χρήση της γλώσσας, μας υπενθυμίζει ότι υπάρχουν διαχρονικές πανανθρώπινες αξίες, ηθικές και πολιτισμικές, που λειτουργούν ανεξάρτητα από το ιστορικό, κοινωνικό και πολιτιστικό πλαίσιο. Είναι ένα ευανάγνωστο μυθιστόρημα που βαδίζει πάνω σε ευθεία και βατή οδό, που βοηθά τον αναγνώστη να βγάλει συμπεράσματα για το δικό του σήμερα, να αντιληφθεί ότι ο κόσμος και η ιστορία κατασκευάζονται από εμάς τους ίδιους, ότι η απάθεια και η αδιαφορία μάς οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια σε καταστάσεις βαρβαρότητας και φρίκης, κι όλα αυτά δίχως ίχνος διδακτισμού.
Πηγή: diastixo.gr

ΟΙ ΣΤΡΑΓΓΑΛΙΣΤΕΣ ΟΡΓΙΖΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΟ ΘΥΜΑ ΠΟΥ ΔΕ ΛΕΕΙ ΝΑ ΤΑ ΤΙΝΑΞΕΙ

Handelsblatt: Μόνιμος μπελάς η Ελλάδα!

Η γερμανική Handelsblatt εξαπολύει νέα επίθεση στην Ελλάδα, με αφορμή το «πάγωμα» της εκταμίευσης της δόσης, μετά από την απόφαση του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM). Όπως τονίζεται, οι ευρωπαίοι διπλωμάτες είναι ενοχλημένοι καθώς ασχολούνται συνεχώς με τη διάσωση μιας αναξιόπιστης χώρας.
    handelsblatt-i-ellada-prokalei-monima-mpelades-den-tirei-tin-sumfwnia
 
Μετά την απόφαση του ESM να «παγώσει» την εκταμίευση της δόσης που είχε συμφωνηθεί ανάμεσα σε Αθήνα και δανειστές, η γερμανική Handelsblatt τονίζει ότι η εκταμίευση της δόσης αποτελούσε ειλημμένη απόφαση αλλά πλέον έχει μπλοκάρει καθώς η Ελλάδα δεν έχει υλοποιήσει συγκεκριμένους στόχους που έχουν ζητήσει οι δανειστές.

«Στην πραγματικότητα η καταβολή της επόμενης δανειακής δόσης ήταν τελειωμένη υπόθεση. Τώρα η εκταμίευση μετατίθεται. Αιτία γι' αυτό: Συγκεκριμένοι όροι εξακολουθούν ακόμη να μην έχουν υλοποιηθεί», αναφέρει χαρακτηριστικά ανταποκρίτρια της Handelsblatt από τις Βρυξέλλες.

Παράλληλα, χαρακτηρίζει την Ελλάδα μόνιμο μπελά παρά το ότι ο Αλέξης Τσίπρας είχε «εκπλήξει ευχάριστα» τους δανειστές με την ψήφιση του τέταρτου μνημονίου. «Η Ελλάδα προκαλεί μόνιμα μπελάδες», σύμφωνα με την ανταποκρίτρια της Handelsblatt στις Βρυξέλλες, η οποία σχολιάζει: «Η Ελλάδα δικαιολόγησε για άλλη μια φορά την κακή της φήμη. Η χώρα θεωρείται εδώ και χρόνια κραυγαλέα αναξιόπιστη και απρόθυμη να τηρήσει όσα έχει συμφωνήσει με τους δανειστές της».

Το δημοσίευμα δικαιολογεί την απόφαση του ESM για «πάγωμα» της δόσης, καθώς δεν τηρούνται οι υποδείξεις των δανειστών. «Η Ελλάδα δεν υλοποιεί αυτά που υποσχέθηκε. Ως εκ τούτου το εκτελεστικό συμβούλιο του ESM ήταν αναγκασμένο σήμερα να μεταθέσει την επόμενη δανειακή δόση. Η  ελληνική κυβέρνηση και πάλι δεν εφάρμοσε τα λιγοστά εκκρεμή προαπαιτούμενα».

Τέλος, επισημαίνεται πως «ο εκνευρισμός στις τάξεις των ευρωπαίων δανειστών είναι μεγάλος», καθώς έχουν βαρεθεί να ασχολούνται με την ελληνική υπόθεση, από τη στιγμή που φαίνεται πως «σε αντίθεση με άλλες χώρες» το πρόγραμμα βοήθειας δεν μπορεί να εφαρμοστεί αξιόπιστα.

Τσόμσκι: Οι εκλογές στην Ευρώπη δεν έχουν νόημα - Η δημοκρατία κατέρρευσε



Η κατάρρευση της Δημοκρατίας και στην Ευρώπη είναι ένα οριστικό γεγονός λέγει ο Τσόμσκι. Οι εκλογές στην Ευρώπη δεν έχουν κανένα νόημα, αναδεικνύονται κυβερνήαεις μειοψηφιών που δεν ασκούν πολιτική ούτε εφαρμόζουν ότι έχουν υποσχεθεί προεκλογικά. Η οικονομία έχει επιβληθεί της πολιτικής δράσης που έχει ξεθωριάσει: Δεν ξέρεις πια τι είναι αριστερά και τι δεξιά.
“Για τη μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών το ζητούμενο είναι η εργασία. Για τους υπερεθνικούς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, όμως, το διακύβευμα έγκειται στη μείωση των ελλειμμάτων. Τα ελλείμματα διαμορφώνουν πλέον την πολιτική. Και ως προς αυτό η Ευρώπη βρίσκεται σε αλγεινότερη κατάσταση σε σχέση με τις ΗΠΑ”, είπε χαρακτηριστικά.
Σύμφωνα με τον Τσόμσκι το κέντρο βάρος στην ευρωπαϊκή ήπειρο έχει μετατοπιστεί ανεπιστρεπτί από την πολιτική στην οικονομία, η οποία αποτελεί το αδιαπραγμάτευτο πρόταγμα. Στις χώρες της κρίσης ήρθαν αίφνης στο προσκήνιο τα ασαφή όρια μεταξύ σύγχρονης αριστεράς και δεξιάς ως προς την κατάστρωση πολιτικών, ώστε οι βασικοί ιδεολογικοί διαχωρισμοί να καθίστανται πλέον δυσδιάκριτοι. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα για αυτό ανέφερε την Κύπρο και τις πρόσφατες περιπέτειές της.
Ο Αμερικανός διανοητής εκτιμά πως οι χειρισμοί στην αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης είναι αποτυχημένοι και πως η αναγωγή τους στην αυθεντία διεθνών οργανισμών, όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, είχε αρνητικές επιπτώσεις. Κατά τον Τσόμσκι, “το θεωρητικό μοντέλο των λεγόμενων συστημικών κινδύνων, κατά το οποίο εάν αποτύχει μία οικονομική διαπραγμάτευση, το συνολικό σύστημα καταρρέει”
Οι μεταμορφώσεις στα σύγχρονα μοντέλα διακυβέρνησης έχουν βέβαια και ένα υψηλό τίμημα: “την σταδιακή απώλεια της δημοκρατίας”. Η αντιπροσώπευση εξαντλείται -στην Ευρώπη προσφάτως ενώ στις ΗΠΑ σχεδόν εξ υπαρχής -στην εκπροσώπηση οικονομικών συμφερόντων.
“Μόλις του 1/10 του 1%, στην κορυφή της κοινωνικής ιεραρχίας, καταφέρνει να παίρνει αυτό που θέλει. Αυτό σημαίνει πως καθορίζουν την πολιτική. Έτσι η δημοκρατία μετατρέπεται σε πλουτοκρατία” με συνέπεια να παρατηρείται μία συνεχής “παρακμή των δικαιωμάτων των πολιτών”.
Στις ευρωπαϊκές χώρες της κρίσης, παρατηρεί ο Τσόμσκι, “οι εκλογές δεν παίζουν πια σχεδόν κανένα ρόλο, ακριβώς όπως και στις χώρες του Τρίτου Κόσμου που διοικούνται από διεθνή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα” .
Πηγή:http://molonoti.gr

Η ΚΑΜΠΑΝΕΛΛΟΠΕΤΡΑ ΣΤΟ ΒΥΘΟ ΤΗΣ ΥΠΝΟΧΩΡΑΣ

https://c1.staticflickr.com/5/4006/4691050029_2030570360_b.jpg

ΤΑ ΣΙΝΙΑΛΑ

Στον πιο βαθύ του ύπνο
ξυπνά ορμητική
της ύπαρξής μου
η ουσία
και όλο ανεμίζει
φρέσκα σημαίνοντα
 Σχετική εικόνα
Διερώτηση

Τι είναι ο ύπνος;
Φασματικός πυροσβεστήρας
εσώτατων κραδασμών
ή ευαίσθητος πυροκροτητής
ακαταλήπτου
μείγματος
εκρηκτικών υλών;
 Σχετική εικόνα
Μωραίνει Θεός

Στον ύπνο η αρρώστια δεν κοιμάται
ούτε ανακόπτεται των κυττάρων μου
η φθίση.
Στον ύπνο η αρρώστια
πυροβολεί απανωτά,
αλλά με σιγαστήρα.

Ξυπνώ ημιθανής
με μια πλάνα βεβαιότητα στασιμότητας,
που δικαιολογεί τη συνέχιση
της θεραπευτικής
αγωγής.

Κανένας λόγος λοιπόν δεν συντρέχει
για να παραλείψω σήμερα
τα χάπια μου.
 Σχετική εικόνα
 Νανούρισμα

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά, έλα και μένα πάρε,
στ΄άρμα σου γέρο βάλε με , παιδί φέρε με πίσω.

Αμπάριζα, πεντόβολα, το κότσι, τα καζίκια
να παίζω με τους φίλους μου όσους έχω χαμένους.

Στο πέτρινο πλατύσκαλο της πόρτας της μεγάλης
αγάπη να μαντεύουμε μαδώντας μαργαρίτες.

Στην πίσω τη μικρή αυλή στης χαρουπιάς τον ίσκιο
να πλάθουμε ήσυχα πληθιά, να χτίζουμε σπιτάκια.

Μετά να μαγειρεύουμε, να στρώνουμε για ύπνο
και όνειρα να βλέπουμε, τάχα μαζί γερνάμε.

Σχετική εικόνα Τα τελευταία κεράσια μου

Τα όνειρα της νιότης μου
τα βλέπω και μεγάλος,
όμως σαν ήμουνα παιδί
πίστευα πως θα βγούνε.

Τα όνειρα των γερατειών
τα ΄βλεπα από παιδάκι,
τ΄αφήνω να με ξεγελούν,
ενώ δεν τα πιστεύω.

Βλέπω δέντρα που φύτευα 
μες στο κλειστό περβόλι
να μεγαλώνουν μονομιάς,
καρπούς πολλούς να δίνουν.

Να σκαρφαλώνω στα ψηλά
να φτάσω τα κεράσια,
τα τελευταία κεράσια μου,
τα πρώτα παιδικά μου. 

Σχετική εικόναΤο γερασμένο όνειρο

Γέρασε το όνειρό μου:
άσπρισαν τα μαλλιά του,
αδυνάτισαν τα μάτια του,
ρυτίδες όργωσαν 
το αφυδατωμένο κι όλο πανάδες
πρόσωπό του.

Γέρασε μαζί μου και το όνειρό μου:
λαχανιάζει στις ανηφόρες,
παίρνει φάρμακα πολλά
και κάθε λίγο και λιγάκι
δίνει το αίμα του για εξετάσεις.

Γέρασε, αλλά δεν παραλείπει
στις τακτικές νυχτερινές επισκέψεις του

να μου γελά, να μου μιλά,
να μου σφίγγει το χέρι,
γιατί κράτησα το λόγο μου 
και δεν μας πρόδωσα 

John Singer Sargent, “Repose (Nonchaloire)”, 1911

η καμπανελλόπετρα

η καμπανελλόπετρα

Αναστάσης Μαδαμόπουλος*

  • Εικαστική Επιμέλεια:
    Ελένη Κουρκουνάκη
  • Διαστάσεις:
    13,2 x 18,6 εκατοστά (πλάτος x ύψος)
  • Σελίδες:
    92
  • Εκδοση έντυπου:
    2017
  • Τιμή:
    €12
Του ύπνου, των ενυπνίων, της αϋπνίας, της άπνοιας.
Ο ύπνος, η συνείδηση, πρόβες θανάτου, μεταίχμια ονείρων, το περίγραμμα της ύπαρξης και της συνείδησης.
Ποίηση ακριβής και αναζητητική από τον Αναστάση Μαδαμόπουλο.

Στο εξώφυλλο ένα σχέδιο του Αναστάση Μαδαμόπουλου.
 ___________________________



Vincent Van Gogh, “Μεσημέριανή ξεκούραση από την εργασία” , 1890
O  ύπνος παραμένει μια μοναδική ζωική εμπειρία που για την Επιστήμη εξακολουθεί ακόμα να μην είναι πλήρως προσβάσιμη ή κατανοητή. "Ο ύπνος είναι μια αναγκαιότητα και κάθε άτομο το κάνει (ή ελπίζει να το ζήσει απρόσκοπτα ), αλλά η πραγματική εμπειρία δεν μπορεί να μοιραστεί", γράφει ο Meir Kryger ( The mystery of sleep, 2017).
  Όταν κάποιος πηγαίνει να κοιμηθεί,  πέφτει στο κρεβάτι μόνος του . Όταν όμως   μπαίνει στην ονειρική γη, περπατάει πάλι μόνος αλλά υπερβαίνει   τον εαυτό του. Βρίσκεται και στο εδώ και στο επέκεινα , είναι και θεατής και αυτο-θεώμενος .   Εδώ βρίσκεται η πρόκληση  για τους λογοτέχνες και τους καλλιτέχνες.

Sandro Botticelli, “Άρης και Αφροδίτη”, περ. 1483
 Η ελληνική μυθολογία συνέδεσε  τολμηρά τον ύπνο με το θάνατο  , κάτι που σήμερα η Επιστήμη απορρίπτει, ενώ πολλοί καλλιτέχνες  εμπνεύστηκαν θέματα από την επικράτεια του Μορφέα, με κυρίαρχα αυτά που αφορούν τους εφιάλτες , τις αϋπνίες και τις ονειρώξεις. 
 John William Waterhouse, “Ο ύπνος και ο αδελφός του θάνατος” ,1874




John Henry Fuseli, “Ο εφιάλτης”, 1781

Το βιβλίο του  Τάσου Μαδαμόπουλου "Η καμπανελλόπετρα"  είναι η κατάδυση του ποιητή στο βυθό της προσωπικής υπνοχώρας . Με οδηγό το σώμα του αποτυπώνονται  σκέψεις  και αισθήματα για τον ύπνο ως   μία προσωπική  εμπειρία εν εξελίξει , αλλά ταυτόχρονα αποτελεί και μιαν απόπειρα διείσδυσης  στην αχαρτογράφητη περιοχή των ονείρων.

 Giorgione, “Κοιμώμενη Αφροδίτη”, περ. 1508
Ο χρόνος,  με την  αναπόδραστη φθορά του πάνω στο σώμα, επηρεάζει την υπνική λειτουργία  , κονταίνει ή μακραίνει τη διάρκειά της , εμποδίζει ή δυσκολεύει  το αδιατάρακτό της, κλονίζει την ηρεμία του ποιητή , δημιουργεί ένα αίσθημα ανησυχίας για επαπειλούμενη αϋπνία ή την πιθανότητα μιας μοιραίας άπνοιας .
Τα όνειρα, λένε οι ερευνητές, επισκέπτονται κάθε άτομο ανελλιπώς τρεις -πέντε φορές κατά τη διάρκεια του ύπνου του.Τα όνειρα παίζουν και για τον Τ.Μ. κύριο ρόλο , τον προβληματίζουν με τους διάφορους συμβολισμούς τους , μερικές φορές τον αναστατώνουν γιατί αναγνωρίζει σ΄αυτά καταστάσεις και πρόσωπα ενός  προσφιλούς Παραδείσου  ανεπιστρεπτί χαμένου, όπως οι παιδικοί φίλοι και τα αθώα  παιχνίδια  που έπαιζαν .


Francisco de Goya, “Ο ύπνος της λογικής παράγει τέρατα, # 43,” 1799
Ο ποιητής επίσης αξιολογεί την ποιότητα του ύπνου του  ανάλογα
με τα μέρη που έχει επισκεφθεί ή ζει μόνιμα. Το όμορφο ή ήρεμο ή οικείο τοπίο, όπως η αγαπημένη Σύμη του,  είναι υπόσχεση για αδιατάρακτο ύπνο και ελπίδα για έναν ύπνο χωρίς άπνοιες.  
Του ευχόμαστε να βιώνει πολλές νύχτες  χωρίς προβλήματα , για να μπορεί να χαίρεται  μεστά  τις μέρες του, αναγγέλλοντας θριαμβικά το αποτέλεσμα της νικηφόρας έκβασης της μάχης με τους εχθρούς του καλού ύπνου: 
Έκβαση

Δοξάζω τον Θεό
που την αϋπνία τη νύσταξα
και γήτεψα τον ύπνο.
Προσεύχομαι και τον παρακαλώ
για συναρπαστικές ενύπνιες παραστάσεις,
άπνοιες περαστικές
και
καλά ξημερώματα. 
Gerontakos έγραψε


  Piero della Francesca, "Το όνειρο του Κωνσταντίνου", περ.. 1452. Άγιος Φραγκίσκος , Αρέτσο, Ιταλία.
____________________________
* Ο Τάσος Μαδαμόπουλος  είναι εκλεκτός φιλόλογος-συγγραφέας , με γερή φιλοσοφική σκευή . Παράλληλα,  διακονεί με θέρμη και ευαισθησία την ποίηση και τις Καλές τέχνες με πρωτότυπο και αισθαντικό τρόπο. 
Η  φωτογραφία του από   εκδήλωση στο  Πολιτιστικό Πολύκεντρο Δήμου Ηρακλείου Αττικής «Ηλέκτρα Αποστόλου» .

Η επιστροφή των Δρακουμέλ

dracula bats gif 

Φώφη:  "Eπιστρέψαμε!"


 

Η μεγάλη ανατριχίλα



Όταν η δροσερά Φώφη εξακοντίζει τη διακεκαυμένη κραυγή «Επιστρέψαμε!», τότε ανατριχιάζουν όσοι δεν είχαν πιστέψει στη δευτέρα παρουσία των Γιωργάκη, Σημίτη, Σκανδαλίδη, Λοβέρδου, Βενιζέλου, Ραγκούση και λοιπών...
Ε, λοιπόν, επιστρέψαμε! Μ’ αυτή τη μακάβρια φράση της Φώφης, συνοδευόμενη από ασορτί αχερόντειο χαμόγελο, έκλεισε το λεγόμενο συνέδριο της λεγόμενης Δημοκρατικής Συμπαράταξης. Και, παρά το γεγονός ότι η αρχηγός δεν φημίζεται ούτε για το λακωνίζειν ούτε για το φιλοσοφείν της, τα κατάφερε με τις λίγες αυτές λέξεις, σκαι κυρίως με το τρομερό εκείνο «Επιστρέψαμε», να προσθέσει στην ψυχούλα μας, ήδη τρομαγμένη από το τρενάκι του τρόμου, που ονόμασαν «εργασίες του συνεδρίου», τη μεγάλη ανατριχίλα. Επιστρέψαμε! Ώ ποία ώρα τότε και ημέρα φοβερά, τάφοι ανοίγονται και τα κρυπτά του σκότους δημοσιεύονται και νεκροί επανέρχονται.
Εσείς το παίρνετε αψήφιστα; Κακώς, κάκιστα. Διότι, όταν βλέπεις επί σκηνής τον Γιωργάκη, τον Σημίτη, τον Σκανδαλίδη, τον Λοβέρδο, τον Βενιζέλο και τους λοιπούς -μην ξεχάσουμε και τον Ραγκούση- να φοβερίζουν τον αντίχριστο του Μαξίμου και να καλούν το πυρ το σοσιαλδημοκρατικόν να κατακαύσει τους ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, έναν φόβο, ίσως και δύο, τους δικαιούσαι. Όταν εισπράττεις ως μπόνους και τον εύχαρι Μητσοτάκη, μαζί με τη Μαρέβα του, να καλεί σε μέτωπα μεταρρυθμιστικά, μια δήλωση μετανοίας τη σκέφτεσαι. Κι όταν η δροσερά Φώφη εξακοντίζει τη διακεκαυμένη κραυγή «Επιστρέψαμε», τότε ανατριχιάζουν όσοι δεν είχαν πιστέψει στη δευτέρα παρουσία (τους).
Επέστρεψαν λοιπόν. Με πρόσωπα κάπως φαγωμένα, χέρια κάπως αγκυλωμένα, λόγια κάπως παγωμένα, συνθήματα κάπως φθαρμένα. Τους είδαμε στις τηλεοράσεις μας, οι οποίες, ως γνωστόν, ποτέ δεν ψεύδονται. Και αισθανθήκαμε να φτερουγίζει πάνω από τα κεφάλια τους ο αόρατος στρατός τους των χερουβείμ και των σεραφείμ - χρηματιστήρια, Siemens, εξοπλιστικά, ολυμπιάδες, λεφτά που υπάρχουν και λεφτά που τρώγονται. Σιφοράι και συμφορά της χρεοκοπίας. Γεμάτοι αυτοπεποίθηση και νεκρική ούτως ειπείν ακαμψία μας έδειξαν τον δρόμο της ζωής, χωρίς μια λέξη αυτοκριτικής, συγνώμης, μετάνοιας - εν απολύτω δικαίω κατήγοροι και εν απολύτω δικαιώματι εξουσιαστές.
Θέλουν πάλι να κυβερνήσουν, να ρυθμίσουν, να μεταρρυθμίσουν, να αποφασίσουν, να διατάξουν. Να φέρουν μαζί τους, επιστρέφοντας, το καθεστώς που έστησαν, για το οποίο δεν βρήκαν μια λέξη μετάνοιας. Να μας γλιτώσουν από κείνους που κατάντησαν την Ελλάδα (τους) Κολομβία - γιατί κι αυτό το ακούσαμε. Κι έτσι σου έρχεται, ανατριχιάζοντας σύγκορμος από τη μακάβρια κομπανία, να αναφωνήσεις, παραφράζοντας τον Φούντα της Στέλλας: “Φώφη, παρ’ τους δράκουλες και φύγε. Κρατάω σκόρδα”...

Τετάρτη, Ιουλίου 05, 2017

ΑΧΑΡΙΣΤΗ!

The ungrateful one (woman)

Don’t tell me that you want me
Don’t tell me that you adore me
That you love me, that you miss me
Because i don’t believe you anymore
 
Ungrateful
Can’t you see that i am suffering?
Please today don’t tell me
That without me you are dying
Because your tears are fake.
 
Ungrateful
Don’t tell me that you adore me
It is obvious all over you that in your lips
Already there is nothing that you can
Offer to this mouth.
 
For this reason i now now why you came
Because you remember my affection.
For this reason now that i am so sad
I don’t want anyone to see me suffer.
 
Ay, ay, ay, ay, ay, ay, ungrateful,
Don’t tell me that you love me.
You scorned my words
And my kisses, those that once upon a time
Made you dream.
 
Ungrateful
Don’t forget that if i want to,
Well, of course i can cause you harm
The only thing that is missing is for me to want
To hurt you and humiliate you.
 
Ungrateful
Enen though you want to leave me,
The memories of those days,
Of the so dark nights,
You will never be able to erase them.
 
Don’t tell me that you want me
Don’t tell me that you adore me
That you love me, that you miss me
Because i don’t believe you anymore
 
For this reason i now now why you came
Because you remember my affection.
And i don’t care if i cry a little bit
Because this little bit will be because of your love.
 
Don’t come to ask me
To have compassion for you
If you come afterwards to tell me
That you want to be away from me.
 
I am asking you not to return
Unless it is to give me a little bit of love.
I ask you and i am begging you
For the love that bound us one day.
 
Ungrateful
Don’t tell me that you want me
Don’t tell me that you adore me
That you love me, that you miss me
Because i don’t believe you anymore
 
Ungrateful
Can’t you see that i am suffering?
Please today don’t tell me
That without me you are dying
Because your tears are fake.
You scorned my words
And my kisses,
Well, if i want to cause you harm
The only thing that is missing is for me to want
To hurt you and humiliate you.
 
Ungrateful
Enen though you want to leave me,
The memories of those days,
Of the so dark nights,
You will never be able to erase them.
 
For this reason i will now have to presemt you with
Some bullet wounds, so that it will hurt you.
And even though i am sad for not having you anymore
I will be with you at your funeral.