Σάββατο, Φεβρουαρίου 04, 2017

Έλευση του διανοουμενάκου

 

Ας αντιμετωπίσουμε ως επίκαιρο θέμα την εκκρεμότητα σχετικά με την ύπαρξη ή την απουσία των διανοούμενων, θέμα που επανέρχεται εδώ και καιρό με τη μορφή του ερωτήματος «πού είναι πια οι διανοούμενοι;».
Απαντήσεις έχουν δοθεί: είναι εδώ, εκεί, κάπου. Οι περισσότερες υποστηρίζουν πως οι διανοούμενοι έχουν απομακρυνθεί, παραχωρώντας τη θέση τους, ως πεπαιδευμένες ηγετικές φυσιογνωμίες σκαπανέων της σκέψης και του λόγου, εργαζόμενες υπέρ του κοινού καλού, των ανθρώπινων δικαιωμάτων και της πνευματικής ευδοκίμησης, στις εφήμερες σκιές της ψυχαγωγίας, της πολιτικής, της οικονομίας και των παραφυάδων τους.
Πολλοί είναι εκείνοι που επιχειρηματολογούν ότι οι διανοούμενοι δεν παραχώρησαν την κοινωνική και πνευματική αξιοσύνη τους στα λογής ξόανα, αλλά παραμελήθηκαν και υποτιμήθηκαν από τον κόσμο του κοινού ανθρώπου, την κοινωνία του θεάματος, την επιβολή του στιγμιαίου, που ενώ υμνολογεί τη γνώμη και την ορμή της, τις αποστειρώνει, όταν δεν τις συνθλίβει, στο χωνευτήρι τού διαρκώς διευρυνόμενου πλαισίου της ανεκτικότητας, η οποία δεν είναι εντέλει άλλο από ασύστολη αδιαφορία.
Διόλου αμελητέες εξάλλου οι αυτόνομες παραληρηματικές οπισθοφυλακές που ορθώνουν το σπιθαμιαίο ανάστημά τους, αφρίζοντας πως οι διανοούμενοι είναι μαχητές, οι οποίοι αν έχουν χάσει μάχες, συνεχίζουν τον πόλεμο για έναν καλύτερο κόσμο και είναι άξιοι συμπαράστασης και επαίνου: «μετερίζι» και άλλα τέτοια.
Η Ιστορία βεβαιώνει πως το κύρος, η γοητεία και οι ιδέες των διανοουμένων, των οποίων η παρουσία και η σημασία στην ευρωπαϊκή εξέλιξη της σκέψης, των θεσμών, της επιστήμης, της εκλογίκευσης του κόσμου και των αλλαγών και ανατροπών που αυτή η εξέλιξη έθεσε σε κίνηση, έχει ηρωικό παρελθόν.
Αν τα πρόδρομα στοιχεία της διανόησης εμφανίζονται στην Αγγλία των αρχών του 18ου αιώνα και μορφοποιούνται στη Γαλλία στη συνέχεια, καταλήγοντας στην αποκαθήλωση του «παλαιού καθεστώτος» της εκ Θεού μοναρχίας, της απολυταρχίας, της θρησκευτικής μισαλλοδοξίας, της κραυγαλέας κοινωνικής, οικονομικής και πολιτικής ανισότητας, οι αιτίες τέτοιων επιδιώξεων υπήρξαν παράλληλες προς τις αλλαγές που εκόμιζε η επιστήμη του ατμού, της μηχανικής, του ηλεκτρισμού, της παραγωγής και της παραγωγικότητας.
Εκείνη -η κατά το κοινώς λεγόμενη «βιομηχανική επανάσταση»- υψωνόταν πάνω στα θεμέλια της λογικής, του αποτελέσματος, του χειροπιαστού, πέρα από το παραδοσιακά φυσικό και υπερβατικό.
Εκείνη η εποχή είχε την ανάγκη να οργανώσει τις δικές της θεότητες: οι διανοούμενοι υπήρξαν οι ιερείς της άθεης θρησκείας της προόδου, του παράδεισου της ελευθερίας, της ισότητας και της αδελφοσύνης, της κόλασης του εκμεταλλευτή, της αγιοποίησης των μαρτύρων της εξέγερσης κατά της αδικίας, της απανθρωπιάς, του εξευτελισμού.
Την ουτοπία του ένθεου κλήρου και των ιερών γραφών του αντικατέστησε η ουτοπία του κλήρου του πλήθους και των ιερών συμβόλων του, δηλαδή του λαού, της κοινής γνώμης, της ψήφου, της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας.
Σε αυτή την ψηλαφητή ουτοπία, ο διανοούμενος είχε το δικό του μαγαζί, προς έκθεση και πώληση της δικής του πραμάτειας. Αυτή αποκάλυπτε και επιδείκνυε περγαμηνές καταδίωξης, φυλάκισης, λογοκρισίας, εξορίας, καταναγκασμού, πυράς των έργων της.
Και ο διανοούμενος αποδείκνυε έτσι ότι διακονούσε τη λαμπρότητα των φώτων του πνεύματος, ότι είχε χρέος και προορισμό να είναι η φωνή όσων δεν είχαν φωνή, να θεραπεύει τη σωτηρία του αδικημένου και να προσφέρει στον άνθρωπο –στον φτωχό και καταπονημένο- τη μαθητεία της «πλέριας πίστης» σε έναν καλύτερον κόσμο καλύτερης ζωής.
Υπήρξαν διανοούμενοι με μαγαζί γωνία, πνεύματα ελευθέρας βοσκής, έντιμοι εμποράκοι με πραμάτεια που πουλήθηκε σε καλή τιμή, τρέφοντας στρατιές ιδεολόγων, που, όπως και να το κάνουμε, άφησαν παρακαταθήκες για νέους αγώνες, για προσεχείς νίκες.
Σήμερα, μπορούμε να υποψιαστούμε πως η ανατροπή της ισχύουσας τάξης οδηγεί στην ανατροπή της ανατροπής. Και η τάξη, μαθαίνοντας από τα λάθη της, δεν αποφεύγει το όφελος να ανοικοδομήσει τον εαυτό της με τα ίδια υλικά, παραλλαγμένα προς επίδειξη της νεότητάς της.
Η ανατροπή, πιστή στα λάθη της, καταπολεμά την οικοδόμηση της νέας τάξης, τιμώντας τα υλικά της δικής της παλαιότητας. Η νέα τάξη έχει πια μέγεθος διαφορετικό από ό,τι διέθετε στο παρελθόν. Απλωμένη σε όλη την οικουμένη, είναι ένα τεράστιο μαγαζί, μια πολυεθνική φάμπρικα που αξιοποιεί στρατιές απρόσωπων μονάδων, πουλώντας σωρηδόν αυταπάτες ικανοποίησης βουλιμικών δικαιωμάτων.
Απέναντι σε αυτό το μέγεθος, το μαγαζάκι του εμποράκου διανοούμενου είναι ένας ευλογημένος αχυρώνας, όπου ο εμποράκος καλεί τους πελάτες του να προσκυνήσουν τη σωτήρια φάτνη μιας προ πολλού αναμενόμενης έλευσης, το άστρο της οποίας λάμπει στο στερέωμα. Είναι απροσμέτρητη η ανακούφιση των πελατών, παρόντων κιόλας στην έλευση του διανοουμενάκου. Προαγοράζουν την αξία της πραμάτειας του, συνωθούμενοι στα ταμεία του αχυρώνα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: