Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 17, 2014

Βάσανο- βασανίζω-βασανιστής...

βασανιστήριο ουδέτερο
  1. ενέργεια που αποσκοπεί στην κακοποίηση κάποιου με σωματικό ή / και ψυχικό τρόπο, προκαλώντας του πόνο ή αγωνία, με σκοπό να τιμωρηθεί, να καταρρεύσει ψυχολογικά ή να αναγκαστεί να κάνει κάτι (βλέπε και βασανιστήρια)
  2. (καταχρηστικά) η ταλαιπωρία, η δοκιμασία που τυχαίνει στη ζωή

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

***************************** 
 https://encrypted-tbn1.gstatic.com/images?q=tbn:ANd9GcS6EB90qrAjNGG6aGQqYteQMU12cRqB2UuI6oxfZjWKKFFkQJf-uw

Δεν υπάρχουν σχόλια: